Στην υπόθεση 151/83,
Εταιρία Aciéries et laminoirs de paris «Alpa», εκπροσωπούμενη από την Lise Funck-Brentano, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη Marlyse Neuen-Kauffman, 21, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Frank Benyon, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της άρνησης της Επιτροπής να θεωρήσει την προσφεύγουσα επιχείρηση κατά την έννοια του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, και Τ. Koopmans, δικαστή,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοίκησης,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Με συστημένη επιστολή που παρελήφθη, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική απόδειξη στις 26 Μαίου 1983 η εταιρία Alpa ζήτησε από την Επιτροπή να τύχει των προσαρμογών που προβλέπει το άρθρο 14 της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ της 30ής Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 191, σ. 1) για το δεύτερο τρίμηνο του 1983.
Με συστημένο έγγραφο που παρελήφθη στις 22 Ιουνίου 1983, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική απόδειξη, η Επιτροπή απάντησε αναφερόμενη σε προηγούμενο έγγραφο της 5ης Απριλίου 1983 που υπογράφεται από τον Davignon, μέλος της Επιτροπής και αποτελεί απάντηση στην από 23 Φεβρουαρίου 1983 αίτηση προσαρμογής των ποσοστώσεων. Το αρχικό έγγραφο δεν περιήλθε εγκαίρως στην προσφεύγουσα, όπως ισχυρίζεται η ίδια.
Με το έγγραφο της 5ης Απριλίου 1983 ο Davignon γνωστοποιεί λήψη της από 23 Φεβρουαρίου 1983 επιστολής με την οποία η προσφεύγουσα ζήτησε από την Επιτροπή να θεωρήσει την επιχείρηση Alpa ως ανεξάρτητη μονάδα παραγωγής στο πλαίσιο του ομίλου Usinor.
Ο ανωτέρω τονίζει ότι, το άρθρο 2, παράγραφος 4, της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ της 30ής Ιουνίου 1982 ορίζει ότι «κατά την έννοια της παρούσας αποφάσεως μία συγκέντρωση επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης, νοείται ως μία μόνη επιχείρηση ακόμη και όταν οι επιχειρήσεις είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικά κράτη μέλη». Εξάλλου, η απόφαση 24/54 της 6ης Μαίου 1954 της Ανωτάτης Αρχής ορίζει τα στοιχεία που συνιστούν την έννοια του ελέγχου επιχειρήσεως δυνάμει του άρθρου 66, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Στο έγγραφο επισημαίνεται το γεγονός ότι η επιχείρηση Usinor κατέχει το 100 ο/ο του κεφαλαίου της εταιρίας Alpa με συνέπεια ότι η προσφεύγουσα είναι πράγματι επιχείρηση συγκεντρωμένη εντός της Usinor, στην οποία και μόνο είναι δυνατή η χορήγηση ποσοστώσεων κατ' εφαρμογή των άρθρων 5 και 9, παράγραφος 2, της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ. Δεν υπάρχει καμιά διάταξη νόμου που να επιτρέπει την εξατομικευμένη αντιμετώπιση] της περίπτωσης της προσφεύγουσας στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Κατά συνέπεια, μόνο η επιχείρηση Usinor νομιμοποιείται να υποβάλει αιτήσεις περί εφαρμογής των διατάξεων της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ. Πάντως, οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 14 της εν λόγω απόφασης αποκλείουν την εφαρμογή του υπέρ της επιχειρήσεως Usinor λόγω του μεγέθους της.
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Ιουλίου 1983 η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατ' αυτού του εγγράφου. Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρώτο τμήμα χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της ατομικής απόφασης που της κοινοποιήθηκε στις 22 Ιουνίου 1983.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει ως αποράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως του από 22 Ιουνίου 1983 εγγράφου·
—
επικουρικά, να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως ως αβάσιμη ·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί νου παραδεκτού
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσφυγή είναι τελείως απαράδεκτη. Το από 22 Ιουνίου 1983 έγγραφο του Faure δεν αποτελεί απόφαση. Με την από 26 Μαΐου 1983 επιστολή της η προσφεύγουσα ζήτησε από την Επιτροπή να προσαρμόζει τις ποσοστώσεις της και να θεωρήσει την εταιρία Alpa ως ανεξάρτητη μονάδα παραγωγής. Κατά την άποψη της Επιτροπής η επιστολή αυτή αποτελεί πολιτικού χαρακτήρα αίτηση της προσφεύγουσας για την τροποποίηση της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ ή τουλάχιστο για τη μη εφαρμογή των διατάξεων της.
Ως προς την απάντηση του Davignon, το έγγραφο αυτό δεν φέρει τον τύπο αποφάσεως, αλλά αποτελεί μάλλον προσωπική επιστολή του Davignon προς τον πρόεδρο γενικό διευθυντή της Alpa. 'Εχει μάλλον περιεχόμενο «επεξηγηματικού σημειώματος» (δηλαδή είναι απλώς επιβεβαιωτικού χαρακτήρα) επεξηγεί τις υπάρχουσες γενικές διατάξεις και αναφέρεται σε μια ατομική απόφαση που ελήφθη ως προς άλλη εταιρία, απόφαση η οποία παρήγαγε έννομα αποτελέσματα (κατά της οποίας εξάλλου ασκήθηκε προσφυγή από την αποδέκτριά της, την Usinor, στην υπόθεση 103/83). Η Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1957, στις συ-νεκδικασθείσες υποθέσεις 1/57 και 14/57 (Société des usines à tubes de la Sarre, Recueil σ. 201-222) και στην απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1963 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 53 και 54/63 (Lemmerz-Werke, Recueil σ. 487-527).
Το συμπέρασμα της Επιτροπής δεν περιορίζει καθόλου, κατά την άποψη της, τη νομική προστασία που παρέχει στις επιχειρήσεις η Συνθήκη ΕΚΑΧ και συγκεκριμένα το άρθρο 33, κατά των ατομικών αποφάσεων, με τις οποίες κοινοποιούνται οι ποσοστώσεις για το συγκεκριμένο τρίμηνο.
Η Επιτροπή θεωρεί την προσφυγή απαράδεκτη κατά το μέτρο που στηρίζεται σε φερόμενη έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 2, παράγραφος 4, και ενδεχομένως του άρθρου 14, τρίτη περίπτωση, της γενικής απόφασης. Η Επιτροπή φρονεί ότι το έγγραφο της 22ας Ιουνίου δεν αφορά την εφαρμογή ούτε του άρθρου 2, παράγραφος 4, ούτε του άρθρου 14, τρίτη περίπτωση. Η μη εφαρμογή του άρθρου 14, τρίτη περίπτωση, προκύπτει ευθέως από την απόφαση 1696/82/ΕΚΑΧ, ενώ το άρθρο 2, παράγραφος 4, αποτέλεσε ήδη το αντικείμενο της ατομικής απόφασης της 27ης Απριλίου 1983, κατά της οποίας ασκήθηκε προσφυγή στην υπόθεση 103/83. Η Επιτροπή παραπέμπει σχετικώς στην απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Φεβρουαρίου 1982, στην υπόθεση 258/80 (Rumi, Συλλογή 1982, σ. 487, 502).
Η προοφεύγοθσα αναφέρει ότι άσκησε στην παρούσα υπόθεση την υπό κρίση προσφυγή συνεπεία της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση περί προσαρμογής των ποσοστώσεων της και την οποία έλαβε στις 22 Ιουνίου 1983.
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι το ζήτημα του παραδεκτού που εγείρει η Επιτροπή συνδέεται αναπόσπαστα με το ζήτημα της ουσίας, δεδομένου ότι θα κριθεί από την απόφαση του Δικαστηρίου ως προς τη νομιμότητα του άρθρου 2, παράγραφος 4, της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ. Εξάλλου, η προσφεύγουσα είναι η μόνη επιχείρηση του συγκροτήματος Usinor που παράγει ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής και μόνο σ' αυτή εφαρμόζεται η απόφαση περί χορηγήσεως ποσοστώσεων και η αμφισβητούμενη άρνηση της προσαρμογής των παραγωγών αναφοράς. Λόγω αυτής ακριβώς της ιδιότητας του πραγματικού αποδεκτού μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ως νομικό πρόσωπο, το οποίο αφορά ατομικά η εν λόγω πράξη. Κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, οι αποφάσεις της Επιτροπής, που αναφέρονται εν προκειμένω στα προϊόντα της κατηγορίας V, απευθύνονται μεν σε άλλο νομικό πρόσωπο, αλλά αφορούν άμεσα και ατομικά την εταιρία Alpa. Εξάλλου, οι διατάξεις αυτές δεν αποτελούν παρά ακριβέστερη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 33, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Η προσφεύγουσα φρονεί επίσης ότι το έγγραφο της Επιτροπής αποτελεί απόφαση. Επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1983 στην υπόθεση 317/82, Boël κατά Επιτροπής, στο πλαίσιο της οποίας η εταιρία Boël ζήτησε από την Επιτροπή την εφαρμογή του άρθρου 14. Η Επιτροπή απέρριψε εν μέρει την αίτηση, διότι θεώρησε ότι η γενική απόφαση αποκλείει τη δυνατότητα προσαρμογής για ένα από τα συγκεκριμένα προϊόντα. Βάσει του συλλογισμού που αναπτύσσει η Επιτροπή εν προκειμένω, η άρνηση που κοινοποιήθηκε στην επιχείρηση Boël δεν αποτελεί απόφαση, αλλά απλώς ενημερωτικό έγγραφο που είχε σκοπό να προειδοποιήσει την επιχείρηση ότι το άρθρο 14 δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωση της. Εν τούτοις, δεν προβλήθηκε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής ακυρώσεως της εν λόγω απόφασης. Η διαδικασία που κίνησε η προσφεύγουσα είναι πανομοιότυπη με αυτή που είχε κινήσει η Boël.
Με την ανταπάντηση της η Επινροπή φρονεί ότι η προσφεύγουσα δεν απάντησε στα επιχειρήματα της, όσον αφορά το παραδεκτό των ενστάσεων ελλείψεως νομιμότητας και ότι δεν διευκρινίζει ποιες διατάξεις της γενικής απόφασης εφαρμόστηκαν με το έγγραφο της 22ας Ιουνίου 1983.
Η Επιτροπή φρονεί ότι δεν χρειάζεται εν προκειμένω να κριθεί το αν η προσφεύγουσα είναι ο αποδέκτης της ατομικής απόφασης της 27 Απριλίου 1983, περί χορηγήσεως ποσοστώσεων στην Usinor, διότι η προσφυγή της δεν στρέφεται κατ' αυτής της αποφάσεως. Η Επιτροπή εμμένει στο ότι η αίτηση της προσφεύγουσας δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αίτηση εφαρμογής του άρθρου 14, αλλά ως αίτηση μη εφαρμογής των διατάξεων της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ. Δυνάμει αυτής της γενικής αποφάσεως, η Επιτροπή διαπραγματεύεται μόνο με την επιχείρηση, στην οποία απευθύνεται η ατομική απόφαση περί καθορισμού των ποσοστώσεων. Μόνο αυτή η επιχείρηση μπορεί να υποβάλει αίτηση προσαρμογής. Εν προκειμένω, η Usinor δεν ενήργησε κατ' αυτόν τον τρόπο, διότι δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδείξει ότι το συγκρότημα Usinor συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του άρθρου 14.
Η επιστολή της προσφεύγουσας και η απάντηση του Faure, υπαλλήλου της Επιτροπής, βρίσκονται εκτός του πλαισίου που χαράσσει η γενική απόφαση. Η Επιτροπή δεν είχε την υποχρέωση να λάβει απόφαση, όπως πράγματι και δεν έλαβε. Αν οποιοσδήποτε, που επιθυμεί να αμφισβητήσει μία γενική απόφαση, μπορούσε να προσφύγει κατ' αυτής, αφού λάβει απάντηση από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, η διάταξη του άρθρου 33, δυνάμει της οποίας οι γενικές αποφάσεις δεν προσβάλλονται παρά μόνο αν συντρέχει κατάχρηση εξουσίας, δεν θα είχε νόημα.
Με το έγγραφο της 22ας Ιουνίου η Επιτροπή δεν έλαβε κανένα μέτρο και δεν εφήρμοσε καμιά διάταξη της γενικής απόφασης, βλαπτική για την προσφεύγουσα. Το έγγραφο αποτελεί απλώς γνώμη των υπηρεσιών της Επιτροπής που περιορίζεται να εκθέσει την πραγματική κατάσταση.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η περίπτωση στην υπόθεση 317/82, Boël, ήταν τελείως διαφορετική. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε αίτηση περί προσαρμογής που είχε υποβάλει η επιχείρηση που είχε λάβει τις ποσοστώσεις, η δε προσφυγή περιορίζόνταν μόνο στο λόγο ακυρώσεως συνεπεία της παραβάσεως του άρθρου 14. Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της στάσεως της Επιτροπής στην υπόθεση Boël και στην υπό κρίση υπόθεση.
Επί νης ουσίας
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι συγκεντρώνει τους όρους του άρθρου 14, τρίτη περίπτωση, της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ εφόσον παρασκευάζει μόνο προϊόντα της κατηγορίας V, για τα οποία το ποσοστό μειώσεως υπερβαίνει το 40%, η δε συνολική της παραγωγή κατά το 1981 δεν υπερέβη τους 700000 τόνους.
Η Επιτροπή αρνήθηκε να εξετάσει την αίτηση της προσφεύγουσας περί προσαρμογής, διότι την θεώρησε ως ενσωματωμένη στον όμιλο Usinor, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 58.
Η Επιτροπή αναφέρθηκε στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ, το οποίο ορίζει: «Κατά την έννοια της παρούσας αποφάσεως, μία συγκέντρωση επιχειρήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης νοείται ως μία μόνη επιχείρηση ακόμα και όταν οι επιχειρήσεις είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικά κράτη μέλη». Η Επιτροπή μνημονεύει επίσης την απόφαση 24/54 της 6ης Μαΐου 1954 της Ανωτάτης Αρχής, η οποία ορίζει την έννοια του «ελέγχου» των επιχειρήσεων δυνάμει του άρθρου 66 της Συνθήκης.
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η ατομική απόφαση που της κοινοποιήθηκε είναι παράνομη:
1)
κατά το ότι στηριζόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ θεωρεί την Alpa ως μονάδα παραγωγής ενσωματωμένη στον όμιλο Usinor
2)
κατά το ότι στηρίζεται στο άρ9ρο 14, τρίτη περίπτωση, της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ, που αποκλείει γενικώς τη δυνατότητα προσαρμογής για τις επιχειρήσεις, η παραγωγή των οποίων υπερβαίνει ορισμένο όριο, χωρίς να καθορίζεται η έννοια της επιχείρησης σχετικά με την εν λόγω δυνατότητα.
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή εφαρμόζοντας στο σύστημα των ποσοστώσεων τους ορισμούς που δίνουν η Συνθήκη και η παράγωγη κανονιστική ρύθμιση στο περιορισμένο πλαίσιο των συμφωνιών και των συγκεντρώσεων, υποπίπτει σε κατάχρηση εξουσίας.
Η προσφεύγουσα επισημαίνει διάφορες διατάξεις της Συνθήκης, γενικές αποφάσεις της Επιτροπής και αποφάσεις του δικαστηρίου από όπου προκύπτει ότι το εφαρμοζόμενο κριτήριο είναι το κριτήριο της νομικής και όχι της οικονομικής ενότητας. Έτσι, οι κυρώσεις στις οποίες υπόκεινται οι επιχειρήσεις που διαπράττουν παράβαση επιβάλλονται στην ίδια την επιχείρηση και όχι στον ιδιοκτήτη της. Όσον αφορά το μηχανισμό της εξίσωσης του παλαιο-σιδήρου, το Δικαστήριο έχει δεχτεί το νομικό και όχι το οικονομικό κριτήριο εξομοιώνοντας την κατά τη Συνθήκη έννοια της επιχείρήσης με την έννοια του φυσικού ή νομικού προσώπου, διότι η Συνθήκη χρησιμοποιεί κυρίως αυτό τον όρο για να καθορίσει τους φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.
Η έννοια των συγκεντρωμένων επιχειρήσεων που η Επιτροπή λαμβάνει από το άρθρο 66 της Συνθήκης είναι παράνομη διότι χρησιμοποιείται εκτός του πεδίου εφαρμογής που προβλέπει η Συνθήκη. Εξάλλου είναι απρόσφορη, διότι αντιβαίνει στους στόχους που επιδιώκει η Συνθήκη και το σύστημα των ποσοστώσεων.
Ο ορισμός που δίνει η Επιτροπή οδηγεί σε διάκριση σε βάρος των επιχειρήσεων που έχουν κάνει προσπάθειες αναδιάρθρωσης. Αυτό συμβαίνει με την προσφεύγουσα, μόνη επιχείρηση του ομίλου Usinor που παρασκευάζει ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής μετά τη συγκέντρωση της παραγωγής αυτής στο εργοστάσιό της. Η προσφεύγουσα είναι μία σύγχρονη μικρή εταιρία στην περιφέρεια του Παρισιού που βρίσκεται σε καλή θέση για τον εφοδιασμό σε παλαιοσίδηρο και την πώληση ράβδων οπλισμού σκυροδέματος στην περιοχή.
Υφίσταται επίσης διάκριση, χωρίς να υπάρχει αντικειμενικός λόγος, σε βάρος των συγκεντρωμένων επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 66 και υπέρ των ανεξαρτήτων επιχειρήσεων. Η προσφεύγουσα είναι εταιρία νομικά ανεξάρτητη από την Usinor. Δεν μπορεί να κατασκευάζει κανένα άλλο προϊόν και επομένως να ωφεληθεί από τις μεταβιβάσεις παραγωγής από ένα εργοστάσιο του ομίλου σε άλλο. Είναι γεωγραφικά απομονωμένη στην περιφέρεια του Παρισιού. Δεν μπορεί επομένως να μετακινεί τους εργάτες της σε άλλα εργοστάσια του ομίλου. Άρα αντιμετωπίζει τα ίδια κοινωνικά, οικονομικά και λογιστικά προβλήματα, όπως και οι εταιρίες που δεν είναι ενσωματωμένες σε όμιλο.
Η χορήγηση ανεπαρκών ποσοστώσεων δεν επιτρέπει στην προσφεύγουσα να ανταποκριθεί στη ζήτηση των πελατών της που από γεωγραφική άποψη βρίσκονται συγκεντρωμένοι στην περιφέρεια του Παρισιού. Η θέση της στη γαλλική αγορά δεν έπαυσε να χειροτερεύει, ενώ η θέση των ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, ιδίως των ιταλικών, βαίνει συνεχώς βελτιούμενη.
Οι ποσοστώσεις της Επιτροπής δεν επιτρέπουν πλέον να επιτευχθεί το απαραίτητο όριο αποδοτικότητας και προκαλούν απώλειες 7600000 φράγκων για το πρώτο τρίμηνο του 1983 και 5766000 φράγκων για το δεύτερο τρίμηνο του 1983. Η προσφεύγουσα αδυνατεί να αποσβέσει τις εγκαταστάσεις της και να αξιοποιήσει τα πάγια έξοδα, είναι δε αναγκασμένη να κλείσει το εργοστάσιό της επί πολλές εβδομάδες λόγω αναγκαστικής αργίας.
Κατά την άποψη της Επιτροπής δεν αμφισβητείται ότι η Alpa είναι ενσωματωμένη στον όμιλο Usinor κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης. Η Επιτροπή παραδέχεται ότι η Alpa αποτελεί επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 80 της. Συνθήκης.
Το ζήτημα είναι αν η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 4, κατα την οποία «κατά την έννοια της παρούσας αποφάσεως μία συγκέντρωση επιχειρήσεων νοείται ως μία μόνη επιχείρηση ...» είναι παράνομη.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Συνθήκη τής παρέχει ευρεία διακριτική εξουσία ως προς τη διαρρύθμιση του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής. Η Επιτροπή οφείλει να ασκεί την εξουσία που της παρέχει το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ αντικειμενικά και χωρίς διακρίσεις. Για την καλή εφαρμογή του συστήματος των ποσοστώσεων, το κριτήριο, κατά το οποίο αποδέκτες του συστήματος των ποσοστώσεων είναι και οι όμιλοι συγκεντρωμένων επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, είναι αντικειμενικό και πρόσφορο.
Η συγκέντρωση επιχειρήσεων χαρακτηρίζεται από το ότι μία ή περισσότερες επιχειρήσεις υποβάλλονται στον έλεγχο μιας άλλης επιχειρήσεως. Η ύπαρξη ελέγχου συνεπάγεται τη δυνατότητα επηρεασμού των αποφάσεων μιας άλλης επιχείρησης στο βιομηχανικό ή στον επαγγελματικό τομέα. Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του συστήματος των ποσοστώσεων είναι ανάγκη να θεωρείται ως αποδέκτης του συστήματος εκείνος που έχει τη δυνατότητα να καθορίζει τη δραστηριότητα της επιχείρησης στο επίπεδο της παραγωγής.
Με την πρόβλεψη ποσοστώσεων παραγωγής για κάθε επιμέρους επιχείρηση τίθενται υπό αμφισβήτηση τα δικαιώματα της επιχείρησης που έχει εξασφαλίσει τον έλεγχο των συγκεντρωμένων επιχειρήσεων και παραβιάζεται έτσι η αρχή του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά την οποία είναι νόμιμες οι συγκεντρώσεις επιχειρήσεων. Πράγματι με τον καθορισμό ποσοστώσεως παραγωγής για ολόκληρο τον όμιλο το σύστημα αποκτά μεγαλύτερη ελαστικότητα. Οι παραγωγές που πραγματοποιούνται κατά την περίοδο αναφοράς υπολογίζονται συνολικά για τις επιχειρήσεις που απαρτίζουν τον όμιλο. Ο όμιλος πάντως έχει τη δυνατότητα να κατανέμει κατά το δοκούν μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων τις ποσοστώσεις παραγωγής που έχουν καθοριστεί. 'Ετσι, ο όμιλος έχει σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με μια μεμονωμένη επιχείρηση, η οποία έχει απλώς τη δυνατότητα να τροποποιήσει ή να αυξήσει με ανταλλαγή ή με αγορά τις ποσοστώσεις που τις έχουν καθοριστεί. Η απόφαση 1696/82/ΕΚΑΧ λαμβάνει έτσι υπόψη ένα ουσιώδη στόχο, στον οποίο αποβλέπει η δημιουργία συγκεντρώσεως επιχειρήσεων και ο οποίος συνίσταται στην πραγματοποίηση της ορθολογικής κατανομής των δραστηριοτήτων χάρη στην ειδίκευση εντός του ομίλου.
Ο όμιλος συγκεντρωμένων επιχειρήσεων δεν διαφέρει από την επιχείρηση, η οποία, καίτοι αποτελεί ένα μόνο νομικό πρόσωπο, διαθέτει διάφορες εγκαταστάσεις παραγωγής. Το σύστημα που θεσπίζει η δημόσια αρχή πρέπει να προσανατολίζεται σύμφωνα με τις πραγματικές δομές και οικονομικές συναλλαγές. Τα συστήματα των ποσοστώσεων έχουν σκοπό να καθορίσουν τη δομή και τον όγκο της μέλλουσας παραγωγής σύμφωνα με τη δομή και τον όγκο της παραγωγής, όπως ήταν κατά το παρελθόν. Για τον όμιλο συγκεντρωμένων επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ η παραγωγή που πραγματοποιείται κατά την περίοδο αναφοράς είναι το αποτέλεσμα αποφάσεων που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο του ομίλου και με οδηγό το συμφέρον του ομίλου.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι κατά το συλλογισμό της Alpa σε όλη του την έκταση, αν καταργηθεί το άρθρο 2, παράγραφος 4, και αν υποτεθεί ότι οι άλλες διατάξεις των αποφάσεων παραμένουν όπως έχουν, οι ποσοστώσεις της προσφεύγουσας θα κινδύνευαν να ήταν χαμηλότερες (περίπου το 55 % των σημερινών ποσοστώσεων) λόγω της συμβολής της προσφεύγουσας στην παραγωγή των καλυτέρων μηνών που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των παραγωγών αναφοράς. Ακόμα και αν η προσφεύγουσα συγκέντρωνε τους όρους για αύξηση των ποσοστώσεων δυνάμει του άρθρου 14, τρίτη περίπτωση, η αύξηση αυτή θα ήταν μικρή, δεδομένου ότι η αναπροσαρμογές αυτές ουδέποτε υπερέβησαν το αντίστοιχο της ελάττωσης του εν λόγω ποσοστού μειώσεως κατά 5 %.
Η Επιτροπή αντικρούει τον ισχυρισμό περί διακρίσεως μεταξύ των συγκεντρωμένων και των ανεξαρτήτων επιχειρήσεων. Ο όμιλος συγκεντρωμένων επιχειρήσεων δεν διαφέρει της μεμονωμένης επιχείρησης που διαθέτει διάφορες εγκαταστάσεις παραγωγής. Και στη μία όπως και στην άλλη περίπτωση η φύση και ο όγκος της παραγωγής είναι το αποτέλεσμα εναρμονισμένης, άρα ενιαίας, βιομηχανικής και εμπορικής πολιτικής. Η ισότητα νομικής αντιμετώπισης των δύο τύπων οργανώσεων είναι αναγκαία, διότι και ο ένας και ο άλλος τύπος βρίσκονται στην ίδια πραγματική κατάσταση, όσον αφορά τα αποτελέσματα του συστήματος των ποσοστώσεων για τον προγραμματισμό της παραγωγής. Η υιοθέτηση ως κριτηρίου της μορφής της οργάνωσης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είναι αυθαίρετη και δημιουργεί διακρίσεις σε βάρος της μεμονωμένης επιχείρησης που διαθέτει διάφορες μονάδες παραγωγής.
Κατά την άποψη της Επιτροπής είναι δύσκολο να γίνει δεκτό ότι το γεγονός ότι η Alpa ανήκει στον όμιλο Usinor δεν μεταβάλλει κατά τίποτα τον τρόπο διαχείρισης της. Οι ισχυρισμοί της Alpa ότι δεν μπορεί να τύχει μεταβιβάσεων παραγωγής από ένα εργοστάσιο σε άλλο διαψεύδονται από την προσφυγή, όπου αναφέρεται, στη σελίδα 11, ότι έχουν ήδη γίνει μεταβιβάσεις παραγωγής από άλλα εργοστάσια του ομίλου Usinor προς την προσφεύγουσα.
Ακόμα και αν είχε εφαρμογή το άρθρο 14, η Επιτροπή αμφιβάλλει ότι μπορεί να γίνει λόγος για εξαιρετικές δυσκολίες στην περίπτωση της Alpa. Οι ποσοστώσεις της Usinor για το δεύτερο τρίμηνο του 1983 δίνουν στην Alpa αρκετά υψηλό ποσοστό χρησιμοποίησης των ικανοτήτων της (65,8 %), το δε Δικαστήριο, με την απόφαση της 11ης Μαΐου 1983, στην υπόθεση 244/81, Klöckner κατά Επιτροπής, δέχτηκε στη σκέψη 27 (Συλλογή σ. 1451), ότι το άρθρο 58 καθόλου δεν επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να εξασφαλίσει σε μία συγκεκριμένη επιχείρηση την ελάχιστη παραγωγή που η επιχείρηση αυτή θεωρεί ενδεδειγμένη σύμφωνα με τα δικά της κριτήρια αποδοτικότητας. Τέλος, η Επιτροπή αντικρούει τον ισχυρισμό ότι διέπραξε κατάχρηση εξουσίας. Για να αποδείξει την κατάχρηση εξουσίας η προσφεύγουσα οφείλει να αποδείξει ότι η απόφαση επιδιώκει στην πραγματικότητα σκοπό διαφορετικό από εκείνο για τον οποίο η Ανωτάτη Αρχή έχει εξουσία να ενεργεί (απόφαση της 12. 6. 1958, Compagnie des bants fourneaux de Chasse κατά Ανωτάτης Αρχής, υπόθεση 2/57, Recueil σ. 131).
Με το απαντητικό υπόμνημα, η προσφεύγουσα τονίζει το γεγονός ότι η διάκριση, για την οποία διαμαρτύρεται είναι το αποτέλεσμα του άρθρου 2, παράγραφος 4, σε συνδυασμό με το άρθρο 14, τρίτη περίπτωση. Εξάλλου, η διάκριση αυτή μπορεί να τερματιστεί κατά δύο τρόπους, είτε με την εξομοίωση της προσφεύγουσας με ανεξάρτητη επιχείρηση, για την οποία καθορίζονται χωριστές ποσοστώσεις είτε με τον μη εκ των προτέρων αποκλεισμό κάθε δικαιώματος για προσαρμογή μιας επιχείρησης που παράγει ράβδους οπλισμού σκυροδέματος και είναι ενσωματωμένη σε όμιλο, εφόσον είναι η μόνη επιχείρηση εντός του ομίλου που παράγει ράβδους οπλισμού σκυροδέματος και εφόσον συγκεντρώνει όλες τις άλλες προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 14, τρίτη περίπτωση.
Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι δηλαδή οι όμιλοι επιχειρήσεων διαθέτουν μεγαλύτερη ευελιξία ως προς την κατανομή των χορηγούμενων ποσοστώσεων μεταξύ των επιχειρήσεων του ομίλου είναι ίσως ορθός για ορισμένες περιπτώσεις αλλά ανακριβής για άλλες. Η γενική εφαρμογή σε διαφορετικές καταστάσεις ενός ενιαίου και καθαρά νομικού κριτηρίου οφείλεται σε μια σφαιρική και τεχνοκρατική αντίληψη του συστήματος. Η Επιτροπή αντιστρέφει τη σειρά των υποχρεώσεων που υπέχει κατά την οργάνωση του συστήματος των ποσοστώσεων. Η πρώτη της υποχρέωση είναι να αποκαταστήσει την ισορροπία της αγοράς και η δεύτερη να εξασφαλίζει την τήρηση των ποσοστώσεων, ωστόσο η ενέργεια της φαίνεται να εμπνέεται κατά πρώτο λόγο από τις ανάγκες του ελέγχου, ο οποίος όμως δεν αποτελεί αυτοσκοπό.
Η Alpa έχει τέλεια ανεξαρτησία έναντι της μητρικής εταιρίας. Το σύστημα των ποσοστώσεων πρέπει να προσαρμόζεται στην πραγματική κατάσταση της αγοράς αναλόγως των αντικειμενικών οικονομικών δεδομένων που προσιδιάζουν στην αγορά και σε κάθε επιχείρηση. Η Επιτροπή οφείλει να προβλέψει προσαρμογή των αναφορών μιας εγκατάστασης, όταν αυτή λειτουργεί υπό οικονομικές συνθήκες παρόμοιες με εκείνες υπό τις οποίες λειτουργούν οι ανεξάρτητες επιχειρήσεις.
Η προσφεύγουσα επισημαίνει επίσης ότι δεν οφελείται από τη χορήγηση της ποσοστώσεως στην Usinor. Στον όμιλο Usinor χορηγούνται ποσοστώσεις στην κατηγορία V αναλόγως των δεδομένων της στο παρελθόν. Η προσφεύγουσα προσκομίζει στοιχεία για να αποδείξει ότι στον υπολογισμό των παραγωγών αναφοράς περιελήφθησαν περίοδοι, κατά τις οποίες η παραγωγή στα άλλα κέντρα παραγωγής ράβδων οπλισμού σκυροδέματος μειωνόταν συνεχώς μέχρι τελείου κλεισίματος. Η αναδιάρθρωση που πραγματοποίησε ο όμιλος είχε βαριές δυσμενείς συνέπειες για την προσφεύγουσα, δεδομένου ότι ο όγκος παραγωγής της μειώθηκε κατά δυόμισυ φορές και έτσι δεν μπόρεσε να αποσβέσει τα έξοδα ορθολογιστικής λειτουργίας και εκσυγχρονισμού, στα οποία υποβλήθηκε σύμφωνα με τους στόχους της Συνθήκης και το πρόγραμμα ανδιάρθρωσης.
Το σύστημα που εφαρμόζει η Επιτροπή έχει ως αποτέλεσμα ότι αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο δύο επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες. Η χορήγηση προσαρμογών στις ανεξάρτητες επιχειρήσεις μικρών διαστάσεων και ο αποκλεισμός αυτής της δυνατότητας για τις ενσωματωμένες επιχειρήσεις, που λειτουργούν υπό τις ίδιες συνθήκες όπως και οι ανεξάρτητες, συνεπάγεται αναπόφευκτα δομικές μεταβολές στον εν λόγω τομέα. Ενισχυμένες μέσω των προσαρμογών των ποσοστώσεων οι μικρές ανεξάρτητες επιχειρήσεις εκτελούν τις συναλλακτικές τους υποχρεώσεις που οι ενσωματωμένες επιχειρήσεις δεν μπορούν να εκτελέσουν λόγω ελλείψεως επαρκών ποσοστώσεων και αναπτύσσουν την παραγωγή τους σε βάρος της παραγωγής των ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Το μερίδιο της Usinor/Alpa στη γαλλική αγορά μειώθηκε από 27,7 ο/ο το 1974 σε 13,5 ο/ο το 1982, ενώ το μερίδιο των ιταλικών επιχειρήσεων αυξήθηκε από 3,5 ο/ο το 1974 σε 24,2 ο/ο το 1982.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή οφείλει να εφαρμόζει το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ κατά τρόπο ουδέτερο από πλευράς ανταγωνισμού και χωρίς να ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις σε σχέση με άλλες, η κατάσταση των οποίων στην αγορά είναι παρόμοια. Τα μέτρα εκσυγχρονισμού και αναδιάρθρωσης πρέπει να ευνοούν τις επιχειρήσεις που τα πραγματοποιούν και όχι να τις βλάπτουν. Οι εξαιρετικοί κανόνες από το γενικό σύστημα των ποσοστώσεων πρέπει να προσανατολίζονται αναλόγως των γενικών στόχων της Συνθήκης.
Το Δικαστήριο δέχτηκε τη νομιμότητα του συστήματος των ποσοστώσεων που υπολογίζονται βάσει των παραγωγών αναφοράς, διότι έκρινε ότι δεν μεταβάλλει τη δομή της αγοράς. Συγκεκριμένα δέχτηκε ότι «το κριτήριο αυτό επιτρέπει τη μείωση της συνολικής παραγωγής χωρίς ωστόσο να μεταβάλει τις αντίστοιχες θέσεις των επιχειρήσεων στην αγορά» (απόφαση της 3. 7. 1982, υπό9. 14/81, Alpha Steel, Συλλογή 1982, σ. 749· απόφαση της 16. 2. 1982, συνεκδ. υπόθ. 39, 43, 85 και 88/81, Χαλυβουργική, Συλλογή 1982, σ. 593).
Καίτοι το Δικαστήριο έκρινε νόμιμο το άρ9ρο 14 της αποφάσεως 2794/80 που προέβλεπε ατομική εξαίρεση δυνάμει της οποίας η Επιτροπή μπορούσε, κατόπιν αιτήσεως της ενδιαφερόμενης επιχείρησης και για λόγους δικαιοσύνης σε ιδιαίτερα δύσκολες περιπτώσεις να τροποποιεί την ποσόστωση της επιχειρήσεως (προαναφερ-9είσα απόφαση της 3. 3. 1982, Alpha Steel), το εν λόγω άρ9ρο, όπως ίσχυε τότε, δεν απέκλειε γενικώς τη δυνατότητα προσαρμογής για ολόκληρο όμιλο ενσωματωμένων ή μεγάλων διαστάσεων επιχειρήσεων.
Η Επιτροπή επέλεξε ενσυνείδητα να επιβάλει τις 9υσίες που συνεπάγεται η μείωση της συνολικής παραγωγής σε ορισμένες επιχειρήσεις κατ' αποκλεισμό των άλλων, χωρίς άλλο αντικειμενικό λόγο εκτός από το μέγε9ος των πρώτων.
Η προσφεύγουσα επιμένει στο γεγονός ότι η προσαρμογή του μεριδίου ορισμένων επιχειρήσεων συνεπάγεται την αντίστοιχη μείωση του μεριδίου των άλλων. Η εκτροπή αυτή της παραγωγής προκύπτει σαφώς από ένα πίνακα που προσαρτάται στο απαντητικό υπόμνημα, καθώς και από τις δημοσιευθείσες προβλέψεις της αγοράς και από την κατανομή των ποσοστώσεων. Κατόπιν των προσαρμογών στις οποίες προέβη η Επιτροπή, η συνολική ποσόστωση που χορηγήθηκε στην Usinor για το πρώτο τρίμηνο του 1983 μειώθηκε από 2,47 ο/ο της προβλεπόμενης ποσόστωσης σε 2,33 °/ο της οριστικής ποσόστωσης. Το μερίδιο της Usinor από τη συνολική ποσόστωση στην κατηγορία V δεν έπαυσε μειούμενο από τρίμηνο σε τρίμηνο λόγω της χορηγήσεως συμπληρωματικών ποσοστώσεων σε μη ενσωματωμένες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις όπως εμφαίνεται στον πίνακα του παραρτήματος V. Το μερίδιο αυτό μειώθηκε από 2,88 ο/ο κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1981 σε 2,33 ο/ο κατά το πρώτο τρίμηνο του 1983.
Αν η συνολική οριστική ποσόστωση είχε κατανεμηθεί δίκαια μεταξύ των επιχειρήσεων, οι οποίες παράγουν ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής και οι οποίες λειτουργούν υπό τις ίδιες συνθήκες, η προσφεύγουσα θα είχε τύχει προσαρμογής, έτσι ώστε η μείωση της παραγωγής της στην κατηγορία V να πλησιάσει το μέσο όρο της μείωσης του συνόλου των επιχειρήσεων της ΕΚΑΧ.
Με την ανταπάντηση της η Επιτροπή επισημαίνει κάποια αντίφαση στα επιχειρήματα της προσφεύγουσας. Φαίνεται ότι η προσφεύγουσα επιθυμεί συγχρόνως να επωφεληθεί από τη δυνατότητα προσαρμογής που προβλέπει το άρθρο 14, τρίτη περίπτωση, και επομένως δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα του εν λόγω άρθρου. Ωστόσο, η προσφεύγουσα υποστηρίζει στην προσφυγή της ότι η διάταξη αυτή είναι παράνομη λόγω του ορίου των 700000 τόνων που θέτει. Η αντίφαση αυτή διαφαίνεται και στο απαντητικό υπόμνημα, όπου αναφέρεται ότι πρέπει είτε να αναγνωριστεί η Alpa ως επιχείρηση για τις ανάγκες του συστήματος — κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 4 — ώστε να ωφεληθεί από το άρθρο 14, τρίτη περίπτωση, είτε να καταργηθεί το όριο των 700000 τόνων που προβλέπεται στο άρθρο 14 ώστε να μπορέσει να ωφεληθεί από αυτό ο όμιλος Usinor. Τα δύο αυτά αντιφατικά επιχειρήματα προβάλλονται εναλλακτικά διότι δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους.
Η Επιτροπή δεν παραδέχεται, εξάλλου, ότι εφάρμοσε κριτήριο καθαρά νομικό προσαρμόζοντας το άρθρο 2, παράγραφος 4: μάλλον η Usinor εύχεται να ακολουθήσει η Επιτροπή καθαρά «νομικό» κανόνα και να χορηγήσει σε κάθε επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 80 χωριστές ποσοστώσεις. Αν γίνει δεκτή η άποψη, η χορήγηση ποσοστώσεων και ενδεχομένων προσαρμογών εξαρτάται απλώς από τη νομική μορφή της συγκεκριμένης ενότητας. Αν η Alpa ήταν χωριστή εταιρία, ανήκε όμως σε όμιλο, θα ελάμβανε χωριστές ποσοστώσεις και προσαρμογές' αν μια ενότητα παρόμοια με την Alpa ήταν απλώς χωριστό εργοστάσιο και ανήκε σε μία μόνο νομική ενότητα δεν θα λάμβανε χωριστές ποσοστώσεις.
Η Επιτροπή αντικρούει εξάλλου το επιχείρημα ότι η Usinor, μητρική εταιρία, δεν διαθέτει την ευελιξία που απαιτείται για τη διαχείριση ενός ομίλου. Η Επιτροπή αναφέρει ως παράδειγμα ότι κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1981η Usinor επωφελήθηκε από την εκ μέρους του ομίλου μη πλήρη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων στις κατηγορίες Ια και VI, κατηγορίες προϊόντων που δεν παράγει η εταιρία Alpa, για να μειώσει την υπέρβαση της ποσοστώσεως παραγωγής στην κατηγορία V από 2211 τόνους σε 335 τόνους μόνο.
Σχετικά με τις αιτιάσεις της προσφεύγουσας για το ότι ο υπολογισμός των παραγωγών αναφοράς της είναι δυσμενής για τον όμιλο της, η Επιτροπή τονίζει ότι οι εν λόγω κανόνες υπολογισμού θεσπίστηκαν κυρίως με την πρώτη γενική απόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ. Η υπό κρίση προσφυγή δεν αφορά εκείνο το σύστημα, αν δε η προσφεύγουσα είχε αντιρρήσεις σχετικά, δεν είχε παρά να ασκήσει προσφυγή η ίδια, ή μάλλον η Usinor. Στην πραγματικότητα η Usinor δεν είχε συμφέρον να κάνει κάτι τέτοιο πριν, διότι ο όμιλος είχε επωφεληθεί ευρέως από την ευλιξία που παρείχαν τα εν λόγω συστήματα.
Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι το σύστημα των ποσοστώσεων δεν έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει αποδοτικό ποσοστό χρησιμοποίησης των εγκαταστάσεων των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων. Η Επιτροπή μνημονεύει σχετικώς την απόφαση της 11ης Μαΐου 1983 στην υπόθεση 244/81, Klöckner, και ιδίως τη σκέψη 27 (προαναφερθείσα).
Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι είναι νόμιμη η διάταξη του άρθρου 14, τρίτη περίπτωση, της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ.
Η Επιτροπή αναλύει πρώτα την εξέλιξη της αγοράς που είχε δυσμενές αποτέλεσμα για τις λεγόμενες μονοπαραγωγικές εταιρίες που κατασκεύαζαν τις ράβδους οπλισμού σκυροδέματος από παλαιοσίδηρο, τον οποίο μετέτρεπαν κατευθείαν σε ρευστό χάλυβα εντός ηλεκτρικών καμίνων. Η μέθοδος αυτή δεν επέτρεπε την κατασκευή όλων των άλλων προϊόντων σιδηρουργίας.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ελάττωση των ποσοστών μείωσης που εφαρμόστηκε στους μικρούς και στους μεσαίους μόνο παραγωγούς με την απόφαση 533/82 δεν δημιούργησε διακρίσεις και τελούσε σε αναλογία με το στόχο να δοθεί σε όλες τις επιχειρήσεις η ευκαιρία να επιβιώσουν. Η άνιση μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση για το λόγο ότι δεν πρόκειται για παρόμοιες καταστάσεις από πλευράς μεγέθους της επιχειρήσεως, της δομής παραγωγής και των αποτελεσμάτων του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής.
Σχετικά με την αιτίαση ότι οι προσαρμογές που χορηγήθηκαν στις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις μετέβαλαν τη διάρθρωση της αγοράς, είναι φανερό ότι η διάρθρωση της αγοράς ράβδων οπλισμού σκυροδέματος μεταβλήθηκε πολύ περισσότερο όταν δεν υπήρχε σύστημα ποσοστώσεων παρά λόγω ακριβώς αυτού του συστήματος. Αν η αγορά ήταν απόλυτα ελεύθερη, το μερίδιο της αγοράς των ανεξάρτητων παραγωγών που διαθέτουν ηλεκτρικά χαλυβουργεία θα αύξανε ακόμα ταχύτερα λόγω του πλεονεκτήματος που έχουν από άποψη εξόδων.
Η Επιτροπή προσκομίζει εξάλλου αριθμητικά στοιχεία σχετικά με την παραγωγή ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, κατά τα έτη 1980 έως 1982, που δείχνουν πτώση της ιταλικής παραγωγής εντονότερη από τον κοινοτικό μέσο όρο και την πτώση παραγωγής του ομίλου Usinor.
Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι οι διαφορές μεταξύ των προσωρινών και των οριστικών προγραμμάτων που δημοσιεύει η Επιτροπή προέρχοντα από τις διορθώσεις των παραγωγών αναφοράς βάσει των άρθρων 5 και 9, παράγραφος 2, ή του άρθρου 15 της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ και όχι από τις προσαρμογές των ποσοστώσεων που χορηγούνται δυνάμει του άρθρου 14, τρίτη περίπτωση. Οι προσαρμογές αυτές αντιπροσωπεύουν μόνο 40691 τόνους επί 1710000. Η Επιτροπή αμφισβητεί επίσης την ορθότητα των παρατηρήσεων της προσφεύγουσας σχετικά με τις προσαρμογές που χορηγήθηκαν κατά τα προηγούμενα τρίμηνα καθώς και την εθνικότητα των επιχειρήσεων που τις έλαβαν. Εν πάση περιπτώσει, οι επιχειρήσεις, στις οποίες χορηγήθηκαν προσαρμογές δυνάμει του άρθρου 14, τρίτη περίπτωση, κατά το δεύτερο τρίμηνο του 1983 βρίσκονται σε τέσσερα από το δέκα κράτη μέλη, περιλαμβανομένης και της Γαλλίας.
Η Επιτροπή παρατηρεί τέλος ότι ο όμιλος Usinor έτυχε προσαρμογής των ποσοστώσεων δυνάμει του άρθρου 14 της απόφασης 2794/80/ΕΚΑΧ που είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση των σχετικών δεδομένων αναφοράς για την κατηγορία V, υπό το σύστημα της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ και ότι το ποσοστό χρησιμοποίησης των ικανοτήτων του ανέρχεται σε 65,8 % ενώ ο μέσος όρος των ανταγωνιστών του είναι 42,5 ο/ο. Δεν μπορεί λοιπόν να γίνει λόγος για εξαιρετικές δυσκολίες που προκαλεί το σύστημα των ποσοστώσεων στην περίπτωση της προσφεύγουσας.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά την προφορική διαδικασία της 23ης Φεβρουαρίου 1984 αγόρευσαν η Funck-Brentano για την Alpa και ο Benyon για την Επιτροπή.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στις 5 Απριλίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Ιουλίου 1983 η εταιρία Aciéries et laminoirs de Paris (Alpa) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση απόφασης της Επιτροπής, η οποία της κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 22ας Ιουνίου 1983 και με την οποία το εν λόγω όργανο αρνείται να θεωρήσει την προσφεύγουσα επιχείρηση κατά την έννοια του συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής και απορρίπτει γι' αυτό το λόγο αίτηση προσαρμογής των ποσοστώσεων της παραγωγής.
2
Το άρθρο 14 της απόφασης 1696/82, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2751/82/ΕΚΑΧ της 6ης Οκτω6ρίου 1982 (ΕΕ L 291, σ. 8), προβλέπει ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να ζητήσουν προσαρμογή των ποσοστώσεων τους για τα προϊόντα της κατηγορίας V, αν, μεταξύ άλλων, η συνολική παραγωγή των προϊόντων, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 1, δεν υπερέβη τους 700000 τόνους κατά το 1981 και αν η παραγωγή των κατηγοριών IV, V και VI αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό της παραγωγής της επιχείρησης.
3
Σχετικώς, είναι δεδομένο ότι ο όμιλος Usinor, η παραγωγή του οποίου υπερβαίνει τους 700000 τόνους, δεν μπορούσε να τύχει προσαρμογής των παραγωγών του αναφοράς για τα προϊόντα της κατηγορίας V. Αντιθέτως, η θυγατρική εταιρία Alpa θεώρησε ότι συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 14 και ζήτησε, συνεπώς, με συστημένη επιστολή της 26ης Μαΐου 1983 να υπαχθεί στην ευεργετική αυτή διάταξη.
Η Επιτροπή όμως απέρριψε την αίτηση αυτή με την αιτιολογία ότι η εταιρία Alpa είναι στην πραγματικότητα ενσωματωμένη στον όμιλο Usinor, ο οποίος είναι και ο μόνος αποδέκτης των ποσοστώσεων άρα και ο μόνος νομιμοποιούμενος να υποβάλει αιτήσεις περί εφαρμογής των διατάξεων της απόφασης 1696/82.
4
Η προσφεύγουσα ζητεί εν προκειμένω την ακύρωση αυτής ακριβώς της απόφασης της Επιτροπής που κοινοποιήθηκε στις 22 Ιουνίου 1983.
5
Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή κακώς εφάρμοσε το άρθρο 2, παράγραφος 4, της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ της 30ής Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 191, σ. 1), που ορίζει ότι «κατά την έννοια της (παρούσας) αποφάσεως μια συγκέντρωση επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης νοείται ως μία μόνη επιχείρηση».
6
Η προσφεύγουσα είναι θυγατρική εταιρία κατά 100 ο/ο της εταιρίας Usinor, έχοντας ωστόσο νομική προσωπικότητα κατά το γαλλικό δίκαιο. Είναι η μόνη επιχείρηση του ομίλου που παράγει προϊόντα της κατηγορίας V (ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής).
7
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή οφείλει κατά την εξέταση των αιτήσεων προσαρμογής των ποσοστώσεων κατά την έννοια του άρθρου 14 της απόφασης 1696/82 να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση κάθε επιχειρήσεως του ομίλου χωριστά και όχι ολόκληρου του ομίλου συγκεντρωμένων επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
8
Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής για το λόγο ότι το έγγραφο της 22ας Ιουνίου δεν αποτελεί απόφαση, κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως, αλλά μάλλον πληροφοριακό έγραφο που αναφέρει το λόγο, για τον οποίο δεν μπορούσε να γίνει δεκτή η αίτηση της Alpa. Εξάλλου, η προσφυγή είναι απαράδεκτη, καθόσον στηρίζεται στην έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 2, παράγραφος 4, και του άρθρου 14 της γενικής απόφασης, ενώ το έγγραφο της 22ας Ιουνίου δεν αφορά την εφαρμογή καμιάς από τις δύο αυτές διατάξεις.
9
Τα επιχειρήματα αυτά είναι απορριπτέα. Πράγματι, είναι αναμφισβήτητο ότι το έγγραφο της 22ας Ιουνίου εξέφραζε πράγματι τη θέση της Επιτροπής σχετικά με την αίτηση της προσφεύγουσας να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 14 της απόφασης 1696/82. Αφετέρου, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1981{Krupp κατά Επιτροπής, 275/80 και 24/81, Συλλογή σ. 2489), ναι μεν ο προσφεύγων μπορεί με προσφυγή ακυρώσεως στρεφόμενης κατά ατομικής αποφάσεως να προβάλλει την παρανομία ορισμένων διατάξεων γενικών αποφάσεων, εφαρμογή των οποίων αποτελεί η προσβαλλόμενη απόφαση, πλην όμως η δυνατότητα αυτί] δεν του παρέχεται παρά μόνο αν η ατομική απόφαση στηρίζεται στους κανόνες, των οποίων αμφισβητείται η νομιμότητα. Εν προκειμένω, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η ατομική απόφαση, την ακύρωση της οποίας ζητεί η προσφεύγουσα, στηρίζεται, τουλάχιστον εν μέρει, στις επίδικες διατάξεις της γενικής απόφασης.
10
Επομένως η προσφυγή είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
11
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί καθόσον στηρίζεται σε δύο παράνομες διατάξεις, δηλαδή στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της απόφασης 1696/82, το οποίο κακώς εξομοιώνει τη θυγατρική εταιρία με τον όμιλο, στον οποίο ανήκει και στο άρθρο 14 της ίδιας απόφασης, το οποίο, παρέχοντας στην περίπτωση των συγκεντρωμένων επιχειρήσεων δυνατότητα προσαρμογής των ποσοστώσεων μόνο στον ίδιο τον όμιλο, συνεπάγεται διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων που ανήκουν σε τέτοιο όμιλο και των ανεξάρτητων επιχειρήσεων.
12
'Ετσι, η προσφεύγουσα αμφισβητεί πρώτον τη νομιμότητα του άρθρου 2, παράγραφος 4, της απόφασης 1696/82, για το λόγο ότι η Επιτροπή δεν μπορεί ούτε να στηριχτεί στον ορισμό του ομίλου επιχειρήσεων που δίνει η Συνθήκη στο πλαίσιο της ρύθμισης των συγχωνεύσεων και των συγκεντρώσεων, όταν πρόκειται για περιπτώσεις διαφορετικές από εκείνες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ούτε να αντιπαρέλθει κατ' αυτόν τον τρόπο τον ορισμό της επιχείρησης που δίνει το άρθρο 80 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η προσφεύγουσα τονίζει ότι η έννοια της επιχείρησης κατά τη Συνθήκη ταυτίζεται με την έννοια του φυσικού ή νομικού προσώπου (απόφαση της 22. 3. 1961, SNUPAT, 42 και 49/59, Recueil σ. 103).
13
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Πράγματι, η Επιτροπή δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που της παρέχει το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, αποφασίζοντας για πρακτικούς λόγους να επιλέξει ως αποδέκτη των ποσοστώσεων την επιχείρηση, η οποία διευθύνει τις δραστηριότητες του ομίλου στο επίπεδο της παραγωγής, δεδομένου ότι η μέθοδος αυτή επιτρέπει εξάλλου στην επιχείρηση να κατανείμει τις ποσοστώσεις εντός του ομίλου κατά τον τρόπο που ανταποκρίνεται καλύτερα στην αποτελεσματική διαχείριση της παραγωγής. Εξάλλου, με την επιλογή του ομίλου συγκεντρωμένων επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ως αποδέκτη του συστήματος των ποσοστώσεων δυνάμει της αποφάσεως της 1696/82, η Επιτροπή δεν έθιξε καθόλου τον ορισμό της επιχείρησης που δίνει το άρθρο 80 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, όπως έχει αποσαφηνιστεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η σχετική απόφαση δεν θίγει ούτε τη διακεκριμένη νομική προσωπικότητα των επιχειρήσεων του ομίλου ούτε τη δυνατότητα τους να κινούν ατομικά τις δίκες που τις αφορούν.
14
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, δεύτερον, ότι η Επιτροπή οφείλει, κατά την εξέταση των αιτήσεων προσαρμογής των ποσοστώσεων κατά την έννοια του άρθρου 14 της απόφασης 1696/82, να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση κάθε επιχείρησης του ομίλου χωριστά και όχι ολοκλήρου του ομίλου συγκεντρωμένων επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Πράγματι το σύστημα που ακολουθεί η Επιτροπή δημιουργεί διάκριση μεταξύ των ενσωματωμένων και των ανεξαρτήτων επιχειρήσεων. Το σύστημα αυτό αποβαίνει επίσης σε βάρος των επιχειρήσεων που επιχειρούν αναδιάρθρωση, όπως ο όμιλος Usinor, το μερίδιο του οποίου στην αγορά μειώθηκε υπέρ των ανταγωνιστών του.
15
Η προσφεύγουσα θεωρεί, κατά συνέπεια, ότι πρέπει είτε να της αναγνωριστεί η δυνατότητα να ζητήσει προσαρμογή σαν να ήταν ανεξάρτητη επιχείρηση είτε να καταργηθεί το όριο των 700000 τόνων που θέτει το άρθρο 14 ώστε να μπορέσει ο όμιλος Usinor να αποκομίσει τα οφέλη που συνεπάγεται το εν λόγω άρθρο.
16
Και αυτός ο λόγος είναι απορριπτέος. Πράγματι, εφόσον η Επιτροπή εφήρμοσε ορθά το άρθρο 2, παράγραφος 4, καθορίζοντας συνολική ποσόστωση για τον όμιλο Usinor, είχε κατ' ανάγκη το δικαίωμα να λάβει υπόψη τα αποτελέσματα του ομίλου, αυτού καθαυτού, προκειμένου να αρνηθεί ή να δεχτεί να προσαρμόσει τις ποσοστώσεις. Ενεργώντας έτσι, η Επιτροπή αντιμετώπισε τους ομίλους ενσωματωμένων επιχειρήσεων κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και τις ανεξάρτητες επιχειρήσεις που διαθέτουν περισσότερες εγκαταστάσεις παραγωγής.
17
Εξάλλου, στο πλαίσιο της χωριστής εξέτασης της ανάγκης προσαρμογής της παραγωγής ή των ποσοτήτων αναφοράς κάθε επιχείρησης δυνάμει του άρθρου 14 της απόφασης 1696/82η Επιτροπή μπορεί νόμιμα να κάνει διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων αναλόγως του όγκου τους καθορίζοντας ανώτατο όριο παραγωγής για τον ορισμό των επιχειρήσεων που μπορούν να υπαχθούν σ' αυτό το μηχανισμό. Πράγματι, οι μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις που παράγουν αποκλειστικά προϊόντα των κατηγοριών IV, V και VI δυσκολεύονται ίσως περισσότερο να επιβιώσουν υπό τη σημερινή συγκυρία από τις επιχειρήσεις που έχουν τη δυνατότητα να αντισταθμίζουν τις δυσχέρειες που συναντούν στα προϊόντα της κατηγορίας V με την παραγωγή τους σε άλλους τομείς.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Οκτωβρίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
D. Louterman
Υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
G. Bosco
Full & Egal Universal Law Academy