ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 174/83 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Στις 20 Ιανουαρίου 1981, το Συμβούλιο θέσπισε, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής της 9ης Δεκεμβρίου 1980, τον κανονισμό ΕΟΚ) 187/81 (EE L 21 της 24.1.1981, σ. 18) περί προσαρμογής των αμοιβών και συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και των διορθωτικών συντελεστών βάσει των οποίων τροποποιούνται αυτές οι αμοιβές και συντάξεις.
Βάσει αυτού του κανονισμού, στις 10 Φεβρουαρίου 1981, θεσπίστηκε ο κανονισμός ( ΕΟΚ) 397/81 ( ΕΕ L 46 της 19.2.1981 ), περί καθορισμού των μισθολογικών πινάκων καθώς και των άλλων στοιχείων των αποδοχών.
Οι δύο αυτοί κανονισμοί δεν ήταν σύμφωνοι με την πρόταση της Επιτροπής, η οποία, στις 16 Μαρτίου 1981, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητούσε την ακύρωση του κανονισμού 187/81, που προαναφέρθηκε, και των άρθρων 1 α ), 2 α ), 2 β ) και 11, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού 397/81.
Με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 (υπόθεση 59/81, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή σ. 3329), το Δικαστήριο ακύρωσε τον κανονισμό 187/81 και τις προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 397/81.
Κατόπιν της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής της 29ης Οκτωβρίου 1982, θέσπισε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3139/82 της 22ας Νοεμβρίου 1982 και, εις εκτέλεση του εν λόγω κανονισμού, προέβη στην εκκαθάριση και καταβολή των αναδρομικών αποδοχών χωρίς ωστόσο να καταβάλει τόκους επί των εν λόγω αναδρομικών αποδοχών για την καθυστέρηση που μεσολάβησε.
Εναντίον αυτής της αποφάσεως περί μη χορηγήσεως τόκων υπερημερίας, της οποίας το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών Δεκεμβρίου 1982 αποτελούσε την εκτέλεση, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν διοικητικές ενστάσεις βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Οι εν λόγω ενστάσεις απερρίφθησαν με ρητή απόφαση ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, σιωπηρώς.
2.
Κατόπιν της απορρίψεως των διοικητικών τους ενστάσεων οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 16 Αυγούστου 1983.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικώς.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να δεχθεί τύποις την προσφυγή τους και να την κρίνει βάσιμη·
—
να κριθούν παράνομα και να ακυρωθούν τα εκδοθέντα από το καθού εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του Δεκεμβρίου 1982, καθόσον οι καταβαλλόμενες κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 22ας Νοεμβρίου 1982, αναδρομικές αποδοχές δεν υπολογίζονται εντόκως εις αποκατάσταση της χρηματικής ζημίας που υπέστησαν οι προσφεύγοντες και, επικουρικώς, η ρητή ή σιωπηρή απόρριψη των διοικητικών ενστάσεων που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες βάσει του άρθρου 90, παράγράφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης
—
να υποχρεωθεί το καθού να αποζημιώσει τους προσφεύγοντες για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν, καταβάλλοντος ποσό που το Δικαστήριο καλείται να καθορίσει στο ποσό των τόκων των καθυστερούμενων ποσών που οφείλονταν κατά τη λήξη κάθε σχετικής περιόδου μέχρις εξοφλήσεως, προς το σύνηθες επιτόκιο·
—
να καταδικαστεί το καθού στο σύνολο των δικαστικών εξόδων κατ' εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας καθώς και στα αναγκαία έξοδα στα οποία θα υποβληθούν οι διάδικοι ενόψει της διαδικασίας και, συγκεκριμένα, στα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και στην αμοιβή δικηγόρου κατ' εφαρμογή του άρθρου 73 β) του ίδιου κανονισμού.
2.
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει τα αιτήματα των προσφευγόντων ως αβάσιμα·
—
να καταδικαστούν οι προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα, κατά το μέτρο που τα εν λόγω δικαστικά έξοδα δεν φέρει το καθού δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 70 και 95, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας και
—
όλως επικουρικώς, και για την περίπτωση που τα ανωτέρω αιτήματα θα απορρίπτονταν, να αποφανθεί ότι οι τόκοι υπερημερίας δεν μπορούν να αρχίσουν να τρέχουν παρά από την ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκαν.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού
1.
Οι προοφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η προσφυγή καλώς στρέφεται κατά πράξεως που τους βλάπτει υπό την έννοια του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δεδομένου ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε, με την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1974 ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 15 έως 33/73 R. Kortner-Schots, Rec. 1974, σσ. 177-193), ότι τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών έχουν το χαρακτήρα αποφάσεως, αντιτάσσονται στη διοίκηση και, εφόσον είναι βλαπτικά, υπόκεινται σε προσφυγή.
Προσθέτουν ότι η προσφυγή τους ασκήθηκε εμπρόθεσμα, μετά την εξάντληση της διαδικασίας διοικητικών ενστάσεων, και ότι το έννομο συμφέρον τους είναι αναμφισβήτητο κατά το μέτρο που οι αποδοχές τους θίγηκαν από απόφαση που τους βλάπτει.
2.
Το Συμβούλιο δέχεται ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή κατά το μέτρο που αφορά την ακύρωση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών του Δεκεμβρίου 1982 και, εφόσον είναι αναγκαίο, την ακύρωση της απορρίψεως των διοικητικών ενστάσεων που υποβλήθηκαν βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, εξαιρέσει της προσφεύγουσας Lisbet Hansen, η οποία δεν υπέβαλε ένσταση σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη.
Επί της ουσίας
— Επί της προσφυγής ακυρώσεως
1.
Οι προσφεύγοντες προβάλλουν, στην προσφυγή τους, δύο ισχυρισμούς.
α)
Υποστηρίζουν ότι το καθού παρέβη το άρθρο 65, παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Κατά τους προσφεύγοντες, για να τηρηθεί η εν λόγω διάταξη, έπρεπε να αυξηθούν οι αναδρομικές αποδοχές, που οφείλονταν κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου, κατά ποσό προοριζόμενο να συμψηφίσει τη νομισματική διάβρωση ώστε να βρεθούν στην κατάσταση στην οποία θα είχαν βρεθεί αν ο μισθός τον οποίο δικαιούνταν τους είχε καταβληθεί κανονικά, ήτοι αν τους είχε καταβληθεί εντός των νομίμων όρων και προθεσμιών.
Ισχυρίζονται έτσι ότι το καθού θεσμικό όργανο μείωσε εκ των υστέρων την πραγματική αγοραστική δύναμη των ευρωπαίων υπαλλήλων για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1979 έως 31 Δεκεμβρίου 1982 και ότι, ως εκ τούτου, δεν τήρησε τον παραλληλισμό μεταξύ της αυξήσεως των μισθών των προσφευγόντων και των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων.
β)
Υποστηρίζουν, περαιτέρω, ότι το καθού θεσμικό όργανο παρέβη το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Εκθέτουν ότι η παράγραφος 1 του άρθρου 62 καθορίζει ότι ο υπάλληλος δικαιούται αποδοχών αντιστοίχων με το βαθμό και το κλιμάκιο εκ μόνου του γεγονότος του διορισμού του, ότι το άρθρο 16 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προβλέπει ότι ο μισθός καταβάλλεται στον υπάλληλο τη 15η κάθε μήνα για τον τρέχοντα μήνα και ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 62 περιέχει δεσμευτική διάταξη κατά την οποία ο υπάλληλος δεν δύναται να παραιτηθεί του δικαιώματός του επί αποδοχών.
Από τα ανωτέρω συνάγουν ότι a contrario δεν μπορεί να αναγνωριστεί υπέρ του οφειλέτου της ενοχής που πρέπει να εκπληρωθεί έναντι του υπαλλήλου, ήτοι υπέρ του θεσμικού οργάνου που είναι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, η δυνατότητα να παύσει την καταβολή των αποδοχών των υπαλλήλων ή να μειώσει το ποσό των εν λόγω αποδοχών.
Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, δεδομένου ότι οι αναδρομικές αποδοχές καταβλήθηκαν με καθυστέρηση η οποία για την πλέον απομεμακρυσμένη περίοδο φθάνει τους 30 μήνες και ότι αντιστοιχούσαν μόνο στην ονομαστική αξία του μισθού χωρίς να ληφθεί υπόψη η νομισματική διάβρωση, το καθού θεσμικό όργανο μείωσε την αγοραστική δύναμη την οποία δικαιούνταν.
2.
Το Συμβούλιο, στο υπόμνημα αντικρούσεώς του, αντιτάσσει τους ακόλουθους ισχυρισμούς και επιχειρήματα.
α)
Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που του προσάπτεται από τους προσφεύγοντες, υποστηρίζει ότι ούτε η εν λόγω διάταξη αυτή καθαυτή ούτε η μέθοδος που ακολούθησε το 1976 για την εφαρμογή της ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 1973 (υπόθεση 81/72, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Rec. σ. 515) και της 6ης Οκτωβρίου 1982 (υπόθεση 59/81, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή σ. 3329), του επιβάλλουν να αυξήσει την αγοραστική δύναμη των μισθών των κοινοτικών υπαλλήλων στο ίδιο μέτρο που αυξάνεται η αγοραστική δύναμη των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων των κρατών μελών.
Είναι της γνώμης ότι είναι ακόμα λιγότερο υποχρεωμένο να συμψηφίσει τη νομισματική διάβρωση παρά μόνο κατά το μέτρο που αυτή αντανακλάται στο κόστος της ζωής και στο συμψηφισμό της με την προσαρμογή των διορθωτικών συντελεστών. Παρατηρεί εξάλλου ότι η μέθοδος των αποδοχών που υιοθετήθηκε το 1976 είναι μέθοδος « ex post » που λαμβάνει ως περίοδο αναφοράς για την ετήσια προσαρμογή το δωδεκάμηνο από 1ης Ιουλίου του προηγούμενου έτους μέχρι 30ής Ιουνίου του διανυόμενου έτους, ούτως ώστε δεν υπήρξε πρόβλεψη τόκων υπερημερίας για το συμψηφισμό της νομισματικής διάβρωσης που ενδεχομένως εμφανίστηκε μεταξύ του τέλους της περιόδου αναφοράς και της θεσπίσεως του κανονισμού του Συμβουλίου έξι μήνες αργότερα.
Φρονεί ότι, παρόλον ότι περιόρισε την εξουσία εκτιμήσεως του, δεν εγκαθίδρυσε ωστόσο σύστημα αυτόματης αναπροσαρμογής, αλλά μια διαδικασία προσαρμογής με την εφαρμογή κριτηρίων που έχουν εφαρμογή κατά την εκτίμηση της σκοπιμότητας μιας προσαρμογής.
Τέλος, το Συμβούλιο τονίζει ότι οι προσφεύγοντες, αναπτύσσοντας τον ισχυρισμό περί παραβάσεως του άρθρου 65, πρώτη παράγραφος, αναφέρονται σε τόκους υπερημερίας και όχι σε τόκους προς αποκατάσταση ζημίας. Αναφέρει σχετικώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1960 ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 27 και 39/59, Α. Capolongo κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec. σ. 801) με την οποία κρίθηκε ότι οι τόκοι υπερημερίας αφορούν την καθυστέρηση κατά την εκτέλεση υποχρεώσεως που πρέπει να διαπιστώνεται με προηγούμενη όχληση και επισημαίνει ότι οι προσφεύγοντες δεν προέβησαν σε τέτοια όχληση προ της καταβολής του κεφαλαίου του οποίου τώρα απαιτούν τόκους.
β)
Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι ο υπάλληλος δικαιούται αποδοχών αντιστοίχων με το βαθμό και το κλιμάκιό του, οι οποίες καθορίζονται από την αρμόδια αρχή που τηρεί τις ισχύουσες νομικές διατάξεις και ότι, στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμοστέος μισθολογικός πίνακας είναι ο καθοριζόμενος από τον κανονισμό 3139/82 και ότι το άρθρο 62 δεν συνεπάγεται ότι το ύψος των αποδοχών δεν μπορεί να τροποποιηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και τη μέθοδο. Θεωρεί ότι η αύξηση των αναδρομικών αποδοχών με τόκους δεν αφορά στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
3.
Οι προσφεύγοντες στην απάντηση τους, αφού αναφέρονται στο ιστορικό της μισθολογικής πολιτικής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στο διάλογο μεταξύ του προσωπικού και του Συμβουλίου βάσει αμοιβαίας εμπιστοσύνης, που θα κινδύνευε να εξαφανίσει το λόγο υπάρξεώς του αν επιτρεπόταν στο Συμβούλιο να θεσπίζει παράνομους κανονισμούς, τονίζουν ότι ουδέποτε αμφισβήτησαν τη νομιμότητα του κανονισμού 3139/82, αλλά αμφισβήτησαν μόνο τις αποφάσεις που ελήφθησαν για την εφαρμογή του από το Συμβούλιο υπό την ιδιότητά του ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.
α)
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβάσεως του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας τα εκτελεστικά μέτρα του κανονισμού 3139/82, ενεργώντας όχι ως κάτοχος της εξουσίας θεσπίσεως κανονιστικής ρύθμισης, αλλά υπό την ιδιότητά του ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, οφείλει να σέβεται τη ratio legis του κανονισμού.
Καταλήγουν έτσι στο συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο, παραλείποντας να καταβάλει a posteriori στους υπαλλήλους αποδοχές υπολογιζόμενες βάσει της αγοραστικής δυνάμεως την οποία δικαιούνταν από την 1η Ιουλίου 1980, παρέβλεψε τη ratio legis του κανονισμού 3139/82 και, ως εκ τούτου, το άρθρο 65, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και την αρχή που υποχρεώνει σε παραλληλισμό μεταξύ της αυξήσεως των μισθών των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων και των μισθών των κοινοτικών υπαλλήλων όπως έχει εδραιωθεί με τη μέθοδο προσαρμογής που υιοθέτησε το Συμβούλιο το 1976.
β)
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβάσεως του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και τα αντιτασσόμενα από το Συμβούλιο επιχειρήματα, οι προσφεύγοντες υπογραμμίζουν ότι δεν αμφισβητούν την εξουσία του Συμβουλίου να τροποποιεί, τηρώντας τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και το διάλογο μεταξύ υπαλλήλων και του καθού θεσμικού οργάνου, το περιεχόμενο του δικαιώματος επί αποδοχών.
Εντούτοις, οι προσφεύγοντες φρονούν ότι, κατά την εν λόγω διάταξη και το άρθρο 16 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο υπάλληλος έχει δικαίωμα επί της καταβολής των αποδοχών του στις 15 του τρέχοντος μηνός το αργότερο. Επαναλαμβάνουν ότι στην προκειμένη περίπτωση είχαν δικαίωμα κατά την προβλεπόμενη από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης λήξη όχι μόνο επί των αποδοχών που τους καταβλήθηκαν αλλά, επίσης, επί των αναδρομικών αποδοχών που τους καταβλήθηκαν κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3139/82 που το Συμβούλιο θέσπισε με καθυστέρηση δύο ετών, οφειλόμενη σε πταίσμα του Συμβουλίου που ήθελε να εφαρμόζει τον κανονισμό 187/81 επί πολλούς μήνες και παρόλο ότι γνώριζε την έλλειψη νομιμότητας του, προκαλώντας έτσι ζημία στους προσφεύγοντες η οποία δεν μπορούσε να αποκατασταθεί κατ' άλλο τρόπο παρά με τη θέσπιση μέτρων ικανών να τους επαναφέρει στην κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν αν δεν είχε εφαρμοστεί μη νόμιμος κανονισμός και δεν είχε μεσολαβήσει η καθυστέρηση που προήλθε από την εν λόγω εφαρμογή για την καταβολή των ποσών τα οποία δικαιούνταν. Για την αποκατάσταση της εν λόγω ζημίας, το Συμβούλιο όφειλε, κατά τους προσφεύγοντες, να αυξήσει τις αναδρομικές αποδοχές κατά ποσό προοριζόμενο να συμψηφίσει τη νομισματική διάβρωση και να αυξήσει το συνολικό ποσό που με αυτό τον τρόπο θα προέκυπτε με τους σχετικούς τόκους.
4.
Το Συμβούλιο στην ανταπάντηση του προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα.
α)
Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 65, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού, εκθέτει ότι ο κανονισμός 3139/82, που θεσπίστηκε προς εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 1982 και κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής της 29ης Οκτωβρίου 1982, αντικατάστησε τους μισθολογικούς πίνακες του άρθρου 66 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης με νέους πίνακες ισχύοντες διαδοχικά από την 1η Ιουλίου 1980 και από την 1η Ιουλίου 1981. Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο φρονεί ότι οι υπάλληλοι έχουν δικαίωμα επί της καταβολής των διαφορών που προκύπτουν από τους εν λόγω πίνακες σε σχέση με τους καταβληθέντες προγενέστερα μισθούς χωρίς καμία αύξηση των εν λόγω ποσών με τόκους προς αποκατάσταση ζημίας των οποίων η καταβολή δεν προβλέφθηκε από τον κανονισμό 3139/82.
Το Συμβούλιο θεωρεί ότι οι ληφθείσες αποφάσεις κατ' εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού ήταν αυτόματες χωρίς να αφήνουν καμία διακριτική εξουσία στα θεσμικά όργανα και στο ίδιο, ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής εις εκτέλεση του κανονισμού που θέσπισε ως κάτοχος της εξουσίας κανονιστικής ρυθμίσεως.
β)
Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το Συμβούλιο επεξηγεί ότι σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι να διασφαλίσει τις αποδοχές του υπαλλήλου και να ορίσει ότι ο όρος αυτός περιλαμβάνει « βασικό μισθό, οικογενειακά επιδόματα και αποζημιώσεις». Το Συμβούλιο θεωρεί ότι με αυτό τον τρόπο γίνεται αναφορά στο άρθρο 66 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και στα άλλα στοιχεία των αποδοχών που εκτίθενται στο άρθρο αυτό, ούτως ώστε οι υπάλληλοι δικαιούνται του μισθού που προκύπτει από την κλίμακα του άρθρου 66 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης αυξανόμενη, σε ενδεχομένη περίπτωση, κατά άλλα στοιχεία των αποδοχών και όχι κατ' άλλα ποσά. Εξάλλου, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι οι κανονισμοί 187/81 και 397/81 είχαν εφαρμογή μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου που τους έκρινε μη νομίμους, ούτως ώστε θα ήταν άδικο να θεωρηθεί το Συμβούλιο υπεύθυνο πταίσματος προκύπτοντος από την εφαρμογή των εν λόγω κανονισμών, όπως του προσάπτουν οι προσφεύγοντες.
— Επί της αιτήσεως αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης
1.
Οι προσφεύγοντες, στο δικόγραφό τους, αναπτύσσουν τα ακόλουθα:
α)
Υπενθυμίζουν ότι, στις 20 Ιανουαρίου 1980, το Συμβούλιο είχε καλέσει την Επιτροπή να του υποβάλει, μέχρι τις 30 Ιουνίου 1980, μελέτη επί των αποτελεσμάτων της εφαρμογής της μεθόδου προσαρμογής των αποδοχών των ευρωπαίων υπαλλήλων, συνοδευόμενη από προτάσεις τακτοποιήσεως, ώστε να μπορέσει να αποφασίσει μέχρι του τέλους του έτους 1980. Προσθέτουν ότι η Επιτροπή όφειλε επίσης να συντάξει έκθεση για να επιτρέψει στο Συμβούλιο να προβεί, τέλος Σεπτεμβρίου το αργότερο, στην ετήσια εξέταση του επιπέδου των αποδοχών.
Επισημαίνουν ότι η Επιτροπή δεν διαβίβασε εντός των προθεσμιών την αιτηθείσα από το Συμβούλιο μελέτη και ότι δεν υπέβαλε στο τελευταίο την προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης έκθεση παρά.μόνο στις 27 Νοεμβρίου 1980 για το διανυόμενο έτος, επισύροντας ωστόσο την προσοχή του Συμβουλίου, σε διάφορες περιπτώσεις, επί της ανάγκης εφαρμογής για το διανυόμενο έτος και εντός των προθεσμιών της ισχύουσας τότε μεθόδου προσαρμογής, πρόταση επί της οποίας συμφώνησαν οι εκπρόσωποι του προσωπικού.
Τονίζουν ότι το Συμβούλιο, παρά τη θέση που υποστήριξαν η Επιτροπή και οι αντιπροσωπευτικές του προσωπικού οργανώσεις, θέσπισε τον κανονισμό 187/81 που ακυρώθηκε από το Δικαστήριο.
Υποστηρίζουν έτσι ότι η αμέλεια της Επιτροπής και η θέσπιση από το Συμβούλιο μη νόμιμου κανονισμού τους προκάλεσαν ζημία που δεν μπορούσε να αποκατασταθεί με τη μόνη καταβολή του οφειλόμενου κατ' εφαρμογή του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ονομαστικού μισθού, αλλά με τη θέσπιση καταλλήλων μέτρων για να τους επαναφέρει στην κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν αν ο μισθός τον οποίο δικαιούνταν τους είχε καταβληθεί, στο σύνολό του, εμπρόθεσμα.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν έτσι ότι το πταίσμα της Επιτροπής, συνιστάμενο στη μη τήρηση των προβλεπόμενων προθεσμιών και στην εφαρμογή κανονισμού του οποίου η ίδια είχε ζητήσει την ακύρωση, και το πταίσμα του Συμβουλίου, συνιστάμενο στη θέσπιση μη νόμιμου κανονισμού και στην παράλειψη να λάβει κάθε μέτρο ώστε να προβεί στην ετήσια εξέταση του επιπέδου των αποδοχών εντός του μηνός Σεπτεμβρίου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, συνιστούν πταίσματα υπερβάσεως εξουσίας που προκάλεσαν τη ζημία την οποία υπέστησαν και αυτός ο αιτιώδης σύνδεσμος συνεπάγεται την υποχρέωση του καθού να προβεί στην αποζημίωση τους.
β)
Για να υποστηρίξουν την εν λόγω ανάλυση και το βάσιμο του αιτήματός τους, οι προσφεύγοντες αναφέρονται στη νομολογία του Δικαστηρίου και στη νομολογία άλλων διεθνών ή εθνικών διοικητικών δικαστηρίων.
Αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 1981 (υπόθεση 185/80, Garganese κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 1785) που χορήγησε τόκους υπερημερίας λόγω καθυστερημένης καταβολής επιδόματος, μετά την προβλεπόμενη λήξη, καθώς και στην απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 1982 (υπόθεση 9/81, Williams, Συλλογή σ. 3301) που επιδίκασε τόκους από την επέλευση κάθε λήξεως επί των πρόσθετων μηνιαίων αποδοχών που οφείλονταν στον προσφεύγοντα κατόπιν αναδρομικής τροποποιήσεως της κατάταξης του σε κλιμάκιο.
Αναφέρουν επίσης την απόφαση 6 της 27ης Φεβρουαρίου 1947 του διοικητικού δικαστηρίου της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, που καταδίκασε το διεθνές ίδρυμα πνευματικής συνεργασίας στην καταβολή αποζημιώσεως λόγω καθυστερημένης εκκαθαρίσεως των ποσών τα οποία η προσφεύγουσα δικαιούνταν καθώς και την απόφαση 105 της 10ης Ιανουαρίου 1980 της επιτροπής προσφυγών του NATO, που καταδίκασε το διεθνή οργανισμό στην καταβολή τόκων προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι υπάλληλοι του λόγω καθυστερημένης καταβολής των μισθών και αποζημιώσεων που τους οφείλονταν.
Τέλος, αναφέρουν αρκετές αποφάσεις του Cour de cassation του Βελγίου, σχετικές με την αστική ευθύνη της διοικήσεως, της οποίας παράνομη πράξη προκάλεσε ζημία στο διοικούμενο, καθώς και με την εφαρμογή του κανόνα συγκεκριμένης εκτιμήσεως της ζημίας τη στιγμή που τα δικαστήρια αποφαίνονται λαμβάνοντας υπόψη τη νομισματική υποτίμηση προς το σκοπό ολικής αποκατάστασης της προκληθείσας ζημίας με τη χορήγηση αποζημιώσεως λόγω αυτής της νομισματικής υποτίμησης, επιπλέον της αποζημιώσεως που προορίζεται για την αποκατάσταση της εν λόγω ζημίας.
Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι αρχές της αστικής ευθύνης, όπως γίνονται δεκτές από τα δίκαια των κρατών μελών και όπως απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου και των άλλων διεθνών και εθνικών δικαστηρίων, αφενός, δέχονται την ευθύνη της διοίκησης για παράβαση των νομίμων διατάξεων, και, αφετέρου, καθιερώνουν το δικαίωμα του υπο-στάντος τη ζημία να επιτύχει αποζημίωση τέτοια που να επανέρχεται στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε γίνει το πταίσμα.
Υποστηρίζουν έτσι ότι η καταβολή των αιτούμενων τόκων δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αποκατάσταση της πραγματικής ζημίας που υπέστησαν λόγω της απώλειας της αξίας του μισθού που εισέπραξαν σε σχέση με την αξία του εν λόγω μισθού αν είχε καταβληθεί στην προβλεπόμενη από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης λήξη.
γ)
Κατά τους προσφεύγοντες, η ορθή και εύλογη εκτίμηση της εν λόγω ζημίας πρέπει να προκύψει από την εφαρμογή του νόμιμου επιτοκίου που ίσχυε στον τόπο υπηρεσίας τους, το Βέλγιο, που ανερχόταν σε 8 ο/ο μέχρι τις 31 Ιουλίου 1981 και σε 12 ο/ο από την 1η Αυγούστου 1981.
Υποστηρίζουν ότι οι τόκοι, λαμβανομένης υπόψη της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου (απόφαση της 18ης Μαρτίου 1982, Chaumont-Barlhel κατά Κοινοβουλίου, υπόθεση 103/81, Συλλογή σ. 1003), οφείλονται από την ημερομηνία κατά την οποία οι αποδοχές έπρεπε να είχαν καταβληθεί από τη διοίκηση, ήτοι:
—
από τον Ιανουάριο 1981 για τις αναδρομικές αποδοχές του δεύτερου εξαμήνου 1980,
—
από κάθε μεταγενέστερο μήνα για τις αναδρομικές αποδοχές του σχετικού μήνα όπως προκύπτει από το άρθρο 1 του κανονισμού της 22ας Νοεμβρίου 1982,
—
από τον Ιανουάριο 1982 για τις αναδρομικές αποδοχές του δεύτερου εξαμήνου. 1981,
—
από κάθε μεταγενέστερο μήνα για τις αναδρομικές αποδοχές του σχετικού μήνα όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του προαναφερθέντος κανονισμού.
2.
Το Συμβούλιο, στο υπόμνημα αντικρούσεως του, προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς και επιχειρήματα.
α)
Παρατηρεί, προκαταρκτικά, ότι οι προσφεύγοντες του προσάπτουν ότι θέσπισε μη νόμιμο κανονισμό, τον 187/81, και ότι αυτό το πταίσμα δεν μπορούσε να αποκατασταθεί με τη μόνη καταβολή του ονομαστικού μισθού που οφειλόταν κατ' εφαρμογή του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Θεωρεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1975, υπόθεση 9/75, Meyer κατά Επιτροπής, Rec. σ. 1171), η αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης κινείται με την αγωγή που στηρίζεται στα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και, λαμβανομένου υπόψη ότι η ζημία την οποία οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι υπέστησαν πρέπει να θεωρηθεί ως συνέπεια της εφαρμογής της απόφασης της οποίας προβάλλεται η ακυρότητα, η εξωσυμβατική ευθύνη αφορά μία των συνεπειών ενδεχόμενης απόφασης ακυρώσεως και συγχέεται για το λόγο αυτό, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, με την προσφυγή ακυρώσεως ( απόφαση της 18ης Μαρτίου 1975, υπόθεση 72/74, Union syndicale κατά Συμβουλίου, Rec. σ. 401). Το Συμβούλιο θεωρεί επομένως ότι οι προσφεύγοντες περιορίζονται στον ισχυρισμό που στηρίζεται στο άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και που αφορά παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
β)
Όσον αφορά το πταίσμα που του αποδίδεται, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα αυτό που οι προσφεύγοντες επικρίνουν είναι ο κανονισμός 3139/82 και όχι ο προηγούμενος κανονισμός 187/81 που ακυρώθηκε από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τον κανονισμό 3139/82, το Συμβούλιο τονίζει ότι η πρόταση της Επιτροπής κατόπιν της οποίας θεσπίστηκε ο κανονισμός 3139/82 δεν έκανε καμία μνεία ενδεχόμενης καταβολής τόκων υπερημερίας μαζί με τις αναδρομικές αποδοχές και ότι, στην απόφαση ακυρώσεως του κανονισμού 187/81, το Δικαστήριο δεν εισηγήθηκε, ούτε αυτό, μια τέτοια λύση.
Επιπλέον, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι δεν είναι δυνατή ευθύνη θεσμικού οργάνου λόγω θεσπίσεως κανόνων συνεπαγόμενων επιλογή οικονομικής πολιτικής, παρά μόνο σε περίπτωση επαρκώς χαρακτηριστικής παραβιάσεως υπέρτερου κανόνα δικαίου προστατεύοντος τους ιδιώτες, όπως επανειλημμένα δέχτηκε το Δικαστήριο (αποφάσεις στις υποθέσεις 5/71, Rec. 1971, σ. 915, 9 και 11/71, Rec. 1972, σ. 391 και 59/72, Rec. 1973, σ. 791 ) και ότι μια τέτοια επαρκώς χαρακτηριστική παραβίαση δεν μπορεί να προκύψει παρά από την πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του (απόφαση της 25ης Μαΐου 1978, συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 83 και 94/76, 4, 15 και 40/77, Rec. σ. 1209).
Κατά το Συμβούλιο, όμως, όπως προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 59/81, το Συμβούλιο υπέπεσε σε ερμηνευτική πλάνη του άρθρου 65, παράγραφος 1, όσον αφορά τα κριτήρια που έπρεπε να ληφθούν υπόψη κατά την προσαρμογή των αποδοχών των υπαλλήλων και ότι μια τέτοια πλάνη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόδηλη και σοβαρή παραβίαση του κανόνα δικαίου του οποίου η τήρηση του επιβάλλεται.
Τέλος, το Συμβούλιο θεωρεί ότι, παρόλον ότι είναι αληθές ότι, με την απόφαση της 5ης Ιουνίου 1973 (υπόθεση 81/72, Rec. σ. 575), το Δικαστήριο έκρινε ότι η ετήσια προσαρμογή των αποδοχών δεν συνιστά παρά εκτελεστικό μέτρο του οποίου η φύση είναι περισσότερο διοικητική παρά κανονιστική, ως εκτέλεση του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι καθιερωθείσες από το Δικαστήριο αρχές περί ευθύνης των θεσμικών οργάνων εξακολουθούν να παραμένουν ισχυρές ούτως ώστε η αγωγή αποζημιώσεως των προσφευγόντων πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμη.
γ)
Όσον αφορά το δικαίωμα των προσφευγόντων επί των αιτουμένων τόκων υπερημερίας, το Συμβούλιο τονίζει ότι η καταβολή τους προϋποθέτει ότι η σε κεφάλαιο απαίτηση πρέπει να είναι βεβαία. Υποστηρίζει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, αυτή η βεβαιότητα όσον αφορά τις καθυστερούμενες αποδοχές συνδεόταν, αφενός, με την κρίση του Δικαστηρίου ως προς το περιθώριο εκτιμήσεως του ίδιου του Συμβουλίου, κατά το άρθρο 65, παράγραφος 1, και τη μέθοδο και, αφετέρου, με το ζήτημα της νομιμότητας του κανονισμού 187/81 περί του οποίου το Δικαστήριο απεφάνθη στις 6 Οκτωβρίου 1982. Θεωρεί έτσι ότι τα σχετικά με τις καθυστερούμενες αποδοχές ποσά δεν κατέστησαν βέβαια παρά μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 3139/82 της 22ας Νοεμβρίου 1982 και επιδεικνύοντας το ίδιο επιμέλεια ως προς την εκτέλεση του, οι αντίστοιχες καταβολές έγιναν περί τα μέσα Δεκεμβρίου 1982. Τέλος, το Συμβούλιο επαναλαμβάνει ότι δυνατότητα απαιτήσεως τόκων υπερημερίας εξαρτάται από την προγενέστερη όχληση του οφειλέτη και τονίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση η προσφυγή και αυτή η απαίτηση των προσφευγόντων είναι μεταγενέστερες της ημερομηνίας καταβολής του κεφαλαίου, ούτως ώστε το αίτημα των προσφευγόντων καταβολής τόκων υπερημερίας είναι αβάσιμο.
3.
Οι προσφεύγοντες, στην απάντηση τους, αντιτάσσουν στα επιχειρήματα του Συμβουλίου τους ακόλουθους ισχυρισμούς.
α)
Διευκρινίζουν ότι δεν έχουν την πρόθεση να επικαλεστούν την αστική ευθύνη του Συμβουλίου με αγωγή ερειδόμενη στο άρθρο 215 της Συνθήκης. Τονίζουν ότι, κατά την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην υπόθεση 9/75 στην οποία αναφέρεται το Συμβούλιο, αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης μπορεί να εγερθεί από υπαλλήλους κατά θεσμικού κοινοτικού οργάνου ερειδόμενη αδιακρίτως είτε στο άρθρο 179 της Συνθήκης και τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης είτε στο άρθρο 215 της Συνθήκης υπό τον όρο η αγωγή να ασκηθεί εντός της τρίμηνης προθεσμίας από της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως η οποία πρέπει να προηγηθεί της αγωγής.
Τονίζουν επίσης ότι στην απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως 72/74, αν και το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, δεν το έπραξε διότι η αγωγή ερειδόταν στο άρθρο 215 της Συνθήκης, αλλά με την αιτιολογία ότι το αίτημα αποκαταστάσεως της επικαλούμενης ζημίας συγχεόταν με την προσφυγή ακυρώσεως, κατά το μέτρο που ο λόγος ελλείψεως νομιμότητας και ο ισχυρισμός περί πταίσματος της διοίκησης ήταν ταυτόσημοι λόγω του γεγονότος ότι συνίσταντο στο « ότι οι προγενέστερες αποφάσεις του Συμβουλίου είχαν το στίγμα της πλάνης», ούτως ώστε η αιτουμένη αποκατάσταση φαινόταν ως μία από τις συνέπειες της ενδεχομένης αποφάσεως ακυρώσεως.
Αναφέρουν επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Reischl στην ίδια υπόθεση, κατά τις οποίες η αγωγή αποζημιώσεως λόγω ευθύνης εγειρόμενη από τον υπάλληλο και ερειδόμενη στο άρθρο 215 της Συνθήκης πρέπει να γίνει δεκτή, εφόσον αιτιολογείται από ζημία που του προκλήθηκε από τη διοίκηση. Αναφέρουν επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Οκτωβρίου 1982, στην υπόθεση 131/81 (Berti κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 3493), από όπου προκύπτει ότι, παρόλον ότι το άρθρο 179 της Συνθήκης απονέμει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο για να κρίνει κάθε διαφορά μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, ωστόσο το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης είναι εκείνο που επιβάλλει την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από τα θεσμικά όργανα ή τους υπαλλήλους τους. Συμπεραίνουν έτσι ότι ο ισχυρισμός τους πρέπει να γίνει δεκτός σύμφωνα με τα άρθρα 179 και 215 της Συνθήκης ΕΟΚ.
β)
Στο επιχείρημα του Συμβουλίου κατά το οποίο η απλή πλάνη περί την ερμηνεία του άρθρου 65, παράγραφος 1, την οποία δέχτηκε το Δικαστήριο στην απόφαση επί της υποθέσεως 59/81, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόδηλη και σοβαρή παράβαση κανόνα δικαίου, του οποίου η τήρηση του επιβάλλεται, ούτως ώστε να υπέχει ευθύνη, οι προσφεύγοντες αντιτάσσουν τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
Τονίζουν ότι το Δικαστήριο, στις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1982, Birke και λοιποί κατά Επιτροπής και Battaglia και λοιποί κατά Επιτροπής, έκρινε ότι η αρμοδιότητα του Συμβουλίου που προκύπτει από το άρθρο 65, παράγραφος 1, είναι δεσμευτική, μη συνεπαγόμενη καμία πολιτική επιλογή, το δε Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να λάβει την απόφαση του στο πλαίσιο της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής των Κοινοτήτων.
Προσθέτουν ότι το Δικαστήριο διευκρίνισε, στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, ότι « από αυτό προκύπτει ότι η εξουσία που διαθέτει το Συμβούλιο συνίσταται... στο να διαπιστώνει αν υφίσταται αισθητή ή όχι αύξηση του κόστους της ζωής και, αν η διαπίστωση είναι θετική, να συναγάγει τις εκ τούτου συνέπειες ».
Υποστηρίζουν ότι οι κανονισμοί 187/81 και 3139/82 του Συμβουλίου δεν μπορούν, σε καμία περίπτωση, να εξομοιωθούν με κανονιστική πράξη συνεπαγόμενη επιλογές οικονομικής πολιτικής και ότι, κατά συνέπεια, δεν υποχρεούνται να αποδείξουν την ύπαρξη επαρκώς χαρακτηριστικής παραβίασης υπέρτερου κανόνα προστατεύοντος τους ιδιώτες.
Θεωρούν ωστόσο ότι η εν λόγω παραβίαση είναι αναμφισβήτητη, δεδομένου ότι το δικαίωμα επί των αποδοχών μετά την προσφορά υπηρεσίας συνιστά μια από τις θεμελιώδεις εγγυήσεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ότι η μη καταβολή των αποδοχών, έστω και μερική, παραβιάζει κανόνα προοριζόμενο να προστατεύει τους υπαλλήλους και προσλαμβάνει το χαρακτήρα οιονεί αδικήματος, παρέχοντος το δικαίωμα, χωρίς προηγούμενη όχληση, επί τόκων υπερημερίας προς αποκατάσταση της ζημίας από την ημέρα της προβλεπόμενης από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης λήξεως μέχρις εξοφλήσεως.
γ)
Όσον αφορά το βέβαιο ή αβέβαιο χαρακτήρα της απαιτήσεως τους από τον οποίο εξαρτάται το δικαίωμά τους επί της καταβολής τόκων υπερημερίας, τονίζουν ότι είχαν δικαίωμα επί του συνόλου των αποδοχών που τους οφείλονταν « μετά παροχή υπηρεσιών », σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και ότι ο ισχυρισμός του Συμβουλίου ότι τα σχετικά με τις καθυστερούμενες αποδοχές ποσά δεν κατέστησαν βέβαια παρά μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 3139/82 συνιστά πλάνη. Παρατηρούν ότι, με τον τρόπο αυτό, το Συμβούλιο, ενεργώντας ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, δικαιολογεί την καθυστερημένη καταβολή των τόκων ποσών που οφείλονταν στους προσφεύγοντες επικαλούμενο το γεγονός ότι το ίδιο θέσπισε κανονισμό υπό την ιδιότητα του κατόχου της εξουσίας θεσπίσεως κανόνων και παραβλέπει με τον τρόπο αυτό το ρητό « nemo auditur turpitudinem suam allegans ».
Όσον αφορά το ύψος και τη χρέωση των τόκων των οποίων ζητούν την καταβολή, οι προσφεύγοντες αναφέρονται στην απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1983, στην υπόθεση 107/82, AEG-Telefunken κατά Επιτροπής, στην οποία, προς αποφυγή της ασκήσεως προσφυγών με καθαρώς παρελκυστικό σκοπό κατά των πράξεων των θεσμικών οργάνων, το Δικαστήριο δέχτηκε την αρχή και την αναγκαιότητα καταβολής τόκων υπερημερίας από τους οφειλέτες της Κοινότητας, στο πλαίσιο των επιβαλλόμενων από την Επιτροπή προστίμων. Υπενθυμίζουν ότι σ' εκείνη την υπόθεση η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν μπορούσε να παραιτηθεί της εκτελέσεως αποφάσεως περί επιβολής προστίμου παρά υπό την προϋπόθεση συστάσεως εγγυήσεως και αναλήψεως της υποχρεώσεως καταβολής τόκων υπολογιζόμενων βάσει του προεξοφλητικού τόκου της Deutsche Bundesbank προσαυξανόμενου κατά 1 %.
Οι προσφεύγοντες δηλούν ότι υιοθετούν τα επιχειρήματα του θεσμικού οργάνου έναντι των οφειλετών του και θεωρούν ότι ο προεξοφλητικός τόκος της Εθνικής Τράπεζας του τόπου υπηρεσίας των βλαπτομένων υπαλλήλων, προσαυξανόμενος κατά 1 %, φαίνεται ως εύλογος τόκος.
Τονίζουν, τέλος, ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμα για παράβαση των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης και η δυνατότητα που έχει να απαιτεί τόκους υπερημερίας της καταβολής τους απορρέει από την εξουσιοδότηση που της δόθηκε από το Συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 17/62, άρθρο 15, που θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 2 α), της Συνθήκης, ούτως ώστε το Συμβούλιο δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι είναι ξένο προς την αρχή και το μηχανισμό του καθορισμού του ύψους των τόκων που απαιτεί η Επιτροπή, εντολοδόχος του.
4.
Το Συμβούλιο, στην ανταπάντηση του, αναπτύσσει τα ακόλουθα.
α)
Όσον αφορά τη βάση της αγωγής αποζημιώσεως δέχεται ότι οι προσφεύγοντες μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 215 της Συνθήκης, βασιζόμενοι επίσης στο άρθρο 179 της Συνθήκης και τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Τονίζει ωστόσο ότι, εν αντιθέσει προς την προαναφερθείσα απόφαση 131/81, Berti κατά Επιτροπής, όπου η κοινοτική αρχή είχε διαπράξει πταίσμα και έφερε ως εκ τούτου ευθύνη, στην υπό κρίση υπόθεση οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν ζημία κατόπιν της θεσπίσεως του κανονισμού 3139/82, του οποίου δεν αμφισβητούν τη νομιμότητα, απαιτώντας τόκους που ο εν λόγω κανονισμός δεν είχε προβλέψει.
β)
Το Συμβούλιο θεωρεί εξάλλου ότι το επιχείρημα των προσφευγόντων, κατά το οποίο οι εκδιδόμενες από το Συμβούλιο αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 65, παράγραφος 1, δεν συνεπάγονται πολιτική επιλογή, διότι το Συμβούλιο έχει την υποχρέωση να λαμβάνει αποφάσεις εντός του πλαισίου της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής των Κοινοτήτων, είναι πεπλανημένο. Τονίζει ότι, στην απόφαση επί των υποθέσεων Battaglia και λοιποί κατά Επιτροπής, επρόκειτο περί της παραγράφου 2 του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και όχι της παραγράφου 1 και ότι το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι η αρμοδιότητά του που προκύπτει από την τελευταία αυτή διάταξη είναι δεσμευτική χωρίς επιλογή πολιτικής, διότι οι δύο αυτές υποθέσεις αφορούσαν τον καθορισμό χωριστού διορθωτικού συντελεστή για συγκεκριμένο τόπο υπηρεσίας. Ως προς την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 59/81, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι παραβίασε το άρθρο 65, παράγραφος 1, καθόσον παρέλειψε να λάβει υπόψη του το ένα από τα δύο κριτήρια που ρητώς αναφέρονται στο άρθρο 65, παράγραφος 1, εδάφιο 2, δεύτερη φράση, προσδιορίζοντας ότι η εξουσία εκτιμήσεως του Συμβουλίου είναι λιγότερο ευρεία στο πλαίσιο του άρθρου 65, παράγραφος 2, παρά στην περίπτωση ετήσιας προσαρμογής των αποδοχών, ήτοι κατά την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 65.
Το Συμβούλιο εμμένει έτσι στην άποψη ότι η πλάνη περί την ερμηνεία του άρθρου 65, παράγραφος 1, όσον αφορά τα εφαρμοστέα κριτήρια κατά την προσαρμογή, δεν συνιστά πρόδηλη και σοβαρή παραβίαση κανόνα προστατεύοντος τους ενδιαφερόμενους και υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο δέχτηκε στην απόφαση της 9ης Ιουλίου 1970 (υπόθεση 23/69, Fiehn κατά Επιτροπής, Rec. σ. 547) ότι, εκτός εξαιρέσεως, η υιοθέτηση ανακριβούς ερμηνείας δεν συνιστά αυτή καθαυτή υπηρεσιακό πταίσμα.
Τέλος, το Συμβούλιο απορρίπτει τον ισχυρισμό των προσφευγόντων κατά τον οποίο είναι υπεύθυνο οιονεί αδικήματος.
γ)
Όσον αφορά τη φύση των τόκων των οποίων οι προσφεύγοντες ζητούν την καταβολή, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι αναφέρονται είτε σε τόκους είτε σε τόκους υπερημερίας, ενώ γίνεται λόγος περί τόκων προς αποκατάσταση ζημίας, και τονίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973, Di Blasi κατά Επιτροπής, 74/72, Rec. σ. 847), είναι αναγκαία όχληση. Επαναλαμβάνει έτσι ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η ημερομηνία της προσφυγής, καθώς και εκείνη της διοικητικής ένστασης, είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας καταβολής του κεφαλαίου και αυτό καθιστά αβάσιμα τα αιτήματα των προσφευγόντων περί καταβολής τόκων υπερημερίας. Εμμένει επιπλέον στην άποψη ότι τα ποσά των καθυστερούμενων αποδοχών δεν κατέστησαν βέβαια παρά μετά τη θέσπιση του κανονισμού 3139/82, έτσι ώστε δύσκολα μπορούν να υποστηρίξουν οι προσφεύγοντες ότι είχαν δικαίωμα κατά τη λήξη στο σύνολο των αποδοχών που τους οφείλονταν μετά την παροχή υπηρεσίας, ενώ είναι αναμφισβήτητο ότι, για τον καθορισμό του ποσού που τους οφείλονταν, απαιτήθηκε το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της νομιμότητας των κανονισμών 187/81 και 397/81 και το Συμβούλιο το ίδιο να θεσπίσει τον κανονισμό 3139/82.
Επιπλέον, το Συμβούλιο θεωρεί ότι στην πραγματικότητα οι προσφεύγοντες ζητούν χρηματικό ποσό ίσο προς τη διαφορά μεταξύ του ποσού που τους καταβλήθηκε το Δεκέμβριο 1982 και του ποσού που θεωρούν ότι απώλεσαν μεταξύ του 1981 και του 1982, πράγμα που δεν αντιστοιχεί αναγκαστικά σε προεξοφλητικό τόκο καθορισθέντα από τράπεζα και τον οποίο'να δέχτηκε το Δικαστήριο ως εφαρμοστέο επιτόκιο.
Όσον αφορά τα επιχειρήματα των προσφευγόντων περί ύψους των τόκων, το Συμβούλιο θεωρεί ότι είναι παράκαιρο να συζητήσει επ' αυτού του θέματος κατά τη στιγμή που θεωρεί ότι τέτοιοι τόκοι δεν οφείλονται διότι δεν υπήρξε επαρκώς πρόδηλο και σοβαρό πταίσμα κατά την άσκηση των εξουσιών του, με την ευκαιρία της θεσπίσεως των κανονισμών 187/81 και 397/81, το δε Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση στην υπόθεση 59/81 ότι το Συμβούλιο είχε υποπέσει σε απλή πλάνη ερμηνείας του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Επιπλέον, και επικουρικώς, το Συμβούλιο-θεωρεί ότι οι προσφεύγοντες ζητούν την αποκατάσταση ζημίας που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν κατόπιν της θεσπίσεως των κανονισμών 187/81 και 397/81, παράτόκους επί ήδη καταβληθεισών αναδρομικών αποδοχών, πράγμα που επιβεβαιώνεται από την αναφορά τους στο άρθρο 215 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο αφορά την αποκατάσταση ζημίας.
Το Συμβούλιο θεωρεί ότι, στο μέτρο που το Δικαστήριο θα αποφάσιζε ότι υφίσταται προς αποκατάσταση ζημία κατά την έννοια του άρθρου 215, στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω ζημία πρέπει να υπολογιστεί βάσει της νομισματικής διάβρωσης των διαφόρων νομισμάτων των χωρών στις οποίες οι μόνιμοι και λοιποί υπάλληλοι των Κοινοτήτων υπηρετούν και αμείβονται. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα αποφάσιζε να επιδικάσει τους αιτούμενους από τους προσφεύγοντες τόκους υπερημερίας, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι οι εν λόγω τόκοι δεν πρέπει να αρχίσουν να τρέχουν παρά από την όχληση του Συμβουλίου, η οποία, δεδομένου όμως ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας καταβολής του κεφαλαίου, δεν επιτρέπει την καταβολή τόκων υπερημερίας στους προσφεύγοντες.
Κ. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 30ής Σεπτεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 174/83,
Frigen Ammann και λοιποί, υπάλληλοι της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενοι και επικουρούμενοι από τον Jean-Noël Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, διεύθυνση γραφείου rue Langeveld 51, boîte postale 16, 1180 Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicolas Decker, δικηγόρο παρ' εφέταις Λουξεμβούργου, 16, avenue Marie-Thérèse, boîte postale 335,
προσφεύγοντες,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον John Carbery, σύμβουλο στη νομική υπηρεσία της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Η. J. Pabbruwe, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται
να κριθούν παράνομα και να ακυρωθούν:
—
τα εκδοθέντα από το καθού εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του Δεκεμβρίου 1982 καθόσον οι καταβαλλόμενες κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 22ας Νοεμβρίου 1982, αναδρομικές αποδοχές δεν υπολογίζονται εντόκως εις αποκατάσταση της χρηματικής ζημίας που υπέστησαν οι προσφεύγοντες,
—
επικουρικώς η ρητή ή σιωπηρή απόρριψη των διοικητικών ενστάσεων που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως,
να υποχρεωθεί το καθού να αποζημιώσει τους προσφεύγοντες για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν, διά της καταβολής ποσού που το Δικαστήριο καλείται να καθορίσει στο ποσό των τόκων των καθυστερούμενων ποσών που οφείλονταν κατά τη λήξη κάθε σχετικής περιόδου μέχρις εξοφλήσεως, προς το σύνηθες επιτόκιο,
να καταδικάσει το καθού στο σύνολο των δικαστικών εξόδων κατ' εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας καθώς και στα αναγκαία έξοδα στα οποία θα υποβληθούν οι διάδικοι ενόψει της διαδικασίας και, συγκεκριμένα, στα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και στην αμοιβή δικηγόρου κατ' εφαρμογή του άρθρου 73 β ) του ίδιου κανονισμού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, Κ. Bahlmann και R. Joliét, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Κ. Κακούρη, Τ. F. Ο' Higgins και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση που κοινοποιήθηκε ενόψει της συνεδριάσεως της 29ης Νοεμβρίου 1984 και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Μαρτίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Αυγούστου 1983, ο F. Ammann και άλλοι υπάλληλοι της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησαν προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών τους του Δεκεμβρίου 1982 που περιέχουν εκκαθάριση των αναδρομικών αποδοχών κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 22ας Νοεμβρίου 1982 ( ΕΕ L 331 της 26.11.1982, σ. 1), και επικουρικώς την ακύρωση των ρητών ή σιωπηρών αποφάσεων του Συμβουλίου με τις οποίες απορρίφθηκαν οι διοικητικές ενστάσεις που είχαν υποβάλει δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η ακύρωση ζητείται καθόσον επί των αναδρομικών αποδοχών για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980 δεν κατεβλήθησαν τόκοι, προς το σύνηθες επιτόκιο, των οποίων και ζητούν την καταβολή. Περαιτέρω, με την προσφυγή ζητείται να καταδικαστεί το Συμβούλιο να τους καταβάλει τους αναγκαίους τόκους προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας από την απώλεια της αγοραστικής δύναμης που προέκυψε εν τω μεταξύ.
2
Στις 20 Ιανουαρίου 1981 το Συμβούλιο θέσπισε κατ' εφαρμογή του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τον κανονισμό 187/81 περί προσαρμογής των αμοιβών και συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και των διορθωτικών συντελεστών βάσει των οποίων τροποποιούνται αυτές οι αμοιβές και συντάξεις ( ΕΕ L 21, σ. 18 ), αποκλίνοντας από τη σχετική πρόταση της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 1980.
3
Μετά τον κανονισμό αυτό, το Συμβούλιο θέσπισε, στις 10 Φεβρουαρίου 1981, τον κανονισμό 397/81 (ΕΕ L 46, σ. 1) περί καθορισμού των μισθολογικών πινάκων καθώς και των άλλων στοιχείων των αποδοχών.
4
Στις 16 Μαρτίου 1981 η Επιτροπή άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση του κανονισμού 187/81 και των άρθρων 1 α), 2 α), 2 β) και 11, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 397/81.
5
Με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 ( Επιτροπή κατά Συμβουλίου, 59/81, Συλλογή σ. 3329), το Δικαστήριο ακύρωσε τον κανονισμό 187/81 και τις προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 397/81.
6
Προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή, το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 3139/82 της 22ας Νοεμβρίου 1982, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής της 29ης Οκτωβρίου 1982.
7
Κατ' εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού, το Συμβούλιο, ως ΑΔΑ, προέβη στην εκκαθάριση και την καταβολή των αναδρομικών αποδοχών για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980.
8
Καθένας από τους προσφεύγοντες υπέβαλε, με στερεότυπο έγγραφο διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως με την οποία υποστήριξε ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η μείωση της αγοραστικής δύναμης κατά την περίοδο για την οποία κατεβλήθησαν αναδρομικώς καθυστερούμενες αποδοχές εις εκτέλεση του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου και ζήτησε την καταβολή τόκων υπερημερίας που έπρεπε να καταβληθούν επί των αναδρομικών αποδοχών.
9
Οι ενστάσεις αυτές απορρίφθηκαν με ρητές ή σιωπηρές αποφάσεις, κατόπιν των οποίων οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.
10
Με απόφαση του τρίτου τμήματος της 4ης Ιουλίου 1985, η προσφυγή κρίθηκε απαράδεκτη έναντι μιας των προσφευγουσών, της L. Hansen, επειδή η προσφεύγουσα δεν είχε υποβάλει προηγουμένως διοικητική ένσταση, καθώς και έναντι όλων των προσφευγόντων όσον αφορά το αίτημα της καταβολής τόκων προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση στην ολομέλεια του Δικαστηρίου για την εξέταση των λοιπών αιτημάτων των προσφευγόντων.
11
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι κάθε ΑΔΑ όφειλε να καταβάλει.εντόκως τις αναδρομικές αποδοχές λόγω της καθυστέρησης με την οποία καταβλήθηκαν.
12
Για να στηρίξουν την άποψη τους οι προσφεύγοντες επικαλούνται το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων που ορίζει ότι ο υπάλληλος δικαιούται αποδοχών αντιστοίχων με το βαθμό και το κλιμάκιο του εκ μόνου του γεγονότος του διορισμού του και ότι δεν μπορεί να παραιτηθεί αυτού του δικαιώματος, καθώς και το άρθρο 16, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VII του κανονισμού, που προβλέπει ότι ο μισθός καταβάλλεται τη 15η κάθε μηνός για τον τρέχοντα μήνα. Κατά την άποψη των προσφευγόντων από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν οι αποδοχές τους καταβληθούν με καθυστέρηση πρέπει να καταβληθούν και τόκοι υπερημερίας.
13
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν επίσης ότι η μη καταβολή τόκων υπερημερίας συνιστά παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, το οποίο καθιερώνει ετήσια διαδικασία επανεξέτασης του επιπέδου των αποδοχών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων βάσει κριτηρίων που καθορίζονται με μεθόδους που εγκρίνει το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι εν προκειμένω, με τη θέσπιση του κανονισμού 3139/82, το Συμβούλιο έκρινε ότι οι κοινοτικοί υπάλληλοι δικαιούνται αναπροσαρμογής των αποδοχών τους από 1ης Ιουλίου 1980. Επομένως η ΑΔΑ όφειλε να χορηγήσει στους κοινοτικούς υπαλλήλους τόκους υπερημερίας λόγω της διετούς σχεδόν καθυστέρησης με την οποία τους καταβλήθηκαν τα σχετικά ποσά σε σχέση με τα χρονικά όρια που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως.
14
Το καθού υποστηρίζει ότι το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων απλώς διατυπώνει γενικώς το δικαίωμα των υπαλλήλων στη λήψη των αποδοχών τους και δεν αφορά το ύψος των αποδοχών, το οποίο διέπεται από άλλες διατάξεις του κανονισμού. Εξάλλου το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού αφήνει στο Συμβούλιο την επιλογή των μέσων και των τύπων που είναι οι πλέον κατάλληλοι για την εφαρμογή της συγκεκριμένης πολιτικής όσον αφορά τις αποδοχές' η διάταξη αυτή δεν θεσπίζει σύστημα αυτόματης αναπροσαρμογής ή αύξησης αλλά απλώς μια διαδικασία προσαρμογής, παρέχει δε στο Συμβούλιο ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Το καθού φρονεί συνεπώς ότι, επειδή ο κανονισμός 3139/82 δεν προέβλεψε την καταβολή τόκων υπερημερίας, την οποία εξάλλου ούτε η Επιτροπή πρότεινε ούτε το Δικαστήριο δέχτηκε με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, με την οποία ακύρωσε τον κανονισμό 187/81, δεν ήταν δυνατό να περιληφθούν τόκοι στα εκκαθαριστικά σημειώματα των αναδρομικών αποδοχών. Το Συμβούλιο φρονεί ότι ούτε από το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ούτε από τη μέθοδο του 1976 για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης ούτε από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι όφειλε, ως ΑΔΑ, να καταβάλει τόκους που δεν προβλέπονται από τους κανονισμούς περί αποδοχών.
15
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων καθώς και του άρθρου 16 του παραρτήματος VII του κανονισμού τις οποίες επικαλούνται οι προσφεύγοντες απλώς προσδιορίζουν το χρονικό σημείο κατά το οποίο καταβάλλονται οι αποδοχές που οφείλονται κατά την ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση. Οι διατάξεις αυτές δεν προβλέπουν την καταβολή τόκων σε περίπτωση καθυστερήσεως της θέσης σε ισχύ των κανονισμών που καθορίζουν αναδρομικά τις αποδοχές των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού. Το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως θεσπίζει απλώς διαδικασία ετήσιας εξέτασης ενόψει της προσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων που γίνεται μετά το Σεπτέμβριο, διαρκεί κατά κανόνα μερικούς μήνες και καταλήγει στην έκδοση κανονισμού ο οποίος ισχύει κατ' ανάγκη αναδρομικά, από 1ης Ιουλίου· ωστόσο, παρά το ότι ο κατ' αυτόν τον τρόπο εκδιδόμενος κανονισμός έχει κατ' ανάγκη αναδρομική ισχύ, το εν λόγω άρθρο δεν προβλέπει την καταβολή τόκων υπερημερίας. ,
16
Επομένως οι ισχυρισμοί που στηρίζονται στην παράβαση των άρθρων 62 και 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
17
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν περαιτέρω ότι το Συμβούλιο, ως ΑΔΑ, όφειλε να τους καταβάλει τόκους υπερημερίας δυνάμει γενικής αρχής που θέτουν τα δίκαια των κρατών μελών και αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η καθυστέρηση στην εκπλήρωση χρηματικής παροχής συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η ΑΔΑ υποχρεούται να καταβάλει τόκους υπερημερίας στην περίπτωση όπου ο κανονισμός στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων εκδίδεται μετά την παρέλευση των συνήθων χρονικών ορίων, με υπερβολική καθυστέρηση- αυτό ακριβώς συνέβη εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο κανονισμός 3139/82 εκδόθηκε με καθυστέρηση σχεδόν δύο ετών.
18
Το καθού υποστηρίζει ότι η αρχή την οποία επικαλούνται οι προσφεύγοντες, ότι δηλαδή επιβάλλεται η καταβολή τόκων υπερημερίας σε περίπτωση καθυστερήσεως, προϋποθέτει ότι είναι βεβαία η κύρια οφειλή. Εν προκειμένω όμως η σχετική οφειλή κατέστη βεβαία με τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 3139/82 και εκκαθαρίστηκε αμέσως με όλη την απαιτούμενη σπουδή. Το Συμβούλιο υποστηρίζει περαιτέρω ότι, σύμφωνα με την προβαλλόμενη αρχή, η αξίωση τόκων υπερημερίας γεννάται μόνο κατόπιν οχλήσεως ως προς την καταβολή του κεφαλαίου, όχληση η οποία ελλείπει εν προκειμένω δεδομένου ότι η προσφυγή, μάλιστα δε και οι διοικητικές ενστάσεις των προσφευγόντων υποβλήθηκαν μετά την εκπλήρωση της κύριας οφειλής.
19
Πρέπει να σημειωθεί σχετικώς ότι, εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας υπάρχει ενδεχομένως μόνο εφόσον η κύρια οφειλή είναι βεβαία ως προς το ποσό ή τουλάχιστον προσδιορίσιμη βάσει δεδομένων αντικειμενικών στοιχείων. Εν προκειμένω πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 3139/82 δεν υπήρχε βεβαία ή προσδιορίσιμη οφειλή.
20
Συγκεκριμένα, οι αρμοδιότητες που έχει το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως όσον αφορά την προσαρμογή των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού και τον καθορισμό των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται σ' αυτές τις αποδοχές και συντάξεις περιλαμβάνουν και εξουσία εκτιμήσεως μέχρις ότου το Συμβούλιο ασκήσει τις αρμοδιότητες αυτές και εκδώσει τον προβλεπόμενο κανονισμό δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα ως προς το ύψος των εν λόγω προσαρμογών. Με την προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 το Δικαστήριο έκρινε μεν ότι το Συμβούλιο πρέπει να λαμβάνει υπόψη ορισμένα στοιχεία κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, πλην όμως, αντίθετα με όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες, δεν καθόρισε τα ποσά που οφείλονται ενδεχομένως στους υπαλλήλους και στο λοιπό προσωπικό βάσει του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ούτε τα αντικειμενικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσαν να καθοριστούν με επαρκή ακρίβεια τα εν λόγω ποσά.
21
Απορριπτέο είναι εξάλλου και το επιχείρημα ότι ο κανονισμός 3139/82 αναγνώρισε, ακριβώς διότι είχε αναδρομική ισχύ, ότι σε κάθε παρέλευση των χρονικών ορίων που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως για την καταβολή των αποδοχών υπήρχε ήδη απαίτηση κάθε υπαλλήλου για συγκεκριμένο ποσό. Πράγματι πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 3139/82 το ποσό της κύριας απαίτησης δεν ήταν ορισμένο για την περίοδο μετά τη θέση σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού οι προσφεύγοντες δεν επικαλούνται καθυστέρηση στην καταβολή των ποσών που οφείλονταν βάσει αυτού.
22
Ανακύπτει εξάλλου το ζήτημα αν μπορεί να γίνει λόγος για υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας στην περίπτωση όπου καθυστερεί αδικαιολόγητα ο ίδιος ο καθορισμός του ύψους της απαιτήσεως των αποδοχών. Εν προκειμένω όμως το Συμβούλιο προκειμένου να συμμορφωθεί με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της6ης Οκτωβρίου 1982 εξέδωσε χωρίς καθυστέρηση, στις 22 Νοεμβρίου 1982, τον κανονισμό 3139/82.
23
Συνεπώς δεν χωρεί εν προκειμένω καταβολή τόκων υπερημερίας. Άρα τα αιτήματα των προσφευγόντων, την εξέταση των οποίων παρέπεμψε στην ολομέλεια του Δικαστηρίου το τρίτο τμήμα με την προαναφερθείσα απόφαση της 4ης Ιουλίου 1985, πρέπει να απορριφθούν. Η προσφυγή τους πρέπει λοιπόν να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
24
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Koopmans
Bahlmann
Joliét
Bosco
Κακούρης
Ο' Higgins
Schockweiler
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Σεπτεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο προεδρεύων
Τ. Koopmans
πρόεδρος τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy