ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 175/83 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Στις 20 Ιανουαρίου 1981, το Συμβούλιο θέσπισε, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής της 9ης Δεκεμβρίου 1980, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 187/81 (EEL 21 της 24.1.1981, σ. 18) περί προσαρμογής των αμοιβών και συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και των διορθωτικών συντελεστών βάσει των οποίων τροποποιούνται αυτές οι αμοιβές και συντάξεις.
Βάσει αυτού του κανονισμού, στις 10 Φεβρουαρίου 1981, θεσπίστηκε ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 397/81 ( ΕΕ L 46 της 19.2.1981, σ. 1 ), περί καθορισμού των μισθολογικών πινάκων καθώς και των άλλων στοιχείων των αποδοχών.
Οι δύο αυτοί κανονισμοί δεν ήταν σύμφωνοι με την πρόταση της Επιτροπής, η οποία, στις 16 Μαρτίου 1981, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητούσε την ακύρωση του κανονισμού 187/81, που προαναφέρθηκε, και των άρθρων 1 α ), 2 α ), 2 β ) και 11, πρώτο εδάφιο του κανονισμού 397/81.
Με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 (υπόθεση 59/81, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή σ. 3329), το Δικαστήριο ακύρωσε τον κανονισμό 187/81 και τις προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 397/81.
Κατόπιν της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής της 29ης Οκτωβρίου 1982, θέσπισε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3139/82 της 22ας Νοεμβρίου 1982. Εις εκτέλεση του εν λόγω κανονισμού, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή προέβη στην εκκαθάριση και καταβολή των αναδρομικών αποδοχών χωρίς ωστόσο να καταβάλει τόκους επί των εν λόγω αναδρομικών αποδοχών για την καθυστέρηση που μεσολάβησε. Εναντίον αυτής της αποφάσεως, της οποίας το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών
Δεκεμβρίου 1982 αποτελούσε την εκτέλεση, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν διοικητικές ενστάσεις βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Οι εν λόγω διοικητικές ενστάσεις απορρίφθηκαν με ρητές ή σιωπηρές αποφάσεις.
2.
Κατόπιν της απορρίψεως των διοικητικών τους ενστάσεων οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 16 Αυγούστου 1983.
Με παρεμπίπτον υπόμνημα που πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 19 Οκτωβρίου 1983, το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής καθόσον αυτή στρέφεται εναντίον του και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της εν λόγω ενστάσεως προ της συζητήσεως επί της ουσίας.
Το Συμβούλιο αιτιολόγησε αυτή την ένσταση με το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες δεν προσέβαλαν καμία πράξη του Συμβουλίου και δεν είχαν με το Συμβούλιο το δεσμό που ενώνει ένα θεσμικό κοινοτικό όργανο ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή με τους υπαλλήλους του.
Με Διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 1984, το Δικαστήριο ( τρίτο τμήμα ), έχοντας υπόψη το άρθρο 91, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού διαδικασίας, δέχτηκε την προβληθείσα από το Συμβούλιο ένσταση και απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη καθόσον αυτή στρέφεται κατά του Συμβουλίου.
Κατά τα λοιπά, η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να δεχθεί τύποις την προσφυγή τους και να την κρίνει βάσιμη·
—
να κριθούν παράνομα και να ακυρωθούν τα εκδοθέντα από την καθής εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του Δεκεμβρίου 1982, καθόσον οι καταβαλλόμενες κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 22ας Νοεμβρίου 1982, αναδρομικές αποδοχές δεν υπολογίζονται εντόκως εις αποκατάσταση της χρηματικής ζημίας που υπέστησαν οι προσφεύγοντες και, επικουρικώς, η ρητή ή σιωπηρή απόρριψη των διοικητικών ενστάσεων που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·
—
να υποχρεωθεί η καθής να αποζημιώσει τους προσφεύγοντες για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν, καταβάλλοντας ποσό που το Δικαστήριο καλείται να καθορίσει στο ποσό των τόκων των καθυστερούμενων ποσών που οφείλονταν κατά τη λήξη κάθε σχετικής περιόδου μέχρις εξοφλήσεως, προς το σύνηθες επιτόκιο·
—
να καταδικαστεί η καθής στο σύνολο των δικαστικών εξόδων κατ εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας καθώς και στα αναγκαία έξοδα στα οποία θα υποβληθούν οι διάδικοι ενόψει της διαδικασίας και, συγκεκριμένα, στα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και στην αμοιβή δικηγόρου κατ' εφαρμογή του άρθρου 73 β) του ίδιου κανονισμού·
2.
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει τα αιτήματα των προσφευγόντων ως αβάσιμα,
—
να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα,
—
να σημειώσει ότι η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή επιφυλάσσεται παντός δικαιώματός της.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού
1.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η προσφυγή καλώς στρέφεται κατά πράξεως που τους βλάπτει υπό την έννοια του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δεδομένου ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε, με την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1974 ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 15 έως 33/73, R. Kortner-Schots, Rec. 1974, σσ. 177-193), ότι τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών έχουν το χαρακτήρα αποφάσεως, αντιτάσσονται στη διοίκηση και, εφόσον είναι βλαπτικά, υπόκεινται σε προσφυγή.
Προσθέτουν ότι η προσφυγή τους ασκήθηκε εμπρόθεσμα, μετά την εξάντληση της διαδικασίας διοικητικών ενστάσεων, και ότι το έννομο συμφέρον τους είναι αναμφισβήτητο κατά το μέτρο που οι αποδοχές τους θίγηκαν από απόφαση που τους βλάπτει.
2.
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το παραδεκτό της προσφυγής.
Επί της ουσίας
— Επί της προσφυγής ακυρώσεως
1.
Οι προσφεύγοντες προβάλλουν, στην προσφυγή τους, δύο ισχυρισμούς.
α)
Υποστηρίζουν ότι η καθής παρέβη το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Κατά τους προσφεύγοντες, για να τηρηθεί η εν λόγω διάταξη, έπρεπε να αυξηθούν οι αναδρομικές αποδοχές, που οφείλονταν κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου, κατά ποσό προοριζόμενο να συμψηφίσει τη νομισματική διάβρωση ώστε να βρεθούν στην κατάσταση στην οποία θα είχαν βρεθεί αν ο μισθός τον οποίο δικαιούνταν τους είχε καταβληθεί κανονικά, ήτοι αν τους είχε καταβληθεί εντός των νομίμων όρων και προθεσμιών.
Ισχυρίζονται έτσι ότι το καθής θεσμικό όργανο μείωσε εκ των υστέρων την πραγματική αγοραστική δύναμη των ευρωπαίων υπαλλήλων για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1979 έως 31 Δεκεμβρίου 1982 και ότι, ως εκ τούτου, δεν τήρησε τον παραλληλισμό μεταξύ της αυξήσεως των μισθών των προσφευγόντων και των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων.
β)
Υποστηρίζουν, περαιτέρω, ότι το καθής θεσμικό όργανο παρέβη το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Εκθέτουν ότι η παράγραφος 1 του άρθρου 62 καθορίζει ότι ο υπάλληλος δικαιούται αποδοχών αντιστοίχων με το βαθμό και το κλιμάκιο εκ μόνου του γεγονότος του διορισμού του, ότι το άρθρο 16 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προβλέπει ότι ο μισθός καταβάλλεται στον υπάλληλο τη 15η κάθε μήνα για τον τρέχοντα μήνα και ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 62 περιέχει δεσμευτική διάταξη κατά την οποία ο υπάλληλος δεν δύναται να παραιτηθεί του δικαιώματός του επί αποδοχών.
Από τα ανωτέρω συνάγουν ότι a contrario δεν μπορεί να αναγνωριστεί υπέρ του οφειλέτου της ενοχής που πρέπει να εκπληρωθεί έναντι του υπαλλήλου, ήτοι υπέρ του θεσμικού οργάνου που είναι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, η δυνατότητα να παύσει την καταβολή των αποδοχών των υπαλλήλων ή να μειώσει το ποσό των εν λόγω αποδοχών.
Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, δεδομένου ότι οι αναδρομικές αποδοχές καταβλήθηκαν με καθυστέρηση η οποία για την πλέον απομεμακρυσμένη περίοδο φθάνει τους 30 μήνες και ότι αντιστοιχούσαν μόνο στην ονομαστική αξία του μισθού χωρίς να ληφθεί υπόψη η νομισματική διάβρωση, το καθής θεσμικό όργανο μείωσε την αγοραστική δύναμη την οποία δικαιούνταν.
2.
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεώς της προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς και επιχειρήματα.
α)
Ως προς την παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που της προσάπτεται από τους προσφεύγοντες, υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα το άρθρο αυτό διευκρινίζει υπό ποίους όρους το ίδιο το Συμβούλιο, βάσει προτάσεως της Επιτροπής, και μέσα στο πλαίσιο της μεθόδου που υιοθετήθηκε το 1976 για την εφαρμογή της, προβαίνει στην εξέταση του επιπέδου των αποδοχών των μονίμων και λοιπών κοινοτικών υπαλλήλων και αποφασίζει ενδεχομένως για την προσαρμογή τους.
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ούτε οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ούτε οι συμπληρωματικές εκτελεστικές διατάξεις ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου προβλέπουν την αυτόματη προσαρμογή των αποδοχών ή την ανάγκη αυξήσεως τους κατά το μέτρο που αυξάνονται οι αποδοχές των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων και ότι το Συμβούλιο διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως σ' αυτό τον τομέα.
Κατά την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, εναπόκειταν επομένως στο Συμβούλιο να αποφασίσει αν έπρεπε να τροποποιήσει τις νέες προτάσεις της Επιτροπής, η οποία δεν ανέφερε τίποτε περί τόκων υπερημερίας, όπως άλλωστε και το Δικαστήριο στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, για να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου και, ειδικότερα, για να συμψηφίσει ενδεχομένως τη νομισματική διάβρωση κατά το μέτρο που το ίδιο το σύστημα δεν προβλέπει τόκους υπερημερίας.
Θεωρεί ότι το Συμβούλιο ασφαλώς έλαβε την απόφαση του με πλήρη γνώση της καταστάσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 65, παράγραφος 1, και ότι οι προσφεύγοντες όφειλαν να αποδείξουν ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3139/82 δεν ήταν νόμιμος. Δεδομένου όμως ότι η νομιμότητα του εν λόγω κανονισμού δεν αμφισβητείται, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι, συνεπώς, δυνατό να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αναδρομικών αποδοχών, καθόσον δεν περιελάμβαναν τόκους υπερημερίας, είναι άκυρα βάσει του άρθρου 65, παράγραφος 1.
Είναι της γνώμης ότι, καθόσον την αφορά, το άρθρο 65, παράγραφος 1, δεν της επιβάλλει και μάλιστα, λαμβανομένου υπόψη του γράμματός του και των εκτελεστικών του διατάξεων, δεν της επιτρέπει να αυξήσει τις αναδρομικές αποδοχές που προβλέπει ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 3139/82, αυξάνοντας με δική της πρωτοβουλία, μονομερώς, την αγοραστική δύναμη των υπαλλήλων της.
Υποστηρίζει, επομένως, ότι εκδίδοντας τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αποδοχών, κατ' εφαρμογή κανονιστικής πράξης του Συμβουλίου, δεν παρέβη το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
β)
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβάσεως του άρθρου 62, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το οποίο προβλέπει ότι υπάλληλος δεν μπορεί να παραιτηθεί του δικαιώματός του επί των αποδοχών, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι διέκοψε την καταβολή των αποδοχών των υπαλλήλων ή ακόμα ότι μείωσε το ποσό τους, δεδομένου ότι συμμορφώθηκε προς τις εν ισχύι διατάξεις και ιδίως με το μισθολογικό πίνακα του κανονισμού (ΕΟΚ) 3139/82 και ότι, ανάλογα με τα εκτεθέντα επί του πρώτου ισχυρισμού, το ζήτημα των τόκων υπερημερίας δεν αφορά το άρθρο 62, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
3.
Οι προσφεύγοντες στην απάντηση τους, αφού αναφέρονται στο ιστορικό της μισθολογικής πολιτικής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στο διάλογο μεταξύ του προσωπικού και του Συμβουλίου βάσει αμοιβαίας εμπιστοσύνης, που θα κινδύνευε να εξαφανίσει το λόγο υπάρξεώς του αν επιτρεπόταν στο Συμβούλιο να θεσπίζει παράνομους κανονισμούς, τονίζουν ότι ουδέποτε αμφισβήτησαν τη νομιμότητα του κανονισμού 3139/82, αλλά αμφισβήτησαν μόνο τις αποφάσεις που ελήφθησαν για την εφαρμογή του από το Συμβούλιο υπό την ιδιότητά του ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.
α)
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβάσεως του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι εφόσον το Συμβούλιο θέσπισε τα εκτελεστικά μέτρα του κανονισμού 3139/82, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, ενεργούσα υπό την ιδιότητα της ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, οφείλει να σέβεται τη ratio legis του κανονισμού.
Καταλήγουν έτσι στο συμπέρασμα ότι, παραλείποντας να καταβάλει a posteriori στους υπαλλήλους αποδοχές υπολογιζόμενες βάσει της αγοραστικής δυνάμεως την οποία δικαιούνταν από την 1η Ιουλίου 1980, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή παρέβλεψε τη ratio legis του κανονισμού 3139/82 και, ως εκ τούτου, το άρθρο 65, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και την αρχή που υποχρεώνει σε παραλληλισμό μεταξύ της αυξήσεως των μισθών των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων και των μισθών των κοινοτικών υπαλλήλων όπως έχει εδραιωθεί με τη μέθοδο προσαρμογής που υιοθέτησε το Συμβούλιο το 1976.
β)
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβάσεως του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι προσφεύγοντες υπογραμμίζουν ότι δεν αμφισβητούν την εξουσία του Συμβουλίου να τροποποιεί, τηρώντας τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και το διάλογο μεταξύ υπαλλήλων και του καθής θεσμικού οργάνου, το περιεχόμενο του δικαιώματος επί αποδοχών.
Εντούτοις, οι προσφεύγοντες φρονούν ότι, κατά την εν λόγω διάταξη και το άρθρο 16 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο υπάλληλος έχει δικαίωμα επί της καταβολής των αποδοχών του στις 15 του τρέχοντος μηνός το αργότερο. Επαναλαμβάνουν ότι στην προκειμένη περίπτωση είχαν δικαίωμα κατά την προβλεπόμενη από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης λήξη όχι μόνο επί των αποδοχών που τους καταβλήθηκαν αλλά, επίσης, επί των αναδρομικών αποδοχών που τους καταβλήθηκαν κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3139/82 που το Συμβούλιο θέσπισε με καθυστέρηση δύο ετών, οφειλόμενη σε πταίσμα του Συμβουλίου που ήθελε να εφαρμόζει τον κανονισμό 187/81 επί πολλούς μήνες και παρόλο ότι γνώριζε την έλλειψη νομιμότητάς του, προκαλώντας έτσι ζημία στους προσφεύγοντες η οποία δεν μπορούσε να αποκατασταθεί κατ' άλλο τρόπο παρά με τη θέσπιση μέτρων ικανών να τους επαναφέρει στην κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν αν δεν είχε εφαρμοστεί μη νόμιμος κανονισμός και δεν είχε μεσολαβήσει η καθυστέρηση που προήλθε από την εν λόγω εφαρμογή για την καταβολή των ποσών τα οποία δικαιούνταν. Για την αποκατάσταση της εν λόγω ζημίας, η καθής όφειλε, κατά τους προσφεύγοντες, να αυξήσει τις αναδρομικές αποδοχές κατά ποσό προοριζόμενο να συμψηφίσει τη νομισματική διάβρωση και να αυξήσει το συνολικό ποσό που με αυτό τον τρόπο θα προέκυπτε με τους σχετικούς τόκους.
4.
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, στην ανταπάντηση της, προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα.
α)
Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εκθέτει ότι,,, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, το Συμβούλιο, θεσπίζοντας τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3139/82, δεν επικύρωσε την αρχή δικαιώματος προσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων « ίσης προς τη μέση αύξηση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων των κρατών μελών», αλλά συνήγαγε κατά τρόπο συγκεκριμένο και πλήρη τις συνέπειες της απόφασης του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 1984.
Δεδομένου ότι ο θεσπισθείς κανονισμός δεν είχε πλέον ανάγκη συμπληρωματικών « εκτελεστικών διατάξεων », η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, εκδίδοντας τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αναδρομικών αποδοχών, κατ' εφαρμογή κανονιστικής πράξης του Συμβουλίου, δεν παρέβη το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Παρατηρεί ότι οι προσφεύγοντες δεν απάντησαν στο επιχείρημά της ότι ούτε οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ούτε οι συμπληρωματικές εκτελεστικές διατάξεις της επιτρέπουν να αυξήσει μονομερώς τους μισθούς, προβλέποντας να συμπληρώσει τις καθορισθείσες από το Συμβούλιο κλίμακες και ότι προσφυγή ερειδόμενη στο άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης δεν μπορεί να αφορά παρά τις συνέπειες που το Συμβούλιο συνήγαγε από την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 1982 και να αφορά, συνεπώς, τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3139/82, τον οποίο οι προσφεύγοντες δεν αμφισβήτησαν.
β)
Όσον αφορά το δεύτερο ισχυρισμό των προσφευγόντων, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή παρατηρεί ότι οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι δεν έχει σημασία η αναζήτηση των λόγων για τους οποίους η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ή οποιοδήποτε άλλο θεσμικό κοινοτικό όργανο δεν κατέβαλε σε υπάλληλο τις αποδοχές ή τμήμα των αποδοχών που δικαιούταν.
Υποστηρίζει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο καθορισμός αυτών των λόγων είναι κεφαλαιώδης εφόσον στην πραγματικότητα συμμορφώθηκε με το μισθολογικό πίνακα του κανονισμού 3139/82 και φρόντισε για την τήρηση του το Δεκέμβριο 1982 και Ιανουάριο 1983.
Φρονεί σχετικά ότι δεν μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι υπέπεσε σε πταίσμα εφαρμόζοντας μη νόμιμο κανονισμό, στην προκειμένη περίπτωση τον κανονισμό (ΕΟΚ) 187/81 διότι, αφενός, δεν είχε τη δυνατότητα, όπως η Επιτροπή, να αμφισβητήσει αυτό τον κανονισμό αλλ' όφειλε να αναμένει την απόφαση του Δικαστηρίου και, αφετέρου, δεν ήταν εξουσιοδοτημένη να συναγάγει η ίδια τις συνέπειες της εν λόγω απόφασης, αλλά το Συμβούλιο και μόνο είχε αυτή την εξουσιοδότηση βάσει των προτάσεων της Επιτροπής.
Συμπεραίνει τονίζοντας ότι εν πάση περιπτώσει οι προσφεύγοντες δεν απάντησαν στην παρατήρηση ότι οι τόκοι υπερημερίας δεν αφορούν το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
— Επί της αιτήσεως αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης
1.
Οι προσφεύγοντες, στο δικόγραφό τους, αναπτύσσουν τα ακόλουθα.
α)
Υπενθυμίζουν ότι, στις 20 Ιανουαρίου 1980, το Συμβούλιο είχε καλέσει την Επιτροπή να του υποβάλει, μέχρι τις 30 Ιουνίου 1980, μελέτη επί των αποτελεσμάτων της εφαρμογής της μεθόδου προσαρμογής των αποδοχών των ευρωπαίων υπαλλήλων, συνοδευόμενη από προτάσεις τακτοποιήσεως, ώστε να μπορέσει να αποφασίσει μέχρι του τέλους του έτους 1980. Προσθέτουν ότι η Επιτροπή όφειλε επίσης να συντάξει έκθεση για να επιτρέψει στο Συμβούλιο να προβεί, τέλος Σεπτεμβρίου το αργότερο, στην ετήσια εξέταση του επιπέδου των αποδοχών.
Επισημαίνουν ότι η Επιτροπή δεν διαβίβασε εντός των προθεσμιών την αιτηθείσα από το Συμβούλιο μελέτη και ότι δεν υπέβαλε στο τελευταίο την προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης έκθεση παρά μόνο στις 27 Νοεμβρίου 1980 για το διανυόμενο έτος, επισύροντας ωστόσο την προσοχή του Συμβουλίου, σε διάφορες περιπτώσεις, επί της ανάγκης εφαρμογής για το διανυόμενο έτος και εντός των προθεσμιών της ισχύουσας τότε μεθόδου προσαρμογής, πρόταση επί της οποίας συμφώνησαν οι εκπρόσωποι του προσωπικού.
Τονίζουν ότι το Συμβούλιο, παρά τη θέση που υποστήριξαν η Επιτροπή και οι αντιπροσωπευτικές του προσωπικού οργανώσεις, θέσπισε τον κανονισμό 187/81 που ακυρώθηκε από το Δικαστήριο.
Υποστηρίζουν έτσι ότι η αμέλεια της Επιτροπής και η θέσπιση από το Συμβούλιο μη νόμιμου κανονισμού τους προκάλεσαν ζημία που δεν μπορούσε να αποκατασταθεί με τη μόνη καταβολή του οφειλόμενου κατ' εφαρμογή του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ονομαστικού μισθού, αλλά με τη θέσπιση καταλλήλων μέτρων για να τους επαναφέρει στην κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν αν ο μισθός τον οποίο δικαιούνταν τους είχε καταβληθεί, στο σύνολό του, εμπρόθεσμα.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν έτσι ότι το πταίσμα της Επιτροπής, συνιστάμενο στη μη τήρηση των προβλεπόμενων προθεσμιών και στην εφαρμογή κανονισμού του οποίου η ίδια είχε ζητήσει την ακύρωση, και το πταίσμα του Συμβουλίου, συνιστάμενο στη θέσπιση μη νόμιμου κανονισμού και στην παράλειψη να λάβει κάθε μέτρο ώστε να προβεί στην ετήσια εξέταση του επιπέδου των αποδοχών εντός του μηνός Σεπτεμβρίου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, συνιστούν πταίσματα υπερβάσεως εξουσίας που προκάλεσαν τη ζημία την οποία υπέστησαν και αυτός ο αιτιώδης σύνδεσμος συνεπάγεται την υποχρέωση της καθής να προβεί στην αποζημίωση τους.
β)
Για να υποστηρίξουν την εν λόγω ανάλυση και το βάσιμο του αιτήματός τους, οι προσφεύγοντες αναφέρονται στη νομολογία του Δικαστηρίου και στη νομολογία άλλων διεθνών ή εθνικών διοικητικών δικαστηρίων.
Αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 1981 (υπόθεση 185/80, Garganese κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 1785) που χορήγησε τόκους υπερημερίας λόγω καθυστερημένης καταβολής επιδόματος, μετά την προβλεπόμενη λήξη, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 1982 (υπόθεση 9/81, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή σ. 3301) που επιδίκασε τόκους από την επέλευση κάθε λήξεως επί των πρόσθετων μηνιαίων αποδοχών που οφείλονταν στον προσφεύγοντα κατόπιν αναδρομικής τροποποιήσεως της κατάταξης του σε κλιμάκιο.
Αναφέρουν επίσης την απόφαση 6 της 27ης Φεβρουαρίου 1947 του διοικητικού δικαστηρίου της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, που καταδίκασε το διεθνές ίδρυμα πνευματικής συνεργασίας στην καταβολή αποζημιώσεως λόγω καθυστερημένης εκκαθαρίσεως των ποσών τα οποία η προσφεύγουσα δικαιούνταν καθώς και την απόφαση 105 της 10ης Ιανουαρίου 1980 της επιτροπής προσφυγών του NATO, που καταδίκασε το διεθνή οργανισμό στην καταβολή τόκων προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι υπάλληλοι του λόγω καθυστερημένης καταβολής των μισθών και αποζημιώσεων που τους οφείλονταν.
Τέλος, αναφέρουν αρκετές αποφάσεις του Cour de cassation του Βελγίου, σχετικές με την αστική ευθύνη της διοικήσεως, της οποίας παράνομη πράξη προκάλεσε ζημία στο διοικούμενο, καθώς και με την εφαρμογή του κανόνα συγκεκριμένης εκτιμήσεως της ζημίας τη στιγμή που τα δικαστήρια αποφαίνονται λαμβάνοντας υπόψη τη νομισματική υποτίμηση προς το σκοπό ολικής αποκατάστασης της προκληθείσας ζημίας με τη χορήγηση αποζημιώσεως λόγω αυτής της νομισματικής υποτίμησης, επιπλέον της αποζημιώσεως που προορίζεται για την αποκατάσταση της εν λόγω ζημίας.
Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι αρχές της αστικής ευθύνης, όπως γίνονται δεκτές από τα δίκαια των κρατών μελών και όπως απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου και των άλλων διεθνών και εθνικών δικαστηρίων, αφενός, δέχονται την ευθύνη της διοίκησης για παράβαση των νομίμων διατάξεων, και, αφετέρου, καθιερώνουν το δικαίωμα του υπο-στάντος τη ζημία να επιτύχει αποζημίωση τέτοια που να επανέρχεται στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε γίνει το πταίσμα.
Υποστηρίζουν έτσι ότι η καταβολή των αιτούμενων τόκων δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αποκατάσταση της πραγματικής ζημίας που υπέστησαν λόγω της απώλειας της αξίας του μισθού που εισέπραξαν σε σχέση με την αξία του εν λόγω μισθού αν είχε καταβληθεί στην προβλεπόμενη από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης λήξη.
γ)
Κατά τους προσφεύγοντες, η ορθή και εύλογη εκτίμηση της εν λόγω ζημίας πρέπει να προκύψει από την εφαρμογή του νόμιμου επιτοκίου που ίσχυε στον τόπο υπηρεσίας τους, το Βέλγιο, που ανερχόταν σε 8 °/ο μέχρι τις 31 Ιουλίου 1981 και σε 12 ο/ο από την 1η Αυγούστου 1981.
Υποστηρίζουν ότι οι τόκοι, λαμβανομένης υπόψη της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου (απόφαση της 18ης Μαρτίου 1982, Chaumont-Barthel κατά Κοινοβουλίου, υπόθεση 103/81, Συλλογή σ. 1003), οφείλονται από την ημερομηνία κατά την οποία οι αποδοχές έπρεπε να είχαν καταβληθεί από τη διοίκηση, ήτοι:
—
από τον Ιανουάριο 1981 για τις αναδρομικές αποδοχές του δεύτερου εξαμήνου 1980,
—
από κάθε μεταγενέστερο μήνα για τις αναδρομικές αποδοχές του σχετικού μήνα όπως προκύπτει από το άρθρο 1 του κανονισμού της 22ας Νοεμβρίου 1982,
—
από τον Ιανουάριο 1982 για τις αναδρομικές αποδοχές του δεύτερου εξαμήνου 1981,
—
από κάθε μεταγενέστερο μήνα για τις αναδρομικές αποδοχές του σχετικού μήνα όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του προαναφερθέντος κανονισμού.
2.
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, στο υπόμνημα αντικρούσεως της, προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς και επιχειρήματα.
Τονίζει ότι δεν μπορεί να την αφορούν οι απευθυνόμενες προς την Επιτροπή αιτιάσεις και ότι δεν έχει υποχρέωση να εξετάζει τη νομιμότητα των κανονισμών του Συμβουλίου, ζήτημα που το Δικαστήριο, όσον αφορά τον κανονισμό 187/81, ήδη επέλυσε, και τονίζει ότι ο κανονισμός 3139/82, παρόλον ότι επικρίνεται ως προς αυτό, δεν προβλέπει τόκους υπερημερίας και ότι η νομιμότητά του δεν αμφισβητήθηκε.
Ως προς την αναφορά στα άρθρα 178 και 215 της Συνθήκης, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υπενθυμίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία μια διαφορά μεταξύ υπαλλήλου και του θεσμικού οργάνου στο οποίο υπάγεται, και η οποία αποσκοπεί στην αποκατάσταση ζημίας, κινείται, όταν βασίζεται στη σχέση εργασίας που συνδέει τον ενδιαφερόμενο με το θεσμικό όργανο, στο πλαίσιο του άρθρου 179 της Συνθήκης και των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης που αφορούν την αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης.
Όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αναφέρει ότι η απαίτηση του κεφαλαίου πρέπει να είναι βεβαία και θεωρεί ότι τα ποσά δεν κατέστησαν βέβαια παρά μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού (ΕΟΚ) 3139/82 της 22ας Νοεμβρίου 1982 και ότι επέδειξε κάθε επιμέλεια κατά την εκτέλεση αυτού του κανονισμού, διότι η καταβολή των οφειλομένων ποσών πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο 1982 και Ιανουάριο 1983.
Προσθέτει επιπλέον ότι οι τόκοι υπερημερίας δεν μπορούν να τρέχουν παρά από την ημερομηνία που ζητήθηκαν.
Τέλος, επισημαίνει ότι, κατά την ίδια τη νομολογία του Δικαστηρίου, η απαίτηση τόκων υπερημερίας προϋποθέτει όχληση και ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η ημερομηνία της προσφυγής καθώς και της διοικητικής ένστασης είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας καταβολής του κεφαλαίου, έτσι ώστε τα αιτήματα των προσφευγόντων για καταβολή τόκων υπερημερίας είναι αβάσιμα.
3.
Οι προσφεύγοντες, στην απάντηση τους, αντιτάσσουν στα επιχειρήματα της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής τους ακόλουθους ισχυρισμούς.
α)
Διευκρινίζουν ότι δεν έχουν την πρόθεση να επικαλεστούν την αστική ευθύνη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με αγωγή ερειδόμενη στο άρθρο 215 της Συνθήκης. Τονίζουν ότι, κατά την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην υπόθεση 9/75, αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης μπορεί να εγερθεί από υπαλλήλους κατά θεσμικού κοινοτικού οργάνου ερειδόμενη αδιακρίτως είτε στο άρθρο 179 της Συνθήκης και τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης είτε στο άρθρο 215 της Συνθήκης υπό τον όρο η αγωγή να ασκηθεί εντός της τρίμηνης προθεσμίας από της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως η οποία πρέπει να προηγηθεί της αγωγής.
Τονίζουν επίσης ότι στην απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως 72/74, αν και το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, δεν το έπραξε διότι η αγωγή ερειδόταν στο άρθρο 215 της Συνθήκης, αλλά με την αιτιολογία ότι το αίτημα αποκαταστάσεως της επικαλούμενης ζημίας συγχεόταν με την προσφυγή ακυρώσεως, κατά το μέτρο που ο λόγος ελλείψεως νομιμότητας και ο ισχυρισμός περί πταίσματος της διοίκησης ήταν ταυτόσημοι λόγω του γεγονότος ότι συνίσταντο στο « ότι οι προγενέστερες αποφάσεις του Συμβουλίου είχαν το στίγμα της πλάνης », ούτως ώστε η αιτουμένη αποκατάσταση φαινόταν ως μία από τις συνέπειες της ενδεχομένης αποφάσεως ακυρώσεως.
Αναφέρουν επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Reischl στην ίδια υπόθεση, κατά τις οποίες η αγωγή αποζημιώσεως λόγω ευθύνης εγειρόμενη από τον υπάλληλο και ερειδόμενη στο άρθρο 215 της Συνθήκης πρέπει να γίνει δεκτή, εφόσον αιτιολογείται από ζημία που του προκλήθηκε από τη διοίκηση. Αναφέρουν επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Οκτωβρίου 1982, στην υπόθεση 131/81 (Berti κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 3493), από όπου προκύπτει ότι, παρόλον ότι το άρθρο 179 της Συνθήκης απονέμει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο για να κρίνει κάθε διαφορά μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, ωστόσο το άρθρο 215, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης είναι εκείνο που επιβάλλει την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από τα θεσμικά όργανα ή τους υπαλλήλους τους. Συμπεραίνουν έτσι ότι ο ισχυρισμός τους πρέπει να γίνει δεκτός σύμφωνα με τα άρθρα 179 και 215 της Συνθήκης ΕΟΚ.
β)
Στο επιχείρημα κατά το οποίο η απλή πλάνη περί την ερμηνεία του άρθρου 65, παράγραφος 1, την οποία δέχτηκε το Δικαστήριο στην απόφαση επί της υποθέσεως 59/81, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόδηλη και σοβαρή παράβαση κανόνα δικαίου, του οποίου η τήρηση επιβάλλεται, διαφορετικά συντρέχει ευθύνη, οι προσφεύγοντες αντιτάσσουν τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
Τονίζουν ότι το Δικαστήριο, στις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1982, Birke και λοιποί κατά Επιτροπής και Battaglia Kat λοιποί κατά Επιτροπής, έκρινε ότι η αρμοδιότητα του Συμβουλίου που προκύπτει από το άρθρο 65, παράγραφος 1, είναι δεσμευτική, μη συνεπαγόμενη καμία πολιτική επιλογή, το δε Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να λάβει την απόφαση του στο πλαίσιο της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής των Κοινοτήτων.
Προσθέτουν ότι το Δικαστήριο διευκρίνισε, στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, ότι « από αυτό προκύπτει ότι η εξουσία που διαθέτει το Συμβούλιο συνίσταται... στο να διαπιστώνει αν υφίσταται αισθητή ή όχι αύξηση του κόστους της ζωής και, αν η διαπίστωση είναι θετική, να συναγάγει τις εκ τούτου συνέπειες ».
Υποστηρίζουν ότι οι κανονισμοί 187/81 και 3139/82 του Συμβουλίου δεν μπορούν, σε καμία περίπτωση, να εξομοιωθούν με κανονιστική πράξη συνεπαγόμενη επιλογές οικονομικής πολιτικής και ότι, κατά συνέπεια, δεν υποχρεούνται να αποδείξουν την ύπαρξη επαρκώς χαρακτηριστικής παραβίασης υπέρτερου κανόνα προστατεύοντος τους ιδιώτες.
Θεωρούν ωστόσο ότι η εν λόγω παραβίαση είναι αναμφισβήτητη, δεδομένου ότι το δικαίωμα επί των αποδοχών μετά την προσφορά υπηρεσίας συνιστά μια από τις θεμελιώδεις εγγυήσεις του κανονισμού' υπηρεσιακής κατάστασης και ότι η μη καταβολή των αποδοχών, έστω και μερική, παραβιάζει κανόνα προοριζόμενο να προστατεύει τους υπαλλήλους και προσλαμβάνει το χαρακτήρα οιονεί αδικήματος, παρέχοντος το δικαίωμα, χωρίς προηγούμενη όχληση, επί τόκων λόγω καθυστερήσεως προς αποκατάσταση της ζημίας από την ημέρα της προβλεπόμενης από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης λήξεως μέχρις εξοφλήσεως.
γ)
Όσον αφορά το βέβαιο ή αβέβαιο χαρακτήρα της απαιτήσεως τους από τον οποίο εξαρτάται το δικαίωμά τους επί της καταβολής τόκων υπερημερίας, τονίζουν ότι είχαν δικαίωμα επί του συνόλου των αποδοχών που τους οφείλονταν « μετά παροχή υπηρεσιών », σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και ότι ο ισχυρισμός του Συμβουλίου ότι τα σχετικά με τις καθυστερούμενες αποδοχές ποσά δεν κατέστησαν βέβαια παρά μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 3139/82 συνιστά πλάνη.
Όσον αφορά το ύψος και τη χρέωση των τόκων των οποίων ζητούν την καταβολή, οι προσφεύγοντες αναφέρονται στην απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1983, στην υπόθεση 107/82, AEG-Telefunken κατά Επιτροπής, στην οποία, προς αποφυγή της ασκήσεως προσφυγών με καθαρώς παρελκυστικό σκοπό κατά των πράξεων των θεσμικών οργάνων, το Δικαστήριο δέχτηκε την αρχή και την αναγκαιότητα καταβολής τόκων υπερημερίας από τους οφειλέτες της Κοινότητας, στο πλαίσιο των επιβαλλόμενων από την Επιτροπή προστίμων. Υπενθυμίζουν ότι σ' εκείνη την υπόθεση η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν μπορούσε να παραιτηθεί της εκτελέσεως αποφάσεως περί επιβολής προστίμου παρά υπό την προϋπόθεση συστάσεως εγγυήσεως και αναλήψεως της υποχρεώσεως καταβολής τόκων υπολογιζόμενων βάσει του προεξοφλητικού τόκου της Deutsche Bundesbank προσαυξανόμενου κατά 1 %.
Οι προσφεύγοντες δηλούν ότι υιοθετούν τα επιχειρήματα του θεσμικού οργάνου έναντι των οφειλετών του και θεωρούν ότι ο προεξοφλητικός τόκος της Εθνικής Τράπεζας του τόπου υπηρεσίας των βλαπτομένων υπαλλήλων, προσαυξανόμενος κατά 1 ο/ο, φαίνεται ως εύλογος τόκος.
4.
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, στην ανταπάντηση της, αναπτύσσει τα ακόλουθα.
α)
Όσον αφορά τη βάση της αγωγής αποζημιώσεως, υποστηρίζει ότι οι προσφεύγοντες ερμήνευσαν κακώς τη νομολογία του Δικαστηρίου ισχυριζόμενοι ότι δεδομένου ότι οι αγωγές αφορούν διαφορές χρηματικού χαρακτήρα δεν υπάγονται ρητά στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης αλλά μπορούν να έχουν ως βάση το άρθρο 215 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επεξηγεί ότι ο υπάλληλος, παρόλον ότι για τις διαφορές που αποσκοπούν στην αποκατάσταση ζημίας και που προκύπτουν από τη σχέση εργασίας δεν διαθέτει παρά τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ερειδόμενη στο άρθρο 179 της Συνθήκης και τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, διαθέτει επίσης δυνατότητα ασκήσεως αγωγής ερειδόμενης στα άρθρα 178 και 215 της Συνθήκης στην περίπτωση που διεκδικεί την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσα μεν από πράξη του θεσμικού οργάνου εκτός όμως της σχέσεως εργασίας και άσχετης προς αυτή.
Τονίζει ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής ερειδόμενης στο άρθρο 179 της Συνθήκης και τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι κανόνες της συμβατικής ευθύνης έχουν εφαρμογή και ότι, αντιθέτως, σε περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης, το θεσμικό όργανο υπέχει υποχρέωση δυνάμει ευθύνης εξ αδικήματος ή οιονεί αδικήματος έναντι του προσφεύγοντος.
Συμπεραίνει έτσι ότι η αγωγή, καθόσον ερείδεται στα άρθρα 178 και 215 της Συνθήκης, πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί απαράδεκτη.
β)
Όσον αφορά το αποδιδόμενο σ' αυτή πταίσμα η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι, κατ' εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου, το κοινοτικό όργανο δεν φέρει ευθύνη κανονιστικής πράξεως συνεπαγόμενης ορισμένες επιλογές οικονομικής πολιτικής παρά μόνο αν υφίσταται επαρκώς χαρακτηριστική παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου προστατεύοντος τους ιδιώτες.
Επαναλαμβάνει επίσης ότι αν το Συμβούλιο, θεσπίζοντας τους κανονισμούς ( ΕΟΚ) 187/81 και 397/81, υπέπεσε σε πλάνη ερμηνείας του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δεν μπορεί να του πρασαφθεί πρόδηλη και βαρεία παράβαση του κανόνα δικαίου και ότι, ως προς αυτή, εκδίδουσα τα εκκαθαριστικά της σημειώματα των αναδρομικών αποδοχών, εφήρμοσε απλώς κανονιστική πράξη του Συμβουλίου.
γ)
Ως προς το αν η απαίτηση είναι βεβαία, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θεωρεί πάντοτε ότι τα σχετικά με τις καθυστερούμενες αποδοχές ποσά δεν κατέστησαν βέβαια παρά κατά τη στιγμή που τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 3139/82.
Υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο της συμβατικής ευθύνης, δεν μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση προς αποκατάσταση ζημίας παρά αποκλειστικά τόκοι υπερημερίας και ότι τέτοιοι τόκοι δεν οφείλονται παρά από της κοινοποιήσεως ρητής οχλήσεως εκτός ορισμένων εξαιρετικών περιπτώσεων όπου τρέχουν αυτοδικαίως και των οποίων περιπτώσεων το άρθρο 65 προδήλως δεν συνιστά παράδειγμα.
Προσθέτει ότι, στο πλαίσιο της συμβατικής ευθύνης, αν εξαιρετικώς μπορεί να επιδικαστεί αποζημίωση προς αποκατάσταση ζημίας, η επιδίκαση της εξαρτάται από δύο προϋποθέσεις: την απόδειξη ότι ο αιτών υπέστη συμπληρωματική ζημία που δεν καλύπτεται από τη χορήγηση της αποζημίωσης και από την απόδειξη της πρόδηλης κακής πίστεως του οφειλέτη.
Θεωρεί ότι, αν οι προσφεύγοντες, στο πλαίσιο διαφοράς χρηματικού χαρακτήρα υπαγόμενου στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, επιμένουν για την επιδίκαση αποζημίωσης προς αποκατάσταση ζημίας πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν την κακή πίστη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής κατά την έκδοση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των αποδοχών και ότι οι προσφεύγοντες δεν προσκόμισαν καμία απόδειξη ούτε πρότειναν την προσκόμιση τέτοιας απόδειξης.
Όσον αφορά το αιτούμενο από τους προσφεύγοντες επιτόκιο, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ζητεί όλως επικουρικώς και μόνο για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα δεχόταν το αίτημα των προσφευγόντων την εφαρμογή του γινόμενου επί του παρόντος δεκτού από το Δικαστήριο επιτοκίου, ήτοι 6 %.
Κ. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 30ής Σεπτεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 175/83,
Suzanne Culmsee και λοιποί, υπάλληλοι της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, εκπροσωπούμενοι και επικουρούμενοι από τον Jean-Noël Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, διεύθυνση γραφείου rue Langeveld 51, boîte postale 16, 1180 Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicolas Decker, δικηγόρο παρ' εφέταις Λουξεμβούργου, 16, avenue Marie-Thérèse, boîte postale 335,
προσφεύγοντες,
κατά
Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον Marius Simond, επικουρούμενο από την Yvette Hamilius, δικηγόρο Λουξεμβούργου, 11, boulevard Royal, που είναι και αντίκλητος της στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται
να κριθούν παράνομα και να ακυρωθούν:
—
τα εκδοθέντα από την καθής εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του Δεκεμβρίου 1982 καθόσον οι καταβαλλόμενες κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 22ας Νοεμβρίου 1982, αναδρομικές αποδοχές δεν υπολογίζονται εντόκως εις αποκατάσταση της χρηματικής ζημίας που υπέστησαν οι προσφεύγοντες,
—
επικουρικώς η ρητή ή σιωπηρή απόρριψη των διοικητικών ενστάσεων που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως,
να υποχρεωθεί η καθής να αποζημιώσει τους προσφεύγοντες για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν, διά της καταβολής ποσού που το Δικαστήριο καλείται να καθορίσει στο ποσό των τόκων των καθυστερούμενων ποσών που οφείλονταν κατά τη λήξη κάθε σχετικής περιόδου μέχρις εξοφλήσεως, προς το σύνηθες επιτόκιο,
να καταδικάσει την καθής στο σύνολο των δικαστικών εξόδων κατ' εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας καθώς και στα αναγκαία έξοδα στα οποία θα υποβληθούν οι διάδικοι ενόψει της διαδικασίας και, συγκεκριμένα, στα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και στην αμοιβή δικηγόρου κατ' εφαρμογή του άρθρου 73 β ) του ίδιου κανονισμού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, Κ. Bahlmann και R. Joliét, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Κ. Κακούρη, Τ. F. Ο' Higgins και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
όχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση που κοινοποιήθηκε ενόψει της συνεδριάσεως της 29ης Νοεμβρίου 1984 και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Μαρτίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Αυγούστου 1983, η Suzanne Culmsee και άλλοι υπάλληλοι της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής άσκησαν προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών τους του Δεκεμβρίου 1982 που περιέχουν εκκαθάριση των αναδρομικών αποδοχών κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 22ας Νοεμβρίου 1982 ( ΕΕ L 331 της 26.11.1982, σ. 1 ), και επικουρικώς την ακύρωση των ρητών ή σιωπηρών αποφάσεων της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με τις οποίες απορρίφθηκαν οι διοικητικές ενστάσεις που είχαν υποβάλει δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η ακύρωση ζητείται καθόσον επί των αναδρομικών αποδοχών για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980 δεν κατεβλήθησαν τόκοι, παρά την απώλεια της αγοραστικής δύναμης που προέκυψε εν τω μεταξύ προς το σύνηθες επιτόκιο, των οποίων ζητούν την καταβολή. Περαιτέρω, με την προσφυγή ζητείται να καταδικαστεί η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να τους καταβάλει τόκους προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας για την απώλεια της αγοραστικής δύναμης που προέκυψε εν τω μεταξύ.
2
Στις 20 Ιανουαρίου 1981, το Συμβούλιο θέσπισε κατ' εφαρμογή του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τον κανονισμό 187/81 περί προσαρμογής των αμοιβών και συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και των διορθωτικών συντελεστών βάσει των οποίων τροποποιούνται αυτές οι αμοιβές και συντάξεις ( ΕΕ L 21, σ. 18 ), αποκλίνοντας από τη σχετική πρόταση της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 1980.
3
Μετά τον κανονισμό αυτό, το Συμβούλιο θέσπισε, στις 10 Φεβρουαρίου 1981, τον κανονισμό 397/81 (ΕΕ L 46, σ. 1) περί καθορισμού των μισθολογικών πινάκων καθώς και των άλλων στοιχείων των αποδοχών.
4
Στις 16 Μαρτίου 1981 η Επιτροπή άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση του κανονισμού 187/81 και των άρθρων 1 α), 2 α), 2 β) και 11, πρώτο εδάφιο του κανονισμού 397/81.
5
Με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 ( Επιτροπή κατά Συμβουλίου, 59/81, Συλλογή σ. 3329), το Δικαστήριο ακύρωσε τον κανονισμό 187/81 και τις προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 397/81.
6
Προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή, το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 3139/82 της 22ας Νοεμβρίου 1982, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής της 29ης Οκτωβρίου 1982.
7
Κατ' εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού, η ΟΚΕ προέβη στην εκκαθάριση και την καταβολή των αναδρομικών αποδοχών για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980.
8
Καθένας από τους προσφεύγοντες υπέβαλε, με στερεότυπο έγγραφο διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως με την οποία υποστήριξε ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η μείωση της αγοραστικής δύναμης κατά την περίοδο για την οποία κατεβλήθησαν αναδρομικώς καθυστερούμενες αποδοχές εις εκτέλεση του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου και ζήτησε την καταβολή τόκων υπερημερίας που έπρεπε να καταβληθούν επί των αναδρομικών αποδοχών.
9
Οι ενστάσεις αυτές απορρίφθηκαν με ρητές ή σιωπηρές αποφάσεις, κατόπιν των οποίων οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.
10
Με απόφαση του τρίτου τμήματος της 4ης Ιουλίου 1985, η προσφυγή κρίθηκε απαράδεκτη όσον αφορά το αίτημα της καταβολής τόκων προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση στην ολομέλεια του Δικαστηρίου για την εξέταση των λοιπών αιτημάτων των προσφευγόντων.
11
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι κάθε ΑΔΑ όφειλε να καταβάλει εντόκως τις αναδρομικές αποδοχές λόγω της καθυστέρησης με την οποία καταβλήθηκαν.
12
Για να στηρίξουν την άποψή τους οι προσφεύγοντες επικαλούνται το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων που ορίζει ότι ο υπάλληλος δικαιούται αποδοχών αντιστοίχων με το βαθμό και το κλιμάκιό του εκ μόνου του γεγονότος του διορισμού του και ότι δεν μπορεί να παραιτηθεί αυτού του δικαιώματος, καθώς και το άρθρο 16, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VII του κανονισμού, που προβλέπει ότι ο μισθός καταβάλλεται τη 15η κάθε μηνός για τον τρέχοντα μήνα. Κατά την άποψη των προσφευγόντων, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν οι αποδοχές τους καταβληθούν με καθυστέρηση πρέπει να καταβληθούν και τόκοι υπερημερίας.
13
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν επίσης ότι η μη καταβολή τόκων υπερημερίας συνιστά παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, το οποίο καθιερώνει ετήσια διαδικασία επανεξέτασης του επιπέδου των αποδοχών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων βάσει κριτηρίων που καθορίζονται με μεθόδους που εγκρίνει το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι εν προκειμένω, με τη θέσπιση του κανονισμού 3139/82, το Συμβούλιο έκρινε ότι οι κοινοτικοί υπάλληλοι δικαιούνται αναπροσαρμογής των αποδοχών τους από 1ης Ιουλίου 1980. Επομένως η ΑΔΑ όφειλε να χορηγήσει στους κοινοτικούς υπαλλήλους τόκους υπερημερίας λόγω της διετούς σχεδόν καθυστέρησης με την οποία τους καταβλήθηκαν τα σχετικά ποσά σε σχέση με τα χρονικά όρια που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως.
14
Η ΟΚΕ υποστηρίζει ότι αφού συμμορφώθηκε προς τις ισχύουσες διατάξεις και συγκεκριμένα προς τον πίνακα αποδοχών του κανονισμού 3139/82 δεν μπορεί να κατηγορηθεί για παράβαση του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως το οποίο δεν αφορά το θέμα της καταβολής τόκων υπερημερίας. Η ΟΚΕ υποστηρίζει επίσης ότι ούτε οι διατάξεις του κανονισμού ούτε οι συμπληρωματικές αποφάσεις εφαρμογής ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου προβλέπουν αυτόματη αναπροσαρμογή ή αύξηση των κοινοτικών αποδοχών από το Συμβούλιο το οποίο διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως σ' αυτό τον τομέα. Η ΟΚΕ φρονεί συνεπώς ότι, επειδή ο κανονισμός 3139/82 δεν προέβλεψε την καταβολή τόκων υπερημερίας, την οποία εξάλλου ούτε η Επιτροπή πρότεινε ούτε το Δικαστήριο δέχτηκε με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, με την οποία ακύρωσε τον κανονισμό 187/81, δεν ήταν δυνατό να περιληφθούν τόκοι στα εκκαθαριστικά σημειώματα των αναδρομικών αποδοχών, δεδομένου ότι το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν της επιβάλλει την υποχρέωση ούτε της επιτρέπει με τη διατύπωση του να αυξάνει με δική της πρωτοβουλία τις αποδοχές των υπαλλήλων.
15
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων καθώς και του άρθρου 16 του παραρτήματος VII του κανονισμού τις οποίες επικαλούνται οι προσφεύγοντες απλώς προσδιορίζουν το χρονικό σημείο κατά το οποίο καταβάλλονται οι αποδοχές που οφείλονται κατά την ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση. Οι διατάξεις αυτές δεν προβλέπουν την καταβολή τόκων σε περίπτωση καθυστερήσεως της θέσης σε ισχύ των κανονισμών που καθορίζουν αναδρομικά τις αποδοχές των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού. Το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως θεσπίζει απλώς διαδικασία ετήσιας εξέτασης ενόψει της προσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων που γίνεται μετά το Σεπτέμβριο, διαρκεί κατά κανόνα μερικούς μήνες και καταλήγει στην έκδοση κανονισμού ο οποίος ισχύει κατ' ανάγκη αναδρομικά, από 1ης Ιουλίου ωστόσο, παρά το ότι ο κατ' αυτό τον τρόπο εκδιδόμενος κανονισμός έχει κατ' ανάγκη αναδρομική ισχύ, το εν λόγω άρθρο δεν προβλέπει την καταβολή τόκων υπερημερίας.
16
Επομένως οι ισχυρισμοί που στηρίζονται στην παράβαση των άρθρων 62 και 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
17
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η ΟΚΕ όφειλε να τους καταβάλει τόκους υπερημερίας δυνάμει γενικής αρχής που θέτουν τα δίκαια των κρατών μελών και αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η καθυστέρηση στην εκπλήρωση χρηματικής παροχής συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η ΑΔΑ υποχρεούται να καταβάλει τόκους υπερημερίας στην περίπτωση όπου ο κανονισμός στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων εκδίδεται μετά την παρέλευση των συνήθων χρονικών ορίων, με υπερβολική καθυστέρηση αυτό ακριβώς συνέβη εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο κανονισμός 3139/82 εκδόθηκε με καθυστέρηση σχεδόν δύο ετών.
18
Κατά την ΟΚΕ, η αρχή την οποία επικαλούνται οι προσφεύγοντες, ότι δηλαδή επιβάλλεται η καταβολή τόκων υπερημερίας σε περίπτωση καθυστερήσεως προϋποθέτει ότι είναι Βεβαία η κύρια οφειλή. Εν προκειμένω όμως η σχετική οφειλή κατέστη βεβαία με τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 3139/82 και εκκαθαρίστηκε αμέσως με όλη την απαιτούμενη σπουδή. Η ΟΚΕ υποστηρίζει περαιτέρω ότι, σύμφωνα με την προβαλλόμενη αρχή, η αξίωση τόκων υπερημερίας γεννάται μόνο κατόπιν οχλήσεως ως προς την καταβολή του κεφαλαίου, όχληση η οποία ελλείπει εν προκειμένω δεδομένου ότι η προσφυγή, μάλιστα δε και οι διοικητικές ενστάσεις των προσφευγόντων υποβλήθηκαν μετά την εκπλήρωση της κύριας οφειλής.
19
Πρέπει να σημειωθεί σχετικώς ότι, εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας υπάρχει ενδεχομένως μόνο εφόσον η κύρια οφειλή είναι βεβαία ως προς το ποσό ή τουλάχιστον προσδιορίσιμη βάσει δεδομένων αντικειμενικών στοιχείων. Εν προκειμένω πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 3139/82 δεν υπήρχε βεβαία ή προσδιορίσιμη οφειλή.
20
Συγκεκριμένα, οι αρμοδιότητες που έχει το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως όσον αφορά την προσαρμογή των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού και τον καθορισμό των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται σ' αυτές τις αποδοχές και συντάξεις περιλαμβάνουν και εξουσία εκτιμήσεως· μέχρις ότου το Συμβούλιο ασκήσει τις αρμοδιότητες αυτές και εκδώσει τον προβλεπόμενο κανονισμό δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα ως προς το ύψος των εν λόγω προσαρμογών. Με την προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 το Δικαστήριο έκρινε μεν ότι το Συμβούλιο πρέπει να λαμβάνει υπόψη ορισμένα στοιχεία κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, πλην όμως, αντίθετα με όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες, δεν καθόρισε τα ποσά που οφείλονται ενδεχομένως στους υπαλλήλους και στο λοιπό προσωπικό βάσει του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ούτε τα αντικειμενικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσαν να καθοριστούν με επαρκή ακρίβεια τα εν λόγω ποσά.
21
Απορριπτέο είναι εξάλλου και το επιχείρημα ότι ο κανονισμός 3139/82 αναγνώρισε, ακριβώς διότι είχε αναδρομική ισχύ, ότι σε κάθε παρέλευση των χρονικών ορίων που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως για την καταβολή των αποδοχών υπήρχε ήδη απαίτηση κάθε υπαλλήλου για συγκεκριμένο ποσό. Πράγματι πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 3139/82 το ποσό της κύριας απαίτησης δεν ήταν ορισμένο· για την περίοδο μετά τη θέση σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού οι προσφεύγοντες δεν επικαλούνται καθυστέρηση στην καταβολή των ποσών που οφείλονταν βάσει αυτού.
22
Ανακύπτει εξάλλου το ζήτημα αν μπορεί να γίνει λόγος για υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας στην περίπτωση όπου καθυστερεί αδικαιολόγητα ο ίδιος ο καθορισμός του ύψους της απαιτήσεως των αποδοχών. Εν προκειμένω όμως το Συμβούλιο
προκειμένου να συμμορφωθεί με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 1982 εξέδωσε χωρίς καθυστέρηση, στις 22 Νοεμβρίου 1982, τον κανονισμό 3139/82.
23
Συνεπώς δεν χωρεί εν προκειμένω καταβολή τόκων υπερημερίας. Άρα τα αιτήματα των προσφευγόντων, την εξέταση των οποίων παρέπεμψε στην ολομέλεια του Δικαστηρίου το τρίτο τμήμα με την προαναφερθείσα απόφαση της 4ης Ιουλίου 1985, πρέπει να απορριφθούν. Η προσφυγή τους πρέπει λοιπόν να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξοδων
24
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Koopmans
Bahlmann
Joliét
Bosco
Κακούρης
O' Higgins
Schockweiler
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Σεπτεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο προεδρεύων
Τ. Koopmans
πρόεδρος τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy