Στην υπόθεση 177/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landgericht του München Ι προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Τη. Kohl KG, Regensburg, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας,
και
Ringelhan & Rennett SA, Annecy, Γαλλία,
και
Ringelhan Einrichtungs GmbH, Oberhausen, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας,
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G. Bosco, Ο. Due και Κ. Κακούρη, προέδρους τμήματος, Α. O'Keeffe, Τ. Koopmans, U. Everling, Κ. Bahlmann και Y. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: P. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Η διάταξη παραπομπής, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Η υπόθεση αυτή αφορά τη χρησιμοποίηση ενός διακριτικού σημείου από μια γαλλική εταιρία εντός της γερμανικής αγοράς. Η γαλλική εταιρία Ringelhan & Rennett SA, πρώτη από τις εναγόμενες στην κύρια δίκη, ιδρύθηκε το 1971 ως θυγατρική εταιρία της γερμανικής εταιρίας Ringelhan & Rennett, η οποία εξέλειψε αφού κηρύχθηκε σε πτώχευση το 1982. Πριν από την πτώχευση, η γαλλική εταιρία είχε εκχωρηθεί σε τρίτο και μετά από την πτώχευση τα εμπορικά της συμφέροντα στη Γερμανία εκπροσωπεί η δεύτερη από τις εναγόμενες, η Ringelhan Einrichtungs GmbH. Η γερμανική εταιρία Ringelhan & Rennett, που δεν υπάρχει πλέον, και η επιχείρηση Kohl KG, ενάγουσα στην κύρια δίκη, συγκαταλέγονταν μεταξύ των μεγαλυτέρων γερμανικών εταιριών παραγωγής και εγκατάστασης εξοπλισμού φαρμακείων.
Η εν λόγω γερμανική εταιρία Ringelhan & Rennett και οι θυγατρικές της σε άλλα κράτη μέλη, και ιδίως η γαλλική θυγατρική εταιρία, διέθεταν στην αγορά υπό την κοινή εμπορική τους επωνυμία το ίδιο πρόγραμμα εξοπλισμού φαρμακείων ως εμπορικό σήμα χρησιμοποιούσαν τα αρχικά «r + r » με άσπρα γράμματα σε κόκκινο βάθος. Μετά από την πτώχευση της γερμανικής εταιρίας, η γαλλική εταιρία, και ο νέος αντιπρόσωπος της στη Γερμανία συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα αρχικά αυτά για την παρουσίαση και τη διάθεση στο εμπόριο των προϊόντων τους εντός της γερμανικής αγοράς.
2.
Στις 27 Ιανουαρίου 1983, η επιχείρηση Kohl, άσκησε ενώπιον του Landgericht München Ι αγωγή, δυνάμει του άρθρου 3 του γερμανικού νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού («Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb», με την οποία ζητούσε την άρση της προσβολής Kat συνεπώς να απαγορευθεί στις εναγόμενες να χρησιμοποιούν στις εμπορικές τους σχέσεις και στις διαφημίσεις τους σχετικά με τον εξοπλισμό φαρμακείων τα αρχικά «r + r» της προηγούμενης εταιρίας Ringelhan & Rennett, χωρίς ν' αναφέρουν σαφώς ότι δεν υπάρχει καμία νομική ή οικονομική σχέση με την εν λόγω εταιρία.
Το άρθρο 3 του γερμανικού νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού έχει την εξής διατύπωση:
«Εκείνος ο οποίος στις εμπορικές του σχέσεις χρησιμοποιεί, με σκοπό τον ανταγωνισμό, στοιχεία που είναι δυνατό να παραπλανήσουν ως προς τα εμπορικά γνωρίσματα και ιδίως τα χαρακτηριστικά, την καταγωγή, τη μέθοδο παραγωγής ή τις τιμές ορισμένων προϊόντων ή εμπορικών υπηρεσιών ή του συνόλου των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσφέρει, ως προς τους τιμοκαταλόγους, τον τρόπο εφοδιασμού ή την πηγή εφοδιασμού, την απονομή τιμητικών διακρίσεων ή την αιτία ή το αντικείμενο της πωλήσεως ή της ποσότητας των αποθεμάτων, μπορεί να υποχρεωθεί δικαστικώς να παύσει να χρησιμοποιεί τα εν λόγω στοιχεία».
Ενώπιον του Landgericht, η ενάγουσα διαβεβαίωσε ότι η χρησιμοποίηση του εν λόγω διακριτικού σημείου δημιουργεί την πεπλανημένη εντύπωση ότι πρόκειται για την προηγούμενη γερμανική εταιρία, η οποία είχε μεγάλη εμπορική φήμη, ενώ δεν υπάρχει πλέον καμία σχέση με την εταιρία αυτή. Έτσι, οι εναγόμενες επωφελούνται παράνομα από την καλή φήμη της προηγούμενης εταιρίας.
Οι εναγόμενες ισχυρίστηκαν κυρίως ότι, πριν κηρυχτεί σε πτώχευση η γερμανική εταιρία, ot δύο εταιρίες, δηλαδή η γερμανική και η γαλλική, αποτελούσαν μία οικονομική ενότητα διευθυνόμενη από κοινό διαχειριστή. Οι δραστηριότητες τους, τόσο όσον αφορά το πρόγραμμα παραγωγής, όσο και το πρόγραμμα της διαθέσεως στο εμπόριο των προϊόντων, διεξάγονταν από κοινού. Μέχρις ενός σημείου, η γαλλική εταιρία είχε επίσης προμηθεύσει τον εξοπλισμό τους σε φαρμακεία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης, η γαλλική εταιρία είχε συνεπώς το δικαίωμα, ακόμη και μετά την κήρυξη σε πτώχευση της γερμανικής εταιρίας, να χρησιμοποιεί τα αρχικά «r + r» και εντός της γερμανικής αγοράς και δεν είναι δυνατό να υποχρεωθεί να προσθέσει και άλλες ενδείξεις, διαφορετικές από αυτές που συνηθίζονται στις εμπορικές σχέσεις.
3.
Στο πλαίσιο της διαφοράς αυτής το Landgericht München Ι, με διάταξη της 9ης Ιουνίου 1983, υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Εφόσον
—
ένα διακριτικό σημείο (στην προκειμένη περίπτωση: τα αρχικά “r + r” με άσπρα γράμματα σε σκουρόχρωμο βάθος) χρησιμοποιείται στο εμπόριο νόμιμα μέχρι σήμερα από μία αλλοδαπή (στην προκειμένη περίπτωση: γαλλική) επιχείρηση στη χώρα της (στην προκειμένη περίπτωση: στη Γαλλία) ως διακριτικό γνώρισμα της επιχειρήσεως αυτής,
—
η αλλοδαπή αυτή (στην προκειμένη περίπτωση: γαλλική) επιχείρηση είχε σχηματίσει όμιλο επιχειρήσεων μαζί με μια επιχείρηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία χρησιμοποιούσε στη Γερμανία το ίδιο διακριτικό σημείο — ως γνώρισμα της — μέχρις ότου η (γερμανική) επιχείρηση αυτή κηρύχθηκε σε πτώχευση και έπαυσε να υφίσταται,
—
η χρήση του επίδικου διακριτικού σημείου από την αλλοδαπή (γαλλική) επιχείρηση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι, σύμφωνα με το εθνικό (γερμανικό) δίκαιο περί ανταγωνισμού, παράνομη, επειδή το (γερμανικό) κοινό, στο οποίο απευθύνεται, ταυτίζει το διακριτικό σημείο αυτό με τη γερμανική επιχείρηση που δεν υφίσταται πλέον ή, εν πάση περιπτώσει, με τον όμιλο επιχειρήσεων που επίσης δεν υφίσταται πλέον, και συνεπώς η χρήση αυτή είναι δυνατό να παραπλανήσει (άρθρο 3 του UWG = Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb — γερμανικού νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού),
η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως του διακριτικού σημείου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από την αλλοδαπή (γαλλική) επιχείρηση αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο (ιδίως προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ);
Έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση ο βαθμός της παραπλάνησης;
4.
Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Αυγούστου 1983.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις:
—
οι Th. Kohl KG, ενάγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τον Hermann, Schwanhäusser, δικηγόρο Μονάχου,
—
οι Ringelhan & Rennett SA και Ringelhan Einrichtungs GmbH, εναγόμενες στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενες από τον Jochen Pagenberg, δικηγόρο Μονάχου,
—
η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Martin Seidel, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών,
—
η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Paul Costes, ακόλουθο στη γενική γραμματεία της διυπουργικής επιτροπής για θέματα ευρωπαϊκής οικονομικής συνεργασίας, και
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Christoph Bail, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε από το Δικαστήριο την εκδίκαση της υπόθεσης από την ολομέλεια, το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης στην ολομέλεια.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων, Έθεσε εντούτοις ορισμένα ερωτήματα στους διαδίκους στην κύρια δίκη, στα οποία αυτοί απάντησαν εντός των προθεσμιών που τους τάχθηκαν.
II — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Η επιχείρηση Kohl, ενάγουσα στην κύρια δίκη, και η γερμανική κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας που επιτρέπει την απαγόρευση της χρήσης ενός διακριτικού σημείου που μπορεί να παραπλανεί, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στο προδικαστικό ερώτημα.
Σύμφωνα με τη νομολογία στην υπόθεση «Cassis de Dijon», τα εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο που απορρέουν από τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών πρέπει να θεωρούνται θεμιτά κατά το μέτρο που, λόγω ελλείψεως κοινής ρυθμίσεως, μια τέτοια νομοθεσία που εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εθνικά και στα εισαγόμενα προϊόντα είναι αναγκαία για να ικανοποιούνται επιτακτικές ανάγκες που έχουν σχέση ιδίως με την προστασία των καταναλωτών και την εντιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές. Με μια σειρά αποφάσεων, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις διαφορές των εθνικών ρυθμίσεων, πχ. σε θέματα απομιμήσεως σήματος (Beele, 6/81, Συλλογή 1981, σ. 707), επιθέσεως σφραγίδων σε τεχνουργήματα από πολύτιμα μέταλλα (Robertson, 220/81, Συλλογή 1982, σ. 2349), σχεδίων και προτύπων (Keurkoop, 144/81, Συλλογή 1982, σ. 2853) πωλήσεως συνδυαζόμενης με προσφορά δώρων (Oosthoek, 286/81, Συλλογή 1982, σ. 4575). Τη νομολογία αυτή ακολούθησαν τα γερμανικά δικαστήρια, ιδίως, ως προς την εφαρμογή του γερμανικού νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού.
Η ρύθμιση όμως του άρθρου 3 του εν λόγω νόμου, που εφαρμόζεται αδιακρίτως στη διάθεση στο εμπόριο των εθνικών και των εισαγόμενων προϊόντων, ανταποκρίνεται πράγματι στις επιτακτικές ανάγκες της προστασίας των καταναλωτών και της εντιμότητας στις εμπορικές συναλλαγές. Η απαγόρευση που στηρίζεται στη διάταξη αυτή δεν αντιβαίνει συνεπώς στους κοινοτικούς κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Η κυδέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θεωρεί εξάλλου ότι η προστασία των καταναλωτών εντάσσεται σε μία ευρύτερη αντίληψη της έννοιας της δημόσιας τάξης που αναφέρεται στο άρθρο 36 της Συνθήκης. Εξάλλου, από το άρθρο 1, παράγραφος 2, της Σύμβασης της Ενώσεως του Παρισιού προκύπτει ότι η προστασία της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας περιλαμβάνει επίσης την προστασία κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού στον τομέα αυτό. Συνεπώς ακόμη και αν μία απαγόρευση σαν αυτή που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση υπόθεσης, ενέπιπτε στο άρθρο 30 της Συνθήκης, θα δικαιολογείτο δυνάμει του άρθρου 36 της ίδιας Συνθήκης.
Η γερμανική κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η προστασία των νομικών αξιών που αναφέρθηκαν πιο πάνω πρέπει να πραγματοποιείται με μέσα ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο στόχο, δηλαδή με μέτρα που να συνεπάγονται τα λιγότερα δυνατά εμπόδια στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, μια απόλυτη απαγόρευση χρησιμοποιήσεως του διακριτικού σημείου μπορεί να είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, αν αποδειχτεί ότι αρκεί η απαίτηση, να τεθεί μια πρόσθετη ένδειξη σχετικά με την προέλευση του σημείου. Ως προς το σημείο αυτό, πρέπει να γίνει αναφορά στα συναλλακτικά ήθη που θεωρούνται ως χρηστά στο κράτος μέλος εισαγωγής (πρβλ. την απόφαση της22ας Ιανουρίου 1981, Dansk Supermarked, 58/80, Συλλογή σ. 181). Συνεπώς, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια αφενός να εξετάσουν αν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο υπάρχουν τα στοιχεία που συνιστούν παραπλανητική ένδειξη και αφετέρου να διατάξουν τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να παύσει η παράνομη χρήση. Ως προς το σημείο αυτό, τα δικαστήρια μπορούν επίσης να λάβουν υπόψη το μέγεθος του κινδύνου παραπλανήσεως.
Κατά τις εταιρίες Ringelhan, εναγόμενες ατην κύρια δίκη, και τη γαλλική κνβέρνηση μια απαγόρευση όπως αυτή που αναφέρεται στο προδικαστικό ερώτημα αντιβαίνει στους κανόνες του κοινοτικού δικαίου περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Για να στηρίξουν την άποψη αυτή, αναφέρονται στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τα δικαιώματα της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας και ιδίως στην απόφαση της 3ης Ιουλίου 1974 (Kaffee Hag, 192/73, Slg. σ. 731). Από την απόφαση αυτή συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση η προηγούμενη γερμανική εταιρία, πριν κηρυχτεί σε πτώχευση, δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τη διάθεση στο εμπόριο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία των προϊόντων που κατασκεύαζε η θυγατρική της εταιρία στη Γαλλία και τα οποία, με τη συναίνεση της, έφεραν το διακριτικό σημείο που ήταν κοινό και για τις δύο εταιρίες. Πράγματι, σύμφωνα με την απόφαση που αναφέρθηκε, αυτός ο οποίος έχει την αποκλειστικότητα του εν λόγω δικαιώματος, που μπορεί να είναι η συνέπεια του περιορισμένου πεδίου εφαρμογής των εθνικών νομοθεσιών, δεν μπορεί να επικαλεστεί την αποκλειστικότητα αυτή για να απαγορεύσει τη διάθεση στο εμπόριο, σ' ένα κράτος μέλος, εμπορευμάτων που έχουν νόμιμα παραχθεί σε ένα άλλο κράτος μέλος και φέρουν το ίδιο σήμα που έχει την ίδια προέλευση. Πολύ περισσότερο, οι τρίτοι δεν θα μπορούσαν τότε να στηριχτούν στο άρθρο 3 του γερμανικού νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού για να επικαλεστούν τη σύγχυση που θα δημιουργείτο ως προς την προέλευση των εν λόγω προϊόντων. Άρα, η κήρυξη σε πτώχευση της προηγούμενης γερμανικής εταιρίας και συνεπώς η διάλυση του ομίλου που είχε δημιουργήσει με την πρώτη από τις εναγόμενες, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια να επιτρέψει σε τρίτους να επικαλεστούν τη σύγχυση την οποία δεν μπορούσαν να επικαλεστούν προηγουμένως.
Η Ringelhan διευκρινίζει ότι η ανάλωση του δικαιώματος επί του σήματος στο κοινοτικό δίκαιο επέρχεται επίσης σε περίπτωση διασπάσεως του δικαιώματος που είχε μέχρι τότε ένας και μόνο δικαιούχος, πχ. μετά από την κήρυξη μιας πτώχευσης. Ακόμη και οι συγγραφείς που δεν δέχονται την ανάλωση σε περίπτωση διασπάσεως του δικαιώματος κατόπιν λήψεως κρατικών μέτρων, τη δέχονται σε περίπτωση πτωχεύσεως. Πράγματι, η μεταβίβαση του δικαιώματος επί του σήματος μετά από μία πτώχευση θα πρέπει να παράγει τα ίδια έννομα αποτελέσματα που παράγει και μια αυτόνομη και εκούσια μεταβίβαση του δικαιώματος πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο σύνδικος που είναι επιφορτισμένος με τη διεκπεραίωση των εργασιών της πτώχευσης της προηγούμενης γερμανικής εταιρίας έδωσε τη συγκατάθεση του να χρησιμοποιηθεί το διακριτικό σημείο στη Γερμανία από την πρώτη εναγόμενη. Ως προς το σημείο αυτό, τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης είναι συνεπώς διαφορετικά από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης Kaffee Hag.
Στη συνέχεια η Ringelhan αναφέρει ότι δεν προκύπτει διαφορετική εκτίμηση από τη νομολογία, η οποία αναγνωρίζει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν επηρεάζει, κατά κανόνα, τις εθνικές διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού.
Ως προς το σημείο αυτό, ισχυρίζεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η εφαρμογή του γερμανικού νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού αφορά μόνο προϊόντα που προέρχονται από τη Γαλλία, και αυτό επειδή κατά την εισαγωγή τους φέρουν ένα διακριτικό σημείο που αυτή καθαυτή η χρησιμοποίηση του δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί. Η εφαρμογή όμως αυτή δεν αφορά αδιακρίτως τα εθνικά και τα εισαγόμένα προϊόντα, επειδή, αν μεταφερθούν τα πραγματικά γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης στο επίπεδο της γερμανικής αγοράς, δεν 9α υπήρχε απαγόρευση λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού.
Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι εφαρμοστέο είναι το γερμανικό δίκαιο, η επίκληση του αθέμιτου ανταγωνισμού θα πρέπει να βασίζεται σε άλλα πραγματικά περιστατικά και λεπτομέρειες σχετικά με τη διάθεση στο εμπόριο και όχι σ' αυτή καθαυτή τη χρησιμοποίηση του διακριτικού σημείου. Σύμφωνα με τη νομολογία, η νομιμότητα της διάθεσης στο εμπόριο στη χώρα καταγωγής, αποτελεί το βασικό κριτήριο ως προς το σημείο αυτό. Οι διαφορές ως προς τη γεύση ή την παρουσίαση, για τις οποίες δεν γίνεται καν λόγος στην προκειμένη περίπτωση, προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο με το ίδιο σήμα, δεν αρκούν για ν' αποδειχτεί ότι υπάρχει παραπλάνηση κατά της οποίας θα πρέπει να προστατευτεί ο καταναλωτής. Αντίθετα, θα πρέπει να πρόκειται για σοβαρή παραπλάνηση που να συνίσταται πχ. στο γεγονός ότι προσφέρονται, ενώ με διαφημίσεις τονίζεται η σταθερή ποιότητά τους, προϊόντα κατώτερης ποιότητας σε σχέση με τα προϊόντα που πωλούνταν προηγουμένως ή στο γεγονός ότι αποκρύπτεται σκόπιμα από τον καταναλωτή η προέλευση των εν λόγω προϊόντων.
Αν αυτό δεν συμβαίνει, δεν είναι δυνατό, βάσει του εθνικού δικαίου περί αθεμίτου ανταγωνισμού, να απαιτηθεί από τον αλλοδαπό που χρησιμοποιεί ένα διακριτικό σημείο να προσθέσει στα προϊόντα του ή στις διαφημίσεις του, σε εκθέσεις, σε εφημερίδες ή στα κατατοπιστικά του έντυπα, μια διαφορετική μορφή του σημείου αυτού ή συμπληρωματικές ενδείξεις, που δεν συνηθίζονται στο πλαίσιο της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών και που μπορούν να επηρεάσουν τη διαφημιστική αξία του εν λόγω σημείου. Στον αλλοδαπό που έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί ένα διακριτικό σημείο, του οποίου όμως δεν είναι αποκλειστικός δικαιούχος, επιτρέπεται πράγματι να συνεχίζει να το χρησιμοποιεί υπό τη μορφή που ανταποκρίνεται στα συναλλακτικά ήθη σ' ολόκληρο το κοινοτικό έδαφος.
Η Ringelhan θεωρεί ότι έτσι δόθηκε απάντηση και στο πρόσθετο ερώτημα που υπέβαλε το Landgericht, το οποίο ρωτάει αν, όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, έχει κάποια σημασία ο βαθμός της «παραπλάνησης» των ενδιαφερόμενων οικονομικών κύκλων. Οι οικονομικοί κύκλοι της Γερμανίας που ρωτήθηκαν σχετικά έδωσαν σχεδόν την ίδια απάντηση πριν και μετά τη διάλυση του ομίλου των εταιριών, ο οποίος είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το διακριτικό σημείο. Πράγματι, η κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά τη διάλυση, δεν είναι διαφορετική ούτε ως προς τα αποτελέσματα της έρευνας ούτε ως προς τις έννομες συνέπειες μιας πιθανής σύγχυσης. Για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στον τομέα αυτό, η διάλυση του ομίλου δεν έχει συνεπώς καμία σημασία.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ουσιαστικά συμφωνεί με την άποψη που μόλις διατυπώθηκε, κατά το μέτρο που η άποψη αυτή βασίζεται στην ανάλωση, από άποψης κοινοτικού δικαίου, των διασπασμένων δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας Θεωρεί ότι, για να αποδειχτεί η ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού έναντι των τρίτων, δεν αρκεί η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος χωρίς οποιοδήποτε άλλο πρόσθετο στοιχείο.
Διευκρινίζει ότι το γερμανικό δίκαιο κάνει διάκριση μεταξύ του διακριτικού σημείου ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, του οποίου η προστασία ρυθμίζεται αποκλειστικά από το δίκαιο περί σημάτων και του διακριτικού σημείου μιας επιχείρησης, που δεν έχει καταχωριστεί ως σήμα και που η προστασία του αρχίζει με τη χρησιμοποίηση του στο εθνικό έδαφος. Η προστασία στην τελευταία αυτή περίπτωση ρυθμίζεται από το αστικό δίκαιο και από το νόμο περί αθέμιτου ανταγωνισμού.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η νομολογία σχετικά με την ανάλωση δικαιωμάτων βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας ισχύει επίσης για τις εμπορικές επωνυμίες και για τα διακριτικά σημεία των επιχειρήσεων. Σε κάθε μία απ' αυτές τις περιπτώσεις, η προστασία σε ορισμένο εθνικό έδαφος που παρέχεται από την εθνική νομοθεσία συνεπάγεται στεγανοποίηση των εθνικών αγορών, η οποία σε περίπτωση διασπάσεως δικαιωμάτων που έχουν την ίδια προέλευση δεν δικαιολογείται πλέον από κάποιο έννομο συμφέρον. Η σχετική με το θέμα αυτό νομολογία ισχύει τόσο στην περίπτωση αγωγής λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού, την οποία ασκεί ένας τρίτος, όσο και στην περίπτωση που ο δικαιούχος διασπασμένου δικαιώματος ζητεί έννομη προστασία. Πράγματι, το εμπόδιο στις συναλλαγές που απορρέει από απαγόρευση που επικαλείται ένας τρίτος, δεν είναι συνέπεια της διαφοράς των εθνικών νομοθεσιών αλλά της αποκλειστικότητας σε ορισμένη επικράτεια του εν λόγω προστατευόμενου δικαιώματος. Υπό αυτές τις συνθήκες, το αν εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο, πρέπει να εκτιμηθεί περισσότερο σε σχέση με τη δικαιολογημένη προστασία δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης, παρά σύμφωνα με τα λιγότερο αυστηρά κριτήρια της νομολογίας «Cassis de Dijon».
Αντίθετα, ακόμη και αν δεν είναι δυνατό να γίνει επίκληση του άρθρου 36 για να απαγορευτεί αυτή καθαυτή η χρησιμοποίηση ενός διακριτικού σημείου, επειδή υπάρχει κίνδυνος παραπλανήσεως, το εθνικό δίκαιο που απαγορεύει τον αθέμιτο ανταγωνισμό εξακολουθεί να εφαρμόζεται για να εκτιμηθούν τα υπόλοιπα στοιχεία που αποτελούν ένδειξη ελλείψεως έντιμης συμπεριφοράς εκ μέρους εκείνου ο οποίος χρησιμοποιεί το σημείο. Η εφαρμογή των προϋποθέσεων του εθνικού δικαίου που επιτρέπουν την άσκηση αγωγής επί παραλείψει χρησιμοποιήσεως περιορίζεται εντούτοις από τις απαιτήσεις που θέτει το κοινοτικό δίκαιο. Ως προς το σημείο αυτό, η Επιτροπή τονίζει ιδίως ότι το να απαγορευτεί γενικά σε επιχείρηση, η οποία ανήκε σε όμιλο επιχειρήσεων να συνεχίσει να χρησιμοποιεί σε ένα κράτος μέλος το διακριτικό σημείο που ήταν κοινό για τον όμιλο, με την αιτιολογία ότι υπάρχει κίνδυνος παραπλανήσεως του καταναλωτή, είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 30. Θεωρεί, ότι στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, ο καταναλωτής αγνοεί εκ των προτέρων από ποιο μέλος του ομίλου και από ποιο κράτος μέλος προέρχεται ένα προϊόν που τίθεται σε κυκλοφορία υπό την κοινή επωνυμία του ομίλου. Δεν έχει σημασία ούτε το γεγονός ότι ο καταναλωτής συνδέει ορισμένη ποιότητα με τα εμπορεύματα που πωλούνται υπό ορισμένη επωνυμία. Αν το φάσμα των προϊόντων που προσφέρει ο κλάδος που εξακολουθεί να υφίσταται είναι ποιοτικά πολύ διαφορετικό από το φάσμα των προϊόντων του ομίλου που υπήρχε, η αρχή της αναλογικότητας επιτρέπει, το πολύ, να απαιτηθεί να συνοδεύεται το διακριτικό σημείο από συμπληρωματικές ενδείξεις που να αποκλείουν οποιαδήποτε σύγχυση. Από τη διάταξη περί παραπομπής δεν συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν τέτοιες ιδιαίτερες συνθήκες αθέμιτης συμπεριφοράς.
III — Προφορική διαδικασία
Η επιχείρηση Th. Kohl KG, ενάγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τον Helmut Eichmann, δικηγόρο Μονάχου, οι επιχειρήσεις Ringelhan & Rennett SA και Ringelhan Einrichtungs GmbH, εναγόμενες στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενες από τον Jochen Pagenberg, δικηγόρο Μονάχου, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Martin Seidel, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Christoph Bail,
μέλος της νομικής της υπηρεσίας, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στη συνεδρίαση της 28ης Ιουνίου 1984.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 11ης Αυγούστου 1983, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Αυγούστου 1983, το Landgericht München Ι υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, προκειμένου να μπορέσει να αποφανθεί σχετικά με το αν συμβιβάζεται μια διάταξη της γερμανικής νομοθεσίας περί αθέμιτου ανταγωνισμού με αυτό το άρθρο.
2
Το άρθρο 3 του γερμανικού νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού («Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb») προβλέπει απαγόρευση των «στοιχείων που είναι δυνατό να παραπλανήσουν (το κοινό) ως προς... την καταγωγή ... ορισμένων εμπορευμάτων... ή την πηγή εφοδιασμού (τους)...». Όποιος παρέχει τέτοια στοιχεία στις οικονομικές του συναλλαγές για λόγους ανταγωνισμού μπορεί να υποχρεωθεί δικαστικώς να παύσει να τα χρησιμοποιεί.
3
Τη διάταξη αυτή επικαλέστηκε η εξειδικευμένη στην κατασκευή και εγκατάσταση εξοπλισμού φαρμακείων επιχείρηση Kohl, με έδρα το Regensburg, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά της χρησιμοποιήσεως εκ μέρους επιχειρήσεως εγκατεστημένης στη Γαλλία, που εμπορεύεται στη γερμανική αγορά τους ίδιους εξοπλισμούς με αυτή, διακριτικού σημείου το οποίο προηγουμένως χρησιμοποιούσε όμιλος επιχειρήσεων διευθυνόμενος από τη γερμανική εταιρία Ringelhan & Rennett.
4
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η γαλλική εταιρία Ringelhan & Rennett SA, με έδρα το Annecy, Γαλλία, ιδρύθηκε το 1971 ως θυγατρική εταιρία της γερμανικής εταιρίας Ringelhan & Rennett. Ο όμιλος που σχηματίστηκε με αυτό τον τρόπο χρησιμοποίησε τα αρχικά «r + r», με άσπρα γράμματα σε κόκκινο βάθος, ως διακριτικό γνώρισμα των επιχειρήσεων που αποτελούσαν μέρος του ομίλου. Μετά την πτώχευση και τη λύση της γερμανικής εταιρίας Ringelhan & Rennett που επήλθαν το 1982, η γαλλική εταιρία, που εν τω μεταξύ εκχωρήθηκε σε τρίτο, συνέχισε να χρησιμοποιεί το διακριτικό σημείο μετά από σχετική άδεια του συνδίκου πτωχεύσεως της γερμανικής εταιρίας. Για τη διάθεση των εν λόγω εξοπλισμών στη γερμανική αγορά, η γαλλική εταιρία χρησιμοποίησε το νέο αντιπρόσωπό της στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τη γερμανική εταιρία Ringelhan Einrichtungs GmbH, με έδρα το Oberhausen.
5
Η επιχείρηση Kohl προσάπτει στις εταιρίες Ringelhan & Renneu SA (τη γαλλική εταιρία) και Ringelhan Einrichtungs GmbH (τη νέα γερμανική εταιρία) ότι αναφέρθηκαν κατά τις εμπορικές τους συναλλαγές και τη διαφήμιση των εμπορευμάτων τους στη γερμανική αγορά, στα αρχικά «r + r» χωρίς να διευκρινίσουν ότι δεν υπάρχει πλέον καμιά νομική ή οικονομική σχέση με την παλιά γερμανική εταιρία Ringelhan & Rennett που στην εποχή της έχαιρε μεγάλης φήμης στον εν λόγω κλάδο. Επομένως, και οι δύο εταιρίες Ringelhan που υπάρχουν σήμερα παραπλάνησαν το γερμανικό κοινό.
6
Τα γερμανικά δικαστήρια, τα οποία έκριναν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δέχθηκαν την αιτίαση της επιχείρησης Kohl καθόσον, ελλείψει ενδείξεως ότι δεν υπάρχει καμία σχέση με την παλιά γερμανική επιχείρηση, η διαφήμιση που χρησιμοποιούν οι δύο σημερινές εταιρίες Ringelhan μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι τα εμπορεύματα προέρχονταν από την παλιά επιχείρηση και όχι από αλλοδαπή επιχείρηση. Με τις αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων πριν από την κύρια δίκη, οι δύο εταιρίες διατάχθηκαν να παύσουν προσωρινώς τη χρησιμοποίηση του διακριτικού σημείου.
7
Το Landgericht München Ι που επελήφθη της υποθέσεως υποστηρίζει την άποψη ότι η εκ μέρους της γαλλικής επιχειρήσεως χρησιμοποίηση του διακριτικού σημείου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι ανεπίτρεπτη σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο περί ανταγωνισμού, παρόλο που η χρησιμοποίηση του στη Γαλλία είναι νόμιμη, δεδομένου ότι το κοινό του οικείου οικονομικού κλάδου στη Γερμανία μπορεί να θεωρήσει ότι αυτό το διακριτικό σημείο αναφέρεται στη γερμανική επιχείρηση που δεν υπάρχει πλέον ή εν πάση περιπτώσει στον όμιλο επιχειρήσεων που επίσης δεν υπάρχει πλέον και, επομένως, αυτή η χρησιμοποίηση είναι παραπλανητική κατά την έννοια του άρθρου 3 του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού.
8
Ξεκινώντας από αυτή την άποψη, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως του διακριτικού σημείου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από τη γαλλική επιχείρηση αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και, σε περίπτωση που η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική, αν έχει σημασία σχετικώς ο βαθμός παραπλανήσεως.
9
Με το ερώτημα αυτό, το παραπέμπον δικαστήριο θέλει να μάθει αν νομοθετικές διατάξεις κράτους μέλους σχετικά με τον αθέμιτο ανταγωνισμό πρέπει να θεωρηθούν ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, καθόσον επιτρέπουν να απαγορευθεί σε επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος μέλος η χρησιμοποίηση διακριτικού σημείου που νομίμως χρησιμοποιείται σ' αυτό το άλλο κράτος μέλος, για το μόνο λόγο ότι αυτό το σημείο χρησιμοποιόταν προηγουμένως από όμιλο επιχειρήσεων, του οποίου η επιχείρηση αυτή αποτελούσε μέλος από κοινού με επιχείρηση που είχε την έδρα της στο πρώτο κράτος μέλος και της οποίας εν τω μεταξύ επήλθε η λύση και για το λόγο ότι το σημείο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί από το κοινό ότι αναφέρεται στην επιχείρηση ή τον όμιλο επιχειρήσεων που έπαυσαν να υφίστανται.
10
Ως προς αυτό πρέπει κατ' αρχάς να παρατηρηθεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η επιχείρηση που ζητεί την απαγόρευση χρησιμοποιήσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας του εν λόγω διακριτικού σημείου δεν στηρίζεται στο ότι η ίδια είναι κάτοχος δικαιώματος επί διακριτικού σημείου που μπορεί να συγκριθεί με το εν λόγω σημείο ή επί άλλου δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας όπως είναι το εμπορικό σήμα και ότι η χρησιμοποίηση του επίδικου σημείου από τη γαλλική επιχείρηση μπορεί να θίξει τα δικαιώματα αυτά ή ότι μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση στο γερμανικό κοινό μεταξύ των δικών της προϊόντων και των προϊόντων που προέρχονται από τη γαλλική επιχείρηση. Περιορίστηκε να υποστηρίξει ότι η χρησιμοποίηση του επίδικου σημείου είναι «irreführend» (ικανή να παραπλανήσει) για το μόνο λόγο ότι μπορεί να θεωρηθεί από το γερμανικό κοινό ότι αναφέρεται σε άλλη γερμανική επιχείρηση που εν τω μεταξύ έπαυσε να υφίσταται.
11
Υπό τις συνθήκες αυτές, με το ερώτημα που υποβλήθηκε αμφισβητείται το αν είναι σύμφωνη με τη Συνθήκη διάταξη εθνικού νόμου που επιτρέπει να απαγορευθεί η χρησιμοποίηση διακριτικού σημείου από επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος μέλος, ενώ η χρησιμοποίηση του εν λόγω διακριτικού σημείου είναι νόμιμη σε αυτό το άλλο κράτος μέλος και ήταν επίσης νόμιμη στο κράτος μέλος εισαγωγής των εμπορευμάτων που πωλούσε η εν λόγω επιχείρηση μέχρι τη λύση του ομίλου επιχειρήσεων, μέλη του οποίου ήταν η επιχείρηση αυτή καθώς και μια εταιρία εγκατεστημένη στο κράτος μέλος εισαγωγής.
12
Η επιχείρηση Kohl, ενάγουσα στην κύρια δίκη, και η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ανέφεραν σχετικά ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου τα εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο που απορρέουν από τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών πρέπει να θεωρούνται θεμιτά κατά το μέτρο που, λόγω ελλείψεως κοινής ρυθμίσεως, μια τέτοια νομοθεσία που εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα είναι αναγκαία για να ικανοποιούνται επιτακτικές ανάγκες που έχουν σχέση ιδίως με την προστασία των καταναλωτών και την εντιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές.
13
Σύμφωνα με την άποψη των εταιριών Ringelhan, εναγομένων στην κύρια δίκη, της κυβέρνησης της Γαλλικής Δημοκρατίας και της Επιτροπής, η νομολογία αυτή δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση όπως η προκειμένη, κατά την οποία το εμπόδιο στο εμπόριο που δημιουργήθηκε από την εφαρμογή του εθνικού νόμου είναι το αποτέλεσμα της πτώχευσης γερμανικής εταιρίας και της λύσης του ομίλου, μέλη του οποίου ήταν η ίδια και μια γαλλική εταιρία. Δεν επιτρέπεται τα πραγματικά αυτά περιστατικά να έχουν ως συνέπεια να μπορεί ένας ανταγωνιστής στη γερμανική αγορά να επικαλεστεί την προστασία των καταναλωτών, εφόσον πριν από την έκλειψη του ομίλου δεν είχε τη δυνατότητα να επικαλείται την εν λόγω προστασία.
14
Κατ' αρχάς πρέπει να εξεταστεί το ερώτημα αν εθνικές νομοθετικές διατάξεις, παρόμοιες με αυτή που αμφισβητείται στην παρούσα υπόθεση, μπορούν να θεωρηθούν από την άποψη της επίδρασης τους στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, ότι εφαρμόζονται αδιακρίτως τόσο στα εγχώρια όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα. Πράγματι, υπό αυτή την προϋπόθεση εφαρμόζεται η νομολογία του Δικαστηρίου που επικαλέστηκαν η επιχείρηση Kohl και η γερμανική κυβέρνηση, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο ιδίως με την απόφαση του της 17ης Ιουνίου 1981 στην υπόθεση 113/80 (Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1981, σ. 1625).
15
Τα πραγματικά περιστατικά που εξακρίβωσε το εθνικό δικαστήριο και τα οποία προκύπτουν από τη διάταξη παραπομπής, επιτρέπουν τη διαπίστωση ότι αυτή η προϋπόθεση δεν πληρούται στην προκειμένη περίπτωση. Πργματικά, ακόμη και αν μια διάταξη εθνικού νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού εφαρμόζεται αδιακρίτως στην εμπορία εγχωρίων και εισαγομένων εμπορευμάτων, αυτή η διάταξη δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην προϋπόθεση που αναφέρθηκε πιο πάνω, εφόσον ερμηνεύεται κατά τρόπο που καθιστά δυνατή την απαγόρευση χρησιμοποιήσεως διακριτικού σημείου μόνο επειδή το κοινό μπορεί να παραπλανηθεί ως προς την εγχώρια ή αλλοδαπή προέλευση των εμπορευμάτων, χωρίς να διαπιστώνονται άλλα ειδικά περιστατικά που να αποδεικνύουν την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού. Σ' αυτή την περίπτωση, η διάταξη αυτή αφορά στην πραγματικότητα αποκλειστικά και μόνο την εμπορία εισαγομένων προϊόντων.
16
Καθόσον μπορεί από τη διάταξη ενός τέτοιου νόμου να συναχθεί η επιβολή παρόμοιας απαγορεύσεως, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ρυθμίζει κατά τρόπο ενιαίο την εμπορία των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων.
17
Ομοίως, επιτρέπει τη δημιουργία στεγανών στο εσωτερικό της κοινής αγοράς που συνιστά περιορισμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου, απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
18
Η γερμανική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ακόμη ότι η επίδικη διάταξη του εθνικού νόμου μπορεί, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι αντίθετη προς το άρθρο 30, να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης, δεδομένου ότι η προστασία των καταναλωτών εμπίπτει στο ευρύτερο νόημα της κατά το άρθρο αυτό έννοιας της δημόσιας τάξης.
19
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Όποια και αν είναι η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην έννοια της δημόσιας τάξης, αυτή δεν μπορεί να διευρυνθεί τόσο ώστε να συμπεριλάβει λόγους προστασίας των καταναλωτών. Από την προαναφερθείσα απόφαση της 17ης Ιουνίου 1981 προκύπτει ότι τέτοιοι λόγοι μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εξακριβωθεί αν μέτρα που εφαρμόζονται αδιακρίτως στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα εμπίπτουν στις απαγορεύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 30 εν τούτοις, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμό των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 36.
20
Συνεπώς, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι απαγορεύσεις που προβλέπονται σ' αυτό εφαρμόζονται στη νομοθεσία κράτους μέλους περί αθέμιτου ανταγωνισμού, εφόσον η νομοθεσία αυτή επιτρέπει να απαγορευθεί σε επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος μέλος η χρησιμοποίηση διακριτικού σημείου που νομίμως χρησιμοποιείται σ' αυτό το άλλο κράτος μέλος, για το μόνο λόγο ότι το σημείο αυτό χρησιμοποιόταν προηγουμένως από όμιλο επιχειρήσεων του οποίου η επιχείρηση αυτή αποτελούσε μέλος από κοινού με επιχείρηση που είχε την έδρα της στο πρώτο κράτος μέλος και της οποίας εν τω μεταξύ επήλθε η λύση και ότι το σημείο αυτό θα μπορούσε γι' αυτό να θεωρηθεί από το κοινό ότι αναφέρεται στην επιχείρηση ή τον όμιλο που εξέλειψαν.
Επί των δικαστικών εξόδων
21
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Landgericht München Ι με διάταξη της 9ης Ιουνίου 1983, αποφαίνεται:
Οι απαγορεύσεις που προβλέπονται στο άθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ εφαρμόζονται στη νομοθεσία κράτους μέλους περί αθέμιτου ανταγωνισμού, εφόσον η νομοθεσία αυτή επιτρέπει να απαγορευθεί σε επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος μέλος η χρησιμοποίηση διακριτικού σημείου που νομίμως χρησιμοποιείται σ' αυτό το άλλο κράτος μέλος, για το μόνο λόγο ότι το σημείο αυτό χρησιμοποιόταν προηγουμένως από όμιλο επιχειρήσεων του οποίου η επιχείρηση αυτή αποτελούσε μέλος από κοινού με επιχείρηση που είχε την έδρα της στο πρώτο κράτος μέλος και της οποίας εν τω μεταξύ επήλθε η λύση και ότι το σημείο αυτό θα μπορούσε γι' αυτό να θεωρηθεί από το κοινό ότι αναφέρεται στην επιχείρηση ή τον όμιλο που εξέλειψαν.
Mackenzie Stuart
Bosco
Due
Κακούρης
O'Keeffe
Koopmans
Everling
Bahlmann
Galmot
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Νοεμβρίου 1984.
Κατ' εντολή του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
Full & Egal Universal Law Academy