Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική πολιτική — Προσέγγιση νομοθεσιών — Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων — Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων — Οδηγία 77/187 — Πεδίο εφαρμογής — Μεταβίβαση επιχειρήσεως που κηρύχτηκε σε πτώχευση — Αποκλείεται — Μεταβίβαση επιχειρήσεως στο πλαίσιο διαδικασίας προληπτικού της πτωχεύσεως συμβιβασμού — Περιλαμβάνεται
( Οδηγία του Συμβουλίου 77/187 , άρθρο 1 , παράγραφος 1 )
Περίληψη
Το άρθρο 1 , παράγραφος 1 , της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου , δεν έχει εφαρμογή στη μεταβίβαση επιχειρήσεως , εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως όταν ο εκχωρητής κηρύχτηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως , εξυπακουομένου ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση για την οποία πρόκειται περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία , χωρίς πάντως να θίγεται η ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρ μόζουν στη μεταβίβαση αυτή , κατά τρόπο αυτόνομο , τις αρχές της οδηγίας . Πάντως , η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στη μεταβίβαση επιχειρήσεως εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως σε άλλο επιχειρηματικό φορέα , όταν γίνεται στο πλαίσιο διαδικασίας παρόμοιας με τη διαδικασία του « surceance van betaling » ( προληπτικού της πτωχεύσεως συμβιβασμού ) του ολλανδικού δικαίου .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 179/83
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Arrondissementsrechtbank της Χάγης προς το Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης , με την οποία ζητεί , στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
1 ) Industriebond FNV , ένωση με νομική προσωπικότητα ,
2 ) Federatie Nederlandse Vakbeweging ( FNV ), ένωση με νομική προσωπικότητα
και
Ολλανδικού Δημοσίου ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου , της 14ης Φεβρουαρίου 1977 , περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών , σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων , εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ( EE ειδ . έκδ . 05/002 , σ . 171 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 16ης Αυγούστου 1983 , που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Αυγούστου του ιδίου έτους , ο πρόεδρος του Arrondissementsrechtbank της Χάγης υπέβαλε , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1 , παράγραφος 1 , της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου , της 14ης Φεβρουαρίου 1977 , περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών , σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων , εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ( EE ειδ . έκδ . 05/002 , σ . 171 ).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων , που υπέβαλαν οι Industriebond FNV και η Federatie Nederlandse Vakbeweging κατά του Ολλανδικού Δημοσίου , με την οποία ζήτησαν « να ανακληθεί ή να κριθεί ανίσχυρο ή ανεφάρμοστο το τμήμα της εγκυκλίου του Υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων και Εργασίας , της 17ης Μα ΐου 1983 , με την οποία κλήθηκαν οι διευθυντές — κύριοι επιθεωρητές εργασίας , και πληροφορήθηκαν οι διευθυντές των περιφερειακών γραφείων εργασίας , να μη λαμβάνουν υπόψη τα άρθρα 1639 αα ) επ . του Ολλανδικού Αστικού Κώδικα κατά την εξέταση των αιτήσεων περί εγκρίσεως απολύσεων σε περίπτωση πτωχεύσεως ή « προληπτικού της πτωχεύσεως συμβιβασμού » .
3 Τα άρθρα 1639 αα ) και 1639 ββ ) του Ολλανδικού Αστικού Κώδικα ορίζουν στην ουσία ότι λόγω της μεταβιβάσεως μιας επιχειρήσεως , όπως καθορίζεται με τις διατάξεις αυτές , « ο εκδοχέας υπεισέρχεται αυτοδικαίως στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εργοδότη της επιχείρησης αυτής από σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου που αυτός απασχολεί κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως . Εντούτοις , ο προηγούμενος εργοδότης ευθύνεται από κοινού με τον εκδοχέα και για ένα επιπλέον έτος μετά την ημερομηνία μεταβιβάσεως για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας , οι οποίες γεννήθηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή » . Οι διατάξεις αυτές προστέθηκαν με το νόμο της 15ης Μαρτίου 1981 προκειμένου να εφαρμοστεί η οδηγία 77/187 του Συμβουλίου , της 14ης Φεβρουαρίου 1977 .
4 H εν λόγω οδηγία 77/187 , την οποία εξέδωσε το Συμβούλιο βάσει , κυρίως , του άρθρου 100 της Συνθήκης , αποβλέπει , σύμφωνα με τις αιτιολογικές της σκέψεις , στην « προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα και ιδιαίτερα στην εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους » . Για το σκοπό αυτό ορίζει , στο άρθρο 3 , παράγραφος 1 , ότι « τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως ... μεταβιβάζονται , εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής , στον εκδοχέα » . Το άρθρο 4 , παράγραφος 1 , εξασφαλίζει την προστασία των ενδιαφερόμενων εργαζομένων από απολύσεις εκ μέρους του εκχωρητή ή του εκδοχέα , υπό την επιφύλαξη , πάντως , « απολύσεων που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς , τεχνικούς ή οργανώσεως που προϋποθέτουν μεταβολές στο επίπεδο της απασχολήσεως » . Επιπλέον , το άρθρο 6 της οδηγίας επιβάλλει στον εκχωρητή και στον εκδοχέα ορισμένες υποχρεώσεις πληροφορήσεως και διαβουλεύσεως με τους αντιπροσώπους των επηρεαζομένων από τη μεταβίβαση εργαζομένων . Τέλος , το άρθρο 7 διευκρινίζει ότι η οδηγία « δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν ή να εισάγουν διατάξεις ... περισσότερο ευνοϊκές για τους εργαζομένους » .
5 Θεωρώντας ότι η απόφαση που έπρεπε να εκδώσει εξαρτιόταν από ζήτημα σχετικό με την ερμηνεία της προαναφερόμενης οδηγίας 77/187 , ο πρόεδρος του Arrondissementsrechtbank της Χάγης ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα :
« Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 , παράγραφος 1 , της οδηγίας 77/187/EOK εκτείνεται και στην περίπτωση κατά την οποία ο εκχωρών την επιχείρηση έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή έχει επιτύχει προληπτικό της πτωχεύσεως συμβιβασμό ; »
6 Το ερώτημα αυτό είναι ταυτόσημο με ένα ερώτημα που υποβλήθηκε στην υπόθεση 135/83 ( Abels ), επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση σήμερα .
7 Με την απόφαση αυτή , όσον αφορά το εν λόγω ερώτημα , το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι :
« Το άρθρο 1 , παράγραφος 1 , της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου , της 14ης Φεβρουαρίου 1977 , δεν έχει εφαρμογή στη μεταβίβαση επιχειρήσεως , εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως υπό περιστάσεις στις οποίες ο εκχωρητής κηρύχτηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως , νοουμένου ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση για την οποία πρόκειται περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία , χωρίς πάντως να θίγεται η ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν στη μεταβίβαση αυτή , κατά τρόπο αυτόνομο , τις αρχές της οδηγίας . Πάντως , το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στη μεταβίβαση σε άλλο επιχειρηματικό φορέα επιχειρήσεως , εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως , που γίνεται στο πλαίσιο διαδικασίας παρόμοιας με τη διαδικασία του ‛‛ surseance van betaling ’’ ( δικαστικού διακανονισμού ). »
8 Ως προς το σκεπτικό το Δικαστήριο παραπέμπει στην προαναφερόμενη απόφαση , οι σκέψεις της οποίας αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας απόφασης .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
9 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική και η Δανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο , δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε ο πρόεδρος του Arrondissementsrechtbank της Χάγης , με Διάταξη της 16ης Αυγούστου 1983 , αποφασίζει :
Το άρθρο 1 , παράγραφος 1 , της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου , της 14ης Φεβρουαρίου 1977 , δεν έχει εφαρμογή στη μεταβίβαση επιχειρήσεως , εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως όταν ο εκχωρητής κηρύχτηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως , εξυπακουομένου ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση για την οποία πρόκειται περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία , χωρίς πάντως να θίγεται η ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν στη μεταβίβαση αυτή , κατά τρόπο αυτόνομο , τις αρχές της οδηγίας . Πάντως , η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στη μεταβίβαση επιχειρήσεως εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως σε άλλο επιχειρηματικό φορέα , όταν γίνεται στο πλαίσιο διαδικασίας παρόμοιας με τη διαδικασία του « surseance van betaling « ( προληπτικού της πτωχεύσεως συμβιβασμού ).
Full & Egal Universal Law Academy