Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Κοινωνική πολιτική — Προσέγγιση νομοθεσιών — Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων — Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων — Οδηγία 77/187 — Πεδίο εφαρμογής — Μεταβίβαση επιχειρήσεως που κηρύχτηκε σε πτώχευση — Αποκλείεται — Μεταβίβαση επιχειρήσεως στο πλαίσιο διαδικασίας προληπτικού της πτωχεύσεως συμβιβασμού — Περιλαμβάνεται
( Οδηγία του Συμβουλίου 77/187 , άρθρο 1 , παράγραφος 1 )
2 . Κοινωνική πολιτική — Προσέγγιση νομοθεσιών — Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων — Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων — Οδηγία 77/187 — Πεδίο εφαρμογής — Εργαζόμενοι που δεν ανήκουν στο μεταβιβαζόμενο τμήμα της επιχείρησης — Αποκλείονται
( Οδηγία του Συμβουλίου 77/187 , άρθρο 3 , παράγραφος 1 )
Περίληψη
1 . Το άρθρο 1 , παράγραφος 1 , της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου , δεν έχει εφαρμογή στη μεταβίβαση επιχειρήσεως , εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως όταν ο εκχωρητής κηρύχτηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως , εξυπακουομένου ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση για την οποία πρόκειται περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία , χωρίς πάντως να θίγεται η ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν στη μεταβί βαση αυτή , κατά τρόπο αυτόνομο , τις αρχές της οδηγίας . Πάντως , η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στη μεταβίβαση επιχειρήσεως εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως σε άλλο επιχειρηματικό φορέα , όταν γίνεται στο πλαίσιο διαδικασίας παρόμοιας με τη διαδικασία του « surseance van betaling » ( προληπτικού της πτωχεύσεως συμβιβασμού ) του ολλανδικού δικαίου .
2 . Το άρθρο 3 , παράγραφος 1 , της οδηγίας 77/187 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης και συνήφθη με τους εργαζομένους οι οποίοι , καίτοι δεν ανήκουν στο μεταβιβαζόμενο τμήμα της επιχείρησης , ασκούν ορισμένες δραστηριότητες που συνεπάγονται τη χρησιμοποίηση μέσων εκμεταλλεύσεως που διατίθενται στο τμήμα της επιχείρησης το οποίο έχει μεταβιβαστεί ή οι οποίοι , απασχολούμενοι στη διοικητική υπηρεσία της επιχείρησης που δεν έχει μεταβιβαστεί , εκτελούσαν ορισμένα καθήκοντα προς όφελος του μεταβιβασθέντος τμήματος .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 186/83
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Kantonrechter του Ρόττερνταμ , προς το Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης , με την οποία ζητεί , στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Arie Botzen και λοιποί
και
Rotterdamsche Droogdok Maatschappij BV ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου , της 14ης Φεβρουαρίου 1977 , περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών , σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων , εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ( EE ειδ . έκδ . 05/002 , σ . 171 )
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 25ης Αυγούστου 1983 , που περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους , το Kantonrechter του Ρόττερνταμ υπέβαλε , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου , της 14ης Φεβρουαρίου 1977 , περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών , σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων , εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ( EE ειδ . έκδ . 05/002 , σ . 171 ).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαδικασίας που κίνησε ο Arie Botzen και λοιποί κατά της Rotterdamsche Droogdok Maatschappij BV .
3 Οι ενάγοντες στην κύρια δίκη ήταν υπάλληλοι της Rotterdamsche Droogdok Maatschappij Heijplaat BV ( στο εξής : « πρώην RDM » ), η οποία κηρύχτηκε σε πτώχευση στις 6 Απριλίου 1983 . Προκειμένου να αποφευχθεί η οριστική διάλυση της πρώην RDM και για να διαφυλαχτεί ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός θέσεων εργασίας , ιδρύθηκε από 30 Μαρτίου 1983 μια νέα εταιρία , η Rotterdamsche Droogdok Maatschappij BV ( στο εξής « νέα RDM » ).
4 Στις 7 Απριλίου 1983 , συνήφθη συμφωνία μεταξύ της πρώην RDM και της νέας RDM . Κατά τη συμφωνία αυτή , η νέα RDM ανέλαβε ορισμένα τμήματα της επιχείρησης , συμπεριλαμβανομένου του συνόλου του προσωπικού που εργαζόταν στα τμήματα αυτά , επιπλέον δε ανέλαβε ορισμένο αριθμό υπαλλήλων των τμημάτων που δεν μεταβιβάστηκαν , δηλαδή των γενικών και διοικητικών υπηρεσιών . Αντίθετα , οι άλλοι υπάλληλοι , μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες στην κύρια δίκη , απολύθηκαν από τους συνδίκους της πρώην RDM .
5 Θεωρώντας ότι η απόλυση αυτή ήταν άκυρη , καθόσον εισήλθαν αυτοδικαίως κατά το χρόνο της μεταβίβασης στην υπηρεσία της νέας RDM , οι ενάγοντες της κύριας δίκης ήγειραν αγωγή κατά της τελευταίας ενώπιον του Kantonrechter του Ρόττερνταμ , με την οποία ζήτησαν την καταβολή του οφειλόμενου μισθού από 7ης Απριλίου 1983 μέχρι την ημέρα που θα τερματιστεί η εργασιακή σχέση . Εξάλλου , ζήτησαν , ως προσωρινό μέτρο , να υποχρεωθεί η νέα RDM να τους καταβάλει , από τις 7 Απριλίου 1983 ή , επικουρικώς , από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως , μηνιαίως ποσό ισοδύναμο προς το μισθό τους και να τους επιτρέψει να εκτελούν τη συνήθη εργασία τους . Προς στήριξη της αγωγής τους , προβάλλουν ότι η συναλλαγή για την οποία πρόκειται πρέπει να θεωρηθεί ως μεταβίβαση επιχειρήσεως ή τμήματος επιχειρήσεως κατά την έννοια των άρθρων 1639 αα ) και 1639 ββ ) του Ολλανδικού Αστικού Κώδικα , τα οποία προστέθηκαν με το νόμο της 15ης Μα ΐου 1981 για την εφαρμογή της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου , της 14ης Φεβρουαρίου 1977 .
6 H εν λόγω οδηγία 77/187 , την οποία εξέδωσε το Συμβούλιο βάσει , κυρίως , του άρθρου 100 της Συνθήκης , αποβλέπει , σύμφωνα με τις αιτιολογικές της σκέψεις , στην « προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα και ιδιαίτερα στην εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους » . Για το σκοπό αυτό ορίζει , στο άρθρο 3 , παράγραφος 1 , ότι « τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως ... μεταβιβάζονται , εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής , στον εκδοχέα » . Το άρθρο 4 , παράγραφος 1 , εξασφαλίζει την προστασία των ενδιαφερόμενων εργαζομένων από απολύσεις εκ μέρους του εκχωρητή ή του εκδοχέα , υπό την επιφύλαξη , πάντως , « απολύσεων που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς , τεχνικούς ή οργανώσεως που προϋποθέτουν μεταβολές στο επίπεδο της απασχολήσεως » . Επιπλέον , το άρθρο 6 της οδηγίας επιβάλλει στον εκχωρητή και στον εκδοχέα ορισμένες υποχρεώσεις πληροφορήσεως και διαβουλεύσεως με τους αντιπροσώπους των επηρεαζομένων από τη μεταβίβαση εργαζομένων . Τέλος , το άρθρο 7 διευκρινίζει ότι η οδηγία « δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν ή να εισάγουν διατάξεις ... περισσότερο ευνοϊκές για τους εργαζομένους » .
7 Θεωρώντας ότι η απόφαση που έπρεπε να εκδώσει εξαρτιόταν από ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία της προαναφερόμενης οδηγίας 77/187 , ο Kantonrechter του Ρόττερνταμ ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα :
« 1 ) Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 , παράγραφος 1 , της οδηγίας 77/187/EOK εκτείνεται επίσης στην περίπτωση κατά την οποία ο εκχωρών την επιχείρηση έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή έχει επιτύχει δικαστικό διακανονισμό ;
2 ) Το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας εκτείνεται επίσης στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εκχωρητή από συμβάσεις εργασίας που υφίστανται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης και έχουν συναφθεί με εργαζομένους οι οποίοι δεν ασκούν αποκλειστικά δραστηριότητες που συνεπάγονται τη χρησιμοποίηση μέσων εκμετάλλευσης που διατίθενται στο τμήμα της επιχείρησης που έχει μεταβιβαστεί ;
3 ) Το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας εκτείνεται επίσης στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εκχωρητή από συμβάσεις εργασίας που υφίστανται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης και έχουν συναφθεί με εργαζομένους απασχολούμενους σε διοικητική υπηρεσία της επιχείρησης ( πχ . στη γενική υπηρεσία εκμετάλλευσης , στην υπηρεσία προσωπικού κλπ . ) που εκτελούσε πράγματι εργασίες προς όφελος του μεταβιβασθέντος τμήματος της επιχείρησης , το οποίο όμως , αυτό καθαυτό , δεν είχε μεταβιβαστεί ; »
Επί του πρώτου ερωτήματος
8 Το πρώτο ερώτημα είναι ταυτόσημο με ένα ερώτημα που υποβλήθηκε στην υπόθεση 135/83 ( Abels ), επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση σήμερα .
9 Με την απόφαση αυτή , όσον αφορά το εν λόγω ερώτημα , το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι :
« Το άρθρο 1 , παράγραφος 1 , της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου , της 14ης Φεβρουαρίου 1977 , δεν έχει εφαρμογή στη μεταβίβαση επιχειρήσεως , εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως υπό περιστάσεις στις οποίες ο εκχωρητής κηρύχτηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως , νοουμένου ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση για την οποία πρόκειται περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία , χωρίς πάντως να θίγεται η ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν στη μεταβίβαση αυτή , κατά τρόπο αυτόνομο , τις αρχές της οδηγίας . Πάντως , το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στη μεταβίβαση σε άλλο επιχειρηματικό φορέα επιχειρήσεως , εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως , που γίνεται στο πλαίσιο διαδικασίας παρόμοιας με τη διαδικασία του ‛‛ surseance van betaling ’’ ( δικαστικού διακανονισμού ). »
10 Ως προς το σκεπτικό το Δικαστήριο παραπέμπει στην προαναφερόμενη απόφαση , οι σκέψεις της οποίας αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας απόφασης .
Επί του δευτέρου και τρίτου ερωτήματος
11 Το δεύτερο και τρίτο ερώτημα αφορούν ουσιαστικά το αν το άρθρο 3 , παράγραφος 1 , της οδηγίας 77/187 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης και συνήφθη με τους εργαζομένους οι οποίοι , καίτοι δεν ανήκουν στο μεταβιβα ζόμενο τμήμα της επιχείρησης , ασκούν ορισμένες δραστηριότητες που συνεπάγονται τη χρησιμοποίηση μέσων εκμεταλλεύσεως που διατίθενται στο τμήμα της επιχείρησης το οποίο έχει μεταβιβαστεί ή οι οποίοι , απασχολούμενοι στη διοικητική υπηρεσία της επιχείρησης που δεν έχει μεταβιβαστεί , εκτελούσαν ορισμένα καθήκοντα προς όφελος του μεταβιβασθέντος τμήματος .
12 Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη , « τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως , κατά την έννοια του άρθρου 1 , παράγραφος 1 , μεταβιβάζονται , εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής , στον εκδοχέα » .
13 Σχετικά , η Rotterdamsche Droogdok Maatschappij προβάλλει ότι η μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης αφορά μόνο τους εργαζομένους που απασχολούνται με πλήρες ωράριο ή ουσιαστικά με πλήρες ωράριο στο τμήμα της επιχείρησης το οποίο μεταβιβάστηκε και αποκλείει τους εργαζομένους που εκτελούν επιμέρους εργασίες σε διάφορες εγκαταστάσεις ή τμήματα εγκαταστάσεων και εκείνους οι οποίοι , καίτοι εργάζονται για περισσότερες εγκαταστάσεις ή τμήματα εγκαταστάσεων , περιλαμβάνονται στο εναπομένον προσωπικό .
14 Αντίθετα , η Επιτροπή θεωρεί ότι το μόνο καθοριστικό κριτήριο για τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων συνίσταται στο ερώτημα κατά πόσο μεταβιβάζεται ή όχι η υπηρεσία στην οποία ήταν τοποθετημένοι οι εργαζόμενοι και στο πλαίσιο της οποίας συγκεκριμενοποιήθηκε από οργανωτική άποψη η εργασιακή τους σχέση .
15 H άποψη της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή . Πράγματι , η εργασιακή σχέση χαρακτηρίζεται ουσιαστικά από το σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ του εργαζομένου και του τμήματος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης στην οποία τοποθετήθηκε για να ασκεί τα καθήκοντά του . Για να εκτιμηθεί αν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την εργασιακή σχέση μεταβιβάζονται , δυνάμει της οδηγίας 77/187 , λόγω μεταβιβάσεως της επιχείρησης , κατά την έννοια του άρθρου 1 , παράγραφος 1 , αρκεί επομένως να εξακριβωθεί σε ποιο τμήμα της επιχείρησης ή της εγκατάστασης ήταν τοποθετημένος ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος .
16 Επομένως , στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3 , παράγραφος 1 , της οδηγίας 77/187 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης και συνήφθη με τους εργαζομένους οι οποίοι , καίτοι δεν ανήκουν στο μεταβιβαζόμενο τμήμα της επιχείρησης , ασκούν ορισμένες δραστηριότητες που συνεπάγονται τη χρησιμοποίηση μέσων εκμεταλλεύσεως που διατίθενται στο τμήμα της επιχείρησης που έχει μεταβιβαστεί , ή οι οποίοι , απασχολούμενοι στη διοικητική υπηρεσία της επιχείρησης που δεν έχει μεταβιβαστεί , εκτελούσαν ορισμένα καθήκοντα προς όφελος του μεταβιβασθέντος τμήματος .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
17 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική και η Δανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο , δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Kantonrechter του Ρόττερνταμ , με απόφαση της 25ης Αυγούστου 1983 , αποφασίζει :
1 ) Το άρθρο 1 , παράγραφος 1 , της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου , της 14ης Φεβρουαρίου 1977 , δεν έχει εφαρμογή στη μεταβίβαση επιχειρήσεως , εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως όταν ο εκχωρητής κηρύχτηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως , εξυπακουομένου ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση για την οποία πρόκειται περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία , χωρίς πάντως να θίγεται η ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν στη μεταβίβαση αυτή , κατά τρόπο αυτόνομο , τις αρχές της οδηγίας . Πάντως , η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στη μεταβίβαση επιχειρήσεως εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως σε άλλο επιχειρηματικό φορέα , όταν γίνεται στο πλαίσιο διαδικασίας παρόμοιας με τη διαδικασία του « surseance van betaling » ( προληπτικού της πτωχεύσεως συμβιβασμού ).
2)Το άρθρο 3 , παράγραφος 1 , της οδηγίας 77/187 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης και συνήφθη με τους εργαζομένους οι οποίοι , καίτοι δεν ανήκουν στο μεταβιβαζόμενο τμήμα της επιχείρησης , ασκούν ορισμένες δραστηριότητες που συνεπάγονται τη χρησιμοποίηση μέσων εκμεταλλεύσεως που διατίθενται στο τμήμα της επιχείρησης το οποίο έχει μεταβιβαστεί ή οι οποίοι , απασχολούμενοι στη διοικητική υπηρεσία της επιχείρησης που δεν έχει μεταβιβαστεί , εκτελούσαν ορισμένα καθήκοντα προς όφελος του μεταβιβασθέντος τμήματος .
Full & Egal Universal Law Academy