Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
EKAX — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής χάλυβα — Χορήγηση πρόσθετων ποσοστώσεων — Προϋποθέσεις — Πραγματοποίηση , μετά από μια ημερομηνία αναφοράς , μειώσεων της παραγωγικής ικανότητας προβλεπομένων από τα προγράμματα αναδιαρθρώσεως ή απαιτουμένων από την Επιτροπή στις αποφάσεις της περί ενισχύσεων προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα — Κριτήρια αναφοράς — Χαρακτήρας αυθαίρετος ή εισάγων διακρίσεις — Δεν υφίσταται
[ Συνθήκη EKAX , άρθρο 58 , γενικές αποφάσεις 2177/83 , άρθρο 14 , στοιχείο β ), και 234/84 , άρθρο 14 , στοιχείο B ]
Περίληψη
Προβλέποντας ότι η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεως της παραγωγής χάλυβα πρόσθετες ποσοστώσεις σε μία επιχείρηση εφόσον αυτή πραγματοποίησε , μετά την 1η Ιανουαρίου 1980 , ορισμένες μειώσεις της παραγωγικής της ικανότητας που προβλέπονται στο σχέδιο αναδιαρθρώσεώς της ή τις έχει απαιτήσει η Επιτροπή με τις αποφάσεις της για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα , το άρθρο 14 β ) της γενικής αποφάσεως 2177/83 , όπως τροποποιήθηκε με τη γενική απόφαση 3280/83 και το άρθρο 14 B της γενικής αποφάσεως 234/84 δεν θεσπίζουν κριτήρια αυθαίρετα και εισάγοντα διακρίσεις .
Καταρχάς , η επιλογή της ημερομηνίας αναφοράς δεν ήταν ούτε αυθαίρετη ούτε εισήγαγε διακρίσεις . Εντασσόταν σ’ ένα σύνολο μέτρων που το αποτελούσαν διάφορα στοιχεία , τα οποία αφορούσαν κυρίως τον περιορισμό της παραγωγής και τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας στον κλάδο της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα και ήταν εναρμονισμένη προς τα υπόλοιπα στοιχεία της συνολικής αυτής ρύθμισης η οποία , με τη σειρά της , εντασσόταν στο πλαίσιο της χαλυβουργικής πολιτικής που χάραξαν βαθμιαία η Επιτροπή και το Συμβούλιο . Το γεγονός ότι η Επιτροπή προέβλεψε τη δυνατότητα αυξήσεως της παραγωγής αναφοράς , προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι προσπάθειες αναδιαρθρώσεως που είχαν καταβληθεί πριν από το 1980 , καθώς και το γεγονός ότι προέβλεψε τη χορήγηση πρόσθετων ποσοστώσεων για να αντισταθμίσει τις μειώσεις παραγωγικής ικανότητας που είχαν πραγματοποιηθεί πριν από την έναρξη του ως άνω έτους , αποκλείουν το ενδεχόμενο η Επιτροπή να ήθελε να ευνοήσει ορισμένες επιχειρήσεις ή κατηγορίες επιχειρήσεων , όπως εξάλλου επιβεβαίωσε η εφαρμογή του συστήματος .
Εξάλλου , σχετικά με την απαίτηση προγράμματος αναδιαρθρώσεως , πρέπει να γίνει δεκτό ότι ορθώς η Επιτροπή , ενόψει της οξύτητας της κρίσης στον τομέα του σιδήρου και του χάλυβα και των μέτρων που απαιτούνται για την αντιμετώπισή της , επιχειρεί να κατευθύνει τη διαδικασία της αναδιαρθρώσεως με ένα σύνολο μέτρων στα οποία εντάσσεται και το σύστημα των ποσοστώσεων , έτσι ώστε να μην είναι αυθαίρετο να απαιτηθεί , στο πλαίσιο αυτό , οι μειώσεις παραγωγικής ικανότητας για τις οποίες θα μπορούσαν να χορηγηθούν πρόσθετες ποσοστώσεις , να αποτελούν ενιαίο σύνολο και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που θέτει η Επιτροπή στις σχετικές με τις ενισχύσεις αποφάσεις της ή να εντάσσονται σε πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως της επιχειρήσεως που να συμβιβάζεται με τους γενικούς στόχους της αναδιαρθρώσεως που καθόρισαν τα κοινοτικά όργανα .
Τέλος , δεν μπορεί να επικριθεί η εισαγωγή , στο σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής , κριτηρίων που χρησιμοποιούνται στο σύστημα ενισχύσεων προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα , διότι και τα δύο αυτά συστήματα , όποιες και αν είναι οι διαφορές των νομικών τους ερεισμάτων και των κριτηρίων εφαρμογής , έχουν ως στόχο τους την αναδιάρθρωση . Επομένως , δεν είναι αυθαίρετο και δεν δημιουργεί διακρίσεις το να χρησιμοποιούνται τα στοιχεία που προκύπτουν από την εφαρμογή του ενός από τα συστήματα αυτά ως σημείο αναφοράς στο άλλο σύστημα .
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 211 και 212/83 , 77 και 78/84 ,
1 ) Krupp Stahl AG , με έδρα το Bochum , εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Κολωνίας K . Pfeiffer , K . H . Biedenkopf και P . Ossenbach , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο J . C . Wolter ,
προσφεύγουσα στις υποθέσεις 211/83 και 78/84 ,
2 ) Thyssen Stahl AG , με έδρα το Duisburg , εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Κολωνίας Deringer , Tessin , Herrmann και Sedemund , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο J . Loesch ,
προσφεύγουσα στις υποθέσεις 212/83 και 77/84 ,
υποστηριζόμενες από την
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας , εκπροσωπούμενη από τον M . Seidel , Ministerialrat του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας στη Βόννη , επικουρούμενο από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Φραγκφούρτης M . Zuleeg , με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ,
παρεμβαίνουσα στις υποθέσεις 211 και 212/83 , 77 και 78/84 ,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο R . Waegenbaur , επικουρούμενο από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Βερολίνου E . Grabitz , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ . Κρεμλή , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθής ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση των άρθρων 14 β ) ( και 14 B αντίστοιχα ) των γενικών αποφάσεων 2177/83/EKAX και 234/84/EKAX της Επιτροπής , της 28ης Ιουλίου 1983 και της 31ης Ιανουαρίου 1984 , για παράταση του συστήματος επιτήρησης των ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( EE 1983 , L 208 , σ . 1 και EE 1984 , L 29 , σ . 1 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Σεπτεμβρίου 1983 ( υπόθεση 211/83 ) και στις 21 Μαρτίου 1984 ( υπόθεση 78/84 ), η εταιρία Firma Krupp Stahl AG , με έδρα το Bochum , άσκησε , δυνάμει του άρθρου 33 , εδάφιο 2 , της Συνθήκης EKAX , δύο προσφυγές με τις οποίες ζητεί τη μερική ακύρωση του άρθρου 14 β ) της γενικής αποφάσεως 2177/83 της Επιτροπής , της 28ης Ιουλίου 1983 , για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( EE L 208 , σ . 1 ), όπως τροποποιήθηκε με τη γενική απόφαση 3280/83 της Επιτροπής , της 8ης Νοεμβρίου 1983 ( EE L 322 , σ . 35 ), καθώς και τη μερική ακύρωση του άρθρου 14 B της γενικής αποφάσεως 234/84 , της 31ης Ιανουαρίου 1984 , για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( EE L 29 , σ . 1 ).
2 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Σεπτεμβρίου 1983 ( υπόθεση 212/84 ) και στις 21 Μαρτίου 1984 ( υπόθεση 77/84 ), η εταιρία Thyssen Stahl Aktiengesellschaft , με έδρα το Duisburg , άσκησε , δυνάμει του άρθρου 33 , εδάφια 1 και 2 , της Συνθήκης EKAX , δύο προσφυγές με τις οποίες ζητεί τη μερική ακύρωση του άρθρου 14 β ) της γενικής αποφάσεως 2177/83 , όπως τροποποιήθηκε με τη γενική απόφαση 3280/83 , καθώς και τη μερική ακύρωση του άρθρου 14 B της γενικής αποφάσεως 234/84 .
3 Λόγω της συνάφειας των τεσσάρων υποθέσεων , το Δικαστήριο αποφάσισε με Διάταξη της 28ης Νοεμβρίου 1984 να τις ενώσει προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως . Και στις τέσσερις υποθέσεις έγινε δεκτή η παρέμβαση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υπέρ των αιτημάτων των προσφευγουσών εταιριών .
A — Το αντικείμενο της διαφοράς
4 Το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής για τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα θεσπίστηκε το 1980 βάσει του άρθρου 58 της Συνθήκης EKAX με τη γενική απόφαση 2794/80 της Επιτροπής , της 31ης Οκτωβρίου 1980 , περί καθορισμού ενός συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( EE ειδ . έκδ . 13/010 , σ . 50 ). Παρατάθηκε επανειλημμένα , μεταξύ άλλων με τις γενικές αποφάσεις 2177/83 και 234/84 , στις οποίες αναφέρεται η παρούσα διαφορά . Οι δύο αυτές αποφάσεις περιέχουν διάταξη που προβλέπει τη δυνατότητα χορηγήσεως πρόσθετων ποσοστώσεων στις επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες , μετά την 1η Ιανουαρίου 1980 , εφάρμοσαν ένα ουσιαστικό πρόγραμμα μειώσεως της παραγωγικής τους ικανότητας .
5 H δυνατότητα αυτή χορηγήσεως πρόσθετων ποσοστώσεων προβλέπεται στο άρθρο 14 β ) της αποφάσεως 2177/83 και στο άρθρο 14 B της αποφάσεως 234/84 . H πρώτη από τις διατάξεις αυτές , όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 3280/83 , προβλέπει ότι η Επιτροπή « μπορεί να καθορίσει πρόσθετες ποσοστώσεις για επιχείρηση η οποία , από την 1η Ιανουαρίου 1980 , έχει προβεί στα τρία τέταρτα , τουλάχιστον , των μειώσεων της παραγωγικής ικανότητας που προβλέπει το πρόγραμμα αναδιάρθρωσής της και των μειώσεων που απαιτεί , ενδεχομένως , η Επιτροπή στις αποφάσεις της της 29ης Ιουνίου 1983 σχετικά με τις ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα » .
Το άρθρο 14 B της αποφάσεως 234/84 είναι , κατ’ ουσία , όμοιο με το κείμενο αυτό και προβλέπει ότι για να μπορεί στο εξής μια επιχείρηση να λαμβάνει πρόσθετες ποσοστώσεις πρέπει να έχει προβεί , από την 1η Ιανουαρίου 1980 , σε μειώσεις παραγωγικού δυναμικού ίσες με το 85 % τουλάχιστον του συνόλου των μειώσεων παραγωγικού δυναμικού που προβλέπονται από το σχέδιο αναδιάρθρωσής της και των μειώσεων που έχει ενδεχομένως απαιτήσει η Επιτροπή στις αποφάσεις σχετικά με τις ενισχύσεις στον τομέα σιδήρου και χάλυβα .
6 Οι αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1983 , στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 14 β ) της αποφάσεως 2177/83 , είναι οι εννέα αποφάσεις που απηύθυνε η Επιτροπή στις κυβερνήσεις της Γερμανίας , του Βελγίου , της Μεγάλης Βρετανίας , της Γαλλίας , της Ελλάδας , της Ιρλανδίας , της Ιταλίας , του Λουξεμβούργου και της Ολλανδίας και με τις οποίες επιτρέπεται , στα αντίστοιχα κράτη μέλη , να χορηγήσουν ενισχύσεις το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται σε 21,9 δισεκατομμύρια ECU ( EE L 277 , σ . 1 και επόμενες ). Οι εν λόγω αποφάσεις ελήφθησαν βάσει της γενικής αποφάσεως 2320/81 της Επιτροπής , της 7ης Αυγούστου 1981 , περί θεσπίσεως κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ( EE L 228 , σ . 14 ), στο εξής : δεύτερος κώδικας ενισχύσεων .
7 Οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν ότι μπορούν να χορηγηθούν πρόσθετες ποσοστώσεις σε ορισμένες επιχειρήσεις παραγωγής σιδήρου και χάλυβα ως αντάλλαγμα των προσπαθειών που κατέβαλαν για τη μείωση της παραγωγικής τους ικανότητας . Ωστόσο , θεωρούν ότι οι προϋποθέσεις που έθεσε η Επιτροπή για τη χορήγηση των πρόσθετων αυτών ποσοστώσεων καθορίστηκαν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ευνοούνται οι επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες προέβησαν σε καθυστερημένη αναδιάρθρωση και να αντιμετωπίζονται δυσμενέστερα οι επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες , όπως η Krupp και η Thyssen , έλαβαν μέτρα αναδιαρθρώσεως αμέσως μόλις άρχισε η κρίση στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα , η οποία ανατρέχει στο έτος 1974 .
8 H προσφεύγουσα Thyssen ζητεί την ακύρωση των δύο αμφισβητούμενων διατάξεων καθόσον εξαρτούν τη χορήγηση πρόσθετων ποσοστώσεων από προϋποθέσεις οι οποίες δεν λαμβάνουν υπόψη τις μειώσεις της παραγωγικής ικανότητας που πραγματοποιήθηκαν πριν από το 1980 . H προσφεύγουσα Krupp ζητεί την ακύρωση αυτή καθόσον οι δύο διατάξεις έχουν ως αποτέλεσμα να χορηγούνται πρόσθετες ποσοστώσεις μόνο στις επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες από την 1η Ιανουαρίου 1980 έχουν υλοποιήσει ορισμένο ποσοστό ( 75 % και 85 % αντιστοίχως ) των μειώσεων της παραγωγικής ικανότητας που προβλέπει το πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως και , επίσης , καθόσον οι δύο διατάξεις εξαρτούν τη χορήγηση των ποσοστώσεων αυτών από την υλοποίηση , εκ μέρους των επιχειρήσεων , ορισμένου ποσοστού μειώσεων παραγωγικής ικανότητας που έχει ζητήσει η Επιτροπή με τις αποφάσεις της τις σχετικές με τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα .
9 Οι δύο προσφεύγουσες στηρίζονται στο άρθρο 33 , εδάφιο 2 , της Συνθήκης EKAX , το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να προσφεύγουν κατά γενικών αποφάσεων που θεωρούν ότι συνιστούν έναντι αυτών κατάχρηση εξουσίας . Στην παρούσα περίπτωση , κατά την άποψη των προσφευγουσών και της παρεμβαίνουσας , η κατά χρηση εξουσίας συνίσταται σε τρία στοιχεία των προσβαλλόμενων διατάξεων που είναι αυθαίρετα και οδηγούν σε διακρίσεις , τα εξής :
— την αναφορά στην ημερομηνία 1η Ιανουαρίου 1980·
— την αναφορά σε πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως·
— την αναφορά στις αποφάσεις τις σχετικές με τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα .
Κατά τις προσφεύγουσες , τα τρία αυτά στοιχεία έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να ευνοούν εκείνες τις επιχειρήσεις οι οποίες μείωσαν την παραγωγική τους ικανότητα , αφενός μεν , πολύ καθυστερημένα , αφετέρου δε , με τη βοήθεια δημόσιων επιδοτήσεων η νομιμότητα των οποίων είναι αμφίβολη .
10 H προσφεύγουσα Thyssen στηρίζει τις προσφυγές της και στο άρθρο 33 , εδάφια 1 και 2 , υποστηρίζοντας ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έχουν το χαρακτήρα ατομικών αποφάσεων οι οποίες την αφορούν , δεδομένου ότι κατόπιν της επιλογής της συγκεκριμένης ημερομηνίας αναφοράς ήταν δυνατόν να προσδιοριστούν αμέσως οι επιχειρήσεις εκείνες , που άλλωστε ήταν ήδη γνωστές στην Επιτροπή , οι οποίες θα λάμβαναν πρόσθετες ποσοστώσεις . Συνεπώς , η προσφεύγουσα μπορεί να προβάλει και άλλους ισχυρισμούς εκτός από την κατάχρηση εξουσίας· προς το σκοπό αυτό , υποστήριξε ότι οι επίδικες αποφάσεις δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες και ότι επομένως είναι παράνομες λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου .
11 H Επιτροπή θεωρεί ότι οι προσφυγές είναι απαράδεκτες , καθόσον στηρίζονται στην παράβαση ουσιώδους τύπου , δεδομένου ότι οι εν λόγω γενικές αποφάσεις δεν έχουν το χαρακτήρα ατομικών αποφάσεων οι οποίες να αφορούν την επιχείρηση Thyssen , και ότι επιπλέον είναι αστήρικτες . H Επιτροπή επισημαίνει , επίσης , ότι η μερική ακύρωση των δύο επίδικων διατάξεων , την οποία ζητούν οι προσφεύγουσες , θα ισοδυναμούσε στην πράξη με πλήρη ακύρωση , λόγω της δυσχέρειας , ή μάλλον της αδυναμίας , καθορισμού των στοιχείων εκείνων των δύο διατάξεων που θα έπρεπε να παραμείνουν σε ισχύ μετά από τη μερική ακύρωση .
B — Η ημερομηνία αναφοράς
12 Οι προσφεύγουσες και η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζουν , πρώτον , ότι ο καθορισμός της 1ης Ιανουαρίου 1980 ως ημερομηνίας αναφοράς είναι αυθαίρετος , καθόσον η ανάγκη της εκ βάθρων αναδιαρθρώσεως της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα είχε εμφανιστεί πολύ πριν από την εν λόγω ημερομηνία . ´Ηδη από το 1977 η ίδια η Επι τροπή είχε ανακοινώσει την ανάληψη ορισμένων πρωτοβουλιών για τον περιορισμό της υπερβολικά μεγάλης παραγωγικής ικανότητας που υπήρχε στην Κοινότητα . Υπό την προοπτική αυτή , το σύστημα των πρόσθετων ποσοστώσεων θα μπορούσε να συμβάλει αποτελεσματικά στην καταπολέμηση της κρίσης μόνο αν ως ημερομηνία αναφοράς λαμβανόταν η 1η Ιανουαρίου 1978 . Πράγματι , ο καθορισμός αυτής της ημερομηνίας αναφοράς θα είχε ως αποτέλεσμα να αποτελέσει η χορήγηση πρόσθετων ποσοστώσεων τη δίκαιη ανταμοιβή των επιχειρήσεων εκείνων οι οποίες αντελήφθησαν τις συνέπειες της κρίσης της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα και μείωσαν την παραγωγική τους ικανότητα ευθύς μόλις έγινε αντιληπτή η ανάγκη μιας τέτοιας ενέργειας , πράγμα που εξυπηρετούσε τους σκοπούς που είχε θέσει η Επιτροπή .
13 Οι προσφεύγουσες και η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζουν κατόπιν ότι η επιλογή της ημερομηνίας της 1ης Ιανουαρίου 1980 δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις . Πράγματι , οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις κατέβαλαν προσπάθειες , ήδη πριν από το 1980 , να μειώσουν την υπερβολικά αυξημένη παραγωγική τους ικανότητα με δικά τους μέσα , ενώ άλλες επιχειρήσεις παραγωγής σιδήρου και χάλυβα , ιδίως στο Βέλγιο , τη Γαλλία , την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο , εξακολουθούσαν να λειτουργούν με μη αποδοτικές ή και πεπαλαιωμένες ακόμα εγκαταστάσεις , συχνά με την παροχή δημόσιων επιδοτήσεων . Λόγω της ημερομηνίας αναφοράς που επελέγη , οι προσβαλλόμενες διατάξεις δεν επιτρέπουν να ληφθούν υπόψη τα μέτρα αναδιαρθρώσεως που υλοποιήθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1980· έτσι , ευνοούνται οι επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες μείωσαν καθυστερημένα την παραγωγική τους ικανότητα , ενώ αδικούνται οι επιχειρήσεις οι οποίες συνέβαλαν εγκαίρως στην επίλυση της κρίσης στον τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα .
14 H Επιτροπή θεωρεί ότι τόσο οι προσφεύγουσες , όσο και η γερμανική κυβέρνηση δεν αντιλήφθηκαν ούτε τη λειτουργία των επίδικων διατάξεων στο πλαίσιο της πολιτικής αναδιαρθρώσεως ούτε τη σημασία των κριτηρίων για την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος των πρόσθετων ποσοστώσεων . Ισχυρίζεται , πρώτον , ότι τα μέτρα αναδιαρθρώσεως που είχαν υλοποιηθεί πριν από το έτος 1980 ελήφθησαν υπόψη ήδη κατά τη θέσπιση του συστήματος ποσοστώσεων της παραγωγής το 1980 με τη γενική απόφαση 2794/80 , το άρθρο 4 της οποίας προβλέπει , ιδίως στις παραγράφους 4 και 5 , ειδικές διατάξεις για την προσαρμογή της παραγωγής αναφοράς στα μέτρα αναδιαρθρώσεως που είχαν ήδη εφαρμοστεί . Δεδομένου ότι οι ποσοστώσεις παραγωγής καθορίστηκαν βάσει της παραγωγής αναφοράς των επιχειρήσεων , κατόπιν δηλαδή της ποσοστιαίας μειώσεως της παραγωγής αναφοράς , το όφελος από την αύξηση της παραγωγής αναφοράς αντανακλάται στον υπολογισμό των ποσοστώσεων παραγωγής που επιβλήθηκαν με τις μεταγενέστερες αποφάσεις οι οποίες παρέτειναν το σύστημα των ποσοστώσεων , όπως είναι οι επίδικες αποφάσεις . Συνεπώς , οι αποφάσεις αυτές έπρεπε να θεωρήσουν ως ημερομηνία αναφοράς την 1η Ιανουαρίου 1980 για να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο το κλείσιμο εγκαταστάσεων που είχε πραγματοποιηθεί πριν από το έτος 1980 να επιβραβευθεί για δεύτερη φορά με αύξηση των ποσοστώσεων και η εκ του λόγου αυτού πρόκληση ανισοτήτων .
15 H Επιτροπή υποστηρίζει , επίσης , ότι η επιλογή της ημερομηνίας της 1ης Ιανουαρίου 1980 είναι ακόμη περισσότερο δικαιολογημένη , επειδή το έτος 1980 είναι το έτος της θεσπίσεως του συστήματος ποσοστώσεων και του πρώτου κώδικα ενισχύσεων καθώς και επειδή οι « γενικοί στόχοι στον τομέα του χάλυβα » υπολογίστηκαν στο πλαίσιο αυτό για την περίοδο 1980-1985 . Από τους υπολογισμούς αυτούς προέκυψε ότι το πλεόνασμα παραγωγικής ικανότητας για τα προϊόντα θερμής ελάσεως στην Κοινότητα θα ανερχόταν , αν δεν λαμβάνονταν ριζικά μέτρα αναδιαρθρώσεως , σε 47,9 εκατομμύρια τόνους περίπου το 1985 , με βάση την παραγωγική ικανότητα που υπήρχε το 1980 . H Επιτροπή αναγκάστηκε , έτσι , να θεσπίσει το 1983 νέα κίνητρα για την πραγματοποίηση μιας ταχείας αναδιαρθρώσεως . Δεδομένου ότι η αναδιάρθρωση αυτή εντασσόταν στους στόχους 1980-1985 , η επιλογή της ημερομηνίας της 1ης Ιανουαρίου 1980 ως αφετηρίας ήταν απολύτως εύλογη .
16 Το Δικαστήριο διαπιστώνει , πρώτον , ότι από τις εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή προκύπτει ότι η επιλογή της ημερομηνίας αναφοράς για τη χορήγηση των πρόσθετων ποσοστώσεων δεν ήταν αυθαίρετη· εντασσόταν σε ένα σύνολο μέτρων που το αποτελούσαν διάφορα στοιχεία , τα οποία αφορούσαν κυρίως τον περιορισμό της παραγωγής και τη μείωση της παραγωγικής ικανότητας στον κλάδο της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα και ήταν εναρμονισμένη προς τα υπόλοιπα στοιχεία της συνολικής αυτής ρύθμισης η οποία , με τη σειρά της , εντασσόταν στο πλαίσιο της χαλυβουργικής πολιτικής που χάραξαν βαθμιαία η Επιτροπή και το Συμβούλιο .
17 Πρέπει , επίσης , να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή ήταν διατεθειμένη να λάβει υπόψη της τις προσπάθειες αναδιαρθρώσεως που είχαν καταβληθεί πριν από το 1980 , θεσπίζοντας το σύστημα προσαρμογής της παραγωγής αναφοράς στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων που καθιερώθηκε το 1980· η παρούσα διαφορά δεν αφορά το ζήτημα αν το σύστημα αυτό ήταν αποτελεσματικό ή όχι . Το γεγονός ότι η Επιτροπή προέβλεψε τη δυνατότητα αυξήσεως της παραγωγής αναφοράς , προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι προσπάθειες αναδιαρθρώσεως που είχαν καταβληθεί πριν από το 1980 , καθώς και το γεγονός ότι προέβλεψε τη χορήγηση πρόσθετων ποσοστώσεων για να αντισταθμίσει τις μειώσεις παραγωγικής ικανότητας που είχαν πραγματοποιηθεί πριν από την έναρξη του ως άνω έτους , αποκλείουν το ενδεχόμενο η Επιτροπή να ήθελε να ευνοήσει ορισμένες επιχειρήσεις ή κατηγορίες επιχειρήσεων . Συνεπώς , ο έλεγχος του Δικαστηρίου πρέπει να περιοριστεί στο αν το σύστημα που θεσπίστηκε είχε , παρ’ όλα αυτά , ως συνέπεια τη δημιουργία δυσμενών διακρίσεων .
18 Πρέπει σχετικά να υπογραμμισθεί , καταρχάς , ότι οι προσφεύγουσες , καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας , στηρίχτηκαν στη σύγκριση μεταξύ , αφενός μεν , των επιχειρήσεων εκείνων — μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγουσες — οι οποίες προχώρησαν εγκαίρως στην αναγκαία διακοπή της λειτουργίας ορισμένων μη αποδοτικών εγκαταστάσεων χωρίς να λαμβάνουν κρατικές ενισχύσεις και , αφετέρου , των επιχειρήσεων — άλλων κρατών μελών εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας — οι οποίες μπόρεσαν να επιβιώσουν μόνο χάρη σε επιδοτήσεις , χωρίς να μεριμνήσουν για την αναδιάρθρωσή τους , μέχρι τη στιγμή που τις υποχρέωσε προς τούτο η Επιτροπή . Αυτή όμως η κατάταξη των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα σε δύο κατηγορίες δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα : ορισμένες επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα που λάμβαναν σημαντικές ενισχύσεις προχώρησαν εγκαίρως στη διακοπή της λειτουργίας ορισμένων από τις εγκαταστάσεις τους ή τα εργοστάσιά τους , ενώ ορισμένες άλλες επιχειρήσεις ούτε ενισχύσεις έλαβαν ούτε προχώρησαν στη λήψη μέτρων για τη μείωση της παραγωγικής τους ικανότητας . H κατάταξη σε δύο ομάδες δεν είναι επίσης ακριβής διότι δεν λαμβάνει υπόψη τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων , επιδοτουμένων ή μη , ιδίως από την άποψη των επιπτώσεων της αναδιαρθρώσεως επί της απασχολήσεως , του τεχνικού εκσυγχρονισμού και της οικονομίας των διαφόρων περιφερειών .
19 Από την άποψη αυτή , η αιτίαση για μεταχείριση που δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη μόνο εφόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυπτε η ύπαρξη αισθητής διαφοράς μεταξύ των ποσοστώσεων που έλαβαν οι προσφεύγουσες και των ποσοστώσεων που έλαβαν άλλες επιχειρήσεις , όμοιες με τις προσφεύγουσες , οι οποίες δεν είχαν λάβει μέτρα αναδιαρθρώσεως πριν από το 1980 , και εφόσον η διαφορά αυτή οφειλόταν στις επίδικες διατάξεις . Ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας ούτε από τις συζητήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου προέκυψε ότι συνέβη κάτι τέτοιο . Προέκυψε μάλιστα ότι κατά τα έτη 1983 και 1984 χορηγήθηκαν , βάσει των επίδικων διατάξεων , πρόσθετες ποσοστώσεις σε μια βρετανική επιχείρηση , την British Steel Corporation , σε πέντε γερμανικές επιχειρήσεις , τις Hoesch , Krupp , Peine-Salzgitter , Kloeckner και Maxhuette , και σε μία ιταλική επιχείρηση , την Italsider· τα στοιχεία αυτά δεν είναι ικανά να στηρίξουν τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών .
20 Από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός ότι η επιλογή της ημερομηνίας αναφοράς είναι αυθαίρετη και οδηγεί σε διακρίσεις .
Γ — Το πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως
21 Σύμφωνα με τις προσφεύγουσες και τη γερμανική κυβέρνηση είναι αυθαίρετο να εξαρτάται η χορήγηση πρόσθετων ποσοστώσεων από την προϋπόθεση ότι οι μειώσεις της παραγωγικής ικανότητας πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο προγράμματος αναδιαρθρώσεως που έχει εγκρίνει η Επιτροπή . Πράγματι , οι διακοπές της λειτουργίας εγκα ταστάσεων που πραγματοποιήθηκαν ανεξάρτητα από τα προγράμματα αυτά συνέβαλαν στον ίδιο βαθμό στην ευρεία αναδιάρθρωση του κλάδου .
22 Οι εν λόγω τρεις διάδικοι υποστηρίζουν , εξάλλου , ότι το γεγονός ότι απαιτείται από τις επιχειρήσεις πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως μπορεί να προκαλέσει διακρίσεις , δεδομένου ότι ο μόνος σκοπός που επιδίωκαν οι επιχειρήσεις με την κατάρτιση τέτοιων προγραμμάτων ήταν να τους δοθούν ενισχύσεις βάσει του πρώτου ή του δεύτερου κώδικα ενισχύσεων . Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις υποχρεώθηκαν να ζητήσουν ενισχύσεις μόλις το έτος 1983 , δεν διέθεταν προγράμματα αναδιαρθρώσεως όταν θεσπίστηκαν οι προσβαλλόμενες διατάξεις και έτσι αποκλειόταν εκ των προτέρων η εφαρμογή των διατάξεων αυτών στην περίπτωσή τους .
23 H Επιτροπή αντιτάσσει το επιχείρημα ότι η χρησιμοποίηση του όρου « πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως » ή « σχέδιο αναδιαρθρώσεως » στις δύο επίδικες διατάξεις δεν σημαίνει ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση πρέπει να διαθέτει πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως κατά την έννοια των κωδίκων ενισχύσεων . Υπάρχει πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως κατά την έννοια των επίδικων διατάξεων από τη στιγμή που μια επιχείρηση μπορεί να προσκομίσει έγγραφα από τα οποία να αποδεικνύεται ότι πραγματοποιήθηκαν οι αναγκαίες μειώσεις παραγωγικής ικανότητας . Αυτό συνάγεται σαφώς από την παράγραφο 2 του άρθρου 14 β ) της αποφάσεως 2177/83 και από την παράγραφο 2 του άρθρου 14 B της αποφάσεως 234/84 , σύμφωνα με τις οποίες η ενδιαφερόμενη επιχείρηση πρέπει να συνοδεύει την αίτησή της για χορήγηση πρόσθετων ποσοστώσεων με « δικαιολογητικά έγγραφα » .
24 Απαντώντας σε ερώτημα του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια του όρου « πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως » στην περίπτωση επιχειρήσεως η οποία προέβη σε μειώσεις της παραγωγικής της ικανότητας πριν από την 1η Ιανουαρίου 1980 και η οποία δεν έχει λάβει ενισχύσεις , η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η επιχείρηση αυτή οφείλει να υποβάλει πρόγραμμα από το οποίο να συνάγεται ότι είναι διατεθειμένη να συμβάλλει στην υλοποίηση των γενικών στόχων στον τομέα του χάλυβα για την περίοδο 1980-1985 με σαφείς μειώσεις της παραγωγικής της ικανότητας .
25 Πρέπει , πρώτον , να παρατηρηθεί σχετικώς ότι ορθώς η Επιτροπή , ενόψει της οξύτητας της κρίσης στον τομέα του σιδήρου και χάλυβα και των μέτρων που απαιτούνται για την αντιμετώπισή της , επιχειρεί να κατευθύνει τη διαδικασία της αναδιαρθρώσεως με ένα σύνολο μέτρων στα οποία εντάσσεται και το σύστημα των ποσοστώσεων . Δεν είναι αυθαίρετο να απαιτηθεί , στο πλαίσιο αυτό , οι μειώσεις παραγωγικής ικανότητας για τις οποίες θα μπορούσαν να χορηγηθούν πρόσθετες ποσοστώσεις να αποτελούν ενιαίο σύνολο και να είναι σύμφωνες προς ένα πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως της επι χειρήσεως το οποίο να συμβιβάζεται με τους γενικούς στόχους της αναδιαρθρώσεως που καθόρισαν τα κοινοτικά όργανα .
26 Όπως , εξάλλου , συνάγεται από το ίδιο το γράμμα των επίδικων διατάξεων , το πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως που απαιτείται για τη χορήγηση πρόσθετων ποσοστώσεων δεν πρέπει αναγκαστικά να συγχέεται με το πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως κατά την έννοια των κωδίκων ενισχύσεων . Συνάγεται , πράγματι , από τις διατάξεις αυτές ότι οι μειώσεις της παραγωγικής ικανότητας πρέπει είτε να προβλέπονται από το πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως της επιχειρήσεως είτε να επιβάλλονται από την Επιτροπή με τις αποφάσεις που εκδίδει σχετικά με τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα .
27 Συνεπώς , δεν αποδείχτηκε ότι η αναφορά σε πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως είναι αυθαίρετη ή ότι οδηγεί σε διακρίσεις .
Δ — H σχέση με τις αποφάσεις περί ενισχύσεων
28 Πρέπει , προκαταρκτικώς , να τονιστεί ότι οι προσφεύγουσες διατύπωσαν αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα της πολιτικής της Επιτροπής στον τομέα των ενισχύσεων προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα . Υποστήριξαν ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής στον τομέα αυτό παραβαίνουν το άρθρο 4 της Συνθήκης EKAX και δημιουργούν αβεβαιότητα ως προς τις μειώσεις παραγωγικής ικανότητας που επιβάλλουν στις διάφορες επιχειρήσεις . Ωστόσο , η παρούσα διαφορά δεν αφορά τη νομιμότητα των αποφάσεων της Επιτροπής στον τομέα των ενισχύσεων , αλλά το κατά πόσο είναι νόμιμο το ότι το άρθρο 14 β ) της αποφάσεως 2177/83 , όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 3280/83 , και το άρθρο 14 B της αποφάσεως 234/84 παραπέμπουν στις αποφάσεις αυτές .
29 Οι προσφεύγουσες και η γερμανική κυβέρνηση ισχυρίζονται σχετικώς ότι οι σκοποί που επιδιώκουν το σύστημα ενισχύσεων και το σύστημα ποσοστώσεων είναι διαφορετικοί και ότι επομένως η χορήγηση ποσοστώσεων δεν πρέπει να εξαρτάται από τη χορήγηση δημόσιων επιδοτήσεων . Πράγματι , η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει τη χορήγηση ενισχύσεων με βάση κριτήρια εντελώς διαφορετικά από εκείνα που γίνονται δεκτά στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων . Αν επομένως το περιεχόμενο των αποφάσεων περί ενισχύσεων ενσωματώθηκε στην εφαρμογή του συστήματος ποσοστώσεων , τότε αυτό αποβλέπει μόνο στο να ευνοήσει τις επιδοτούμενες επιχειρήσεις .
30 Για να δείξει την καταχρηστική χρησιμοποίηση του συστήματος των ποσοστώσεων , η προσφεύγουσα Krupp ανέφερε ότι η Επιτροπή είχε απορρίψει το αίτημά της για πρόσθετες ποσοστώσεις το 1983 , με την αιτιολογία ότι ήταν ανεπαρκές το σχέδιο αναδιαρθρώσεώς της , αλλ’ ότι της χορηγήθηκαν οι ποσοστώσεις αυτές όταν αποφάσισε να ζητήσει τη χορήγηση ενισχύσεων .
31 H Επιτροπή , αφού υπεραμύνθηκε της πολιτικής της στον τομέα των ενισχύσεων , παρατήρησε ότι η κατανομή του βάρους της αναδιαρθρώσεως στο πλαίσιο του συστήματος ενισχύσεων δεν προκάλεσε δυσμενή διάκριση εις βάρος των προσφευγουσών ή των γερμανικών επιχειρήσεων γενικώς .
32 Ως προς το γεγονός που επικαλέσθηκε η προσφεύγουσα Krupp , η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η αρχική αίτηση για πρόσθετες ποσοστώσεις απορρίφθηκε διότι η μείωση της παραγωγικής ικανότητας που είχε προτείνει η προσφεύγουσα δεν ήταν επαρκής , ενώ κατόπιν , στο πλαίσιο του συστήματος ενισχύσεων , η Επιτροπή μπορούσε να επιβάλει μεγαλύτερη μείωση . Εξάλλου , το γεγονός αυτό αποδεικνύει την ορθότητα της αναφοράς στις αποφάσεις περί ενισχύσεων , στην οποία προβαίνουν οι επίδικες διατάξεις .
33 Οι αιτιάσεις των προσφευγουσών και της γερμανικής κυβερνήσεως αφορούν τη χρησιμοποίηση , στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων , κριτηρίων άλλου συστήματος , του συστήματος ενισχύσεων . Πρέπει , ωστόσο , να γίνει δεκτό ότι οι ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα προβλέπονται από τους κώδικες ενισχύσεων στο βαθμό μόνο που είναι απαραίτητες για την επιβίωση της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα και εφόσον έχουν ακριβώς το σκοπό να συμβάλουν στην αναδιάρθρωση του τομέα . Σε o,τι αφορά το σύστημα ποσοστώσεων , θεσπίστηκε μεν το 1980 ως προσωρινό μόνο μέτρο για την αντιμετώπιση της κρίσης , η επιδείνωση όμως της κρίσης και η εξέλιξη της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα του σιδήρου και χάλυβα είχαν ως συνέπεια να εξαρτάται η συνέχιση της εφαρμογής του συστήματος αυτού από τις προσπάθειες που καταβάλλονται για αναδιάρθρωση .
34 Συνεπώς , και τα δύο αυτά συστήματα , όποιες και αν είναι οι διαφορές των νομικών τους ερεισμάτων και των κριτηρίων εφαρμογής τους , έχουν ως στόχο τους την αναδιάρθρωση . Επομένως δεν είναι αυθαίρετο και δεν δημιουργεί διακρίσεις το να χρησιμοποιούνται τα στοιχεία που προκύπτουν από την εφαρμογή του ενός από τα συστήματα αυτά ως σημείο αναφοράς στο άλλο σύστημα .
35 Άρα δεν συνιστά κατάχρηση εξουσίας , κατά την έννοια του άρθρου 33 της Συνθήκης EKAX , το γεγονός ότι οι δύο επίδικες διατάξεις αναφέρονται , για να καθορίσουν την απαιτούμενη προσπάθεια αναδιαρθρώσεως , στις αποφάσεις της Επιτροπής τις σχετικές με τις ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα .
E — Συμπέρασμα
36 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην κατάχρηση εξουσίας .
37 Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει , επίσης , ότι η επιλογή της 1ης Ιανουαρίου 1980 ως ημερομηνίας αναφοράς στις επίδικες διατάξεις δεν είχε ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να προσδιορίσει ορισμένο αριθμό επιχειρήσεων , τις οποίες γνώριζε ήδη η Επιτροπή και προς τις οποίες θα χορηγούνταν οι πρόσθετες ποσοστώσεις . Δεν μπορεί , συνεπώς , να γίνει δεκτή η άποψη της προσφεύγουσας Thyssen , σύμφωνα με την οποία ο προσδιορισμός αυτός έχει ως συνέπεια να θεωρηθούν οι εν λόγω δύο γενικές αποφάσεις ως ατομικές αποφάσεις οι οποίες την αφορούν .
38 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές , το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τις αιτιάσεις που αναφέρονται σε παράβαση ουσιωδών τύπων , αιτιάσεις οι οποίες στηρίζονται στο άρθρο 33 , παράγραφος 1 , της Συνθήκης EKAX .
39 Για τους λόγους αυτούς , οι προσφυγές πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Σύμφωνα με το άρθρο 69 , παράγραφος 2 , του κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν , πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα . H παρεμβαίνουσα φέρει τα δικαστικά της έξοδα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τις προσφυγές .
2 ) Καταδικάζει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα· η παρεμβαίνουσα φέρει τα δικαστικά της έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy