Στην υπόθεση 218/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Cour de cassation της Γαλλικής Δημοκρατίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης «Les Rapides Savoyards», με έδρα το Annemasse, Haute-Savoie,
Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης «Diffusion Marketing International», DMI, με έδρα το Stains, Seine-Saint-Denis,
Roger Dejussel, υπαλλήλου της εταιρίας «Les Rapides Savoyards», κατοίκου Annemasse,
και
Γενικού Διευθυντή τελωνείων και έμμεσων φόρων,
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, της 22ας Ιουλίου 1972, και του πρωτοκόλλου αριθ. 3, που είναι προσηρτημένο στη συμφωνία αυτή, περί του ορισμού της εννοίας «καταγόμενα» και περί των μεθόδων διοικητικής συνεργασίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Κ. Bahlmann, Ρ. Pescatore, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του πρωτοκόλλου περί Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Στις 8 Ιουνίου 1977, η εταιρία περιορισμένης ευθύνης «Les Rapides Savoyards», επιχείρηση μεταφορών και εκτελωνισμού, με έδρα το Annemasse, Haute-Savoie, εισήγαγε από την Ελβετία στη Γαλλία, για λογαριασμό της εταιρίας «Diffusion Marketing International» (στο εξής: DMI), με έδρα το Stains, Seine-Saint-Denis, 25 χαρτοκιβώτια που περιείχαν μία παρτίδα από 13170 στυλογράφους με σφαιρίδιο.
Οι στυλογράφοι με σφαιρίδιο απετελούντο κυρίως από φύσιγγες, που υπάγονται στην κλάση 98.03 του Κοινού Δασμολογίου, που είχαν εισαχθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Γαλλία από την DMI. Οι φύσιγγες αυτές είχαν ύστερα επανεξαχθεί από την DMI, προσωρινά, στην Ελβετία για να καλυφθούν από έναν ελβετό κατασκευαστή, με περιβλήματα, καλύμματα και περόνες από πλαστικό ή χρώμιο, που υπάγονται στην ίδια δασμολογική κλάση. Τα περιβλήματα και οι περόνες ήταν καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και είχαν απευθείας εισαχθεί στην Ελβετία.
Ο Roger Dejussel, υπάλληλος της εταιρίας «Les Rapides Savoyards» υπέβαλε στο τελωνείο του Annemasse διασάφηση για να διαθέσει τους στυλογράφους αυτούς στην κατανάλωση μέσα στη Γαλλία. Για να στηρίξει τη διασάφηση αυτή υπέβαλε πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR-1, που χρησιμοποιείται στις συναλλαγές ΕΟΚ με τις χώρες της ΕΖΕΣ και προβλέπεται ειδικότερα όσον αφορά την Ελβετία, από την απόφαση 10/73 της μικτής επιτροπής ΕΟΚ—Ελβετίας, της 12.12.1973 (κανονισμός 3600/73 του Συμβουλίου, της 27.12.1973, JO L 365, σ. 135), περί τροποποιήσεως του πρωτοκόλλου αριθ. 3 περί του ορισμού της εννοίας «καταγόμενα προϊόντα» ή «προϊόντα καταγωγής» και περί των μεθόδων διοικητικής συνεργασίας που έχει προσαρτηθεί στη συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και Ελβετικής Συνομοσπονδίας, της 22ας Ιουνίου 1972 (κανονισμός 2840/72 του Συμβουλίου, της 19.12.1972, ΕΕ ειδ. έκδ. 11/003, σ. 190). Το πιστοποιητικό που υπέβαλε o Dejussel είχε εκδοθεί από τις ελβετικές τελωνειακές αρχές.
Η προσκόμιση του πιστοποιητικού κυκλοφορίας EUR-1 επιτρέπει την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων του συστήματος προτιμησιακής εισαγωγής που προβλέπεται από τη συμφωνία μεταξύ ΕΟΚ και Ελβετικής Συνομοσπονδίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση δασμού εισαγωγής 2,6 % αντί του γενικού δασμού 13 % που προβλέπει το Κοινό Δασμολόγιο.
Η συμφωνία μεταξύ ΕΟΚ και Ελβετικής Συνομοσπονδίας εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο της 2, στα προϊόντα καταγωγής Κοινότητας και Ελβετίας, υπό την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων. Το άρθρο 11 της συμφωνίας προβλέπει ότι οι κανόνες καταγωγής καθορίζονται από το πρωτόκολλο 3. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου αυτού, ως προϊόντα καταγόμενα από την Ελβετία θεωρούνται, αφενός, τα προϊόντα τα παραγόμενα εξ ολοκλήρου στην Ελβετία, αφετέρου, τα προϊόντα τα παραγόμενα στην Ελβετία και στην κατασκευή των οποίων χρησιμοποιήθηκαν προϊόντα που δεν έχουν εξ ολοκλήρου παραχθεί στην Ελβετία, με την προϋπόθεση ότι τα παραπάνω προϊόντα ήταν αντικείμενο επαρκούς, κατά την έννοια του άρθρου 5, κατεργασίας ή μεταποιήσεως. Κατά το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου, θεωρούνται ως «επαρκείς» κυρίως οι κατεργασίες ή μεταποιήσεις που απαριθμούνται στον πίνακα Β ο πίνακας αυτός που αποτελεί το παράρτημα III του πρωτοκόλλου, όπως έχει τροποποιηθεί από την απόφαση 3/74 της μικτής επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 1974 (κανονισμός 3288/74 του Συμβουλίου, της 2.12.1974, JO L 352, σ. 31), προβλέπει ότι η ενσωμάτωση προϊόντων, μερών και μεμονωμένων τεμαχίων «μη καταγόμενων», κυρίως στα προϊόντα της κλάσεως 98.03 δεν επιφέρει για τα προϊόντα αυτά απώλεια της ιδιότητας «καταγόμενων προϊόντων» υπό την προϋπόθεση ότι η αξία των προϊόντων, μερών και μεμονωμένων τεμαχίων δεν υπερβαίνει το 5 % της αξίας του τελικού προϊόντος.
Το τελωνείο του Annemasse έκρινε ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν είχαν συμπληρωθεί για τους στυλογράφους με σφαιρίδιο που είχε εισαγάγει από την Ελβετία η εταιρία «Les Rapides Savoyards» δεδομένου ότι τα εν λόγω προϊόντα απετελούντο στην πράξη από εξαρτήματα προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών και ότι η αξία των εξαρτημάτων αυτών υπερέβαινε το 5 ο/ο. Για να καθορίσει την αξία των μη καταγόμενων τεμαχίων, σύμφωνα με το άρθρο 35-8 του γαλλικού κώδικα τελωνείων, βάσει της ισοτιμίας συναλλάγματος μεταξύ δολαρίου και γαλλικού φράγκου που ίσχυε την ημέρα της εισαγωγής, το τελωνείο του Annemasse διαπίστωσε ότι ποίκιλλε, σύμφωνα με τα υποδείγματα, από 6,04 μέχρι 23,68 ο/ο. Κατά συνέπεια αρνήθηκε να εφαρμόσει στην εν λόγω εισαγωγή το προτιμησιακό σύστημα.
Η εταιρία «Les Rapides Savoyards» άσκησε προσφυγή ενώπιον της Τελωνειακής Επιτροπής Συνδιαλλαγής και Πραγματογνωμοσύνης (ΤΕΣΠ), η οποία την απέρριψε στις 16 Μαΐου 1978.
Η υπηρεσία τελωνείων προσέφυγε στο Tribunal d'instance του Saint-Julien-en-Genevois το οποίο με απόφαση της 19ης Ιουνίου 1979 επικύρωσε την απόφαση της ΤΕΣΠ. Το Cour d'appel του Chambéry με απόφαση της 11ης Μαΐου 1981 επικύρωσε την απόφαση αυτή.
Η εταιρία «Les Rapides Savoyards», o υπάλληλος της Roger Dejussel και η εταιρία DMI άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Cour de cassation της Γαλλικής Δημοκρατίας.
Με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1983, το Cour de cassation εμπορικό τμήμα, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί προδικαστικά για το ζήτημα
1.
αν η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας Kat της Ελβετικής Συνομοσπονδίας της 22ας Ιουλίου 1972, το πρωτόκολλο αριθ. 3 και οι κοινοτικοί κανονισμοί έχουν την έννοια ότι, όταν τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας ενός προϊόντος εκφράζονται σε διαφορετικό νόμισμα από το νόμισμα του κράτους μέλους στο οποίο γίνεται ο υπολογισμός, η μετατροπή πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει της επίσημης τιμής συναλλάγματος που ισχύει κατά την ημέρα της πρωτοκολλήσεως της διασαφήσεως·
2.
σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, πώς πρέπει να υπολογιστεί η τιμή αυτή συναλλάγματος κατά το κοινοτικό δίκαιο.
Η απόφαση του Cour de cassation πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Σεπτεμβρίου 1983.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσε, στις 6 Δεκεμβρίου 1983, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Edith Χριστογιαννοπούλου και τον Jörgen Sack, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, στις 14 Δεκεμβρίου, η γαλλική υπηρεσία τελωνείων, εκπροσωπούμενη από τους Boré και Xavier, δικηγόρους Παρισιού, στις 21 Δεκεμβρίου, οι προσφεύγοντες στην κυρία δίκη, εκπροσωπούμενοι από τον Paul-François Ryziger, δικηγόρο Παρισιού, και στις 27 Δεκεμβρίου 1983, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Arnaldo Squillante, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, συνθηκών και νομοθετικών υποθέσεων στο υπουργείο εξωτερικών, επικουρούμενο από το Marcello Conti, avvocato dello Stato.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε πάντως τους διαδίκους στην κυρία δίκη και την Επιτροπή να απαντήσουν εγγράφως σε ορισμένες ερωτήσεις· οι παραπάνω ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση αυτή μέσα στις ταχθείσες προθεσμίες.
Με Διάταξη της 29ης Φεβρουαρίου 1984, το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας αποφάσισε να αναθέσει την υπόθεση στο τέταρτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Οι προσφεύγοντες ονην κνρία οίκη παρατηρούν ότι η αμφισβήτηση τους αφορά την ισοτιμία που πρέπει να ληφθεί υπόψη για να καθοριστεί η αξία τόσο των εξαρτημάτων που έχουν εισαχθεί κατευθείαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ελβετία και ενσωματώθηκαν στη σύνθεση του τελικού προϊόντος, όσο και τα εξαρτήματα που έχουν εισαχθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Γαλλία, όπου τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία και απ' όπου είχαν επανεξαχθεί στην Ελβετία.
Η αξία των εμπορευμάτων που ενσωματώνονται στη σύνθεση του προϊόντος ποικίλλει και εξαρτάται από την ισχύουσα τιμή συναλλάγματος· το πρόβλημα ποια τιμή συναλλάγματος ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί πρόβλημα ερμηνείας της συμφωνίας ΕΟΚ-Ελβετίας.
Αυτό το πρόβλημα ερμηνείας είναι πολύ σημαντικό: έχει περάσει σχετικά μακρύς χρόνος μεταξύ της εισαγωγής στη Γαλλία των φυσίγγων, της εξαγωγής τους στην Ελβετία, της επανεισαγωγής στη Γαλλία των στυλογράφων που κατασκευάστηκαν το ποσοστό της αξίας των φυσίγγων που ενσωματώθηκαν στους στυλογράφους ποικίλλει ανάλογα, αν ληφθεί υπόψη η αξία τους κατά το χρόνο της εισαγωγής στη Γαλλία ή κατά την ημέρα της επανεισαγωγής των στυλογράφων στη Γαλλία, δεδομένου ότι η τιμή του δολαρίου είχε εν τω μεταξύ μεταβληθεί πλήρως σε σχέση με το γαλλικό φράγκο, καθώς και η αξία του γαλλικού φράγκου σε σχέση με το ελβετικό φράγκο.
Ακόμη και αν η συμφωνία μεταξύ της ΕΟΚ και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας δεν έθεσε απόλυτα ρητό κανόνα επί του θέματος αυτού, είναι αναγκαίο να εξαχθεί ενιαίος κανόνας από τη συμφωνία, διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να προκληθούν εκτροπές του εμπορίου, στρεβλώσεις στις συνθήκες του ανταγωνισμού και διακρίσεις μεταξύ των υπηκόων των διαφόρων κρατών μελών.
Για τον κανόνα που πρέπει να ληφθεί υπόψη σχετικά με καθορισμό της τιμής συναλλάγματος, που πρέπει να εφαρμοστεί στον υπολογισμό του ποσοστού των προϊόντων αλλοδαπής καταγωγής που χρησιμεύουν στην παραγωγή εμπορευμάτων στην Ελβετία, προέχει μία διαπίστωση: Οι επιχειρηματίες πρέπει να μπορούν να κάνουν έγκυρες προβλέψεις. Ιδίως πρέπει να βρίσκονται σε θέση, το χρόνο που συνάπτουν μια πολύπλοκη σύμβαση που προϋποθέτει την παραγωγή στην Ελβετία, για λογαριασμό τους, ορισμένων εμπορευμάτων στη σύνθεση των οποίων χρησιμοποιούνται εισαγόμενα προϊόντα, να γνωρίζουν αν κατά την εξαγωγή των τελικών προϊόντων, από την Ελβετία προς ένα κράτος μέλος της ΕΟΚ, τα προϊόντα αυτά υπόκεινται σε δασμό 2,6 % ή 13 %. Συνεπώς, η μόνη εύλογη ερμηνεία του άρθρου 5 του πρωτοκόλλου αριθ. 3, σε συνδυασμό με τον κατάλογο Β που έχει προσαρτηθεί στο πρωτόκολλο αυτό, συνίσταται στην απόφαση ότι η τιμή συναλλάγματος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η τιμή που ισχύει κατά το χρόνο που έχει πραγματοποιηθεί η εισαγωγή.
Η λύση αυτή είναι σύμφωνη με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 3, κατά το οποίο:
«Όταν οι πίνακες Α και Β που αναφέρονται στο άρθρο 5 ορίζουν ότι τα εμπορεύματα τα παραγόμενα στην Κοινότητα ή στην Ελβετία θεωρούνται ως καταγόμενα από τις χώρες αυτές μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η αξία του χρησιμοποιηθέντος για την παραγωγή τους προϊόντων δεν υπερβαίνει ορισμένο ποσοστό της αξίας των παραγομένων εμπορευμάτων, οι αξίες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του ποσοστού αυτού είναι:
—
αφενός μέν, όσον αφορά τα προϊόντα των οποίων αποδεικνύεται η εισαγωγή: η δασμολογητέα αξία τους κατά τον χρόνο της εισαγωγής·
...»
Ως προς την τιμή των εμπορευμάτων που έχουν κατασκευαστεί, το ίδιο άρθρο 6, παράγραφος 1, διευκρινίζει επίσης ότι η τιμή που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του ποσοστού είναι «η τιμή “εκ του εργοστασίου” των παραγομένων εμπορευμάτων, αφαιρουμένων των επιστραφέντων ή επιστρεπτέων κατά την εξαγωγή εσωτερικών φόρων».
'Ετσι εφαρμοστέο στη διαφορά στην κυρία δίκη είναι το άρθρο 6 του πρωτοκόλλου αριθ. 3 και όχι το άρθρο 35 του γαλλικού κώδικα.
Η γαλλική υπηρεσία τελωνείων θεωρεί ότι, για να είναι σαφής η απόφαση, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, του καθορισμού της αξίας του εμπορεύματος στο τελωνείο, αφετέρου, της μετατροπής των νομισματικών μονάδων στις οποίες εκφράζεται η δασμολογητέα αξία· μόνο το δεύτερο αυτό ζήτημα αποτελεί αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος.
α) Ως προς τη δασμολογητέα αξία
Όπως προκύπτει από το άρθρο 6 του πρωτοκόλλου αριθ. 3, από την επεξηγηματική σημείωση 6, που αφορά το άρθρο αυτό και υπάρχει στο παράρτημα 1 του πρωτοκόλλου και της διοικητικής αποφάσεως της 23ης Μαρτίου 1983 που δημοσιεύθηκε στο επίσημο δελτίο τελωνείων αριθ. 2768 της 23ης Μαρτίου 1973, ο τρόπος καθορισμού της αξίας των διαφόρων αντικειμένων που έχουν σχέση με τη διαφορά στην κυρία δίκη είναι απόλυτα σαφής: Πρόκειται
—
ως προς τη φύσιγγα προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών, που έχει εισαχθεί στη Γαλλία, ύστερα εξαχθεί προσωρινά στην Ελβετία, για τη δασμολογητέα αξία κατά στο χρονικό σημείο της εισαγωγής στη χώρα που έγινε η κατεργασία (Ελβετία)·
—
ως προς το περίβλημα και την περόνη, προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών, για τη δασμολογητέα αξία κατά την εισαγωγή στην Ελβετία·
—
ως προς το τελικό προϊόν, για την «τιμή εκ του εργοστασίου» όπως καθορίζεται στα σχετικά κείμενα.
6) Ως προς την τιμή συναλλάγματος
Η τιμή συναλλάγματος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η τιμή που ισχύει κατά την ημέρα του εκτελωνισμού στη Γαλλία του τελικού προϊόντος.
Η διαπίστωση αυτή προκύπτει από το άρθρο 35, παράγραφοι 1 και 8, του γαλλικού κώδικα τελωνείων. Μόνο η χώρα εισόδου της οποίας ζητείται η εφαρμογή του προτιμησιακού συστήματος είναι σε θέση να εκτιμήσει αν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις· ο γενικός αυτός κανόνας έχει επαναληφθεί σε πολλές διεθνείς συμφωνίες, όπως η σύμβαση για τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, που έχει υπογραφεί στις Βρυξέλλες στις 15 Δεκεμβρίου 1950 υπό την αιγίδα του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, ιδιαίτερα το παράρτημα της II, σημείωση 1.
Η συμφωνία ΕΟΚ—Ελβετικής Συνομοσπονδίας δεν παρεκκλίνει από τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο η τιμή συναλλάγματος πρέπει να καθοριστεί από τις αρχές του κράτους όπου γίνεται η εισαγωγή του τελικού προϊόντος και κατά την ημερομηνία της τελωνειακής διασαφήσεως.
Προκειμένου το Δικαστήριο να ερμηνεύσει συμφωνία που έχει συναφθεί με τρίτο κράτος, πρέπει να αναφερθεί στους κανόνες ερμηνείας του διεθνούς δικαίου, όπως διατυπώνονται στη σύμβαση της Βιένης περί του δικαίου των συνθηκών, και όχι στους κανόνες που εφαρμόζονται κατά την ερμηνεία των κοινοτικών πράξεων. Οι διατάξεις των διεθνών συμφωνιών δεν πρέπει να ερμηνεύονται κατά την ίδια έννοια ούτε να συνεπάγονται τα ίδια αποτελέσματα με τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ, που μπορούν ενδεχομένως «να συγκριθούν».
Μέσα στο πλαίσιο της του διεθνούς δικαίου, η συμφωνία ΕΟΚ—Ελβετικής Συνομοσπονδίας δεν μπορεί να παράγει αποτελέσματα που υπερβαίνουν τα αποτελέσματα που προκύπτουν από το ίδιο το γράμμα των διατάξεων της· κατά συνέπεια, οι διατάξεις αυτές δεν παρέχουν στον εξαγωγέα το δικαίωμα να επικαλεστεί κανόνα που απαγορεύει στο κράτος εισαγωγής τον καθορισμό της ισοτιμίας του δικού τους νομίσματος κατά την ημέρα της τελωνειακής διασαφήσεως.
Η εταιρία «Les Rapides Savoyards» δεν μπορεί να προβάλει την εφαρμογή ενός προτιμησιακού συστήματος, ως προς το συνάλλαγμα, όπως το σύστημα που προκύπτει από το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα, που πρέπει αποκλειστικά να εφαρμόζεται στις ενδοκοινοτικές σχέσεις και το οποίο συνεπάγεται δεσμεύσεις για τις οποίες το ελβετικό κράτος δεν έχει συμφωνήσει.
Η συμφωνία με την Ελβετία καθορίζει, ασφαλώς, την καταγωγή του προϊόντος σε σχέση με την αξία των εξαρτημάτων που συνθέτουν το τελικό προϊόν, αξία η οποία, αφού καθοριστεί μια φορά σύμφωνα με τους κανόνες που καθιερώνονται επί τελωνειακών θεμάτων, συνεπάγεται κατά την ημερομηνία εισαγωγής του τελικού προϊόντος τη μετατροπή της νομισματικής μονάδας στην οποία εκφράζεται η αξία σε νομισματική μονάδα της χώρας εισαγωγής του τελικού προϊόντος. Νομικά, πρόκειται πάντως εδώ για δύο διαφορετικά ζητήματα, δεδομένου ότι το ένα αφορά αποκλειστικά τη δασμολογητέα αξία, ενώ το άλλο την αρμοδιότητα του κράτους εισαγωγής του τελικού προϊόντος να ρυθμίσει νομισματικά θέματα· κατά συνέπεια, καμία διάταξη της εμπορικής συμφωνίας δεν απέκλεισε ούτε περιόρισε, σε νομισματικά θέματα και θέματα συναλλάγματος, την αρμοδιότητα του κράτους μέλους εισαγωγής της ΕΟΚ.
Δεδομένου ότι η άποψη της εταιρίας «Les Rapides Savoyards» είναι ασυμβίβαστη με τη συμφωνία ΕΟΚ-Ελβετικής Συνομοσπονδίας και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, αντίκειται επίσης στο ίδιο το κοινοτικό δίκαιο.
Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, εδάφιο α, του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαίου 1980, περί καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/008, σ. 218), «όταν τα στοιχεία που χρησιμεύουν για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας ενός εμπορεύματος εκφράζονται σε νόμισμα διάφορο του νομίσματος του κράτους μέλους, όπου πραγματοποιείται η εκτίμηση, η τιμή συναλλάγματος που πρέπει να εφαρμόζεται είναι η τιμή η οποία έχει δημοσιευτεί δεόντως από τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους». Κατά το εδάφιο 6 της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του κανονισμού αυτού, «μια τέτοιου είδους τιμή συναλλάγματος αντιπροσωπεύει, κατά τρόπο όσο το δυνατόν ακριβέστερο, την τρέχουσα αξία του νομίσματος αυτού στις εμπορικές συναλλαγές, εκφραζόμενη στο νόμισμα του οικείου κράτους μέλους και εφαρμόζεται επί χρονικό διάστημα που δύναται να καθοριστεί από τις προαναφερόμενες αρμόδιες αρχές».
Οι ίδιες διατάξεις ισχύουν υπό τον κανονισμό του Συμβουλίου 803/68, της 27ης Ιουλίου 1968, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (JO L 148, σ. 6), κατά τη διάρκεια ισχύος του οποίου έγινε η επίδικη εισαγωγή.
Κατά συνέπεια, η αρχή του κράτους όπου πραγματοποιείται η εισαγωγή είναι αποκλειστικά αρμόδια να καθορίσει, επ' ευκαιρία της διασαφήσεως, την εφαρμοστέα τιμή συναλλάγματος. Η μέδοδος, σύμφωνα με την οποία η τιμή συναλλάγματος εκτιμάται σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ενδεχομένως περισσότερους μήνες μετά από την ημερομηνία εισαγωγής του τελικού προϊόντος, οδηγεί σε παράβαση του κανόνα, φυσική συνέπεια της αρχής της μη αναδρομικότητας, σύμφωνα με την οποία ένα κείμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη που καθορίζει τις ισοτιμίες, δεν μπορεί να επιβιώσει μετά την κατάργηση της.
Τέτοια μέθοδος δεν βρίσκει εξάλλου κανένα έρεισμα στους κανόνες του κοινοτικού δικαίου ούτε στις διατάξεις της συμφωνίας ΕΟΚ—Ελβετικής Συνομοσπονδίας· επιπλέον, επιβάλλει στις αρχές του κράτους εισαγωγής υπέρμετρη υποχρέωση σε σχέση με την αρμοδιότητα του επί νομισματικών ζητημάτων.
Πρακτικά, η άποψη των εταιριών που είναι προσφεύγουσες στην κυρία δίκη καταλήγει σε ανεπίτρεπτες συνέπειες: ο αναδρομικός καθορισμός των ισοτιμιών παρασύρει τους επιχειρηματίες σε ρεύμα κερδοσκοπίας και η έννοια της καταγωγής αυτής καθεαυτής είναι ελαττωματική.
Στα ερωτήματα που έχουν τεθεί στο Δικαστήριο πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
Κατ' εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, όταν τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας ενός εμπορεύματος και, ιδίως, η εφαρμογή του προτιμησιακού συστήματος που προβλέπεται από τη συμφωνία εκφράζονται σε νόμισμα άλλο από το νόμισμα του κράτους μέλους όπου πραγματοποιείται η εκτίμηση, η τιμή συναλλάγματος που πρέπει να εφαρμοστεί είναι η τιμή η οποία, κατά την ημέρα της διασαφήσεως που γίνεται για να τεθεί στην κατανάλωση το τελικό προϊόν, έχει καθοριστεί από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους.
Η κνοέρνηοη της Ιταλικής Δημοκρατίας υποβάλλει κατ' ουσία παρατηρήσεις γενικού χαρακτήρα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της συμφωνίας ΕΟΚ—Ελβετίας.
Το ερώτημα πώς και σε ποιο μέτρο πρέπει να ληφθεί υπόψη η διακύμανση των νομισμάτων, για να καθοριστεί το ποσοστό των μη ελβετικών προϊόντων που έχουν χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή των προϊόντων που έχουν εισαχθεί στην Ελβετία, πρέπει αναγκαία να λυθεί με ενιαίο τρόπο, οποιαδήποτε και αν είναι η χώρα της Κοινότητας στην οποία έγινε η εισαγωγή. Σε αντίθετη περίπτωση, προκαλούνται εκτροπές των εμπορικών συναλλαγών και στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που είναι ασυμβίβαστες με τους στόχους που επιδίωκε η Κοινότητα κατά τη σύναψη της συμφωνίας.
Οι διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 3 επιτρέπουν τη διατύπωση ενιαίου γενικού κανόνα που εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση.
Κατά τον τίτλο II του πρωτοκόλλου αριθ. 3 (άρθρα 8 και επ.), η ιδιότητα «του καταγόμενου» των προϊόντων, που αποτελούν αντικείμενο των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ της ΕΟΚ και της Ελβετίας, βεβαιώνεται με πιστοποιητικό κυκλοφορίας που εκδίδουν οι τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής· ο καθορισμός της αξίας «των μη καταγόμενων» εξαρτημάτων πρέπει να πραγματοποιηθεί από τη χώρα εξαγωγής, στη συγκεκριμένη περίπτωση την Ελβετία.
Το άρθρο 6 του πρωτοκόλλου αριθ. 3 υποχρεώνει να γίνεται αναφορά στη δασμολογητέα αξία των εξαρτημάτων κατά της εισαγωγής τους στη χώρα όπου θα γίνει η παραγωγή του τελικού προϊόντος και από όπου θα πραγματοποιηθεί η εξαγωγή. Η επεξηγηματική σημείωση 6 στο άρθρο 6, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 2/81 της μικτής επιτροπής, της 1ης Ιουνίου 1981 (κανονισμός 2452/81 του Συμβουλίου, της 27.7.1981, ΕΕ L 247, σ. 27), αναφέρει στο δεύτερο εδάφιο της ότι ως δασμολογητέα αξία νοείται η αξία που καθορίζεται σύμφωνα με τη συμφωνία περί εφαρμογής του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου που έγινε στη Γενεύη στις 12 Απριλίου 1979. Για το λόγο αυτό εφαρμόζεται το άρθρο 9 της συμφωνίας αυτής (απόφαση 80/271 του Συμβουλίου, της 10.12.1979, περί συνάψεως των πολυμερών συμφωνιών που προκύπτουν από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις από' 1973-1979, ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 3), που ορίζει:
«1.
Όταν είναι αναγκαία η μετατροπή ενός νομίσματος για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, η τιμή συναλλάγματος που πρέπει να χρησιμοποιείται είναι η τιμή η οποία έχει δημοσιευτεί δεόντως από τις αρμόδιες αρχές της ενδιαφερόμενης χώρας εισαγωγής και αντιπροσωπεύει, κατά τρόπο όσο το δυνατόν ακριβέστερο, για κάθε περίοδο που καλύπτεται από μια τέτοια δημοσίευση, την τρέχουσα αξία του νομίσματος αυτού στις εμπορικές συναλλαγές, εκφραζόμενη στο νόμισμα της χώρας εισαγωγής.
2.
Η τιμή μετατροπής που πρέπει να χρησιμοποιείται είναι η ισχύουσα κατά το χρόνο εξαγωγής ή το χρόνο εισαγωγής, αναλόγως της ρυθμίσεως που θα προβλεφθεί από κάθε μέρος.»
Οι ίδιες αρχές εφαρμόζονταν πριν από την τροποποίηση της επεξηγηματικής σημειώσεως 6 του πρωτοκόλλου 3 από την απόφαση 2/81 της μικτής επιτροπής, κατ' εφαρμογή της σημειώσεως 4 σχετικά με το άρθρο 1 που αναφέρεται στο παράρτημα II της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 15ης Δεκεμβρίου 1950, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων.
Στο πλαίσιο της διαφοράς στην κυρία δίκη, η μετατροπή έπρεπε να γίνει συνεπώς με την εφαρμογή της επίσημης τιμής συναλλάγματος που δημοσιεύεται από την Ελβετία, χώρα εισαγωγής των μερών και εξαρτημάτων του τελικού προϊόντος και χώρας εξαγωγής προς τη Γαλλία του τελικού προϊόντος. Εφόσον καθοριστεί μία φορά, βάσει της μετατροπής αυτής, το ποσοστό της συνολικής αξίας που αφορά τα «μη καταγόμενα» εξαρτήματα, ο καθορισμός αυτός για την αναγνώριση της ιδιότητας «του καταγόμενου» του τελικού προϊόντος, πρέπει να παραμείνει σταθερή και αμετάβλητη, οποιαδήποτε και αν είναι η χώρα μέλος της Κοινότητας στην οποία έχει πραγματοποιηθεί η εξαγωγή από την Ελβετία.
Διαφορετική λύση και ιδίως, η εφαρμογή των γαλλικών εθνικών διατάξεων, συνεπάγεται διαφοροποίηση στην εφαρμογή του τελωνειακού συστήματος ανάλογα με το κράτος μέλος προς το οποίο πραγματοποιείται η εισαγωγή από την Ελβετία.
Τέτοια διαφοροποίηση είναι τελείως αδικαιολόγητη και πλήρως ασυμβίβαστη με τους σκοπούς που επιδιώκει η συμφωνία ΕΟΚ—Ελβετίας.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν μπορεί να απομονωθεί το πρόβλημα της τιμής συναλλάγματος από το προκαταρκτικό ερώτημα ποια είναι η αρμόδια αρχή για να καθορίσει την αξία των μη καταγόμενων προϊόντων που έχουν ενσωματωθεί στα εμπορεύματα που έχουν κατασκευαστεί στην Ελβετία.
Δεδομένου ότι το πιστοποιητικό EUR-1 έχει, κατά τα άρθρα 8-10 του πρωτοκόλλου 3, όπως τροποποιήθηκαν από την απόφαση 10/73 της μικτής επιτροπής, εκδοθεί από τις ελβετικές αρχές, για τα προϊόντα που έχουν εξαχθεί από τη χώρα αυτή προς την Κοινότητα, ή εισαγωγή, κατά την έννοια του άρθρου 6 του πρωτοκόλλου, δεν μπορεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να αφορά παρά την εισαγωγή μη καταγόμενων τεμαχίων από τη χώρα αυτή. Κατά συνέπεια οι ελβετικές αρχές είναι αρμόδιες για τον υπολογισμό των διαφόρων αξιών, σύμφωνα με τους κανόνες του ελβετικού δικαίου περί δασμολογητέας αξίας και τιμής συναλλάγματος.
Το πιστοποιητικό EUR-1 αποδεικνύει την ιδιότητα του καταγόμενου τελικού προϊόντος και η έκδοση του παρέχει το δικαίωμα στην εφαρμογή του προτιμησιακού συστήματος που προβλέπεται από τη συμφωνία ΕΟΚ—Ελβετίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ελβετικές αρχές βαρύνονται με τον υπολογισμό του ποσοστού του 5 % στηριζόμενες στην τιμή συναλλάγματος μεταξύ του δολαρίου και του ελβετικού φράγκου. Η αρμοδιότητα της χώρας εξαγωγής για να προβεί στον υπολογισμό αποκλείει κάθε διαφορετική μεταχείριση που οφείλεται στις νομισματικές διακυμάνσεις κατά την εισαγωγή σε ένα άλλο κράτος μέλος· εξάλλου, εξαφανίζονται έτσι οι ενδεχόμενες διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με την τιμή συναλλάγματος που πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Το σύστημα αυτό εξασφαλίζει την ασφάλεια του δικαίου για τον επιχειρηματία, δεδομένου ότι μόλις εκδοθεί το πιστοποιητικό ο επιχειρηματίας αυτός είναι προφυλαγμένος από τις μεταβολές της τιμής συναλλάγματος.
Το κράτος μέλος εισαγωγής έχει τη δυνατότητα ελέγχου του πιστοποιητικού EUR-1. Το άρθρο 16 του πρωτοκόλλου αριθ. 3 δημιουργεί την υποχρέωση για τα κράτη μέλη και την Ελβετία να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για τον έλεγχο της γνησιότητας και της κανονικότητας των πιστοποιητικών· το άρθρο 17, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 1/77 της μικτής επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 1977 (κανονισμός 2933/77 του Συμβουλίου, της 20.12.1977, ΕΕ ειδ. έκδ. 02/005, σ. 150), προβλέπει ότι ο a posteriori έλεγχος των πιστοποιητικών EUR-1 πραγματοποιείται κάθε φορά που οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής έχουν εύλογες αμφιβολίες για την ακρίβεια των πληροφοριών που αφορούν την πραγματική καταγωγή του εν λόγω εμπορεύματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση για τις γαλλικές τελωνειακές αρχές, η διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί, αν είχαν αμφιβολίες ως προς το αν τα εν λόγω προϊόντα, είναι καταγόμενα από την Ελβετία, είναι να ζητήσουν από τις ελβετικές αρχές να προβούν σε a posteriori έλεγχο των πιστοποιητικών EUR-1 που είχαν εκδοθεί· στο μεταξύ, θα μπορούσαν να αποφασίσουν την αναστολή εφαρμογής των διατάξεων της συμφωνίας, εν αναμονή των αποτελεσμάτων του ελέγχου, αποδεσμεύοντας για τον εισαγωγέα τα προϊόντα, με την επιφύλαξη των αναγκαίων συντηρητικών μέτρων. Αν οι ελβετικές αρχές είχαν επιβεβαιώσει την ακρίβεια του πιστοποιητικού EUR-1 και αν οι γαλλικές αρχές είχαν αποφασίσει να αμφισβητήσουν τα στοιχεία των ελβετικών αρχών, η κανονική διαδικασία 8α συνίστατο στο να τεθεί το ερώτημα στην τελωνειακή επιτροπή ΕΟΚ—Ελβετίας (υποεπιτροπή της μικτής επιτροπής), που είναι αρμόδια για να αποφανθεί επί τέτοιων ζητημάτων· σε τελευταίο βαθμό, το ζήτημα μπορούσε να είχε υποβληθεί στη μικτή επιτροπή.
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η τελωνειακή επιτροπή συμφώνησε επί μιας γενικής αρχής, σύμφωνα με την οποία οι τελωνειακές αρχές δεν πρέπει να αρνηθούν την εφαρμογή της προτιμήσεως πριν από τη διενέργεια ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 17 του πρωτοκόλλου 3. Αν δεν υπάρχει αντίθετη απόφαση, το κράτος μέλος εισαγωγής δεσμεύεται συνεπώς από το έγγραφο που έχει καταρτιστεί από τη χώρα εξαγωγής ΕΖΕΣ, στη συγκεκριμένη περίπτωση την Ελβετία.
Οι διατάξεις αυτές δεν έχουν θεσπιστεί μόνο προς το συμφέρον των εξαγωγέων των τρίτων χωρών, αλλά επίσης προς το συμφέρον των κοινοτικών εξαγωγέων: η Κοινότητα αναμένει από τις αρχές των χωρών της ΕΖΕΣ να ακολουθούν την ίδια διαδικασία για τα πιστοποιητικά που καταρτίζονται από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών.
Στα ερωτήματα που έχουν τεθεί από το Cour de cassation πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση :
Για την έκδοση του πιστοποιητικού EUR-1 ο καθορισμός, της αξίας των μη καταγόμενων προϊόντων από την Ελβετία, που έχουν ενσωματωθεί σε καταγόμενα προϊόντα από τη χώρα αυτή και εξαχθεί στην Κοινότητα, γίνεται από τις ελβετικές αρχές κατ' εφαρμογή των διατάξεων του πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Κοινότητας. Το αποτέλεσμα του καθορισμού αυτού δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από το κράτος μέλος εισαγωγής παρά μόνο σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής.
III — Προφορική διαδικασία
Οι προσφεύγουσες στην κυρία δίκη, εκπροσωπούμενες από το Ryziger, η γαλλική υπηρεσία τελωνείων, καθής η προσφυγή στην κυρία δίκη, εκπροσωπούμενη από τους Boré και Xavier και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τη Χριστογιαννοπούλου και το Sack, ανέπτυξαν τις προφορικές τους παρατηρήσεις και έδωσαν τις απαντήσεις τους στα ερωτήματα που έθεσε το Δικαστήριο κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 16ης Μαΐου 1984.
Οι προσφεύγουσες στην κυρία όίκη ανέφεραν κυρίως ότι μπορούν, επικουρικά, να δεχθούν την επιχειρηματολογία και το σύστημα που πρότεινε η Επιτροπή.
Η γαλλική υπηρεσία τελωνείων επέμεινε στο γεγονός ότι οι απαντήσεις του Δικαστηρίου έπρεπε να τοποθετηθούν στο στενό πλαίσιο των προδικαστικών ερωτημάτων που του έχουν τεθεί και ότι πρέπει να γίνει η διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών πράξεων λόγω του αντικειμένου τους και λόγω της μεθόδου τους, την τελωνειακή πράξη που συνίσταται στον καθορισμό της καταγωγής του προϊόντος και την τελωνειακή πράξη που συνίσταται στον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας του προϊόντος αυτού. Επί του τελευταίου αυτού σημείου, αποκλείεται η χώρα εξαγωγής, στη συγκεκριμένη περίπτωση η Ελβετία, να μπορεί να καθορίζει μονομερώς και κυριαρχικά με την έκδοση του ευρωπαϊκού πιστοποιητικού κυκλοφορίας, το συναλλαγματικό τελωνειακό σύστημα στο οποίο θα υποβληθεί το εμπόρευμα στη χώρα εισαγωγής. Προφανώς, η χώρα εισαγωγής, δυνάμει της κυριαρχίας που ασκεί στο δικό της τελωνειακό έδαφος, είναι αρμόδια να καθορίσει τη βάση του δασμού. Το πρωτόκολλο αριθ. 3 δεν αποκλείει καθόλου τον έλεγχο της καταγωγής και της αξίας των προϊόντων από τη χώρα εισαγωγής. Η μετατροπή σε εθνικό νόμισμα των στοιχείων αξίας του προϊόντος, που έχουν εκφραστεί σε αλλοδαπό νόμισμα, πρέπει να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με την τελευταία τιμή συναλλάγματος της χώρας εισαγωγής, κατά το χρόνο που πραγματοποιείται η εκτίμηση, συνεπώς, κατά την ημερομηνία της εισαγωγής.
Η Επιτροπή έδωσε επεξηγήσεις επί των γραπτών της παρατηρήσεων.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 19ης Ιουνίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1983, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Σεπτεμβρίου 1983, το γαλλικό Cour de cassation υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, της 22ας Ιουλίου 1972, και κυρίως, του πρωτοκόλλου αριθ. 3, που έχει προσαρτηθεί στη συμφωνία αυτή περί του ορισμού της εννοίας «καταγόμενα προϊόντα» και περί των μεθόδων διοικητικής συνεργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/003, σ. 224).
2
Από το φάκελο προκύπτει ότι στις 8 Ιουνίου 1977 η εταιρία «Les Rapides Savoyards» και ο υπεύθυνος διαχειριστής της Roger Dejussel, εισήγαγαν από την Ελβετία, για λογαριασμό της εταιρίας «Diffusion Marketing International» (DMI), με έδρα το Stains, Seine-Saint-Denis, μια παρτίδα στυλογράφων με σφαιρίδιο, δασμολογικής κλάσης 98.03, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό κυκλοφορίας EUR-1, που είχε εκδώσει η ελβετική υπηρεσία τελωνείων δυνάμει του πρωτοκόλλου αριθ. 3 και το οποίο βεβαίωνε την ελβετική καταγωγή του εν λόγω εμπορεύματος.
3
Όπως προκύπτει από στοιχεία που δεν έχουν αμφισβητηθεί, τα οποία παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης, οι στυλογράφοι αυτοί είχαν κατασκευαστεί και συναρμολογηθεί υπό τις ακόλουθες συνθήκες: οι φύσιγγες εισήχθησαν από την DMI από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία στη Γαλλία και επανεξήχθησαν προς την Ελβετία με το σύστημα της προσωρινής εξαγωγής. Στην Ελβετία καλύφθηκαν από έναν ελβετό κατασκευαστή με περίβλημα και καλύμματα από χρώμιο που κατασκευάστηκαν επίσης στην Ελβετία, καθώς και με λαβές, και για ορισμένους στυλογράφους με περόνες που εισήχθησαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατευθείαν στην Ελβετία. Το τελικό προϊόν, που έφερε το σήμα του ελβετού κατασκευαστή (LINDY), δηλώθηκε προς εισαγωγή στη Γαλλία ως προϊόν καταγωγής Ελβετίας με τιμή «ελεύθερο εκ του εργοστασίου» σε ελβετικά φράγκα. Οι προσφεύγοντες στην κυρία δίκη ζήτησαν την εφαρμογή του προτιμησιακού δασμολογικού συντελεστή 2,6 % της δασμολογητέας αξίας που ίσχυε κατά την περίοδο εκείνη μεταξύ Ελβετίας και Κοινότητας.
4
Η γαλλική υπηρεσία τελωνείων, αφού ανέλυσε την τιμή του εν λόγω προϊόντος, επανεκτίμησε την αξία των διαφόρων εξαρτημάτων, σύμφωνα με την καταγωγή τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ή την Ελβετία, κατά το άρθρο 35-8 του κώδικα τελωνείων που προβλέπει ότι, όταν τα εξαρτήματα που λαμβάνονται υπόψη» για τον καθορισμό της κανονικής τιμής ενός εμπορεύματος αποτιμώνται σε αλλοδαπό νόμισμα, η μετατροπή πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει της επίσημης τιμής συναλλάγματος που ισχύει κατά την ημερομηνία της πρωτοκολλήσεως της διασαφήσεως, με άλλα λόγια, κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής. Θεωρώντας, σύμφωνα με τους υπολογισμούς αυτούς, ότι η αξία των εξαρτημάτων προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που υπήρχε στο τελικό προϊόν, υπερέβαινε το ανώτατο όριο του 5 % στο οποίο το πρωτόκολλο 3 και το παράρτημα του III, κατάλογος Β, περιορίζουν, για την αναγνώριση της ελβετικής καταγωγής, την ενσωμάτωση εξαρτημάτων καταγωγής τρίτων χωρών, η υπηρεσία τελωνείων εφήρμοσε το γενικό συντελεστή του Κοινού Δασμολογίου που ήταν, την περίοδο εκείνη, 13 % υπό την επιφύλαξη του συνυπολογισμού των δασμών που είχαν ήδη πληρωθεί κατά την εισαγωγή των φυσίγγων.
5
Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη άσκησαν προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής Συνδιαλλαγής και Τελωνειακής Πραγματογνωμοσύνης (ΕΣΤΠ), η οποία την απέρριψε στις 16 Μαΐου 1978. Η υπηρεσία τελωνείων άσκησε προσφυγή, ενώπιον του Tribunal d'instance του Saint-Julien-en-Genevois, το οποίο με απόφαση της 19ης Ιουνίου 1979 επικύρωσε την απόφαση της ΕΣΤΠ. Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη άσκησαν έφεση ενώπιον του Cour d'appel του Chambéry το οποίο επικύρωσε την απόφαση αυτή με την απόφαση που εξέδωσε στις 11 Μαΐου 1981. Η εταιρία «Les Rapides Savoyards», ο διαχειριστής της Roger Dejussel και η εταιρία DMI άσκησαν αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Cour de cassation.
6
Όπως προκύπτει από το φάκελο καθώς και από το μοναδικό λόγο αναιρέσεως που αναφέρεται στην απόφαση παραπομπής, η διαφορά που έχει αχθεί ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων αφορά, κατά πρώτον, το ζήτημα της τιμής συναλλάγματος που εφήρμοσε η γαλλική υπηρεσία τελωνείων για να εκτιμήσει την αξία των διαφόρων εξαρτημάτων που ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό της καταγωγής του επίδικου προϊόντος και, κυρίως, το χρονικό σημείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό των ισοτιμιών μεταξύ των διαφόρων νομισμάτων που έχουν χρησιμοποιηθεί. Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη θεωρούν ότι η εφαρμοστέα τιμή συναλλάγματος πρέπει να είναι η τιμή που ισχύει κατά το χρόνο που εισήχθησαν τα διάφορα εξαρτήματα, είτε στη Γαλλία είτε στην Ελβετία, ενώ η υπηρεσία τελωνείων θεωρεί ότι οι αξίες αυτές πρέπει να καθοριστούν κατά το χρόνο που ορίζει το άρθρο 35-8 του γαλλικού κώδικα τελωνείων, δηλαδή κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής του τελικού προϊόντος στη Γαλλία. Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη θεωρούν ότι η μέθοδος αυτή είναι ασυμβίβαστη με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου 3, λόγω της αβεβαιότητας που δημιουργεί στο ζήτημα της καταγωγής, ύστερα από τις μεταβολές των τιμών συναλλάγματος που μπορούν να παρεμβληθούν μεταξύ του χρόνου εισαγωγής των εξαρτημάτων και του χρόνου εισαγωγής του τελικού προϊόντος.
7
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το φάκελο, κατά τη διάρκεια των προηγουμένων δικών και μέχρι την άσκηση της αναίρεσης, οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη δεν αμφισβήτησαν την αρμοδιότητα της γαλλικής υπηρεσίας τελωνείων να προβεί, κατά το χρόνο της εισαγωγής του τελικού προϊόντος, σε νέα εκτίμηση των στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της καταγωγής δεδομένου ότι η συζήτηση περιορίζεται στο ζήτημα αν συμβιβάζεται με τη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών και τις ενδεχομένως σχετικές κοινοτικές ρυθμίσεις η εφαρμογή, για την εκτίμηση των εξαρτημάτων που εισήχθησαν προηγουμένως από την Ελβετία, των τιμών συναλλάγματος που ισχύει κατά το χρόνο της εισαγωγής του τελικού προϊόντος.
8
Με γνώμονα τη διαφορά που έχει περιοριστεί κατ' αυτόν τον τρόπο, το Cour de cassation αποφάσισε να ζητήσει από το Δικαστήριο να κρίνει
1.
Αν η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, της 22ας Ιουλίου 1972, το πρωτόκολλο 3 και οι κοινοτικοί κανονισμοί έχουν την έννοια ότι, όταν τα εξαρτήματα που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας ενός προϊόντος αποτιμώνται σε διαφορετικό νόμισμα από το νόμισμα του κράτους μέλους στο οποίο γίνεται ο υπολογισμός, η μετατροπή πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει της επίσημης τιμής συναλλάγματος που ισχύει κατά την ημερομηνία πρωτοκολλήσεως της διασαφήσεως·
2.
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, πώς πρέπει να υπολογιστεί αυτή η τιμή συναλλάγματος κατά το κοινοτικό δίκαιο.
9
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, οι διάδικοι στην κύρια δίκη επανέλαβαν κατ' ουσία την επιχειρηματολογία που είχε ήδη αναπτυχθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Αντίθετα, η Επιτροπή και η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου κρτήρια ερμηνείας που αντλούνται από τη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών και το πρωτόκολλο 3, που δεν είχαν ληφθεί υπόψη από τα δικαστήρια που είχαν επιληφθεί της διαφοράς κατά τις προηγούμενες δίκες.
10
Η Επιτροπή και η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζονται πράγματι ότι η απάντηση στα ερωτήματα που έχουν τεθεί από το Cour de cassation προϋποθέτει την προηγουμένη εξέταση του ζητήματος της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της ελβετικής υπηρεσίας τελωνείων και των υπηρεσιών τελωνείων της Κοινότητας, ως προς τον καθορισμό της καταγωγής των προϊόντων και τις σχέσεις μεταξύ Ελβετίας και ΕΟΚ. Η Επιτροπή τονίζει ότι η έκταση του προβλήματος που έχει τεθεί κατά τον τρόπο αυτό ξεπερνά τα όρια της συγκεκριμένης περιπτώσεως, δεδομένου ότι, αφενός, ρήτρες ανάλογες με τις ρήτρες του πρωτοκόλλου 3 υπάρχουν σε, όλες τις συμφωνίες ελευθέρων συναλλαγών που έχουν συναφθεί από την Κοινότητα με τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών και ότι, αφετέρου, οι κανόνες περί καταγωγής εφαρμόζονται ταυτόσημα τόσο στα εμπορεύματα που εξάγονται από τα εν λόγω κράτη προς την Κοινότητα όσο και στα εμπορεύματα που εξάγει η Κοινότητα προς τα κράτη αυτά.
11
Η Επιτροπή και η ιταλική κυβέρνηση εκθέτουν επ' αυτού ότι, κατά τα άρθρα 6, 8 και 10 του πρωτοκόλλου 3, οι ελβετικές τελωνειακές αρχές είναι αρμόδιες να καθορίζουν την καταγωγή των προϊόντων που εξάγονται προς την Κοινότητα και στην περίπτωση προϊόντων με εξαρτήματα που έχουν εισαχθεί από τρίτες χώρες να εκτιμούν αν τα εξαρτήματα αυτά υπερβαίνουν ή όχι το όριο του 5 % κατ' αξία που προβλέπεται από το πρωτόκολλο. Στην περίπτωση που το όριο αυτό δεν έχει ξεπεραστεί, η ελβετική καταγωγή του προϊόντος βεβαιώνεται με τη χορήγηση πιστοποιητικού κυκλοφορίας EUR-1, όπως έχει προβλεφθεί στο πρωτόκολλο.
12
Κατά την άποψη πάντοτε της Επιτροπής και της ιταλικής κυβερνήσεως, οι τελωνειακές υπηρεσίες της Κοινότητας δεν έχουν το δικαίωμα να αντικαθιστούν με δικούς τους υπολογισμούς την αξία των εξαρτημάτων που έχουν ληφθεί υπόψη, για τον καθορισμό της καταγωγής, από τις αρχές του κράτους εξαγωγής· είναι συνεπώς υποχρεωμένες να εφαρμόσουν στα εμπορεύματα, για τα οποία βεβαιώνεται προσηκόντως η ελβετική καταγωγή, το προτιμησιακό σύστημα που προβλέπεται από τη συμφωνία. Η Επιτροπή τονίζει ότι ενδιαφέρει οι αποφάσεις περί της καταγωγής που έχουν ληφθεί από τις ελβετικές τελωνειακές αρχές να τηρούνται στην Κοινότητα, δεδομένου ότι η Κοινότητα πρέπει να μπορεί να αναμένει ότι οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί για το θέμα αυτό από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών θα αναγνωρίζονται επίσης στην Ελβετία.
13
Η Επιτροπή και η ιταλική κυβέρνηση αναφέρουν ότι η μέθοδος αυτή είναι η μόνη που μπορεί να εξασφαλίσει ότι η κρίση για την καταγωγή θα είναι η ίδια σε όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας, ενώ η εφαρμογή εθνικών κανόνων, όπως ο γαλλικός κώδικας τελωνείων, κινδυνεύουν να καταλήξουν σε αντιφατικές κρίσεις για την καταγωγή ενός και του αυτού προϊόντος, ανάλογα με τις διακυμάνσεις των διαφόρων εθνικών νομισμάτων. Οι διαφορές αυτές κρίσεως οδηγούν στη συνέχεια σε εκτροπές του εμπορίου και σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.
14
Συμπεραίνοντας, η Επιτροπή και η ιταλική κυβέρνηση θεωρούν ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα που έχει τεθεί από το Cour de cassation, υπό την έννοια ότι οι εθνικές τελωνειακές αρχές δεν είναι αρμόδιες να προβούν σε επανεκτίμηση, βάσει των επισήμως ισχυουσών τιμών κατά την ημερομηνία εισαγωγής, των εξαρτημάτων που έχουν γίνει δεκτά για τον καθορισμό της καταγωγής των εμπορευμάτων με γνώμονα τα διάφορα εξαρτήματα ενός προϊόντος, και να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι ο καθορισμός της αξίας που πρέπει να ληφθεί υπόψη για να καθοριστεί η καταγωγή πρέπει να γίνει με την τήρηση της κατανομής αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από το προσαρτημένο στη συμφωνία με την Ελβετική Συνομοσπονδία πρωτόκολλο 3. Η Επιτροπή εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι το άρθρο 16 του πρωτοκόλλου 3 θέτει την υποχρέωση στα κράτη μέλη και στην Ελβετία να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για τον έλεγχο της γνησιότητας και του νομότυπου των πιστοποιητικών EUR-1 και ότι το άρθρο 17 επιτρέπει τον a posteriori έλεγχο των ιδίων πιστοποιητικών σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την ακρίβεια των στοιχείων που αφορούν την πραγματική καταγωγή του εν λόγω προϊόντος.
15
Κατά την προφορική διαδικασία, οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη, αφού υπενθύμισαν την προηγούμενη επιχειρηματολογία τους, έκαναν γνωστό ότι μπορούν επίσης να αποδεχθούν τη συλλογιστική της Επιτροπής, η οποία, κατά τη γνώμη τους, οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα με τη συλλογιστική που πρότειναν.
16
Η γαλλική υπηρεσία τελωνείων προέβαλε δύο αντιρρήσεις κατά της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής και της ιταλικής κυβερνήσεως. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι το ζήτημα, όπως έχει διατυπωθεί από την Επιτροπή και την ιταλική κυβέρνηση δεν έχει τεθεί από το Cour de cassation και ότι το Δικαστήριο πρέπει να περιοριστεί να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί. Αφετέρου, εκθέτει ότι είναι ασυμβίβαστο με την κυριαρχία των κρατών μελών επί τελωνειακών θεμάτων να επιβάλλονται σ' αυτά κρίσεις που έχουν γίνει από αλλοδαπή υπηρεσία τελωνείων και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορεί, για να καθοριστεί η βάση του εφαρμοστέου δασμού να περιοριστεί η εφαρμογή των κανόνων του γαλλικού τελωνειακού κώδικα στην εκτίμηση μόνο της δασμολογητέας αξίας του τελικού προϊόντος κατά τη στιγμή της εισαγωγής του. Η υπηρεσία τελωνείων είναι επίσης αρμόδια να εκτιμήσει την αξία των εξαρτημάτων του τελικού προϊόντος με σκοπό να καθορίσει την καταγωγή και, κατά συνέπεια, να αποφασίσει αν ένα τέτοιο προϊόν πρέπει να τύχει του ευεργετήματος του προτιμησιακού συστήματος της συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών ή αν πρέπει να υποβληθεί στο γενικό σύστημα του δασμολογίου.
17
Όποιες κι αν είναι οι απόψεις που έχουν αναπτυχθεί από τους διαδίκους ως προς τους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του δασμολογικού συστήματος των εισαγομένων προϊόντων από την Ελβετία στην Κοινότητα, στα ζητήματα που έθεσε το Cour de cassation πρέπει να δοθεί απάντηση υπό το φως του συνόλου του συστήματος που καθιερώνει η συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών και το πρωτόκολλο αριθ. 3. Γι' αυτό πρέπει πρώτα να υπενθυμιστούν οι σχετικές διατάξεις των κειμένων αυτών, δεδομένου μάλιστα ότι οι διατάξεις του πρωτοκόλλου έχουν υποστεί ορισμένες τροποποιήσεις μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας.
18
Η συμφωνία μεταξύ της ΕΟΚ και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας εφαρμόζεται κατά το άρθρο της 2 υπό την επιφύλαξη ορισμένων περιορισμών, «στα προϊόντα καταγωγής Κοινότητας και Ελβετίας». Το άρθρο 11 της συμφωνίας προβλέπει ότι «το πρωτόκολλο αριθ. 3 καθορίζει τους κανόνες καταγωγής». Πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο II του πρωτοκόλλου αυτού, το οποίο περιέχει τα άρθρα 8 μέχρι 17, τροποποιήθηκε από την απόφαση 1/77 της μικτής επιτροπής ΕΟΚ—Ελβετίας, της 14ης Δεκεμβρίου 1977, που άρχισε να ισχύει στην Κοινότητα με τον κανονισμό 2933/77 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/005, σ. 150), δηλαδή σε ημερομηνία λίγο μεταγενέστερη από την εισαγωγή που βρίσκεται στη γένεση της ενεστώσας διαφοράς. Πάντως, δεν χρειάζεται να καθοριστεί αν η διαφορά, στις διαδοχικές φάσεις της εξελίξεως της, υπόκειται στους παλαιούς κανόνες ή στους νέους, δεδομένου ότι οι σχετικές διατάξεις, αν και είναι πιο σαφείς στη νέα τους διατύπωση, είναι κατ' ουσία ισοδύναμες στα δύο διαδοχικά κείμενα του πρωτοκόλλου.
19
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου, ως προϊόντα καταγόμενα από την Ελβετία θεωρούνται
«α)
τα προϊόντα, τα παραγόμενα εξ ολοκλήρου στην Ελβετία,
6)
τα προϊόντα, τα παραγόμενα στην Ελβετία, στην κατασκευή των οποίων εχρησιμοποιήθησαν προϊόντα άλλα από εκείνα που αναφέρονται στην περίπτωση α, υπό την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα αυτά απετέλεσαν αντικείμενο επαρκών κατά την έννοια του άρθρου 5 κατεργασιών ή μεταποιήσεων».
20
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, θεωρούνται «επαρκείς», μεταξύ άλλων, «6) οι κατεργασίες ή μεταποιήσεις που απαριθμούνται στον πίνακα Β». Ο πίνακας αυτός που αποτελεί το παράρτημα III του πρωτοκόλοου περιέχει σε επικεφαλίδα της τρίτης στήλης, «κανόνα» περί, μεταξύ άλλων, των στυλογράφων με σφαιρίδιο της δασμολογικής κλάσης 98.03. Ο κανόνας αυτός όπως έχει ξαναδιατυπωθεί και συμπληρωθεί από την απόφαση 3/74 της μικτής επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 1974, που άρχισε να ισχύει στην Κοινότητα με τον κανονισμό 3288/74 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1974 (JO L 352, σ. 31), αναφέρει τα εξής: «Η ενσωμάτωση προϊόντων, μερών και μεμονωμένων τεμαχίων “μη καταγόμενων” ... σε προϊόντα [της κλάσης] ... 98.03 δεν επιφέρει για τα προϊόντα αυτά απώλεια της ιδιότητας “καταγόμενων προϊόντων” υπό την προϋπόθεση ότι η αξία των προϊόντων, των μερών και μεμονωμένων τεμαχίων δεν υπερβαίνει το 5 % της αξίας του τελικού προϊόντος».
21
Ο καθορισμός της αξίας των εξαρτημάτων που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του 5 % ρυθμίζεται από τις παρακάτω διατάξεις του πρωτοκόλλου.
22
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου ορίζει επ' αυτού τα εξής:
«Όταν οι πίνακες Α και Β που αναφέρονται στο άρθρο 5 ορίζουν ότι τα εμπορεύματα τα παραγόμενα στην Κοινότητα ή στην Ελβετία θεωρούνται ως καταγόμενα από τις χώρες αυτές μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η αξία των χρησιμοποιηθέντων για την παραγωγή τους προϊόντων δεν υπερβαίνει ορισμένο ποσοστό της αξίας των παραγομένων εμπορευμάτων, οι αξίες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του ποσοστού αυτού είναι:
—
αφενός μέν,
όσον αφορά τα προϊόντα των οποίων αποδεικνύεται η εισαγωγή: η δασμολογητέα αξία τους κατά τον χρόνο της εισαγωγής·
όσον αφορά τα προϊόντα απροσδιόριστης καταγωγής: η πρώτη εξακριβώσιμη τιμή που κατεβλήθη για τα προϊόντα αυτά επί του εδάφους του συμβαλλομένου μέρους όπου πραγματοποιείται η κατασκευή·
—
αφετέρου δε,
η τιμή “εκ του εργοστασίου” των παραγομένων εμπορευμάτων, αφαιρουμένων των επιστραφέντων ή επιστρεπτέων κατά την εξαγωγή εσωτερικών φόρων.»
23
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου, τα καταγόμενα προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου απολαύουν κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα ή στην Ελβετία των διατάξεων της συμφωνίας επί προσκομίσει πιστοποιητικού κυκλοφορίας. Το πιστοποιητικό αυτό, που με την απόφαση 10/73 της μικτής επιτροπής ΕΟΚ—Ελβετίας, της 12ης Δεκεμβρίου 1973, που άρχισε να ισχύει στην Κοινότητα βάσει του κανονισμού 3600/73 του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 1973 (JO L 365, σ. 135) αντικατέστησε το πιστοποιητικό A.CH. 1 που προβλέπονταν στο αρχικό κείμενο του πρωτοκόλλου 3, είναι ήδη το πιστοποιητικό EUR-1.
24
Κατά το άρθρο 10 του πρωτοκόλλου, το πιστοποιητικό αυτό που εκδίδεται, κατά την εξαγωγή των εμπορευμάτων στα οποία αναφέρεται, από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, αποτελεί το δικαιολογητικό λόγο για την εφαρμογή του προτιμησιακού συστήματος που προβλέπει η συμφωνία.
25
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι τα άρθρα 16 και 17 του πρωτοκόλλου παρέχουν στις τελωνειακές υπηρεσίες της Κοινότητας τις πιο ευρείες δυνατότητες για να ρυθμίσουν, σε συνεργασία με τις ελβετικές τελωνειακές αρχές, δυσχέρειες που μπορούν να ανακύψουν από τον καθορισμό της καταγωγής και την έκδοση των πιστοποιητικών κυκλοφορίας.
26
Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο καθορισμός της καταγωγής των εμπορευμάτων, σύμφωνα με το πρωτόκολλο 3, στηρίζεται σε κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των τελωνειακών αρχών των συμβαλλομένων στη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών, υπό την έννοια ότι η καταγωγή καθορίζεται από τις αρχές του κράτους εξαγωγής, δεδομένου ότι ο έλεγχος λειτουργίας του συστήματος αυτού εξασφαλίζεται χάρη στη συνεργασία μεταξύ των ενδιαφερομένων υπηρεσιών και από τις δύο πλευρές. Το σύστημα αυτό δικαιολογείται από το ότι οι αρχές του κράτους εξαγωγής βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση για να ελέγξουν τα περιστατικά που καθορίζουν την καταγωγή· επιπλέον, έχει το πλεονέκτημα να οδηγεί σε ασφαλή και ενιαία αποτελέσματα ως προς την εξακρίβωση της ταυτότητας καταγωγής των εμπορευμάτων και να αποφεύγει κατά τον τρόπο αυτόν εκτροπές του εμπορίου και στρεβλώσεις του ανταγωνισμού κατά τις συναλλαγές.
27
Ο μηχανισμός αυτός δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο αν η τελωνειακή υπηρεσία του κράτους εισαγωγής αναγνωρίζει τις εκτιμήσεις στις οποίες έχουν προβεί νόμιμα οι αρχές του κράτους εξαγωγής. Η αναγνώριση τέτοιων αποφάσεων που γίνεται από τις τελωνειακές υπηρεσίες των κρατών μελών είναι αναγκαία για να μπορέσει και η Κοινότητα να ζητήσει από τις αρχές των άλλων κρατών, που δεσμεύονται έναντι της στο πλαίσιο των συστημάτων ελευθέρων συναλλαγών, την αναγνώριση των αποφάσεων που έχουν λάβει οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών ως προς την καταγωγή των προϊόντων που εξάγονται από την Κοινότητα προς τα κράτη αυτά.
28
Δεν υπάρχει φόβος ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών μπορεί να διευκολύνει καταχρηστική πρακτική, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα άρθρα 16 και 17 του πρωτοκόλλου 3, κυρίως στη νέα τους διατύπωση, έχουν ρυθμίσει με λεπτομέρειες τις μεθόδους συνεργασίας μεταξύ των ενδιαφερομένων τελωνειακών υπηρεσιών σε περίπτωση αμφισβητήσεων σχετικά με την καταγωγή ή σε περίπτωση απάτης των εξαγωγέων ή εισαγωγέων.
29
Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι η λειτουργία του συστήματος αυτού — που στηρίζεται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, σε καταμερισμό καθηκόντων μεταξύ των τελωνειακών υπηρεσιών των συμβαλλομένων στη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών και στην εμπιστοσύνη που οφείλεται στις πράξεις που εκδίδουν οι υπηρεσίες αυτές στο πλαίσιο των αμοιβαίων αρμοδιοτήτων τους — δεν θίγει τη δημοσιονομική αυτονομία ούτε της Κοινότητας και των κρατών μελών της ούτε των ενδιαφερομένων τρίτων κρατών, δεδομένου ότι το σύστημα που καθορίζεται στο πρωτόκολλο αριθ. 3 έχει καθοριστεί βάσει αμοιβαίων υποχρεώσεων που θέτουν τους συμβαλλομένους σε ίση μοίρα στις αμοιβαίες συναλλαγές.
30
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι αφού πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση για εμπορεύματα που έχουν συναρμολογηθεί στην Ελβετία, οι αρχές του κράτους αυτού είναι αρμόδιες, σύμφωνα με το πρωτόκολλο αριθ. 3, να καθορίσουν την καταγωγή των προϊόντων που προορίζονται να εξαχθούν στην Κοινότητα. Κατά συνέπεια, οι δασμολογικοί κανόνες και οι κανόνες περί συναλλάγματος της Ελβετικής Συνομοσπονδίας είναι εφαρμοστέοι για τον καθορισμό των στοιχείων που υπεισέρχονται στον υπολογισμό των αξιών που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να καθοριστεί αν το εν λόγω προϊόν μπορεί να θεωρηθεί ή όχι ως προϊόν καταγωγής Ελβετίας. Ιδίως οι αρχές αυτές είναι αρμόδιες να καθορίσουν τη δασμολογητέα αξία των εξαρτημάτων που έχουν εισαχθεί από τρίτη χώρα, κατά το χρόνο που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, περίπτωση πρώτη του πρωτοκόλλου αριθ. 3, δηλαδή το χρόνο της εισαγωγής των εξαρτημάτων αυτών στην Ελβετία, και να προβεί κατά το χρονικό αυτό σημείο στις πράξεις μετατροπής σύμφωνα με τους εθνικούς της κανόνες. Η έκδοση για το επίδικο προϊόν, από το ελβετικό τελωνείο, του πιστοποιητικού κυκλοφορίας EUR-1 βεβαιώνει ότι η ελβετική καταγωγή του προϊόντος αυτού έχει αποδειχθεί κανονικά σύμφωνα με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου.
31
Εν όψει των διατάξεων του πρωτοκόλλου 3 το κράτος εισαγωγής τέτοιου προϊόντος δεν είναι αρμόδιο να κρίνει κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής τη δασμολογητέα αξία του τελικού προϊόντος για την εφαρμογή του προτιμησιακού συστήματος που προβλέπει η συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών.
32
Κατά συνέπεια, στα ερωτήματα που έθεσε το γαλλικό Cour de cassation πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι: Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, της 22ας Ιουλίου 1972, και ιδίως το πρωτόκολλο 3 που έχει προσαρτηθεί στη συμφωνία αυτή, έχουν την έννοια ότι η εκτίμηση των στοιχείων που γίνονται δεκτά για τον καθορισμό της καταγωγής προϊόντος και συνεπώς της υπαγωγής του στο προτιμησιακό σύστημα που προβλέπει η συμφωνία υπάγεται στην τελωνειακή αρχή του κράτους εξαγωγής του τελικού προϊόντος που εφαρμόζει, στα εισαγόμενα από τρίτες χώρες εξαρτήματα, κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής τους, τους δικούς του κανόνες για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας και της τιμής συναλλάγματος.
Επί των δικαστικών εξόδων
33
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ιταλική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται.
34
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Cour de cassation της Γαλλικής Δημοκρατίας με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1983 αποφαίνεται:
Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, της 22ας Ιουλίου 1972, και ιδίως το πρωτόκολλο 3 που έχει προσαρτηθεί στη συμφωνία αυτή περί ορισμού του εννοίας «καταγόμενα προϊόντα» και περί των μεθόδων διοικητικής συνεργασίας, έχουν την έννοια ότι η εκτίμηση των στοιχείων που γίνονται δεκτά για τον καθορισμό της καταγωγής προϊόντος και συνεπώς της υπαγωγής του στο προτιμησιακό σύστημα που προβλέπει η συμφωνία υπάγεται στην τελωνειακή αρχή του κράτους εξαγωγής του τελικού προϊόντος που εφαρμόζει, στα εισαγόμενα από τρίτες χώρες εξαρτήματα, κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής τους, τους δικούς του κανόνες για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας και της τιμής συναλλάγματος.
Koopmans
Bahlmann
Pescatore
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουλίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühl
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy