Στην υπόθεση 224/83,
Ferriera Vittoria Srl, με έδρα το Odolo (Ιταλία), via Brescia 22 Α, εκπροσωπούμενη από το μοναδικό της διαχειριστή, Vincenzo Bottazzi, επικουρούμενο από το δικηγόρο Gino Alberto Bergmann, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο André Elvinger, 15, Côte d'Eich,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το Manfred Beschel, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της ατομικής αποφάσεως της Επιτροπής C(83) 1022/5, της 14ης Ιουλίου 1983, περί επιβολής προστίμου στην προσφεύ-. γουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Ιστορικό
1.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία κοινοποίησε στην προσφεύγουσα με συστημένη επιστολή επί αποδείξει παραλαβής στις 21 Ιουλίου 1983, η Επιτροπή επέβαλε στην προσφεύγουσα πρόστιμο 70200900 ιταλικών λιρετών, δυνάμει του άρθρου 64 της συνθήκης ΕΚΑΧ, με το αιτιολογικό ότι οι εκπτώσεις που εφάρμοζε η επιχείρηση Ferriera Vittoria συνιστούν παράβαση του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ;
2.
Πράγματι, κατά τον έλεγχο που διενήργησαν από τις 3 μέχρι τις 10 Νοεμβρίου 1981 στην εταιρεία Ferriera Vittoria, οι επιθεωρητές της ΕΚΑΧ διαπίστωσαν ότι οι τιμές των τιμοκαταλόγων που είχε δημοσιεύσει η εταιρεία δεν είχαν τηρηθεί. Όπως ανέφεραν οι επιθεωρητές, οι παραβάσεις αφορούσαν πωλήσεις ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής 6 ως 8 mm που συντελέστηκαν κατά την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 1981. Με συστημένη επιστολή της 17ης Μαΐου 1982, η Επιτροπή γνωστοποίησε επίσημα στην εταιρεία Ferriera Vittoria τις κατ'αυτής αιτιάσεις, επισυνάπτοντας στη γνωστοποίησή της πίνακα των εκπτώσεων που διαπίστωσε. Η εταιρεία Ferriera Vittoria κλήθηκε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της, σύμφωνα με το άρθρο 36 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
3.
Η εταιρεία Ferriera Vittoria υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή με συστημένη επιστολή της 1ης Ιουνίου 1982. Ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία είναι μικρού μεγέθους, ότι το τελικό προϊόν της προκύπτει από την έλαση εν θερμώ σιδηροτροχιών και ότι, επομένως, εφόσον πρόκειται για προϊόν δεύτερης ποιότητας, η τιμή του δεν μπορεί παρά να είναι κατώτερη από την τιμή των προϊόντων πρώτης ποιότητας.
4.
Στις 14 Ιανουαρίου 1983, οι διάδικοι ανέπτυξαν τα επιχειρήματά τους κατά τη διάρκεια ακροάσεως στις Βρυξέλλες, τα πρακτικά της οποίας κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα με συστημένη επιστολή της 16ης Φεβρουαρίου 1983.
II — Έγγραφη διαδικασία
1.
Στις 6 Οκτωβρίου 1983, η εταιρεία Ferriera Vittoria κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την περί ακυρώσεως προσφυγή της κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 14ης Ιουλίου 1983, περί επιβολής του προστίμου που προαναφέρθηκε.
2.
Με παρεμπίπτουσα αίτηση, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Οκτωβρίου 1983, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της προσφυγής, ζητώντας από το Δικαστήριο να κρίνει επί της αιτήσεως αυτής χωρίς να εισέλθει στην ουσία.
3.
Οι παρατηρήσεις της προσφεύγουσας επί της ενστάσεως απαραδέκτου περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 28 Νοεμβρίου 1983.
4.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε, κατ'εφαρμογή του άρθρου 91 του κανονισμού διαδικασίας του, να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία μόνο επί του ζητήματος του απαραδέκτου, χωρίς να εισέλθει στην ουσία.
5.
Με διάταξη της 29ης Φεβρουαρίου 1984, το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο τρίτο τμήμα.
III — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
«—
να ακυρώσει την απόφαση C(83) 1022/5 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 14ης Ιουλίου 1983
—
επικουρικώς, να μειώσει το πρόστιμο σε ένα απλώς συμβολικό ποσό και, επικουρικότερα, να διατάξει μακρά αναβολή άτοκης καταβολής του προστίμου».
2.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο :
«—
να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα».
3.
Με τις παρατηρήσεις της επί της παρεμπίπτουσας αίτησης της Επιτροπής, η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
«—
να κρίνει ότι η προσφυγή ασκήθηκε νομοτύπως, και
—
να εισέλθει στην εξέταση της ουσίας».
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής της, ότι έλαβε γνώση της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής μόλις στις 30 Αυγούστου 1983.
Σχετικώς επισυνάπτει σε παράρτημα ένορκη δήλωση του μοναδικού διαχειριστή της, Vincenzo Bottazzi, επικυρωμένη από τον ανθυπασπιστή διοικητή του σταθμού χωροφυλακής του Preseglie, από την οποία προκύπτει ότι, επειδή το εργοστάσιο και τα γραφεία της εταιρείας ήταν κλειστά από τις 6 Ιουνίου 1983, λόγω της κρίσεως, και επειδή απουσίαζε ο μοναδικός διαχειριστής της, ο τελευταίος μπόρεσε να λάθει γνώση του περιεχομένου της αποφάσεως της Επιτροπής της 14ης Ιουλίου 1983 μόλις στο τέλος Αυγούστου.
Κατά συνέπεια, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής έληγε στις 20 Οκτωβρίου 1983.
2.
Η Επινροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, εφόσον ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας ενός μηνός, που προβλέπει το άρθρο 39 του οργανισμού του Δικαστηρίου (ΕΚΑΧ), παρεκτεινόμενης στην προκειμένη περίπτωση κατά 10ημέρες λόγω αποστάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 81, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του παραρτήματος II του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η προθεσμία αυτή έληξε, επομένως, την 1η Σεπτεμβρίου 1983, αφού άρχισε να τρέχει στις 21 Ιουλίου 1983, ημερομηνία της κοινοποιήσεως στην προσφεύγουσα της προσβαλλόμενης απόφασης με συστημένη επιστολή.
Επομένως, εφόσον το δικόγραφο της προσφυγής κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Οκτωβρίου 1983, αυτή είναι εκπρόθεσμη, πράγμα που, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής.
Όσον αφορά τη δήλωση του , μοναδικού διαχειριστή της επιχειρήσεως, που επικυρώνεται από το σταθμάρχη της τοπικής χωροφυλακής, η Επιτροπή σημειώνει, καταρχάς, ότι, παραπέμποντας στα λογιστικά έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή της εταιρείας Ferriera Vittoria, ο εν λόγω υπαξιωματικός αναμφίβολα εννοούσε ότι βεβαίωνε απλώς ότι αυτά ήταν σύμφωνα με τις δηλώσεις του Bottazzi. Η Επιτροπή δεν αντιλαμβάνεται πώς είναι δυνατό να αποδειχτεί ότι o Bottazzi άνοιξε την επιστολή της Επιτροπής μόλις στις 26 Αυγούστου 1983.
Όπως κι αν έχει το πράγμα, και αν ακόμη υποτεθεί ότι πράγματι αυτό συνέβη, τούτο δεν ασκεί καμιά επιρροή στο απαράδεκτο της προσφυγής. Πράγματι, το έγγραφο της Επιτροπής απεστάλη με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής, μέσο που είναι ικανό και πρόσφορο για να προκαλέσει την έναρξη των προθεσμιών, όπως άφησε να εννοηθεί το Δικαστήριο με την απόφαση της 17ης Ιουλίου 1959, επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 32 και 33/58 (Racc.,1959,σ.269).
Εξάλλου, η απόδειξη παραλαβής υπογράφηκε δεόντως, στη διεύθυνση της εταιρείας Ferriera Vittoria, από πρόσωπο νομίμως εξουσιοδοτημένο προς τούτο. Αν δεν βρισκόταν κανείς στη διεύθυνση της προσφεύγουσας, ή συστημένη επιστολή θα επιστρεφόταν στην Επιτροπή, που θα προέβαινε σε νέα κοινοποίηση.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι φαίνεται παράδοξο να απουσιάζει ο μοναδικός διαχειριστής εταιρείας λόγω διακοπών επί 37 συνεχείς ημέρες, χωρίς καν να επιφορτίσει κάποιον να του διαβιβάζει την επείγουσα αλληλογραφία ή να του γνωστοποιεί τα πιο επείγοντα μηνύματα από τηλεφώνου. Πρόκειται εν πάση περιπτώσει για συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από ιδιάζουσα απρονοησία, η οποία δεν μπορεί 6έ6αια να καταλογιστεί στην Επιτροπή.
3.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, με τις παρατηρήσεις της, ότι το αληθές των περιστάσεων που περιέχονται στη βεβαίωση του σταθμάρχη της χωροφυλακής — ότι δηλαδή η επιχείρηση παραμένει κλειστή, λόγω της κρίσεως, απο τις 6 Ιουνίου μέχρι σήμερα, ότι το προσωπτικό της υπήχθη στην «Cassa Integrazione Straordinaria» και ότι ο μοναδικός διαχειριστής της απουσίαζε από την επιχείρηση από τις 19 Ιουλίου μέχρι τις 26 Αυγούστου 1983 — δεν μπορεί να διαψευστεί εφόσον πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, εκτός αν χωρήσει προσβολή επί πλαστότητι.
Τα στοιχεία τα οποία προσκομίζει η προσφεύγουσα έχουν, επομένως, συγκεκριμένη αποδεικτική δύναμη, ενώ ot ενστάσεις, τις οποίες προέβαλε η Επιτροπή, στηρίζονται απλώς σε τεκμήρια, τα οποία — κατά την άποψη της — οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, από τη στιγμή που μια συστημένη επιστολή φτάνει στον προορισμό της, το περιεχόμενο της λογίζεται γνωστό στον αποδέκτη.
Η περίσταση αυτή όμως δεν ενισχύεται, κατά την προσφεύγουσα, από κανένα πραγματικό στοιχείο, πέρα από το ότι η Επιτροπή έλαβε ταχυδρομικώς την απόδειξη παραλαβής της συστημένης επιστολής, πράγμα που δεν αποδεικνύει με βεβαιότητα ότι το έγγραφο εξετάστηκε από τον Bottazzi ή από άλλον αρμόδιο της επιχείρησης μόλις έφτασε στην ταχυδρομική θυρίδα του αποδέκτη.
Εξάλλου, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, δεν είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι η Επιτροπή υπαινίσσεται ότι ο ανθυπασπιστής της χωροφυλακής του Presceglie βεβαιώνει απλώς ότι οι δηλώσεις του Bottazzi είναι σύμφωνες με τα έγγραφα της εν λόγω επιχείρησης. Ο υπαινιγμός αυτός δεν είναι ακριβής, δεδομένου ότι ο υπάλληλος που έχει την εξουσία να εκδίδει δημόσια έγγραφα «βεβαιώνει ότι τα δηλούμενα (από τον Bottazzi) ανταποκρίνονται στην αλήθεια». Είναι πράγματι πρόδηλο, κατά την προσφεύγουσα, ότι η τοπική χωροφυλακή έχει συγκεκριμένο καθήκον να εξασφαλίζει τη δημόσια τάξη και ότι ο εν λόγω ανθυπασπιστής, επιφορτισμένος με τη διοίκηση της, ενημερώνεται καθημερινά για τις μετακινήσεις των προσώπων, και τούτο πολύ περισσότερο σε ένα μικρό τόπο όπως το Odolo.
Η απρονοησία, άλλωστε, την οποία η Επιτροπή προσάπτει στο μοναδικό διαχειριστή της επιχείρησης, δεν μπορεί να του αποδοθεί ενόψει των συγκεκριμένων πραγματικών περιστάσεων που αφορούν την κατάσταση της επιχείρησης. Εξάλλου, η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι δεν υφίσταται καμιά νομική διάταξη που να δημιουργεί τεκμήριο ότι, όταν μια συστημένη επιστολή φτάσει στην ταχυδρομική θυρίδα του αποδέκτη, το περιεχόμενό της λογίζεται αυτομάτως γνωστό στον αποδέκτη.
Τέλος, η προσφεύγουσα προβάλλει ένα επιπλέον επιχείρημα, για να στηρίξει το παραδεκτό της προσφυγής της, ότι δηλαδή δεν είχε λόγους να μην ασκήσει την προσφυγή της εντός της τασσομένης προθεσμίας, αν ο μοναδικός διαχειριστής της είχε λάβει γνώση του περιεχομένου της αποφάσεως της Επιτροπής τον Ιούλιο.
V — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαρτίου 1984, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ο. Montata, ανέπτυξε προφορικά τις παρατηρήσεις της.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά την ίδια συνεδρίαση της 29ης Μαρτίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία, του Δικαστηρίου στις 6 Οκτωβρίου 1983, η επιχείρηση Fernere Vittoria Sri, με έδρα το Odolo (Ιταλία), άσκησε, δυνάμει του άρθρου 36 της συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως C(83) 1022/5 της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 1983, με την οποία της επέβαλε πρόστιμο 70200900 ιταλικών λιρετών, για το λόγο ότι, κατά παράβαση του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ, προέβαινε σε εκπτώσεις επί των καθορισμένων από την Επιτροπή τιμών, των συρμάτων μορφοσιδήρου κυκλικής διατομής. Επικουρικώς, η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο να μειώσει το πρόστιμο σε συμβολικό απλώς ποσό και, επικουρικότερα, να ορίσει μακρά προθεσμία για την άτοκη καταβολή του προστίμου.
2
Η επίδικη απόφαση απευθύνθηκε στην προσφεύγουσα με συστημένη επιστολή της 19ης Ιουλίου 1983, η απόδειξη παραλαβής της οποίας υπογράφηκε στις 21 Ιουλίου 1983 στην έδρα της Vittoria, στο Odolo.
3
Η Επιτροπή, με παρεμπίπτον υπόμνημα, προέβαλε ένσταση απαραδέκτου λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως της προσφυγής. Πράγματι, η προσφεύγουσα κατέθεσε το δικόγραφο της προσφυγής της μόλις στις 6 Οκτωβρίου 1983, ενώ η επίδικη απόφαση της κοινοποιήθηκε στις 21 Ιουλίου 1983. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 39 του οργανισμού του Δικαστηρίου (ΕΚΑΧ), σε συνδυασμό με το άρθρο 33 της συνθήκης ΕΚΑΧ, η προσφυγή έπρεπε να είχε ασκηθεί εντός ενός μηνός από την τελευταία αυτή ημερομηνία, παρεκτεινόμενης λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες, σύμφωνα με το άρθρο 81 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου και το άρθρο 1 του παραρτήματος του II. Κατά την Επιτροπή, η προθεσμία για την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής έληξε, επομένως, την 1η Σεπτεμβρίου 1983.
4
Η προσφεύγουσα αντιθέτως υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή για το λόγο ότι μόλις στο τέλος Αυγούστου μπόρεσε να λάβει πράγματι γνώση της αποφάσεως της Επιτροπής. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η επιχείρηση και τα γραφεία της ήταν κλειστά από τις 6 Ιουνίου, λόγω της κρίσεως, και ότι το προσωπικό είχε υπαχθεί, από την ημερομηνία εκείνη, στην «Cassa Integrazione Straordinaria». Επιπλέον, ο μοναδικός διαχειριστής της επιχείρησης απουσίαζε από τις 19 Ιουλίου μέχρι τις 26 Αυγούστου 1983 και, κατά συνέπεια, δεν μπόρεσε να λάβει γνώση της αποφάσεως παρά μόνο στο τέλος Αυγούστου, όταν επανήλθε. Προς απόδειξη των ισχυρισμών αυτών, προσκομίζει ένορκη δήλωση του μοναδικού της διαχειριστή επικυρωμένη από κατά τόπον αρμόδιο υπαξιωματικό της χωροφυλακής, ο οποίος βεβαίωσε ότι «τα δηλούμενα» (από το διαχειριστή) «ανταποκρίνονται στην αλήθεια».
5
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι δεν υφίσταται καμιά νομική διάταξη που να επιτρέπει τη συναγωγή τεκμηρίου ότι, όταν μια συστημένη επιστολή φτάσει στην ταχυδρομική θυρίδα του αποδέκτη, το περιεχόμενό της λογίζεται ότι έγινε αυτόματα γνωστό στον αποδέκτη.
6
Πρέπει να υπομνηστεί ότι, δυνάμει των άρθρων 33, τρίτη παράγραφος, και 36 της συνθήκης ΕΚΑΧ, σε συνδυασμό με το άρθρο 39 του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚΑΧ, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά αποφάσεως της Επιτροπής, που στηρίζεται στο άρθρο 64 της συνθήκης ΕΚΑΧ, είναι ενός μηνός από την κοινοποίηση της αποφάσεως.
7
Δεδομένου ότι η προθεσμία αυτή είναι αυστηρού δικαίου, όπως έχει ήδη δεχτεί το Δικαστήριο με την απόφαση του της 9ης Φεβρουαρίου 1984 (Busseni, 284/82, Συλλογή 1984, σ. 557), δεν μπορεί να παρεκταθεί, παρά μόνο κατά τις διατάξεις περί παρεκτάσεως των προθεσμιών λόγω αποστάσεως, που προβλέπει το άρθρο 39, δεύτερη παράγραφος, του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚΑΧ. Εν προκειμένω, η παρέκταση της προθεσμίας λόγω αποστάσεως που παρέχεται στους ιταλούς υπηκόους ανέρχεται σε δέκα ημέρες, σύμφωνα με το παράρτημα II του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου.
8
Σύμφωνα με το άρθρο 33, τρίτη παράγραφος, της συνθήκης ΕΚΑΧ, που προαναφέρθηκε, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής αρχίζει να τρέχει από την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης πράξης. Σύμφωνα με το άρθορ 81, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, η προθεσμία αυτή αρχίζει να τρέχει, «σε περίπτωση ... κοινοποιήσεως, από την επομένη της ημέρας της κοινοποιήσεως της πράξεως στον ενδιαφερόμενο...».
9
Στην υπό κρίση περίπτωση, η κοινοποίηση έγινε με συστημένη επιστολή επί αποδείξει παραλαβής, η οποία υπογράφηκε στις 21 Ιουλίου 1983, πράγμα που επιτρέπει να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η ημέρα ενάρξεως της εν λόγω προθεσμίας, όπως έχει ήδη δεχτεί το Δικαστήριο με την απόφαση του 17ης Ιουλίου 1959 (SNUPAT κατά Ανωτάτης Αρχής, 32 και 33/58, Race. σ. 269).
10
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η προθεσμία δεν μπορούσε να αρχίσει να τρέχει παρά μόνον από την ημερομηνία κατά την οποία ο μοναδικός της διαχειριστής έλαβε πράγματι γνώση του περιεχομένου της κοινοποιηθείσας πράξης, πράγμα που κατέστη δυνατό μόνο μετά τις 26 Αυγούστου 1983.
11
Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, η πραγματική γνώση του περιεχομένου της κοινοποιηθείσας πράξης εκ μέρους του μοναδικού διαχειριστή της προσφεύγουσας δεν μπορεί να επηρεάσει το χρόνο ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής.
12
Πρέπει, ωστόσο, να εξεταστεί μήπως οι προαναφερθείσες περιστάσεις, τις οποίες επικαλείται η προσφεύγουσα, συνιστούν τυχαίο συμβάν ή περίπτωση ανωτέρας βίας, κατά την έννοια του άρθρου 39, τρίτη παράγραφος, του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚΑΧ, που την εμπόδισαν να ασκήσει εμπροθέσμως την προσφυγή της.
13
Σχετικά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η έννοια της ανωτέρας βίας αφορά κυρίως, αν εξαιρεθούν οι ιδιομορφίες των ειδικών τομέων στους οποίους χρησιμοποιείται, περιστάσεις που καθιστούν αδύνατη την πραγματοποίηση της οικείας ενέργειας. Ακόμη και αν δεν προϋποθέτει απόλυτη αδυναμία, απαιτεί, ωστόσο, την ύπαρξη ασυνηθών δυσχερειών, ανεξάρτητων από τη βούληση του ενδιαφερομένου προσώπου, που παρίστανται αναπόφευκτες, έστω και αν καταβληθεί κάθε δυνατή επιμέλεια (απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984, 284/82, Busseni).
14
Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η επιχείρηση Vittoria ήταν κλειστή, το προσωπικό της είχε υπαχθεί στην «Cassa Integrazione Straordinaria», ο δε μοναδικός της διαχειριστής απουσίαζε για προσωπικούς λόγους. Οι περιστάσεις αυτές δεν απήλλασαν το μοναδικό διαχειριστή από την υποχρέωση να λάβει τα αναγκαία διοικητικά μέτρα κατά την απουσία του. Συνεπώς, η καθυστερημένη άσκηση της προσφυγής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οφειλόμενη σε τυχαίο συμβάν ή σε ανωτέρα βία.
15
Από τα προηγηθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή ασκήθηκε εκπροθέσμως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Galmot
Everling
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Μαΐου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
D. Louterman
Διοικητικός υπάλληλος
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Y. Galmot
Full & Egal Universal Law Academy