Στην υπόθεση 227/83,
Σόφια Μουςη, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενη από τον Georges Vandersanden, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την Janine Biver, 2, rue Goethe,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Δημήτριο Γκουλούση, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αρνήσεως της Επιτροπής να προβεί σε επανεξέταση του βαθμού στον οποίο διορίστηκε η προσφεύγουσα κατόπιν διαγωνισμού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι παρατηρήσεις, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Η Σοφία Μούση, ελληνικής ιθαγενείας, έλαβε, τον Μάρτιο του 1961, το πτυχίο οικονομικών και πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1962 το δίπλωμα ανωτέρων ευρωπαϊκών σπουδών του Πανεπιστημιακού Ευρωπαϊκού Κέντρου του Nancy.
Ύστερα από περίοδο δοκιμασίας στην ΕΚΑΧ, προσελήφθη το 1963 στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών στην Αθήνα, όπου εργάστηκε μέχρι τον Ιούνιο του 1968. Από τον Νοέμβριο του 1964 έως τον Μάιο του 1965 παρακολούθησε μαθήματα επιμόρφωσης στον εθνικό προγραμματισμό και έλαβε δίπλωμα από την Agence pour la coopération industrielle et économique του Παρισιού.
Αφού έκανε πρακτική άσκηση στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το 1967, προσελήφθη ως εμπειρογνώμονας από το 1968 μέχρι το 1971.
Στις 15 Νοεμβρίου 1971, η Μούση διορίστηκε προσωρινή υπάλληλος με το βαθμό Α 7 στη Γενική Διεύθυνση Γεωργίας. Αφού
πέτυχε στο διαγωνισμό COM Α/268, διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος στο βαθμό Α 7 την 1η Αυγούστου 1972 και, ύστερα, μονιμοποιήθηκε στον ίδιο βαθμό την 1η Μαΐου 1973. Προάχθηκε στο βαθμό Α 6, την 1η Αυγούστου 1975.
Αφού πέτυχε στο γενικό διαγωνισμό COM/Α/337, για τους έλληνες υπηκόους, η Μούση διορίστηκε από την 1η Ιουνίου 1982, με απόφαση της 8ης Ιουνίου, κύρια υπάλληλος διοικήσεως στη Γενική διεύθυνση Γεωργίας, διεύθυνση «γεωργικές διαρθρώσεις και δάση», τμήμα «εφαρμογή κοινών δράσεων και γραμματεία της διαρκούς επιτροπής των γεωργικών διαρθρώσεων» (ΓΔ νΐ-ΣΤ-2), με κατάταξη στο βαθμό Α 5, κλιμάκιο 3.
Στις 11 Ιανουαρίου 1983, η Μούση υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων στην επιτροπή κατάταξης αίτηση για την επανεξέταση της κατάταξης της και τη χορήγηση του βαθμού A4. Η αίτηση αυτή στηριζόμενη στην απόφαση της επιτροπής περί των εφαρμοστέων κριτηρίων για το διορισμό και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη, της 6ης Ιουνίου 1973, που ανακοινώθηκε στο προσωπικό τον Μάρτιο του 1981, απορρίφθηκε με επιστολή του προϊσταμένου του τμήματος «Σταδιοδρομίες» της Γενικής Διευθύνσεως Προσωπικού και Διοικήσεως, της 20ής Ιανουαρίου 1983, η οποία παρελήφθη από τη Μούση στις 20 Φεβρουαρίου 1983.
Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, η Μούση υπέβαλε στις 25 Μαρτίου 1983 ένσταση κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 1983.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Η Μούση άσκησε στις 6 Οκτωβρίου 1983 την προκειμένη προσφυγή κατά της αποφάσεως της 14ης Ιουλίου 1983 με την οποία απορρίπτονταν η ένσταση της.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή της παραδεκτή
—
να την κρίνει βάσιμη και να ακυρώσει την απορριπτική απόφαση της ενστάσεως της με την οποία επιβεβαιώνεται η κατάταξη της στο βαθμό Α 5/3, κατόπιν του γενικού διαγωνισμού COM/Α/337 /81
—
να διατάξει την Επιτροπή να προβεί στην ακριβή κατάταξη, κατά βαθμό, της προσφεύγουσας, κατόπιν του ανωτέρω διαγωνισμού, ενόψει των κριτηρίων που περιέχονται στην απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973 της Επιτροπής·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη και ως αβάσιμη
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά.
Με Διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Οκτωβρίου 1983, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο δεύτερο τμήμα.
Το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα), κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προβεί στην έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Από τους διαδίκους ζητήθηκε να απαντήσουν, κατά τη δημόσια συνεδρίαση, σε δύο ερωτήματα σχετικά με το παραδεκτό και την ουσία της υποθέσεως.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας
Α — Ως προς το παραδεκτό
Η Επιτροπή καταλήγει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω του ότι ασκήθηκε καθυστερημένα.
α)
Δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων η προσφυγή ακυρώσεως δεν είναι παραδεκτή παρά μόνο αν η αρμόδια για του διορισμούς αρχή είχε προηγουμένως επιληφθεί ενστάσεως κατά βλαπτικής πράξεως δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2η ένσταση αυτή πρέπει να έχει υποβληθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημέρα της κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως προς το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται ή από την ημέρα που ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση. Συνεπώς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, βλαπτική πράξη για την προσφεύγουσα είναι η πράξη διορισμού της 8ης Ιουνίου 1982, της οποίας έλαβε γνώση στις 18 Ιουνίου 1982 η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε ένσταση κατά της πράξεως αυτής εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
6)
Η προσφεύγουσα δεν μπορεί να αντλήσει επιχείρημα από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε την καθυστέρηση αυτή στην απόφαση της, της 20ής Ιανουαρίου 1983, με την οποία απέρριπτε την αίτηση ή στην απόφαση της, της 14ης Ιουλίου 1983, με την οποία απέρριπτε την ένσταση. Από νομικής πλευράς, η διοίκηση δεν είναι υποχρεωμένη, βάσει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, να απορρίψει ένσταση ως απαράδεκτη από πρακτικής απόψεως, θεώρησε καθήκον της, μέσα στα πλαίσια του συμφέροντος διατηρήσεως αρμονικών σχέσεων με το προσωπικό, να δώσει σε κάθε ένσταση, ακόμη και εκείνη που έχει υποβληθεί καθυστερημένα, αιτιολογημένη απάντηση επί της ουσίας.
Δεδομένου ότι οι προθεσμίες προς άσκηση προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως και δεν είναι μέσο που τελεί στη διάθεση των διαδίκων ή του δικαστή, η Επιτροπή δηλώνει ότι επαφίεται επ' αυτού στην κρίση του Δικαστηρίου.
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η προσφυγή πληροί όλες τις προϋποθέσεις του παραδεκτού.
α)
Η πάγια πρακτική της Επιτροπής συνίσταται στο να εξετάζει κατά προτεραιότητα εξωδίκως τις ενδεχόμενες αιτιάσεις των ενδιαφερομένων. Στηριζόμενη στην πρακτική αυτή, η προσφεύγουσα ήταν απόλυτα δικαιολογημένη να αρχίσει τη διαδικασία της προσφυγής με την υποβολή αιτήσεως περί επανεξετάσεως της αποφάσεως σχετικά με το βαθμό της, αίτηση την οποία το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν εξαρτά από καμία προϋπόθεση τηρήσεως προθεσμίας.
6)
Η Επιτροπή δεν προέβαλε την ένσταση απαραδέκτου ούτε κατά την απόρριψη της αιτήσεως ούτε κατά την απόρριψη της ενστάσεως με τον τρόπο αυτό επιβεβαίωσε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από την προσφεύγουσα και αναγνώρισε την εσωτερική πρακτική αμφισβητήσεως την οποία η ίδια εξάλλου διακήρυττε.
γ)
Δεδομένου ότι οι λόγοι απαραδέκτου μπορούν εξ επαγγέλματος να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, σημασία έχει να διαπιστωθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής υπαλλήλου πληρούνται ενόψει των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Το συμφέρον της προσφεύγουσας να ζητήσει την επανεξέταση της κατατάξεως της δεν αμφισβητήθηκε. Όλες οι προθεσμίες, ιδιαίτερα η προθεσμία των τριών μηνών από την κοινοποίηση της απορρίψεως της ενστάσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 91, παράγραφος 3, τηρήθηκαν. Η διαδικασία της ενστάσεως εξαντλήθηκε προηγουμένως. Η βλαπτική πράξη κατά της οποίας ασκείται η προσφυγή συνίσταται στην απόφαση της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1982, με την οποία χορηγείται στην προσφεύγουσα ο βαθμός Α 5, κλιμάκιο 3, όπως επιβεβαιώθηκε από την απορριπτική απόφαση επί της ενστάσεως της 14ης Ιουλίου 1983' εξάλλου, δεν υπήρχε ως προς αυτό καμία αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων.
Β — Επί της ουσίας
Η προσφεύγουσα προβάλλει κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως πέντε λόγους που αντλεί από την παράβαση διαφόρων διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και από τη μη τήρηση ορισμένων γενικών κανόνων του δικαίου.
Η Επνροπή θεωρεί ότι όλοι αυτοί οι λόγοι είναι αβάσιμοι.
— Ως προς το λόγο που αντλείται από την παράβαση των άρθρων 29, 30, 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων
Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι ο όρος «πρόσληψη», που αναφέρεται στο κεφάλαιο 1 του τίτλου III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ο οποίος αφορά τη σταδιοδρομία του υπαλλήλου, έχει διπλή έννοια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρεται αποκλειστικά στον πρώτο διορισμό, στην πρόσληψη του υπαλλήλου στις υπηρεσίες ενός οργάνου της Κοινότητας έτσι τα άρθρα 27 και 28 καθιερώνουν τις αρχές και τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν κατά την πρόσληψη, ενώ τα άρθρα 33 και 34 προβλέπουν την υποχρέωση να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση και σε περίοδο δοκιμασίας. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν απαιτούνται πλέον κατά την περαιτέρω εξέλιξη της σταδιοδρομίας.
Το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 29, 30, 31 και 32 είναι τελείως διαφορετικό: ρυθμίζουν κατά γενικό τρόπο τις προϋποθέσεις καλύψεως των κενών θέσεων και τα κριτήρια κατατάξεως.
Το Δικαστήριο δέχθηκε την ευρεία έννοια του όρου πρόσληψη, υπό την έννοια ότι αφορά την κάλυψη κάθε κενής θέσεως' στηριζόμενη σε αυτή την ευρεία αντίληψη της εννοίας πρόσληψη, έκρινε ότι είναι δυνατό να επιτρέπεται στους υπαλήλους που έχουν ήδη διοριστεί να συμμετάσχουν σε διαδικασίες προσλήψεως του τύπου γενικών διαγωνισμών.
Οι διαδικασίες προσλήψεως προορίζονται μερικές φορές μόνο για υπαλλήλους εν ενεργεία (άρθρο 29, παράγραφος 1, εδάφια α, 6 και γ), μερικές φορές προορίζονται για υποψηφίους εκτός κοινοτικών οργάνων και για υπαλλήλους που ήδη υπηρετούν (διαδικασία γενικών διαγωνισμών, άρθρο 29, παράγραφος 1, in fine) Στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα κριτήρια κατατάξεως που τίθενται στα άρθρα 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων εφαρμόζονται αδιακρίτως και στις δύο κατηγορίες των υποψηφίων.
Η απόφαση της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 1973, περί εφαρμοστέων κριτηρίων κατά το διορισμό σε βαθμό και κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη, πρέπει να θεωρηθούν υπό το ίδιο πρίσμα: εφαρμόζονται κυρίως στην κατάταξη των υπαλλήλων κατά την πρώτη πρόσληψη αλλά πάντως δεν αποκλείεται η χρησιμοποίηση των προβλεπομένων κριτηρίων και στους υποψηφίους που υπηρετούν ήδη, οι οποίοι είναι επιτυχόντες σε γενικό διαγωνισμό. Κατά την τελευταία αιτιολογική της σκέψη, η απόφαση αυτή αποβλέπει να εγγυηθεί στους υπαλλήλους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία ή στον ίδιο κλάδο, ταυτόσημες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας.
Η Επιτροπή πεπλανημένα συνδέει τα άρθρα 31 και 32 μόνο με το άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για να περιορίσει την εφαρμογή τους στην πρώτη πρόσληψη του υπαλλήλου, ενώ οι διατάξεις αυτές έπρεπε να συνδεθούν με το άρθρο 29. Καθορίζουν μόνο τα κριτήρια κατατάξεως κατόπιν διεξαγωγής γενικού διαγωνισμού κατά το άρθρο 3 του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τόσο στους υποψηφίους που δεν υπηρετούν ήδη στο όργανο όσο και σε υποψηφίους που υπηρετούν. Οι δύο αυτές κατηγορίες υποψηφίων πρέπει να τύχουν μεταχειρίσεως κατά τον ίδιο τρόπο τόσο κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού όσο και κατά την κατάταξη τους, σε συνάρτηση με την επαγγελματική πείρα και την ειδική κατάρτιση.
Δεδομένου ότι τα άρθρα 29, 30, 31 και 32 αποτελούν τμήμα ενός στενά συνδεδεμένου συνόλου, το γεγονός ότι η απόφαση περί διορισμού της προσφεύγουσας στηρίζεται στα άρθρα 29 και 30, συνεπάγεται την υποχρέωση εφαρμογής των άρθρων 31 και 32 και της απόφασης του 1973 για τον καθορισμό του νέου βαθμού της και του νέου κλιμακίου της. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα έχει επαγγελματική πείρα και ειδική κατάρτιση έχει δικαίωμα να καταταχθεί στο βαθμό Α 4.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο διορισμός της προσφεύγουσας στο βαθμό Α 5 δεν συνιστά πρόσληψη κατά την έννοια του άρθρου 27. Η προσφεύγουσα από τον Νοέμβριο του 1971 συνδέεται με την Επιτροπή με έννομη σχέση, αρχικά δυνάμει συμβάσεως, ύστερα βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως' μεταγενέστερη τροποποίηση της σχέσεως αυτής, ιδιαίτερα βελτίωση της υπαλληλικής της καταστάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσληψη. Τα άρθρα 31 και 32 δεν μπορούν να εφαρμοστούν παρά μία μόνο φορά κατά τη σταδιοδρομία του υπαλλήλου.
Η διάκριση, που κάνει η προσφεύγουσα μεταξύ δύο τύπων προσλήψεως, είναι αυθαίρετη. Το γράμμα του άρθρου 32, παράγραφος 1, είναι πάρα πολύ σαφές: η κατάταξη δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο κατά το στάδιο της προσλήψεως και δεν υπάρχει παρά μόνο μία πρόσληψη για κάθε υπάλληλο. Πρέπει να γίνει διάκριση όχι μεταξύ δύο εννοιών προσλήψεως αλλά μεταξύ προσλήψεως και διορισμού' η πρόσληψη δεν γίνεται παρά μία μόνο φορά κατά τη σταδιοδρομία, ενώ ο διορισμός μπορεί να γίνει περισσότερες φορές, παραδείγματος χάρη, κατόπιν προαγωγής. Η κατάταξη του υπαλλήλου δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο κατά την πρόσληψη και όχι μετά από κάθε διορισμό.
Η προσφεύγουσα δεν μπορεί να αντλήσει επιχείρημα από τελευταία αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως του 1973' το αποφασιστικό στοιχείο είναι το ίδιο το κείμενο της αποφάσεως: κατά συνέπεια, το άρθρο 1, που περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως, αναφέρεται σε «κάθε υποψήφιο που επιλέγεται ως δόκιμος υπάλληλος», πράγμα που δείχνει προφανώς ότι η απόφαση δεν εφαρμόζεται παρά μόνο κατά την «πρώτη» πρόσληψη και όχι μετά από κάθε διορισμό, όταν ο υπάλληλος δεν είναι υποχρεωμένος να υποστεί εκ νέου δοκιμαστική υπηρεσία.
Η απόφαση περί διορισμού της προσφεύγουσας δεν αφορούσε το άρθρο 29 παρά μόνο για να αναφερθεί στην κάλυψη κενών θέσεων και το άρθρο 30 για να αναφερθεί στη διαδικασία του διαγωνισμού.
— Ως προς το λόγο που αντλείται από την παράβαση της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1983
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1973 πρέπει να εφαρμοστεί στην περίπτωση της' ιδίως, έπρεπε να ληφθεί υπέρ αυτής υπόψη η επαγγελματική της πείρα, η οποία θα της επέτρεπε δυνάμει των άρθρων 2 και 3 της αποφάσεως να προσληφθεί στο βαθμό Α 4. Χωρίς καμιά αμφιβολία δικαιολογεί την ύπαρξη προϋποθέσεων αρχαιότητας και πείρας που απαιτούνται από τις διατάξεις αυτές.
Το επιχείρημα που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για να μην εφαρμόσει υπέρ αυτής την απόφαση, δηλαδή ότι κατά το χρόνο της προσλήψεως της δεν είχε καταταχθεί στο βαθμό Α 5 δεν είναι σχετικό: πώς η απόφαση της Επιτροπής, που άρχισε να ισχύει την 1η Ιουνίου 1973, μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση της προσφεύγουσας, η οποία διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος την 1η Αυγούστου 1972 και μονιμοποιήθηκε την 1η Μαΐου 1973;
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η απόφαση της, της 6ης Ιουνίου 1973, δεν αφορά παρά μόνο την κατάταξη κατά την πρόσληψη' δεν εφαρμόζεται κατά συνέπεια για την περίπτωση του διορισμού της προσφεύγουσας στο βαθμό Α 5.
Εξάλλου, στο πλαίσιο της ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως στην περίπτωση της προσφεύγουσας, η εκτίμηση της επαγγελματικής της πείρας δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αλλά της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής.
— Ως προς το λόγο που αντλείται από την παράβαση των άρθρων 45 και 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι δεν προήχθη αλλά ότι κατατάχθηκε με την απόφαση περί διορισμού της, της 8ης Ιουνίου 1982, κατόπιν και συνεπεία του γενικού διαγωνισμού στον οποίο συμμετέσχε.
Η προαγωγή που ρυθμίζεται από το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως γίνεται κατ' επιλογή μεταξύ των υπαλλήλων που δικαιολογούν ορισμένη αρχαιότητα στο βαθμό τους βάσει συγκρίσεως των προσόντων τους και των εκθέσεων που έχουν γίνει γι' αυτούς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως η κατάταξη έγινε κατόπιν γενικού διαγωνισμού. Η διαδικασία προαγωγής συνιστά κατά το άρθρο 29, παράγραφος 1, εσωτερική διαδικασία που έχει προτεραιότητα και προηγείται υποχρεωτικά από την προκήρυξη του γενικού διαγωνισμού. Η Επιτροπή δεν μπορεί να εφαρμόσει σε επιτυχόντα σε γενικό διαγωνισμό, που υπηρετεί ήδη στο όργανο της Κοινότητας, τα κριτήρια κατατάξεως που προσιδιάζουν στην εσωτερική αυτή διαδικασία, η οποία ήδη κανονικά έχει ληφθεί υπόψη. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ανακοίνωση για την ύπαρξη κενής θέσεως, με κίνδυνο να συνιστά βλαπτική πράξη, δεν μπορεί να αποκλείσει την υποψηφιότητα των υπαλλήλων που έχουν τη δυνατότητα μεταθέσεως ή προαγωγής.
Αν για λόγους γενικού συμφέροντος έγινε κατ' ευθείαν γενικός διαγωνισμός χωρίς να παρεμβληθούν τα προηγούμενα στάδια της εσωτερικής διαδικασίας, δεν μπορεί a fortiori να θεωρηθεί ότι οι επιτυχόντες που υπηρετούν ήδη πρέπει να καταταχθούν σαν να επρόκειτο για προαγωγή. Παραιτούμενη εκουσίως από τη διαδικασία προαγωγής, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν μπορεί σε μια τέτοια περίπτωση να αναφερθεί «κατ' αναλογία» στα κριτήρια που περιέχουν τα άρθρα 45 και 46.
Ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του γενικού διαγωνισμού στον οποίο συμμετέσχε η προσφεύγουσα, ο οποίος έγινε για τους έλληνες υπηκόους και είχε ως κύριο λόγο, στα πλαίσια γεωγραφικής ισορροπίας κατόπιν της διευρύνσεως της Κοινότητας, να επιτρέψει την πρόσληψη Ελλήνων σε ορισμένες θέσεις, αποτελεί συμπληρωματικό λόγο για να θεωρηθεί ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να εξομοιωθεί με υποψήφιο που προάγεται.
Το Δικαστήριο πάντοτε μερίμνησε να γίνει διάκριση μεταξύ των εσωτερικών διαδικασιών προσλήψεως και της εξωτερικής διαδικασίας που είναι ο γενικός διαγωνισμός. Το να γίνει δεκτό ότι οι δύο αυτές μέθοδοι προσλήψεως υπακούουν στα ίδια κριτήρια κατατάξεως, όταν ο επιτυχών στον γενικό διαγωνισμό είναι υποψήφιος που υπηρετεί ήδη αποτελεί σύγχυση μεταξύ των δύο διαδικασιών η οποία είναι λυπηρό φαινόμενο.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο διορισμός της προσφεύγουσας στο βαθμό Α 5 κατόπιν της επιτυχίας της στον γενικό διαγωνισμό συνιστά προαγωγή κατά την έννοια των άρθρων 45 και 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Κατά το γράμμα του άρθρου 45, η προαγωγή συνίσταται στο διορισμό υπαλλήλου σε βαθμό ανώτερο εντός της κατηγορίας στην οποίαν ανήκει. Δεν αποκλείεται η προαγωγή να μπορεί να γίνει κατόπιν επιτυχίας του υπαλλήλου σε γενικό διαγωνισμό, πράγμα που πρέπει να αποτελέσει στοιχείο εκτιμήσεως των προσόντων κατά την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 1, εδάφιο 1, δευτέρα περίοδος.
Η διαφορά μεταξύ της προαγωγής υπό στενή έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 1, και της προαγωγής κατόπιν επιτυχίας σε διαγωνισμό είναι μάλλον τυπική. Ακόμη και στην περίπτωση διαγωνισμού η επιλογή μπορεί να γίνει μετά από σύγκριση των προσόντων των υποψηφίων είναι λογικό να εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα άρθρα 45 και 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως στην περίπτωση γενικού διαγωνισμού. Το γεγονός ότι η διαδικασία προσλήψεως είναι φάση που προηγείται υποχρεωτικά του γενικού διαγωνισμού δεν αποτελεί εμπόδιο, δεδομένου ότι η ομοιότητα μεταξύ των δύο περιπτώσεων είναι μεγάλη.
Το να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι ο γενικός διαγωνισμός στον οποίο συμμετέσχε η προσφεύγουσα ήταν προορισμένος για τους έλληνες υπηκόους δεν συνιστά νομική θεώρηση του ζητήματος.
— Ως προς το λόγο που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
Κατά την προσφεύγουσα, τόσο ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων όσο και η Νομολογία του Δικαστηρίου απαιτούν τήρηση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων όσον αφορά την πρόσληψη σε κενές θέσεις' το Δικαστήριο ιδιαίτερα επέμενε στην αρχή της ισότητας όλων των υποψηφίων ενός διαγωνισμού.
Στην περίπτωση γενικού διαγωνισμού σε όλους τους υποψηφίους, που δεν υπηρετούν ήδη ή που υπηρετούν, πρέπει να γίνει η ίδια μεταχείριση, τόσο ως προς τη διεξαγωγή αυτή καθαυτή του διαγωνισμού όσο και ως προς την κατάταξη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι υποψήφιοι που δεν υπηρετούν ήδη, οι οποίοι μόνο δικαιολογούν επαγγελματική πείρα μικρότερη ή ίση με την πείρα της προσφεύγουσας, έχουν καταταχθεί στο βαθμό Α 4.
Δεν μπορεί να γίνει σύγκριση της καταστάσεως της προσφεύγουσας με την κατάσταση των υπαλλήλων του βαθμού Α που προσήλθαν στην υπηρεσία τον ίδιο χρόνο με εκείνη, δεδομένου ότι η σταδιοδρομία καθενός από αυτούς τους υπαλλήλους, δεν είναι δυνατό να εξετασθεί.
Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με τους υποψηφίους στο γενικό διαγωνισμό. Τίποτε δεν εμποδίζει τους άλλους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους να υποβάλουν την υποψηφιότητα τους στο διαγωνισμό αυτό και να βρεθούν έτσι σε ισοδύναμη θέση σε σχέση με υποψηφίους που δεν υπηρετούν ήδη και τους άλλους που υπηρετούν.
Η προαγωγή προϋποθέτει τη σύνταξη εκθέσεως σχετικά με την ικανότητα, την αποδοτικότητα και τη συμπεριφορά στην υπηρεσία των υπαλλήλων που μπορούν να προαχθούν βάσει στοιχείων που προκύπτουν από τη σύγκριση των προσόντων τους. Ο διαγωνισμός, αντίθετα, συνίσταται σε μια διαδικασία επιλογής των υποψηφίων που θεωρούνται ως οι πλέον κατάλληλοι από μια ανεξάρτητη επιτροπή, ύστερα από εκτίμηση των αμοιβαίων ικανοτήτων τους και/ή σύγκριση των τίτλων και διπλωμάτων τους. Πρόκειται δε συνεπώς για δύο τρόπους προσλήψεως τελείως διαφορετικούς και δεν μπορεί να γίνει σύγκριση της καταστάσεως των προακτέων με την κατάσταση των υποψηφίων σε ένα διαγωνισμό. Η τήρηση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλεται έναντι των προσώπων που συμμετέχουν στον έναν ή στον άλλον από τους τρόπους αυτούς διορισμού. Κατά το Δικαστήριο, υπάρχει παραβίαση της αρχής αυτής όταν σε διαφορετικές καταστάσεις γίνεται μεταχείριση κατά τον ίδιο τρόπο ή γίνεται μεταχείριση διαφορετική σε ταυτόσημες καταστάσεις.
Δεν είναι δυνατό να γίνει με προαγωγή πρόσληψη σε θέση για την οποία έχει προκηρυχθεί γενικός διαγωνισμός. Η προσφεύγουσα πρέπει, κατά συνέπεια, να κριθεί ως προς τα κριτήρια κατατάξεως με τον ίδιο τρόπο όπως και οι υποψήφιοι που δεν είναι ήδη υπάλληλοι. Το Συμβούλιο Επικρατείας του Βελγίου είχε την ευκαιρία να δεχθεί σαφώς το ότι η επιλογή της μεθόδου προσλήψεως αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να γίνει σύγχυση των διαφόρων μεθόδων και να εφαρμοστούν στους επιτυχόντες σε γενικό διαγωνισμό τα κριτήρια κατατάξεως που προσιδιάζουν στην εσωτερική διαδικασία προαγωγής.
Αν, όπως αναφέρει η Επιτροπή, ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως δεν μεταχειρίζεται, όταν πρόκειται για την κάλυψη κενών θέσεων, με ταυτόσημο τρόπο τους υπαλλήλους και εκείνους που δεν είναι υπάλληλοι, αυτό γίνεται με σκοπό να δοθεί προτεραιότητα στους υποψηφίους που προέρχονται από τα όργανα της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, ο συλλογισμός της Επιτροπής οδηγεί ως προς την κατάταξη σε δυσμενή μεταχείριση της προσφεύγουσας σε σχέση με τους υποψηφίους που δεν είναι ήδη υπάλληλοι.
Η απόφαση του 1973 αποβλέπει, κατά το προοίμιο της, να εγγυηθεί ταυτόσημες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας. Για να αποφευχθεί ρήγμα ως προς την εξέλιξη της σταδιοδρομίας, σε όλους τους υποψηφίους που είναι ήδη υπάλληλοι, οι οποίοι συμμετέχουν σε γενικό διαγωνισμό, πρέπει να γίνει μεταχείριση με τον ίδιο τρόπο. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι εκείνοι που, είτε από αδράνεια, είτε διότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για να γίνουν δεκτοί, δεν έχουν συμμετάσχει στο γενικό διαγωνισμό, πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ανακατάταξη στην οποία έχουν δικαίωμα οι επιτυχόντες που είναι ήδη υπάλληλοι.
Κατά την Επιτροπή, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με τους υπαλλήλους του βαθμού Α οι οποίοι ανέλαβαν υπηρεσία τον ίδιο χρόνο όπως και η προσφεύγουσα και όχι σε σχέση με τους μη υπαλλήλους υποψηφίους που έχουν συμμετάσχει στο διαγωνισμό. Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει οι ίδιες καταστάσεις να υφίστανται την ίδια μεταχείριση. Κατά συνέπεια, με την συμμετοχή της στο διαγωνισμό, η κατάσταση της προσφεύγουσας ήταν ίδια με την κατάσταση των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν μαζί της στην υπηρεσία και όχι με την κατάσταση των υποψηφίων που δεν ήταν υπάλληλοι.
Ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων δεν μεταχειρίζεται με τον ίδιο τρόπο τους υποψηφίους που δεν είναι υπάλληλοι και τους υπαλλήλους, όταν πρόκειται για την κάλυψη κενών θέσεων. Πριν από την έναρξη διαδικασίας γενικού διαγωνισμού εξαντλούνται οι εσωτερικές διαδικασίες διορισμού. Η προκήρυξη γενικού διαγωνισμού μπορεί να προβλέπει, προς όφελος των υπαλλήλων, επέκταση του ορίου ηλικίας. Η αρχή της ισότητας των υποψηφίων, που συμμετέχουν στον ίδιο διαγωνισμό, απαιτεί την υποβολή τους στις ίδιες προϋποθέσεις εξετάσεων. Το ζήτημα της κατατάξεως εμφανίζεται κατά διαφορετικό τρόπο, που δεν αφορά πλέον τους υποψηφίους αλλά τους επιτυχόντες. Η προσφεύγουσα, επιτυχούσα στο διαγωνισμό, δεν έπαυσε πάντως να είναι υπάλληλος και ο διορισμός της σε ανώτερο βαθμό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προαγωγή lato sensu.
— Ως προς τους λόγους που αντλούνται από την παραβίαση της αρχής της εφαρμογής της πιο ευνοϊκής διατάξεως
Η προοφεύγονσα θεωρεί ότι αν παραμένει αμφιβολία ως προς την εφαρμογή, είτε των άρθρων 45 και 46, είτε της αποφάσεως του 1973, πρέπει να δοθεί προτίμηση στη διάταξη που είναι πιο ευνοϊκή για την ενδιαφερόμενη.
Ακόμη κι αν η Επιτροπή είχε πάντοτε εφαρμόσει τα άρθρα 45 και 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως στην κατάταξη των υποψηφίων που είναι ήδη υπάλληλοι σε ένα γενικό διαγωνισμό, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη φύση του εν λόγω διαγωνισμού πριν τον οποίο δεν εξαντλήθηκαν οι εσωτερικές διαδικασίες και ο οποίος προοριζόταν για τους έλληνες υπηκόους. Υπό τις συνθήκες αυτές, έπρεπε να γίνει εφαρμογή χωρίς διακρίσεις των άρθρων 2 και 3 της αποφάσεως του 1973, οι οποίες έπρεπε να υπερισχύσουν σε περίπτωση αμφιβολίας των άρθρων 45 και 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει την πάγια πρακτική της να εφαρμόζει στην υπό εξέταση περίπτωση τα άρθρα 45 και 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. η πρακτική αυτή δεν αμφισβητήθηκε ποτέ κατά το παρελθόν, τουλάχιστον ενώπιον του Δικαστηρίου.
Το γεγονός ότι ο εν λόγω διαγωνισμός ήταν προορισμένος για τους έλληνες υπηκόους δεν συνιστά ιδιαίτερο νομικό χαρακτήρα που να δικαιολογεί παρέκκλιση από την πρακτική αυτή.
IV — Προφορική διαδικασία
Η προσφεύγουσα, εκπροσωπούμενη από τον François Motulsky, δικηγόρο Βρυξελλών και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Γκουλούση, αγόρευσαν και απήντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 17ης Μαΐου 1984.
Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι δεδομένου ότι είχε πληροφορηθεί τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί από ορισμένους υπαλλήλους της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, της υπεδείχθη ότι ήταν πάγια πρακτική, για να επιτρέπεται στους ενδιαφερομένους να υποστηρίξουν με τον όσο δυνατό ευρύτερο τρόπο τα επιχειρήματα τους σε περίπτωση αμφισβητήσεως που αφορά την κατάταξη τους, να δεχθεί την έναρξη της διαδικασίας αμφισβητήσεως με αίτηση και όχι να προβεί απευθείας σε ένσταση. Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώθηκαν από την ίδια τη στάση της Επιτροπής η οποία σε καμιά στιγμή της διαδικασίας δεν αντέτεινε το απαράδεκτο της αιτήσεως ή της ενστάσεως.
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι άρχισε νέα προθεσμία τριών μηνών από τη δημοσίευση της νέας αποφάσεως της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 1983, η οποία ακύρωνε και αντικαθιστούσε την απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973.
Η αίτηση και η ένσταση είναι συμπληρωματικές, δεδομένου ότι τείνουν στην ενότητα του σκοπού που επιδιώκει η προηγουμένη από την άσκηση της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου διοικητική διαδικασία.
Η φύση της βλαπτικής πράξεως που είχε η απόφαση της 8ης Ιουνίου 1982 αμφισβητείται, τουλάχιστον ως προς την κατάταξη της προσφεύγουσας: το ουσιαστικό αντικείμενο της αποφάσεως αυτής ήταν να πληροφορήσει την προσφεύγουσα για το διορισμό της κατόπιν της επιτυχίας της σε γενικό διαγωνισμό' η κατάταξη δεν είχε παρά μόνο δευτερεύοντα χαρακτήρα. Εν πάση περιπτώσει, η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ως προς την κατάταξη.
Επί της ουσίας, η προσφεύγουσα επέμενε στο γεγονός ότι προσελήφθη στη θέση στην οποία διορίστηκε αφού συμμετέσχε σε γενικό διαγωνισμό. Αν και ήταν ήδη υπάλληλος, βρέθηκε, κατ' αναλογία, στην ίδια κατάσταση, τουλάχιστον ως προς την κατάταξη της με τους υποψηφίους στο διαγωνισμό αυτό που δεν είναι ήδη υπάλληλοι.
Το γεγονός ότι το κριτήριο κατατάξεως που χρησιμοποίησε η Επιτροπή είναι άχρηστο φαίνεται από το ότι αν η προσφεύγουσα είχε καταταχθεί στο βαθμό Α 7 πριν από το διαγωνισμό, το κριτήριο αυτό δεν θα της επέτρεπε να λάβει μία από τις θέσεις του βαθμού Α 5/Α 4 για τις οποίες έγινε ο διαγωνισμός. εξάλλου, εισάγει δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους υποψηφίους που δεν ήταν ήδη υπάλληλοι.
Η απόφαση της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1973 με τις αιτιολογικές της σκέψεις αποβλέπει τόσο στην πρόσληψη υπό στενή έννοια όσο και στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας και καθορίζει αντικειμενικά κριτήρια για τις δύο αυτές καταστάσεις' η προσφεύγουσα ζητεί την εφαρμογή υπέρ αυτής όχι του άρθρου 1 αλλά του άρθρου 3 της αποφάσεως αυτής.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το παραδεκτό προσφυγής είναι ζήτημα δημοσίας τάξεως, το οποίο δεν τελεί στη διάθεση των διαδίκων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το απαράδεκτο της προσφυγής προκύπτει από τη μη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπει το άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων σε σχέση με την απόφαση περί διορισμού της προσφεύγουσας στο βαθμό Α 5, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή συνιστά τη βλαπτική πράξη.
Ως προς την ουσία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η πρόσληψη γίνεται μόνο μία φορά κατά τη σταδιοδρομία του υπαλλήλου και πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ προσλήψεως και διορισμού.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη δημοσία συνεδρίαση της 21ης Ιουνίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Οκτωβρίου 1983, η Σοφία Μούση, υπάλληλος με βαθμό Α 5 στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κυρία υπάλληλος διοικήσεως στη Γενική Διεύθυνση «Γεωργία», ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 1983, περί αρνήσεως κατατάξεως της στο βαθμό Α 4.
2
Όπως προκύπτει από το φάκελο, η προσφεύγουσα άσκησε, από το έτος 1968, δραστηριότητες εμπειρογνώμονα στην υπηρεσία της Επιτροπής και προσελήφθη με απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1971 ως προσωρινή υπάλληλος με βαθμό Α 7. Αφού συμπλήρωσε δοκιμαστική υπηρεσία στο βαθμό αυτό, διορίστηκε την 1η Μαΐου 1973 μόνιμη υπάλληλος με τον ίδιο βαθμό. Την 1η Ιανουαρίου 1975 προήχθη στο βαθμό Α 6. Κατά τη διάρκεια του 1981 έγινε δεκτή στο γενικό διαγωνισμό COM/Α/337, για σταδιοδρομία Α 5/Α 4, και διορίστηκε, με απόφαση της 8ης Ιουνίου 1982, ως κυρία υπάλληλος διοικήσεως με βαθμό Α 5.
3
Η τελευταία αυτή απόφαση δεν αμφισβητήθηκε από τη Μούση. Πάντως, στις 11 Ιανουαρίου 1983, η ενδιαφερόμενη υπέβαλε, ενώπιον της «επιτροπής κατατάξεως», αίτηση με σκοπό να ανακαταταχτεί στο βαθμό Α 4, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 της αποφάσεως της 6ης Ιουνίου 1973 περί των εφαρμοστέων κριτηρίων κατά το διορισμό σε βαθμό και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη.
4
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 20ής Ιανουαρίου 1983, ο προϊστάμενος του τμήματος «σταδιοδρομίες» της Γενικής Διευθύνσεως Προσωπικού και Διοικήσεως πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι η απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973«έχει ως σκοπό να ρυθμίσει τις δυνατότητες κατατάξεως που παρέχουν, κατά την πρόσληψη, τα άρθρα 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων», εφιστώντας την προσοχή της στο γεγονός ότι, αν ληφθεί υπόψη η υπηρεσιακή της κατάσταση ως μονίμου υπαλλήλου πριν από το διορισμό της, η κατάταξη της στο νέο βαθμό υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που αφορά τις προαγωγές. Στο ίδιο υπηρεσιακό σημείωμα αναφερόταν επίσης ότι η ενδιαφερόμενη είχε διοριστεί υπάλληλος στο βαθμό Α 5 απευθείας, χωρίς να υποβληθεί σε προηγούμενη δοκιμαστική υπηρεσία.
5
Στις 25 Μαρτίου 1983, η Μούση υπέβαλε ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Ισχυρίστηκε ότι, επειδή είχε γίνει δεκτή σε «εξωτερικό» διαγωνισμό, ο διορισμός της έπρεπε να θεωρηθεί ως πρόσληψη έτσι είχε δικαίωμα να τύχει της εφαρμογής των ευεργετικών διατάξεων της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973, της οποίας το άρθρο 3 επιτρέπει να ληφθεί υπόψη η προηγούμενη επαγγελματική της πείρα. Δεδομένου ότι είχε τη δυνατότητα να επικαλεστεί σχετική εμπειρία άνω των 12 ετών — εκ των οποίων 1 έτος, 9 μήνες και 7ημέρες δραστηριότητας στη χώρα καταγωγής της και 10 έτη, 7 μήνες και 16ημέρες δραστηριότητας στην υπηρεσία ΓΔ «Γεωργία» — είχε δικαίωμα να προσληφθεί απευθείας με το βαθμό Α 4.
6
Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 1983. Στην απόφαση αυτή η Επιτροπή τονίζει ακόμη μία φορά ότι η προσφεύγουσα διορίστηκε βάσει του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και ότι ο διορισμός της κατά συνέπεια δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως «πρόσληψη» κατά την έννοια της αποφάσεως της 6ης Ιουνίου 1973.
7
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να ακυρώσει την απορριπτική επί της ενστάσεως της απόφαση καθόσον επιβεβαιώνει την κατάταξη της στο βαθμό Α 5 και
6)
να διατάξει την Επιτροπή να προβεί στην ορθή, κατά βαθμό, κατάταξη της, ενόψει των κριτηρίων της αποφάσεως της 6ης Ιουνίου 1973.
8
Κατά της προσφυγής αυτής η Επιτροπή προβάλλει, πρώτα, ένσταση απαραδέκτου. Εκθέτει ότι η βλαπτική πράξη για την προσφεύγουσα είναι η πράξη διορισμού της 8ης Ιουνίου 1982, η οποία δεν έχει προσβληθεί εμπρόθεσμα. Η απόφαση της Επιτροπής επί της ενστάσεως που υποβλήθηκε καθυστερημένα δεν έχει ως αποτέλεσμα να αρχίσει νέα προθεσμία προσφυγής. Η πολιτική της Επιτροπής επί του θέματος είναι να εξετάζει τις ενστάσεις των υπαλλήλων, ακόμη και αν έχουν υποβληθεί καθυστερημένα, και να δίδει αιτιολογημένη απάντηση ως προς την ουσία, στο πλαίσιο του συμφέροντος αρμονικών σχέσεων με το προσωπικό. Πάντως, μια τέτοια απάντηση δεν συνιστά απόφαση κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή.
9
Κατ' αυτής της ενστάσεως απαραδέκτου, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι έκανε χρήση του δικαιώματος που παρέχεται σε κάθε υπάλληλο από το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που ορίζει ότι «κάθε υπάλληλος δύναται να προσφύγει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του οργάνου στο οποίο ανήκει, με αίτηση που το προσκαλεί να λάβει έναντι αυτού απόφαση». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αίτηση της αφορούσε την επανεξέταση του βαθμού που της χορηγήθηκε με την απόφαση διορισμού της 8ης Ιουνίου 1982, η οποία ελήφθη κατόπιν του γενικού διαγωνισμού COM/Α/337. Η προσφεύγουσα εκθέτει ότι η προσφυγή της στρέφεται κατά της απορρίψεως, από την Επιτροπή, της αιτήσεως αυτής, εννοείται δε ότι η απόρριψη αυτή επιβεβαιώνει την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1982 με την οποία κατατάσσεται στο βαθμό Α 5.
10
Επιπλέον η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι προβάλλει για πρώτη φορά με το υπόμνημα αντικρούσεως της την ένσταση απαραδέκτου και ότι δεν ανέφερε κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας ενδεχόμενη παρατυπία ως προς τη διαδικασία που ακολούθησε η προσφεύγουσα.
11
Η βλαπτική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που καθορίζει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου επί προσφυγών υπαλλήλων, συνίσταται εν προκειμένω στην απόφαση της Επιτροπής της 8ης Ιουνίου 1982 περί διορισμού της προσφεύγουσας με το βαθμό Α 5. Είναι δεδομένο ότι η πράξη αυτή δεν προσβλήθηκε εμπρόθεσμα.
12
Φαίνεται έτσι ότι η «αίτηση» που απευθύνθηκε στην επιτροπή κατατάξεως, και που υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα στις 11 Ιανουαρίου 1983, δεν είχε άλλο αντικείμενο παρά μόνο να θέσει υπό αμφισβήτηση μια διοικητική απόφαση που κατέστη οριστική ύστερα από την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής. Δεν επιτρέπεται όμως να μπορεί ένας υπάλληλος να θέτει υπό αμφισβήτηση, χρησιμοποιώντας κατά τέτοιο τρόπο το δικαίωμα που παρέχεται από το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τις προθεσμίες ενστάσεως και προσφυγής που ορίζουν τα άρθρα 90 και 91. Οι προθεσμίες αυτές είναι δημοσίας τάξεως και δεν τελούν στη διάθεση των διαδίκων και του δικαστή, δεδομένου ότι έχουν θεσπιστεί για να εξασφαλίσουν τη σαφήνεια και την ασφάλεια των εννόμων καταστάσεων (βλέπε Αποφάσεις της 12.12.1967, 4/67, Collignon σύζ. Müller, Rec. σ. 468. 7.7.1971, 79/70, Müllers, Rec. σ. 6895.6.1980, 108/79, Belfiore, Rec. σ. 1769.19.2.1981, 122 και 123/79 Schiavo, Συλλογή σ. 473).
13
Το γεγονός ότι η Επιτροπή, για λόγους που είναι σύμφωνοι με την πολιτική που ακολουθεί έναντι του προσωπικού, επιλαμβάνεται της ουσίας της αιτήσεως ακόμη και απαραδέκτων, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παρέκκλιση από το σύστημα των προθεσμιών που προβλέπονται αναγκαστικά στα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και την αναβίωση του δικαιώματος προσφυγής που έχει χαθεί οριστικά.
14
Από τις πιο πάνω σκέψεις προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
15
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Πάντως, κατά το άρθρο 70 του ίδιου κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα τους, υπό την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 69 περί εξόδων που το Δικαστήριο κρίνει ότι προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως.
16
Το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα δεν πρέπει να τύχει του ευεργετήματος της διατάξεως του άρθρου 70. Πράγματι, από τα παραπάνω προκύπτει ότι με αίτηση προφανώς απαράδεκτη από την άποψη του συστήματος ενστάσεων και προσφυγών που ρυθμίζονται στα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, προκάλεσε άσκοπη και επαχθή για τις διοικητικές υπηρεσίες της Επιτροπής δικαστική διαφορά.
17
Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα πρέπει να καταδικαστεί στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Bahlmann
Pescatore
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουλίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Κ. Bahlmann
Full & Egal Universal Law Academy