Στην υπόθεση 235/83,
Andrew Armstrong Mulligan, τέως υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην Ουάσιγκτον, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, εκπροσωπούμενος από τον Ulick Bourke, solicitor του δικηγορικού γραφείου Clifford-Turner, στις Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Jean Hoss, δικηγόρο, 15, Côte d'Eich,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπιις των Ευρωπλϊκων Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον John Forman, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως επί ενστάσεως του προσφεύγοντος κατά αποφάσεως την οποία είχε εκδώσει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και με την οποία αναζήτησε ορισμένα επιδόματα στέγης που είχε καταβάλει στον προσφεύγοντα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Ο προσφεύγων Mulligan ανέλαβε υπηρεσία στην Επιτροπή την 1η Ιουλίου 1973, ως προϊστάμενος τμήματος στη γενική γραμματεία. Από 1ης Οκτωβρίου 1974 και μέχρι την 1η Απριλίου 1982, άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου της υπηρεσίας τύπου και πληροφοριών της αντιπροσωπείας της Επιτροπής στην Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών. Απεχώρησε από την υπηρεσία της Επιτροπής από 1ης Ιανουαρίου 1983.
Κατά την άσκηση των καθηκόντων του στην Ουάσιγκτον, ο Mulligan ελάμβανε επίδομα στέγης βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού έχει ως εξής:
«1.
Αν το είδος των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί σε ορισμένους υπαλλήλους απαιτεί από αυτούς να υποβάλλονται τακτικά σε έξοδα παραστάσεως, είναι δυνατό να καταβληθεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατ'αποκοπή αποζημίωση εξόδων παραστάσεως το ύψος της οποίας αποφασίζεται από την εν λόγω αρχή.
Σε ειδικές περιπτώσεις, η αρμοδία για τους διορισμούς αρχή δύναται επίσης να αποφασίζει την επιβάρυνση του οργάνου με ένα μέρος των εξόδων στεγάσεως των ενδιαφερομένων.»
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ρυθμίζονται με την εσωτερική υπηρεσιακή οδηγία της 18ης Φεβρουαρίου 1976, που ίσχυσε από 1ης Ιανουαρίου 1976 και που αντικαταστάθηκε με νέα, ισχύουσα από 1ης Ιανουαρίου 1980. Προ του 1976, ο τρόπος χορήγησης και υπολογισμού του επιδόματος ανακοινωνόταν στους ενδιαφερομένους υπαλλήλους, κατά περίπτωση, από το διευθυντή προσωπικού.
Κατά τη διάρκεια του 1982, η διοίκηση προσωπικού της Επιτροπής διαπίστωσε ότι οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση επιδόματος στέγης στον Mulligan, κατά την περίοδο μεταξύ 1ης Δεκεμβρίου 1974 και 31ης Μαρτίου 1982, δεν επληρούντο, δεδομένου ότι ο Mulligan είχε ιδιόκτητη κατοικία, ενώ το επίδομα στέγης υπολογίζεται βάσει του μισθώματος που υποχρεούται να καταβάλλει ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος.
Θεωρώντας ότι ο Mulligan δεν αγνοούσε την αντικανονικότητα της καταβολής αυτής, η Επιτροπή, με απόφαση την οποία ανακοίνωσε στον προσφεύγοντα με έγγραφο του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως της 21ης Οκτωβρίου 1982, αποφάσισε να προβεί στην αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού, δηλαδή 1115552 βελγικών φράγκων (BFR), αφαιρώντας το ποσό αυτό από το μισθό του και από άλλα οφειλόμενα στον προσφεύγοντα ποσά.
Η αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος ρυθμίζεται από το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το οποίο ορίζει:
«Κάθε ποσό που ελήφθη αχρεωστήτως αναζητείται αν ο λαβών εγνώριζε την αντικανονικότητα της καταβολής ή αν η αντικανονικότητα αυτή ήταν τόσο εμφανής ώστε δεν ηδύνατο να την αγνοεί.»
2.
Τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τη χορήγηση και την αναζήτηση του επιδόματος στέγης, που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς, έχουν ως εξής:
Με έγγραφο της 9ης Σεπτεμβρίου 1974, ο διευθυντής προσωπικού της Επιτροπής στις Βρυξέλλες πληροφόρησε τον προσφεύγοντα για τα οικονομικά του δικαιώματα στην Ουάσιγκτον. Με σημείωμα συνημμένο στο έγγραφο αυτό, του εγνώριζε ότι «ο κ. Mulligan δικαιούται επιδόματος στέγης, το ύψος του οποίου δεν μπορεί όμως να υπολογιστεί προτού λάβουμε αντίγραφο του μισθωτηρίου του ... Το επίδομα στέγης αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ του μισθώματος το οποίο πράγματι καταβάλλει στην Ουάσιγκτον και του μισθώματος αναφοράς στις Βρυξέλλες ...».
Για τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 1974, ο Mulligan μίσθωσε οικία, κειμένη επί της Fulton Street στην Ουάσιγκτον, αντί μηνιαίου μισθώματος 750 δολαρίων ΗΠΑ (USD). Κατόπιν αιτήσεως του, την οποία υπέβαλε στις 18 Σεπτεμβρίου 1974, και αφού διαβιβάστηκε, με έγγραφο του προϊσταμένου της αντιπροσωπείας στην Ουάσιγκτον της 11ης Οκτωβρίου 1974, αντίγραφο της σύμβασης μίσθωσης του, έλαβε αρχικά επίδομα στέγης 7805 BFR. Το υπηρεσιακό σημείωμα του γενικού διευθυντή προσωπικού της 4ης Δεκεμβρίου 1974, αφού επιβεβαίωνε τη χορήγηση του επιδόματος αυτού, διευκρίνιζε ότι ο Mulligan «[υπεχρεούτο να ενημερώνει] τη Διοίκηση αμελητί για κάθε μεταβολή της κατάστασης [του] που ενδέχεται να ασκεί επίδραση στην καταβολή του εν λόγω επιδόματος».
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ο Mulligan σκέφτηκε να αγοράσει οικία στην Ουάσιγκτον και συζήτησε με το βοηθό του προϊσταμένου της αντιπροσωπείας για τη δυνατότητα να λαμβάνει επίδομα στέγης για ακίνητο που θα ήταν ιδιόκτητο· ο τελευταίος έλαβε θετική στάση για το ζήτημα. Για την πραγματοποίηση της αγοράς, συστήθηκε εταιρία υπό την επωνυμία «Algonquin Properties Inc.», της οποίας πρόεδρος ήταν ο ίδιος ο Mulligan και διευθυντές η σύζυγός του και ένας φίλος, ονόματι John Larkin. Η εταιρία αυτή απέκτησε μια οικία, κειμένη επί της Chesterfield Place στην Ουάσιγκτον, την οποία εκμίσθωσε στον Mulligan από 1ης Ιανουαρίου 1975, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 750 USD.
Δεδομένου ότι η πρώτη μίσθωση είχε συναφθεί μόνο για τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 1974, ο γενικός διευθυντής προσωπικού, με έγγραφό του της 11ης Φεβρουαρίου 1975, με το οποίο τον ενημέρωσε για μια αναπροσαρμογή του ύψους του επιδόματος, του γνώρισε ότι, εν αναμονή της διαβίβασης νέας συμβάσεως μισθώσεως, το αναθεωρημένο ποσό που καταβαλλόταν μετά τη λήξη της πρώτης μίσθωσης, καταβαλλόταν ως προκαταβολή.
Κατόπιν δύο υπομνήσεων, ο Mulligan, με έγγραφο της 28ης Απριλίου 1976, διαβίβασε στον προϊστάμενο του τμήματος ατομικών δικαιωμάτων και προνομίων στις Βρυξέλλες αντίγραφο της συμβάσεως μισθώσεως για τη νέα κατοικία, που προέβλεπε χρονική διάρκεια από 1ης Ιανουαρίου 1975 μέχρι 31 Μαρτίου 1976 και μίσθωμα 750 USD. Την ίδια ημερομηνία ο Mulligan διαβίβασε αντίγραφο του μισθωτηρίου για το χρονικό διάστημα από 1ης Απριλίου 1976 μέχρι 31 Μαρτίου 1978, που προέβλεπε μηνιαίο μίσθωμα 1200 USD, ενώ στο διαβιβαστικό υπήρχε η δήλωση ότι «το μίσθωμα κρίθηκε εύλογο από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα». Κατ' αίτηση του προϊσταμένου του τμήματος ατομικών δικαιωμάτων και προνομίων, ο προϊστάμενος της αντιπροσωπείας στην Ουάσιγκτον, με έγγραφο της 9ης Ιουνίου 1976, βεβαίωσε ότι «η οικία την οποία μίσθωσε ο Mulligan ... είναι ανάλογη προς τα καθήκοντα τα οποία ασκεί στην αντιπροσωπεία της Ουάσιγκτον, λαμβανομένης υπόψη και της οικογενειακής του κατάστασης ...». Αντίγραφα των μισθωτηρίων για τις χρονικές περιόδους από 1ης Απριλίου 1978 μέχρι 31 Μαρτίου 1980 και από 1ης Απριλίου 1980 μέχρι 31 Μαρτίου 1982, που αμφότερα όριζαν μηνιαίο μίσθωμα 1200 US $, διαβιβάστηκαν στη διοίκηση στις Βρυξέλλες με έγγραφο του Mulligan της 22ας Ιουνίου 1981.
Οι συμβάσεις που κάλυπταν την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1975 μέχρι 31 Μαρτίου 1982 και που όλες αφορούσαν την επί της Chesterfield Place οικία στην Ουάσιγκτον υπογράφηκαν από τον John Larkin για λογαριασμό της «Algonquin Properties Inc.», ως κυρίας, και από τον Mulligan, ως μισθωτή.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ο Mulligan ενημερωνόταν τακτικά για τις μεταβολές στον υπολογισμό του επιδόματος στέγης του και ιδίως για τις εσωτερικές υπηρεσιακές οδηγίες που ρυθμίζουν το ζήτημα.
Σε μια συνομιλία του με τον προϊστάμενο του τμήματος ατομικών δικαιωμάτων στις 23 Απριλίου 1982, ο Mulligan επιβεβαίωσε ότι ήταν πράγματι, μέσω της Algonquin, κύριος της οικίας του στην Ουάσιγκτον, για τη μίσθωση της οποίας ελάμβανε επίδομα στέγης. Κατόπιν εξετάσεως της καταστάσεως, ο προϊστάμενος του τμήματος ατομικών δικαιωμάτων, σε συνομιλία που έγινε στις 27 Σεπτεμβρίου 1982, ενημέρωσε τον Mulligan περί της προθέσεως της Επιτροπής να προβεί στην αναζήτηση των ποσών που του κατέβαλε αχρεωστήτως ως επίδομα στέγης. Η απόφαση περί της αναζητήσεως του κοινοποιήθηκε με το έγγραφο, που αναφέρθηκε πιο πάνω, του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως της 21ης Οκτωβρίου 1982.
Ο υπολογισμός του αναληφθέντος ποσού δεν αμφισβητείται.
3.
Με επιστολή του δικηγόρου του της 25ης Ιανουαρίου 1983, που πρωτοκολλήθηκε στη γενική γραμματεία της Επιτροπής στις 16 Φεβρουαρίου 1983, ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση διά της ιεραρχικής οδού, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά της αποφάσεως της Επιτροπής περί αναζητήσεως του επιδόματος στέγης.
Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν απάντησε εντός της τασσομένης προθεσμίας, ο προσφεύγων, με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Οκτωβρίου 1983, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή 6άσει του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Ο προσφεύγωνζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση επί της ενστάσεως, την οποία υπέβαλε διά της ιεραρχικής οδού με την από 25 Ιανουαρίου 1983 επιστολή του δικηγόρου του προς τον άμεσα προϊστάμενο του στην Επιτροπή
—
να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ποσό του 1115525 βελγικών φράγκων εντόκως, αφότου κατέστη απαιτητό το ποσό έναντι της Επιτροπής, δηλαδή από της εξόδου του προσφεύγοντος από την υπηρεσία, στις 31 Δεκεμβρίου 1982
—
να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποκαταστήσει κάθε άλλη οικονομική ζημία (περιλαμβανομένης και της τυχόν απώλειας συναλλάγματος απορρέουσας από την κράτηση του ποσού) που υπέστη ο προσφεύγων συνεπεία της παράνομης απόφασης της Επιτροπής'
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα ·
—
να διατάξει κάθε άλλο μέτρο αποκατάστασης, το οποίο κρίνει δίκαιο ή εύλογο συνεκτιμώντας τις περιστάσεις.
Η κααήςζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ·
—
να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
Ο προοφεύγων ισχυρίζεται ότι τα ποσά που του καταβλήθηκαν ως επίδομα στέγης για το χρονικό διάστημα από 1ης Δεκεμβρίου 1974 μέχρι τις 31 Μαρτίου 1982 καταβλήθηκαν νομίμως από την Επιτροπή και δεν μπορούν επομένως να θεωρηθούν ως αχρεωστήτως εισπραχθέντα κατά την έννοια του άρθρου 85 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Υποστηρίζει ότι το επίδομα στέγης, που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, συνιστά επίδομα για έξοδα παραστάσεως και ότι η επιλογή μεταξύ μίσθωσης και κυριότητας της οικίας αποτελεί προσωπικό θέμα και είναι άνευ σημασίας για την εφαργμογή της διάταξης αυτής. Σχετικώς, εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι, κατά το αγγλικό κείμενο του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, το εν λόγω επίδομα αφορά το «cost of accomodation» (έξοδα στεγάσεως), ενώ το επίδομα, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 14α του ίδιου παραρτήματος, χαρακτηρίζεται ειδικά ως «rent allowance» (επίδομα μισθώσεως). Αυτή η διαφορά ορολογίας επιβεβαιώνει ότι ο όρος «στέγαση» [«στέγη»] που χρησιμοποιείται στο άθρο 14, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, έχει έννοια ευρύτερη από την οικία που εκμισθώνεται σε τρίτον. Επιπλέον, το να αποκλειστεί ένας υπάλληλος που είναι κύριος της οικίας, στην οποία κατοικεί, από το ευεργέτημα του εν λόγω επιδόματος ισοδυναμεί με διάκριση εις βάρος του σε σχέση με υπάλληλο που μισθώνει οικία, η οποία ανήκει σε τρίτον.
Τα ουσιώδη κριτήρια για τη χορήγηση του επιδόματος αναφέρονται στο ζήτημα κατά πόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση η οικία ήταν ανάλογη με τα καθήκοντα του προσφεύγοντος και κατά πόσον το μίσθωμα, για το οποίο ζητήθηκε το επίδομα, συνιστούσε εύλογη βάση για το αίτημα χορήγησης επιδόματος στέγης. Σχετικά, ο προσφεύγων αναφέρεται στα έγγραφα των διαδοχικών προϊσταμένων της αντιπροσωπείας, τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία και δεν αφήνουν αμφιβολίες επί των σημείων αυτών. Αφού το ζήτημα εξετάστηκε από τους υπευθύνους της αντιπροσωπείας στην Ουάσιγκτον, ο προσφεύγων επέλεξε αυτή τη ρύθμιση, για να λάβει υπόψη το σύστημα υπολογισμού του επιδόματος στέγης που χρησιμοποιεί η Επιτροπή, το δε μίσθωμα που κατέβαλε ο προσφεύγων στην Algonquin δεν υπερέβαινε το ποσό που θα κατέβαλλε σε τρίτον κύριο.
Ο προσφεύγων φρονεί, εξάλλου, ότι ο προϊστάμενος της αντιπροσωπείας διαθέτει αποφασιστική εξουσία στον τομέα αυτόν και ότι σ' εκείνον μάλλον εναπέκειτο, παρά στον προσφεύγοντα, να αποταθεί στην αρμόδια γενική διεύθυνση στις Βρυξέλλες, εφόσον το έκρινε σκόπιμο, για να ζητήσει σχετικές οδηγίες. Εν πάση περιπτώσει, θεωρεί ότι ο προϊστάμενος της αντιπροσωπείας δεσμεύει την Επιτροπή ως προς τα διοικητικά ζητήματα του προσωπικού της αντιπροσωπείας.
Επικουρικώς και για την περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι το επίδομα καταβλήθηκε εκ πλάνης, ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι αυτός γνώριζε ότι οι καταβολές αυτές ήταν αντικανονικές ή ότι η αντικανονικότητά τους ήταν τόσο εμφανής ώστε δεν μπορούσε να την αγνοεί.
Σχετικά, ο προσφεύγων ισχυρίζεται καταρχάς ότι ζήτησε και έλαβε το επίδομα στέγης καλή τη πίστει και ότι, εξετάζοντας τη ρύθμιση την οποία επέλεξε για τη στέγαση του στην Ουάσιγκτον, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε ενεργήσει συννόμως και ότι δεν μπορούσε να ανακύψει πειθαρχικό θέμα.
'Επειτα, η δεύτερη περίπτωση του άρθρου 85 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επιτρέπει την αναζήτηση μόνο σε περίπτωση καταβολής που έγινε καθαρά εκ παραδρομής ή υπό περιστάσεις υπό τις οποίες ο λήπτης προφανώς αδυνατεί να επικαλεστεί κάποια αιτία της καταβολής. Όμως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η Επιτροπή, καθής, παρατηρεί ότι ο όρος «rent allowance» (επίδομα μισθώσεως) στο άρθρο 14α επιβεβαιώνει απλώς το γεγονός ότι στην έννοια του επιδόματος στέγης δεν εμπίπτουν τα έξοδα οικίας την οποία αγοράζει κάποιος. Η ερμηνεία, κατά την οποία το εν λόγω επίδομα καλύπτει μόνο τη μίσθωση, φέρεται συστηματικά σε γνώση κάθε ενδιαφερομένου υπαλλήλου και εφαρμόζεται ανάλογα. Οι πληροφορίες και οι εσωτερικές υπηρεσιακές οδηγίες, τις οποίες η διοίκηση παρέσχε στον προσφεύγοντα, δεν επιδέχονταν καμιά παρανόηση στο σημείο αυτό. Εξάλλου, η απόδοση των εξόδων μίσθωσης, και όχι των εξόδων αγοράς, συνιστά πάγια πρακτική της Επιτροπής, η οποία αντιστοιχεί στο σύστημα περιτροπής που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους των αντιπροσωπειών εξωτερικού.
Η Επιτροπή αποκρούει το επιχείρημα κατά το οποίο ο προϊστάμενος της αντιπροσωπείας στην Ουάσιγκτον έχει αποφασιστική εξουσία επί ζητημάτων επιδόματος στέγης. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είναι εκείνη που μπορεί να χορηγεί το επίδομα αυτό, οι δε εσωτερικές οδηγίες για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, τις οποίες έχει εκδώσει ο αρμόδιος επίτροπος ή ο αρμόδιος γενικός διευθυντής, υπό την ιδιότητά του ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, αναφέρονται εν προκειμένω στη γενική διεύθυνση προσωπικού και διοικήσεως.
Ως προς τον επικουρικό λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται κατ' αρχάς ότι το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία ο υπάλληλος, προς τον οποίο έγινε μια καταβολή, γνώριζε ή όφειλε προδήλως να γνωρίζει ότι εισέπραξε αχρεωστήτως το καταβληθέν ποσό. Προσθέτει ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, ο προσφεύγων ετέλει εν γνώσει όλων των πληροφοριών που αφορούν το επίδομα στέγης, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτό καταβάλλεται βάσει του πράγματι καταβαλλομένου μισθώματος που είναι σύμφωνο και με το κρατούν. Δεν μπορεί επομένως, αντί της ερμηνείας την οποία έχει σαφώς εκφράσει η Επιτροπή για το επίδομα στέγης, να εφαρμόσει τη δική του αντίληψη περί αυτού, χωρίς να ενημερώσει τη διοίκηση στις Βρυξέλλες για τη ρύθμιση στην οποία προέβη βάσει της δικής του αντίληψης των πραγμάτων.
Παραλείποντας να ανακοινώσει στη διοίκηση του προσωπικού το γεγονός ότι είχε ο ίδιος, μέσω της εταιρίας Algonquin, αγοράσει την οικία για την οποία ζητούσε επίδομα στέγης, ο προσφεύγων έδωσε την εντύπωση ότι επρόκειτο για σύμβαση μίσθωσης που είχε συναφθεί καλή τη πίστει και σύμφωνα με τους κρατούντες στην αγορά όρους. Δεν εξήγησε, όμως, γιατί δεν εφέρετο προσωπικώς ως κύριος της οικίας, ούτε γιατί δεν είχε, από την αρχήν, καταστήσει γνωστό στην Επιτροπή στις Βρυξέλλες το γεγονός ότι είχε συμφέροντα στην εταιρία Algonquin.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 30ής Μαΐου 1984, οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Ιουνίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Οκτωβρίου 1983, ο Andrew Armstrong Mulligan, τέως υπάλληλος βαθμού A3 της Επιτροπής, άσκησε προσφυγή, με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής περί αναζητήσεως αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού ύψους 1115552 βελγικών φράγκων (BFR), η οποία κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με έγγραφο του γενικού της διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως της 21ης Οκτωβρίου 1982.
2
Το επίδικο ποσό, το ύφος του οποίου δεν αμφισβητείται, αντιπροσωπεύει το σύνολο των καταβολών προς τον προσφεύγοντα ως επιδομάτων στέγης για το χρονικό διάστημα από 1ης Δεκεμβρίου 1974 μέχρι 31 Μαρτίου 1982. Κατά το χρονικό διάστημα αυτό, ο προσφεύγων ασκούσε τα καθήκοντα προϊσταμένου της υπηρεσίας τύπου και πληροφοριών στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών.
3
Το εν λόγω έγγραφο της 21ης Οκτωβρίου 1982 αναφέρει ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση επιδόματος στέγης, διότι ο προσφεύγων ήταν κύριος της οικίας του, ενώ 6άση υπολογισμού του επιδόματος στέγης αποτελεί το μίσθωμα, το οποίο οφείλει να καταβάλλει ο υπάλληλος κατά τη διάρκεια της απόσπασης του σε αντιπροσωπεία της Επιτροπής σε τρίτη χώρα. Κατά το έγγραφο αυτό, ο προσφεύγων τελούσε εν γνώσει της αρχής αυτής, εφόσον σκοπίμως δημιούργησε μια νομική κατασκευή που ισοδυναμούσε με εκμίσθωση προς τον εαυτό του, ώστε να μπορέσει να εξακολουθήσει να λαμβάνει το επίδομα ως μισθωτής.
4
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η απόφαση είναι παράνομη, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων για την αναζήτηση ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως σε υπάλληλο. Ισχυρίζεται, αφενός, ότι η καταβολή του επιδόματος δεν ήταν παράνομη και, αφετέρου, ότι, και αν ακόμη η καταβολή ήταν παράνομη, αυτός δεν γνώριζε το παράνομο και ότι, εν πάση περιπτώσει, το παράνομο δεν ήταν τόσο εμφανές που να μην μπορεί να το αγνοεί.
5
Ως προς το παράνομο της καταβολής, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το επίδομα στέγης, το οποίο ελάμβανε ο προσφεύγων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, χορηγούνταν δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο την επιστροφή των εξόδων μισθώσεως οικίας. Επικουρικώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εναπόκειται να αποφασίζει αν πρέπει να επιστρέφει μόνα τα έξοδα μισθώσεως οικίας ή να επεκτείνει το ευεργέτημα του επιδόματος στέγης και σε υπαλλήλους που καθίστανται κύριοι της οικίας όπου κατοικούν, ώστε να καλύπτει μέρος του τιμήματος της αγοράς ή τα βάρη ενυπόθηκου δανείου. Όπως προκύπτει, ωστόσο, από τις πληροφορίες που είχαν παρασχεθεί στον προσφεύγοντα από το Σεπτέμβριο του 1974 και από τις εσωτερικές υπηρεσιακές οδηγίες περί επιδομάτων στέγης του 1976 και του 1980, των οποίων αυτός είχε λάβει γνώση, η Επιτροπή βαρύνεται με την καταβολή μέρους μόνον του μισθώματος που καταβάλλει ο υπάλληλος.
6
Δεν είναι αναγκαία η εξέταση του ζητήματος αν το άρθρο 14 του παραρτήματος VII πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει τη χορήγηση επιδόματος στέγης σε υπάλληλο που είναι κύριος της οικίας όπου κατοικεί. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, εν προκειμένω ο προσφεύγων ζήτησε και πέτυχε τη χορήγηση του επιδόματος για να καλύψει μέρος του μισθώματος οικίας την οποία μίσθωνε στην Ουάσιγκτον το ύψος του επιδόματος υπολογίστηκε βάσει της διαφοράς μεταξύ του πραγματικού μισθώματος που κατέβαλλε στην Ουάσιγκτον και του μισθώματος αναφοράς που ισχύει για τις Βρυξέλλες πρακτική της Επιτροπής ήταν, όπως προκύπτει από τις εσωτερικές υπηρεσιακές οδηγίες, το κείμενο των οποίων δινόταν σε όσους ελάμβαναν επίδομα στέγης, να χορηγεί το επίδομα αυτό μόνο στον υπάλληλο «ο οποίος αφιερώνει για την καταβολή του μηνιαίου μισθώματός του» ποσό που υπερβαίνει ορισμένο ποσοστό επί των καθαρών αποδοχών του.
7
Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το επίδομα δόθηκε στον προσφεύγοντα ως επίδομα στέγης, προοριζόμενο να καλύψει μέρος του μισθώματος που ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει στην Ουάσιγκτον. Με διάφορα υπηρεσιακά σημειώματα της διοικήσεως της Επιτροπής στις Βρυξέλλες, έγινε υπόμνηση στον προσφεύγοντα ότι είχε υποχρέωση να ενημερώνει την εν λόγω διοίκηση αμέσως για κάθε μεταβολή της καταστάσεως του που θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στη χορήγηση του επιδόματος.
8
Από τα προηγούμενα πρέπει να συναχθεί ότι το δικαίωμα λήψεως του επιδόματος εξέλιπε από τη στιγμή που ο προσφεύγων, χωρίς να ειδοποιήσει σχετικά την Επιτροπή, αγόρασε την οικία στην οποία εγκαταστάθηκε. Εν προκειμένω, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι η αγορά πραγματοποιήθηκε τυπικά από εταιρία, την οποία συνέστησε ο προσφεύγων και της οποίας κατείχε όλες τις μετοχές πλην μιας και έγινε ο ίδιος πρόεδρος, ενώ η σύζυγός του και ένας φίλος του ήταν διεθυντές. Η σύμβαση μισθώσεως μεταξύ της εταιρίας και του προσφεύγοντος ισοδυναμούσε, υπό τις περιστάσεις αυτές, με παρασιώπηση έναντι της Επιτροπής της κτήσεως της κυριότητας από τον προσφεύγοντα.
9
Αφού αποδείχτηκε έτσι το παράνομο της καταβολής του επιδόματος, πρέπει να εξεταστεί αν ο προσφεύγων το γνώριζε ή αν ήταν τόσο εμφανές ώστε δεν μπορούσε να το αγνοεί.
10
Επ' αυτού, ο προσφεύγων ισχυρίζεται, πρώτον, ότι δεν γνώριζε την ερμηνεία της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία το επίδομα στέγης, που αναφέρεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, μπορεί να καλύπτει μόνο τις δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται οι υπάλληλοι λόγω του υψηλού επιπέδου των μισθωμάτων. Οι υπεύθυνοι της αντιπροσωπείας της Κοινότητας στην Ουάσιγκτον τον είχαν, αντίθετα, αφήσει να πιστεύει ότι η αγορά της οικίας στην οποία κατοικούσε δεν συνιστούσε εμπόδιο στο να εξακολουθεί να λαμβάνει το επίδομα στέγης. Ο ίδιος ο προϊστάμενος της αντιπροσωπείας δεν αγνοούσε το σχήμα ιδιοκτησίας, το οποίο είχε επιλέξει ο προσφεύγων, και μάλιστα το είχε εγκρίνει.
11
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι, σύμφωνα με το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 85 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τα ποσά που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως μπορούν να αναζητηθούν μόνο στην περίπτωση που ο λήπτης δεν είναι, προδήλως, σε θέση να επικαλεστεί αιτία της καταβολής. Αυτό δεν ισχύει εν προκειμένω, εφόσον σκοπός της καταβολής ήταν να επιτραπεί στον προσφεύγοντα να κατοικεί σε οικία ανάλογη προς τα καθήκοντα του και τις υποχρεώσεις παραστάσεως, τις οποίες αυτά συνεπάγονται.
12
Τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν. Ο προσφεύγων γνώριζε ότι το επίδομα του είχε χορηγηθεί για να καλύπτει μέρος της δαπάνης του μισθώματος του και ότι ήταν υποχρεωμένος να γνωστοποιεί στη διοίκηση της Επιτροπής στις Βρυξέλλες κάθε μεταβολή της κατάστασης του. Ένας υπάλληλος του βαθμού του δεν ήταν, άλλωστε, δυνατό να αγνοεί ότι η χορήγηση, η τροποποίηση και η διακοπή του επιδόματος στέγης δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του προϊσταμένου της αντιπροσωπείας σε τρίτη χώρα, αλλά της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, ήτοι του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως στις Βρυξέλλες. Εξάλλου, όταν η εταιρία που επείχε θέση κυρίου αύξησε το μίσθωμα, ο προσφεύγων έδειξε ότι γνώριζε τον κανόνα αυτό.
13
Επομένως, ο προσφεύγων όφειλε να γνωρίζει ότι το επίδομα του καταβαλλόταν αδικαιολογήτως, από τη στιγμή που έπαυσε, στην πραγματικότητα, να είναι μισθωτής για να καταστεί κύριος της οικίας του.
14
Η εξέταση των περιστατικών της υποθέσεως άγει έτσι στο συμπέρασμα ότι το παράνομο της καταβολής του επιδόματος για το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν τόσο εμφανές για τον προσφεύγοντα, ώστε δεν μπορούσε να το αγνοεί.
15
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι η επιτροπή ορθώς εφήρμοσε το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, οπότε η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Koopmans
Bosco
Joliét
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Σεπτεμβρίου 1984.
Ο γραμματέας κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy