Στην υπόθεση 236/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht του Μονάχου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Πανεπιστημίου του Αμβούργου
και
Hauptzollamt München-West
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού 1798/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975 περί της ατελούς, ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, εισαγωγής αντικειμένων εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρος,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: D. Lou termán, υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Στις 23 Σεπτεμβρίου 1977 το Πανεπιστήμιο του Αμβούργου προσκόμισε στο Haupt-Zollamt München-West (Κεντρικό Τελωνείο του Δυτικού Μονάχου) για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα, δύο ρότορες ακριβείας και μια ενότητα πολλαπλής σύνδεσης, που είχαν εισαχθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και επρόκειτο να ενσωματωθούν σε μια αναλυτική υπερφυγόκεντρο, μοντέλο Ε, που κατασκευαζόταν από την επιχείρηση Beckmann, στο Αννόβερο.
Η υπερφυγόκεντρος χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της κατανομής του μοριακού βάρους στα συνθετικά και φυσικά πολυμερή. Αποτελείται, κυρίως, από τα εξής μέρη:
α)
τη φυγόκεντρο αυτή καθαυτή, που αποτελείται από μία συσκευή μετάδοσης κινήσεως (ονομαζόμενη «drive») η οποία έχει έναν ηλεκτροκινητήρα, ένα μηχανισμό μετάδοσης κινήσεως και όργανα μέτρησης και ρύθμισης του αριθμού των στροφών, και από το θάλαμο που περιέχει το ρότορα·
6)
συσκευές ψύξης (βιομηχανική μονάδα ψύξης) και θέρμανσης (θερμαντικό σύρμα) του θαλάμου που περιέχει το ρότορα, καθώς και όργανα μέτρησης και ρύθμισης της θερμοκρασίας
γ)
αντλία ελαίων και διάχυσης για τη δημιουργία κενού στο θάλαμο που περιέχει το ρότορα
δ)
δύο οπτικά συστήματα (οπτικό σύστημα UV και οπτική συσκευή παρεμβολής (interference/Schlieren)), που αποτελούνται από πηγές φωτός, φακούς και άλλα οπτικά όργανα, καθώς και από φωτογραφικές και ηλεκτρονικές συσκευές, στις οποίες ανήκει κυρίως η ενότητα πολλαπλής σύνδεσης.
Οι ρότορες είναι κατασκευασμένοι από τιτάνιο, ελαφρό υλικό με μεγάλη αντοχή έχουν ένα ιδιαίτερο σχήμα, το οποίο επιτρέπει τη σταθεροποίηση της περιστροφικής κίνησης και εμποδίζει τη φυγόκεντρη κίνηση. Στη βάση τους έχουν μία βελόνα thermistor με την οποία μετριέται η θερμοκρασία στο εσωτερικό του ρότορα η μεταβολή της αντίστασης της βελόνας, που προκαλείται από τις μεταβολές της θερμοκρασίας, μεταδίδεται στη συσκευή ρύθμισης μέσω ενός μικρού δοχείου με υδράργυρο που βρίσκεται στο θάλαμο του ρότορα, ώστε να διατηρείται σταθερή η θερμοκρασία στο εσωτερικό του θαλάμου αυτού ο οποίος έχει ειδική μόνωση. Σε υποδοχές που βρίσκονται στο ρότορα, οι οποίοι είναι αντίοτοιχα δύο και τέσσερις, έχουν τοποθετηθεί κύτταρα μετρήσεως (συλλέκτες) και εκεί τοποθετούνται τα διαλύματα των ουσιών που πρόκειται να αναλυθούν.
Η ενότητα πολλαπλής σύνδεσης αποτελείται κυρίως από ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά στοιχεία.
Λόγω των μεγάλων επιταχύνσεων που μεταδίδονται στο ρότορα (μέχρι 68000 στροφές ανά λεπτό), τα κύτταρα μετρήσεως (συλλέκτες) περιστρέφονται και αυτά με ταχύτητα που μπορεί να είναι 200000 μεγαλύτερη από την ταχύτητα περιστροφής της γης. Υπό την επίδραση του εξαιρετικά ισχυρού πεδίου βαρύτητας, τα αποχωρισμένα μόρια μετακινούνται προς τη βάση της συσκευής. Η ταχύτητα της μετακίνησης των μορίων ποικίλλει ανάλογα με τη φύση τους και με τον τρόπο αυτό διαχωρίζονται. Η μέτρηση των φαινομένων αυτών επιτρέπει να προσδιορίζεται η κατανομή του μοριακού βάρους. Με τη βοήθεια των οπτικών συστημάτων διοχετεύεται μια ακτίνα φωτός μέσω των κυττάρων μετρήσεως και το οπτικό αυτό σύστημα μετρά, μέσω ενός μεγάλου αριθμού βοηθητικών εξαρτημάτων, την οπτική διαφορά του δείκτη διαθλάσεως του διαλύματος των ουσιών που υποβάλλονται σε ανάλυση και του διαλυτικού μέσου. Οι μετρήσεις αυτές μεταβιβάζονται σε μια φωτογραφική πλάκα, ώστε να είναι δυνατό να καταγραφούν οι διάφορες ταχύτητες μετακινήσεως των μορίων χάρη στο μεγάλο αριθμό στιγμιαίων λήψεων. Ταυτόχρονα τα οπτικά σημεία καταγράφονται σε χαρτί υπό τη μορφή διαγράμματος με τη βοήθεια άλλων οργάνων. Η ενότητα πολλαπλής σύνδεσης επιτρέπει την επιλογή των κυττάρων μετρήσεως και των φάσεων της διαδικασίας μέτρησης.
Με πράξη της 26ης Σεπτεμβρίου 1977, το Hauptzollamt χορήγησε προφορική δασμολογική ατέλεια για τους ρότορες και την ενότητα πολλαπλής σύνδεσης που είχαν εισαχθεί από το Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.
Μετά από εξέταση που έγινε από το Zolltechnische Prüflings- und Lehranstalt München (Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Ερευνών του Μονάχου για τη δασμολογική τεχνική) το Hauptzollamt ζήτησε από το Πανεπιστήμιο του Αμβούργου, με πράξη της 8ης Νοεμβρίου 1979 που τροποποιούσε την προηγούμενη, πληρωμή δασμών ύψους 1458,50 γερμανικών μάρκων (DM) για τους ρότορες και 2345,20 DM για την ενότητα πολλαπλής σύνδεσης καθώς και ποσό 418,30 DM που αντιστοιχούσε στο φόρο κύκλου εργασιών κατά την εισαγωγή.
Ως αιτιολογία της απόφασης αυτής αναφέρθηκε ότι οι ρότορες και η ενότητα πολλαπλής σύνδεσης δεν είχαν αυτοτελώς επιστημονικό χαρακτήρα και συνεπώς δεν ήταν δυνατό να χορηγηθεί η ατέλεια που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1798/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975 περί της ατελούς, ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, εισαγωγής αντικειμένων εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρα-κτήρος (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/002, σ. 87)' αλλά ούτε το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού μπορούσε να εφαρμοστεί, επειδή η δασμολογική ατέλεια για μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα, τα. οποία είναι αναγκαία για τη λειτουργία των επιστημονικών οργάνων και συσκευών, είναι δυνατό να χορηγηθεί, μόνο αν το κύριο εμπόρευμα εισάγεται επίσης ατελώς, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Αφού απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που υπέβαλε, το Πανεπιστήμιο του Αμβούργου άσκησε, ενώπιον του Finanzgericht του Μονάχου, προσφυγή κατά της πράξης της 8ης Νοεμβρίου 1979 που τροποποιούσε την προηγούμενη.
Προβάλλει κυρίως ότι τα εισαχθέντα αντικείμενα, εξεταζόμενα αυτοτελώς, έχουν επιστημονικό χαρακτήρα, λόγω των αντικειμενικών τεχνικών χαρακτηριστικών που παρουσιάζουν και ότι, εξάλλου, δεν είναι ορθό να εξαρτάται η δασμολογική ατέλεια για τα μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα από το αν η ίδια η κύρια συσκευή έχει εισαχθεί ατελώς.
Κρίνοντας ότι, για να αποφανθεί επί της προσφυγής που έχει ασκηθεί ενώπιόν του, είναι αναγκαίο να επιλυθούν τα προβλήματα ερμηνείας που θέτει το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1798/75 και ότι τα ζητήματα αυτά είναι αποφασιστικά και για πολλές άλλες υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιόν του, το τρίτο τμήμα του Finanzgericht του Μονάχου με διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 1983 αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης, μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί με προδικαστική απόφαση επί των ακόλουθων ερωτημάτων:
Ι.
Πώς πρέπει να ερμηνευτεί ο όρος «επιστημονικά όργανα και συσκευές» που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75 της 10ης Ιουλίου 1975 (υπό την αρχική του διατύπωση);
1.
Είναι δυνατό να περιλαμβάνονται στον όρο αυτό και αντικείμενα, τα οποία αποτελούν μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα συνθέτου οργάνου;
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 1 :
2.
Στον όρο «όργανα και συσκευές» εμπίπτουν εμπορεύματα κάθε είδους ή μόνο αντικείμενα, που ο σχεδιασμός τους επιτρέπει να εκτελούνται ορισμένες εργασίες ή να επιτυγχάνονται ορισμένα αποτελέσματα επί άλλων αντικειμένων; Ποια άλλα κριτήρια είναι, ενδεχομένως, αποφασιστικά για τον καθορισμό των εννοιών αυτών;
3.
Για τα αντικείμενα τα οποία αποτελούν μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα συνθέτου οργάνου, εξαρτάται ο χαρακτηρισμός τους ως οργάνων ή συσκευών από το γεγονός ότι όσον αφορά το σύνθετο αυτό όργανο ή τα υπόλοιπα μέρη του
α)
είναι αυτοτελή από απόψεως δομής (πχ. έχουν ιδιαίτερο κάλυμμα, ιδιαίτερη 6άση ή κάτι παρόμοιο) και/ή
6)
επιτελούν αυτοτελή λειτουργία;
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα 3α και καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 36:
γ)
Όσον αφορά ένα μέρος, ανταλλακτικό ή εξάρτημα, το οποίο στο πλαίσιο συνθέτου οργάνου επιτελεί αυτοτελή λειτουργία, έχει σημασία το γεγονός ότι το αντικείμενο αυτό μπορεί να λειτουργεί και μόνο του και κατά συνέπεια να περιέχει επίσης ειδικά, εκτός από το μέρος που λειτουργεί αυτοτελώς, και το μηχανισμό για την κίνηση του;
4.
Για τον επιστημονικό χαρακτήρα των οργάνων Kat συσκευών, που αποτελούν αναπόσπαστα μέρη ενός και του αυτού σύνθετου οργάνου, έχει σημασία αν τα εν λόγω όργανα και συσκευές, εξεταζόμενα αυτοτελώς, χρησιμοποιούνται για επιστημονικούς σκοπούς, ιδίως λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που τους προσδίδουν την ιδιότητα τους και της (μερικής) λειτουργίας που επιτελούν αυτοτελώς, ή ο επιστημονικός χαρακτήρας πρέπει να τους αποδοθεί όταν το σύνθετο όργανο, του οποίου αποτελούν μέρος, έχει επιστημονικό χαρακτήρα και τα αντικείμενα αυτά λόγω του ότι αποτελούν ειδικά μέρη του σύνθετου αυτού οργάνου είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν μόνο μαζί με αυτό και συνεπώς, όπως και το εν λόγω σύνθετο όργανο, χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ή κύρια για επιστημονική δραστηριότητα;
II.
Πώς πρέπει να ερμηνευτεί το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75;
1.
Ο όρος «που είναι αναγκαία για τη λειτουργία των επιστημονικών οργάνων και συσκευών» σημαίνει ότι
α)
τα όργανα και οι συσκευές δεν είναι δυνατό να λειτουργούν χωρίς το σχετικό μέρος, ανταλλακτικό ή εξάρτημα, ή έχει σημασία το γεγονός ότι
6)
τα μέρη, τα ανταλλακτικά, και τα εξαρτήματα έχουν σχεδιαστεί ή έχουν προσαρμοστεί ειδικά για τα ανάλογα όργανα και συσκευές και συνεπώς πρόκειται για ιδιαίτερα αναπόσπαστα μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα των συγκεκριμένων αυτών οργάνων και συσκευών;
2.
Ο όρος «που εισάγονται επίσης ατελώς» σημαίνει ότι τα όργανα και οι συσκευές, για τη λειτουργία των οποίων είναι αναγκαία τα μέρη, τα ανταλλακτικά ή τα εξαρτήματα,
α)
εισάγονται ή έχουν εισαχθεί χωριστά ή αρκεί το γεγονός ότι
6)
συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις, οι οποίες έχουν τεθεί για την ατέλεια από τους δασμούς του Κοινού Δασμολογίου, ώστε οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75 εφαρμόζονται και όταν μερικά από τα αναπόσπαστα μέρη των οργάνων και συσκευών έχουν εισαχθεί από τρίτη χώρα και μερικά έχουν κατασκευαστεί στην Κοινότητα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν κατασκευάζονται στην Κοινότητα όργανα και συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας, όπως τα όργανα και οι συσκευές που αποτελούνται από τα εν λόγω μέρη;
Η διάταξη του Finanzgericht του Μονάχου πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Οκτωβρίου 1983.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, στις 30 Ιανουαρίου 1984 κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Jörn Sack, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Εντούτοις κάλεσε την Επιτροπή να απαντήσει γραπτώς σε ένα ερώτημα' η Επιτροπή απάντησε εντός της ταχθείσης προθεσμίας.
Με διάταξη της 14ης Μαρτίου 1984 το Δικαστήριο αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης στο δεύτερο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμο να δώσει το Δικαστήριο μια όσο το δυνατό πλήρη ερμηνεία του κανονισμού 1798/75, δεδομένου ότι ανέκυψαν πολλά ζητήματα σχετικά με τον κανονισμό αυτόν.
α) Ως προς το ερώτημα υπό τα στοιχεία 1.1
Ως προς τη λογική δομή του, το άρθρο 3 του κανονισμού 1798/75 στηρίζεται, τόσο κατά την αρχική του μορφή όσο και μετά την τροποποίηση του από τον κανονισμό 1027/79 του Συμβουλίου, της 8ης Μαίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/007, σ. 223) στην ιδέα του σαφούς διαχωρισμού μεταξύ, αφενός των οργάνων, συσκευών και «Geräte» (ο τελευταίος αυτός όρος αναφέρεται στο γερμανικό κείμενο, αλλά όχι και στο γαλλικό) και αφετέρου των μερών, ανταλλακτικών και εξαρτημάτων που προορίζονται για τα ανωτέρω όργανα και συσκευές. Δεν γίνεται όμως καμία διάκριση σχετικά με τη χορήγηση δασμολογικής ατέλειας, όταν πρόκειται για μέρη ή εξαρτήματα που προορίζονται για όργανα και συσκευές επιστημονικού χαρακτήρα, για τις οποίες χορηγείται η εν λόγω ατέλεια.
Δεδομένου ότι υπάρχει η ίση αυτή μεταχείριση, δεν είναι κανονικά αναγκαίο να δοθεί ορισμός στην έννοια «επιστημονικά όργανα και συσκευές» σε σχέση με την έννοια «μέρη, ανταλλακτικά και/ή εξαρτήματα» που προορίζονται για τα παραπάνω αντικείμενα. Η δασμολογική ατέλεια για τα μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα είναι ακόμη πιο εύκολη: δεν είναι απαραίτητο να έχουν τα ίδια επιστημονικό χαρακτήρα. Ως προς το σημείο αυτό, εφαρμόζεται σιωπηρά η αρχή accessorium sequitur principale.
Το ερώτημα αν τα μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα μπορούν αυτοτελώς να χαρακτηριστούν επιστημονικά όργανα ή συσκευές, μπορεί να τεθεί μόνο αν η εισαγωγή του κύριου επιστημονικού οργάνου ή της κύριας επιστημονικής συσκευής που απαλλάσσεται από δασμούς αποκλείεται, επειδή κατασκευάζονται στην Κοινότητα συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας, ενώ αυτό δεν συμβαίνει με τα μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα.
Η απάντηση στο ερώτημα που έχει τεθεί εξαρτάται από το αν επιδιώκεται ο ορισμός της έννοιας «επιστημονικά όργανα ή συσκευές» σε σχέση με τα «μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα» από εννοιολογική ή από λειτουργική άποψη.
Ο ορισμός από εννοιολογική άποψη δεν είναι μόνο εξαιρετικά δύσκολος ενέχει επίσης τον κίνδυνο να οδηγήσει τελικά σε λεπτές διακρίσεις που στη συνέχεια δεν θα ήταν δυνατό να εφαρμοστούν στην πράξη. Συνεπώς ενδείκνυται ο ορισμός βάσει της λειτουργίας τους ο ορισμός αυτός επιβάλλει, στην προκειμένη περίπτωση, να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα υπό τα στοιχεία 1.1.
Αυτό που έχει σημασία κατά την άποψη αυτή, δεν είναι η δομή ή ο τρόπος λειτουργίας ενός σύνθετου οργάνου, αλλά αποκλειστικά το ερώτημα αν το σύνθετο αυτό όργανο πρέπει να χρησιμοποιηθεί αυτοτελώς ή πρέπει να ενσωματωθεί σε άλλη συσκευή ως μέρος ή ανταλλακτικό ή ακόμη να προστεθεί σε μία άλλη συσκευή ως εξάρτημα. Μπορεί να είναι συχνά δύσκολο να αποδειχθεί συγκεκριμένα, αλλά η ερμηνεία βάσει αφηρημένων εννοιών δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να εξομαλύνει τη δυσκολία αυτή. Συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το γεγονός ότι οι ρότορες και η ενότητα πολλαπλής σύνδεσης αποτελούν μέρη ή εξαρτήματα της υπερφυγόκεντρου.
Ο ορισμός, βάσει καθαρά λειτουργικών κριτηρίων, των οργάνων και συσκευών σε σχέση με τα μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα, ανταποκρίνεται στην οικονομία του άρθρου 1798/75, καθώς και στις πρακτικές ανάγκες μιας όσο το δυνατό απλουστευμένης εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.
Στο ερώτημα υπό τα στοιχεία 1.1 προσήκει η ακόλουθη απάντηση:
Τα αντικείμενα που προορίζονται να αποτελέσουν μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα ενός επιστημονικού οργάνου ή μιας επιστημονικής συσκευής δεν πρέπει να έχουν τη μεταχείριση που έχουν τα επιστημονικά όργανα και οι επιστημονικές συσκευές κατά την έννοια του άρδρου 3 του κανονισμού 1798/75.
Με την απάντηση αυτή δεν έχουν πλέον νόημα τα άλλα ερωτήματα που τίθενται υπό τα στοιχεία Ι.
β) Ως προς το ερώτημα υπό τα στοιχεία Ι 1.1
Το ερώτημα αυτό, στην ουσία, αναφέρεται στο αν στην αρχική μορφή του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1798/75 πρέπει να δίδεται αυτόνομη ερμηνεία βάσει της διατύπωσης του ή αν η διάταξη αυτί] πρέπει να ερμηνεύεται λαμβάνοντας υπόψη την τροποποίηση που έγινε από τον κανονισμό 1027/79.
Από καθαρά θεωρητική άποψη, μια αυτοτελής ερμηνεία του αρχικού κειμένου θα ήταν αναμφισβήτητα ευκταία, δεδομένου ότι η προγενέστερη διατύπωση ήταν σαφώς πιο συγκεκριμένη ως προς το επίδικο σημείο, απ' ό,τι η μεταγενέστερη διατύπωση. Η μέθοδος αυτή όμως θα οδηγούσε σε ένα όχι και τόσο ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Η ευρύτερη ρύθμιση της νέας διατύπωσης του άρθρου 3, παράγραφος 2, θα ήταν δυνατό, ως ένα σημείο, να θεωρηθεί ότι συνάγεται ήδη από την αρχική διατύπωση. Συνεπώς δεν θα πρέπει να απαιτείται τα μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα να είναι απαραίτητα για τη λειτουργία των κύριων οργάνων ή συσκευών' αρκεί να αποδεικνύεται ότι κατασκευάστηκαν ειδικά για τα συγκεκριμένα επιστημονικά όργανα ή τις συγκεκριμένες επιστημονικές συσκευές. Για τα εξαρτήματα, το άρθρο 12 του κανονισμού 2784/79 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1979, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 1798/75 (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/008, σ. 8) προβλέπει ρητά τη λύση αυτή. Η προτεινόμενη αυτή ερμηνεία επιβάλλεται επίσης και επειδή οι υψηλές αποδόσεις που απαιτούνται από τις επιστημονικές συσκευές, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι δυνατό να επιτευχθούν παρά μόνο μέσω ανταλλακτικών και εξαρτημάτων που έχουν επινοηθεί ειδικά για τις συσκευές αυτές.
Στο ερώτημα υπό τα στοιχεία ΙΙ.1 προσήκει η ακόλουθη απάντηση:
Τα μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα είναι αναγκαία, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1798/75, υπό την αρχική του διατύπωση, για τη λειτουργία των επιστημονικών οργάνων και των επιστημονικών συσκευών, όταν έχουν κατασκευαστεί ειδικά για τα εν λόγω όργανα και συσκευές ή όταν έχουν προσαρμοστεί στα αντικείμενα αυτά.
γ) Ως προς το ερώτημα υπό τα στοιχεία ΙΙ.2
Το ερώτημα αυτό αφορά επίσης τις επιπτώσεις της νέας διατύπωσης του κανονισμού 1798/75 στην ερμηνεία του αρχικού κειμένου.
Η διατύπωση στα γερμανικά του κειμένου αυτού δεν είναι σαφής· είναι δυνατό να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι για τα μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα η ατέλεια εξαρτάται από το αν πράγματι έχει χορηγηθεί ατέλεια για την κύρια συσκευή. Το γαλλικό και αγγλικό κείμενο οδηγούν στην αντίθετη λύση.
Με τον κανονισμό 1027/79 διευκρινίστηκαν όλες οι διατυπώσεις του κειμένου, υπό την έννοια ότι η κύρια συσκευή πρέπει πράγματι να έχει εισαχθεί. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α, αφορά τις περιπτώσεις που τα μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα εισάγονται ταυτόχρονα με την κύρια συσκευή ή μεταγενέστερα· αυτό προφανώς συνεπάγεται ότι η κύρια συσκευή πρέπει πράγματι να έχει εισαχθεί, ανεξάρτητα από το αν η εισαγωγή αυτή πραγματοποιήθηκε πριν ή μετά από την εισαγωγή των μερών και εξαρτημάτων. Το τελευταίο μέρος της φράσης («ή που ήταν δυνατό να τύχουν ατέλειας») δεν πρέπει να εννοηθεί ως μια τρίτη, αυτόνομη δυνατότητα: εκφράζει μόνο την ιδέα ότι η ατελής ως προς τους δασμούς εισαγωγή της κύριας συσκευής είναι ακόμη δυνατή κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής των στοιχείων και των ανταλλακτικών.
Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1798/75, που ανταποκρίνεται και στην αρχική θέληση του νομοθέτη, συνάγεται με ακόμη περισσότερη σαφήνεια από το άρθρο 53, στοιχείο α, του κανονισμού 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών (ΕΕ L 105, σ. 1) που θα αρχίσει να εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 1984. Σύμφωνα με τη διατύπωση της, είναι αναμφισβήτητο ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο τις περιπτώσεις, όπου τα μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα εισάγονται ταυτόχρονα με το κύριο όργανο ή την κύρια συσκευή ή όπου η κύρια συσκευή έχει εισαχθεί προηγουμένως. Για την περίπτωση που η εισαγωγή γίνεται μεταγενέστερα, ο κανονισμός, ακόμη μια φορά, διακρίνει μεταξύ δύο δυνατοτήτων, από τις οποίες η δεύτερη αφορά καταστάσεις μάλλον σπάνιες, ιδίως όταν ο εισαγωγέας δεν έκανε προηγουμένως χρήση της δασμολογικής ατέλειας, παρότι είχε τη δυνατότητα αυτή ή όταν κατά το χρονικό αυτό σημείο κατασκευάζονταν ακόμη στην Κοινότητα παρόμοιες συσκευές.
Το γεγονός ότι προστέθηκαν μεταγενέστερα τέτοιες διευκρινίσεις στο αρχικό κείμενο σε θάρος του εισαγωγέα, είναι φυσικά δυνατό να επικριθεί. Πρέπει, εντούτοις, να ληφθεί υπόψη ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για την ενσωμάτωση στο κοινοτικό δίκαιο διεθνών συμβάσεων που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο της Unesco, δηλαδή της συμφωνίας της Φλωρεντίας του 1950 για την εισαγωγή αντικειμένων εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα και του πρωτοκόλλου στη συμφωνία αυτή που έγινε στο Ναϊρόμπι το 1976. Το πρωτόκολλο του 1976 προϋποθέτει για την ατελή εισαγωγή των μερών, ανταλλακτικών και εξαρτημάτων, ότι έχει πράγματι εισαχθεί η κύρια συσκευή. Η Κοινότητα δεν είχε ούτε την υποχρέωση ούτε την πρόθεση, έστω και για λόγους αμοιβαιότητας, να θεσπίσει σύστημα, που θα ήταν πιο ευνοϊκό για τις εισαγωγές. Ο αποφασιστικός λόγος είναι η απλοποιημένη εφαρμογή της ρύθμισης από τις τελωνειακές αρχές: θα ήταν δύσκολο να εξακριβωθεί αν ένα όργανο ή μια συσκευή που δεν έχουν εισαχθεί έχουν επιστημονικό χαρακτήρα.
Το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο η εισαγωγή στην Κοινότητα προϊόντων που αποτελούν μέρος ενός συνόλου «τιμωρείται» με την επιβολή δασμού, δεν είναι άστοχο, αλλά δεν πρέπει να υπερεκτιμάται: τώρα η επιβολή δασμών σπάνια αποτελεί λόγο για επενδύσεις στις τρίτες χώρες και αντίθετα η μόνιμη δασμολογική ατέλεια για μέρη συσκευών μεγάλης αξίας μπορεί να είναι ένας λόγος που παροτρύνει να κατασκευάζονται εκτός της Κοινότητας τα προϊόντα αυτά, που είναι και τα πιο ενδιαφέροντα από επιστημονική και τεχνική άποψη.
Στο ερώτημα υπό τα στοιχεία 11.2 προσήκει η ακόλουθη απάντηση:
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1798/75 έχει την έννοια, και υπό την αρχική του μορφή, ότι τα μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα είναι δυνατό να τυγχάνουν κατά την εισαγωγή δασμολογικής ατέλειας, μόνο αν εισάγονται ταυτόχρονα ή έχουν ήδη εισαχθεί τα όργανα και οι συσκευές για τις οποίες προορίζονται.
III — Προφορική διαδικασία
Η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Jörn Sack, ανέπτυξε προφορικά τις παρατηρήσεις της και απάντησε σε ερωτήματα που της έθεσε το Δικαστήριο στη συνεδρίαση της 17ης Μαΐου 1984.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 1983, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Οκτωβρίου 1983, το Finanzgericht του Μονάχου, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο σειρές προδικαστικών ερωτημάτων ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1798/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, περί της ατελούς, ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, εισαγωγής αντικειμένων εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρος (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 87), που εκδό9ηκε κατ' εφαρμογή της «συμφωνίας της Φλωρεντίας» (Συμφωνία για την εισαγωγή αντικειμένων εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα, που παρέμεινε ανοιχτή προς υπογραφή στο Lake Success, Νέα Υόρκη, στις 22 Νοεμβρίου 1950, Recueil des traités des Nations unies [Συλλογή Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών], τόμος 131, σ. 27).
2
Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι στις 23 Σεπτεμβρίου 1977, το Πανεπιστήμιο του Αμβούργου εκτελώνισε στο Hauptzollamt München-West (Κεντρικό Τελωνείο München-West) δύο ρότορες ακριβείας και μια ενότητα πολλαπλής σύνδεσης που προερχόνταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και προορίζονταν να ενσωματωθούν σε μία αναλυτική υπερφυγόκεντρο που είχε κατασκευαστεί για λογαριασμό του Πανεπιστημίου από μία επιχείρηση εγκατεστημένη στο Αννόβερο. Ζήτησε και πέτυχε να της χορηγηθεί η προβλεπόμενη από τον κανονισμό 1798/75 δασμολογική ατέλεια για τα αντικείμενα αυτά.
3
Μετά όμως από νέα εξέταση της υπόθεσης, το Hauptzollamt κατέληξε σε άλλα συμπεράσματα και ζήτησε, με πράξη της 8ης Νοεμβρίου 1979, την πληρωμή δασμών. Το Hauptzollamt θεωρεί ότι οι ρότορες και η ενότητα πολλαπλής σύνδεσης δεν μπορούν, αυτοτελώς, να θεωρηθούν επιστημονικά όργανα ή συσκευές κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1798/75 φρονεί ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα (στο εξής: «συστατικά μέρη») που είναι αναγκαία για τη λειτουργία των επιστημονικών οργάνων και συσκευών κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού.
4
Το Πανεπιστήμιο του Αμθούργου άσκησε προσφυγή κατά της πράξεως αυτής ενώπιον του Finanzgericht. Για να στηρίξει την προσφυγή του, ισχυρίστηκε ότι τα εισαχθέντα αντικείμενα, εξεταζόμενα αυτοτελώς, έχουν επιστημονικό χαρακτήρα, λόγω των αντικειμενικών τεχνικών χαρακτηριστικών που παρουσιάζουν. Συνεπώς, όσον αφορά τη δασμολογική ατέλεια των συστατικών αυτών μερών, δεν υπάρχει εύλογη αιτία να γίνεται διάκριση ανάλογα με το αν η κύρια συσκευή έχει εισαχθεί ατελώς ή αν, αντίθετα, έχει κατασκευαστεί στο έδαφος της Κοινότητας. Η διατύπωση του άρθρου 3 του κανονισμού 1798/75 δεν αντίκειται στη λύση αυτή.
5
Το Hauptzollamt αμφισβητεί τον επιστημονικό χαρακτήρα των εν λόγω συστατικών μερών τα οποία, από κατασκευής, αποτελούν ιδιαίτερα συστατικά μέρη μιας υπερφυγοκέντρου και δεν επιτελούν αυτόνομη λειτουργία, ανεξάρτητη από τη λειτουργία που επιτελεί η υπερφυγόκεντρος. Κατά το Hauptzollamt, τα συστατικά αυτά μέρη δεν μπορούν επίσης να εισαχθούν ατελώς δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1798/75, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει ατέλεια παρά μόνο για τα συστατικά μέρη που είναι αναγκαία για τη λειτουργία επιστημονικών οργάνων ή συσκευών που εισάγονται επίσης ατελώς. Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί στα συστατικά μέρη που προορίζονται να ενσωματωθούν σε μία εγκατάσταση που έχει κατασκευαστεί στην Κοινότητα.
6
Για να επιλύσει τη διαφορά αυτή, το Finanzgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
Ι.
Πώς πρέπει να ερμηνευτεί ο όρος «επιστημονικά όργανα και συσκευές» που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75 της 10ης Ιουλίου 1975 (υπό την αρχική του διατύπωση);
1.
Είναι δυνατό να περιλαμβάνονται στον όρο αυτό και αντικείμενα, τα οποία αποτελούν μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα συνθέτου οργάνου ;
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 1 :
2.
Στον όρο «όργανα και συσκευές» εμπίπτουν εμπορεύματα κάθε είδους ή μόνο αντικείμενα, που ο σχεδιασμός τους επιτρέπει να εκτελούνται ορισμένες εργασίες ή να επιτυγχάνονται ορισμένα αποτελέσματα επί άλλων αντικειμένων; Ποια άλλα κριτήρια είναι, ενδεχομένως, αποφασιστικά για τον καθορισμό των εννοιών αυτών;
3.
Για τα αντικείμενα τα οποία αποτελούν μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα συνθέτου οργάνου, εξαρτάται ο χαρακτηρισμός τους ως οργάνων ή συσκευών από το γεγονός ότι όσον αφορά το σύνθετο αυτό όργανο ή τα υπόλοιπα μέρη του
α)
είναι αυτοτελή από απόψεως δομής (πχ. έχουν ιδιαίτερο κάλυμμα, ιδιαίτερη βάση ή κάτι παρόμοιο) και/ή
6)
επιτελούν αυτοτελή λειτουργία;
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα 3α και καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 36:
γ)
Όσον αφορά ένα μέρος, ανταλλακτικό ή εξάρτημα, το οποίο στο πλαίσιο συνθέτου οργάνου επιτελεί αυτοτελή λειτουργία, έχει σημασία το γεγονός ότι το αντικείμενο αυτό μπορεί να λειτουργεί και μόνο του και κατά συνέπεια να περιέχει επίσης ειδικά, εκτός από το μέρος που λειτουργεί αυτοτελώς, και το μηχανισμό για την κίνηση του;
4.
Για τον επιστημονικό χαρακτήρα των οργάνων και συσκευών, που αποτελούν αναπόσπαστα μέρη ενός και του αυτού σύνθετου οργάνου, έχει σημασία αν τα εν λόγω όργανα και συσκευές, εξεταζόμενα αυτοτελώς, χρησιμοποιούνται για επιστημονικούς σκοπούς, ιδίως λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που τους προσδίδουν την ιδιότητα τους και της (μερικής) λειτουργίας που επιτελούν αυτοτελώς ή ο επιστημονικός χαρακτήρας πρέπει να τους αποδοθεί, όταν το σύνθετο όργανο, του οποίου αποτελούν μέρος, έχει επιστημονικό χαρακτήρα και τα αντικείμενα αυτά λόγω του ότι αποτελούν ειδικά μέρη του σύνθετου αυτού οργάνου είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν μόνο μαζί με αυτό και συνεπώς, όπως και το εν λόγω σύνθετο όργανο, χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ή κύρια για επιστημονική δραστηριότητα;
II.
Πώς πρέπει να ερμηνευτεί το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75;
1.
Ο όρος «που είναι αναγκαία για τη λειτουργία των επιστημονικών οργάνων και συσκευών» σημαίνει ότι
α)
τα όργανα και οι συσκευές δεν είναι δυνατό να λειτουργούν χωρίς το σχετικό μέρος, ανταλλακτικό ή εξάρτημα, ή έχει σημασία το γεγονός ότι
6)
τα μέρη, τα ανταλλακτικά, και τα εξαρτήματα έχουν σχεδιαστεί ή έχουν προσαρμοστεί ειδικά για τα ανάλογα όργανα και συσκευές και συνεπώς πρόκειται για ιδιαίτερα αναπόσπαστα μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα των συγκεκριμένων αυτών οργάνων και συσκευών;
2.
Ο όρος «που εισάγονται επίσης ατελώς» σημαίνει ότι τα όργανα και οι συσκευές, για τη λειτουργία των οποίων είναι αναγκαία τα μέρη, τα ανταλλακτικά ή τα εξαρτήματα,
α)
εισάγονται ή έχουν εισαχθεί χωριστά ή αρκεί το γεγονός ότι
6)
συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις, οι οποίες έχουν τεθεί για την ατέλεια από τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, ώστε οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75 εφαρμόζονται και όταν μερικά από τα αναπόσπαστα μέρη των οργάνων και συσκευών έχουν εισαχθεί από τρίτη χώρα και μερικά έχουν κατασκευαστεί στην Κοινότητα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν κατασκευάζονται στην Κοινότητα όργανα και συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας, όπως τα όργανα και οι συσκευές που αποτελούνται από τα εν λόγω μέρη ;
7
Μετά από λεπτομερή ανάλυση των σχετικών νομικών και πραγματικών ζητημάτων, το Finanzgericht αναφέρει ότι κλίνει προς την ερμηνεία που επιτρέπει να χορηγηθεί ατέλεια στα εν λόγω συστατικά μέρη. Θεωρεί ότι μια τέτοια λύση είναι εύλογη και προς το συμφέρον ενός ορθολογικού καταμερισμού της εργασίας σε διεθνές επίπεδο.
8
Οι διάδικοι στην κύρια δίκη δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή υπέβαλε παρατηρήσεις με τις οποίες καταλήγει σε συμπεράσματα που είναι ευνοϊκά για την άποψη που υποστηρίζει το Hauptzollamt.
9
Όσον αφορά την πρώτη σειρά των ερωτημάτων που υπέβαλε το Finanzgericht, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα συστατικά μέρη κατασκευής που δεν μπορούν να έχουν άλλη λειτουργία παρά μόνο να ενσωματωθούν σε ένα σύνολο, δεν είναι δυνατό να χαρακτηριστούν ταυτόχρονα και ως επιστημονικά όργανα ή συσκευές κατά την έννοια του κανονισμού. Για τα συστατικά αυτά μέρη δεν είναι δυνατόν, βάσει των ιδιοτήτων τους, να χορηγηθεί, αυτοτελώς, η ατέλεια που προβλέπεται για τα επιστημονικά όργανα και συσκευές· η εν λόγω ατέλεια δεν μπορεί να χορηγηθεί παρά μόνο αν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 3, παράγραφος 2, για τα συστατικά μέρη.
10
Όσον αφορά τη δεύτερη σειρά ερωτημάτων, η Επιτροπή προβάλλει δύο ειδών επιχειρήματα. Καταρχάς, εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι ο κανονισμός 1798/75 υπέστη μεταγενέστερα δύο τροποποιήσεις. Η πρώτη, με τον κανονισμό 1027/79 του Συμβουλίου, της 8ης Μαίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/007, σ. 223) με τον οποίο προστίθενται στον κανονισμό 1798/75 ορισμένες διατάξεις του πρωτοκόλλου περί τροποποιήσεως και επεξηγήσεως ορισμένων διατάξεων της Συμφωνίας της Φλωρεντίας που θεσπίστηκε κατά τη 19η γενική σύνοδο της Unesco στο Ναϊρόμπι, της 26ης Νοεμβρίου 1976, (έγγραφο που πρωτοκολλήθηκε στα Ηνωμένα Έθνη υπό τον αριθμό 20669). Όπως προκύπτει από το παράρτημα Δ, παράγραφος 11, του εν λόγω πρωτοκόλλου, που αποτελεί τη βάση της νέας διατύπωσης του άρθρου 3, παράγραφος 2, το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1027/79, για τα συστατικά μέρη χορηγείται δασμολογική ατέλεια μόνο αν προορίζονται για όργανα ή συσκευές που έχουν ήδη εισαχθεί ή εισάγονται ταυτόχρονα με αυτά. Η ίδια επεξήγηση επαναλαμβάνεται στο άρθρο 53, στοιχείο α, του κανονισμού 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών (ΕΕ L 105, σ. 1) που αποτελεί κωδικοποίηση όλου αυτού του τομέα. Η Επιτροπή θεωρεί ότι για λόγους αμοιβαιότητας, η οποία κατ' αυτήν παίζει σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο των διεθνών συμβάσεων, επιβάλλεται, κατά την εφαρμογή της διάταξης του κανονισμού που ίσχυε κατά το χρόνο που συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά, να προτιμηθεί ερμηνεία που είναι σύμφωνη με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας.
11
Εξάλλου, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, για λόγους που σχετίζονται με τις τελωνειακές διατυπώσεις, επιβάλλεται να περιοριστεί η χορήγηση της ατέλειας σε συστατικά μέρη που προορίζονται για εισαγόμενα όργανα ή συσκευές, δεδομένου ότι η απαλλαγή δεν εφαρμόζεται στα συστατικά μέρη παρά μόνο όταν αποδεικνύεται ότι, από άποψη δασμών, για την εν λόγω σύνθετη συσκευή χορηγείται ατέλεια, πράγμα που δεν είναι δυνατό να συμβεί για μία σύνθετη συσκευή που έχει κατασκευαστεί στο εσωτερικό της Κοινότητας.
12
Υπενθυμίζεται ότι οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 3 του κανονισμού 1798/75 έχουν ως εξής:
1.
Για τα επιστημονικά όργανα και συσκευές που δεν αναφέρονται στο άρθρο 2 και που εισάγονται αποκλειστικά για σκοπούς εκπαιδευτικούς ή καθαρής επιστημονικής έρευνας χορηγείται ατέλεια ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου όταν:
α)
προορίζονται:
—
είτε για δημόσιους ή κοινής ωφελείας οργανισμούς που έχουν ως κύρια δραστηριότητα την εκπαίδευση ή την επιστημονική έρευνα, καθώς επίσης και για υπηρεσίες δημοσίου οργανισμού ή οργανισμού κοινής ωφελείας που έχουν ως κύρια δραστηριότητα την εκπαίδευση ή την επιστημονική έρευνα,
—
είτε για επιστημονικά ή εκπαιδευτικά ιδρύματα ιδιωτικού χαρακτήρος στα οποία έχει αναγνωριστεί από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών το δικαίωμα να λαμβάνουν τα αντικείμενα αυτά ατελώς
και όταν,
6)
όργανα ή συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας δεν κατασκευάζονται επί του παρόντος στην Κοινότητα.
2.
Με την επιφύλαξη της προσκομίσεως των αναγκαίων δικαιολογητικών, η ατέλεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται για τα μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα που είναι αναγκαία για τη λειτουργία των επιστημονικών οργάνων και συσκευών που εισάγονται επίσης ατελώς.
13
Η διάταξη του παραρτήματος Δ, παράγραφος 22, του πρωτοκόλλου του Ναϊρόμπι, που αποτελεί τη βάση των τροποποιήσεων που επήλθαν μεταγενέστερα στο άρθρο 3, παράγραφος 2, έχει την εξής διατύπωση στην αγγλική και στη γαλλική γλώσσα, που είναι αμφότερες γλώσσες αυθεντικές:
Spare parts, components or accessories specifically matching scientific instruments or apparatus, provided these spare parts, components or accessories are imported at the same time as such instruments and apparatus, or if imported subsequently, that they are identifiable as intented for instruments or apparatus previously admitted duty-free or entitled to duty-free entry.
Pièces de rechange, éléments ou accessoires spécifiques s'adaptant aux instruments ou appareils scientifiques, pour autant que ces pièces de rechange, éléments ou accessoires soient importés en même temps que ces instruments ou appareils ou, s'ils sont importés ultérieurement, qu'ils soient reconnaissables comme étant destinés à des instruments ou apparaeils admis précédemment en franchise ou susceptibles de bénéficier de la franchise.
14
Με τον κανονισμό 1027/79, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1798/75 διατυπώθηκε ως εξής:
2.
Η ατέλεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται:
α)
στα ανταλλακτικά, στοιχεία ή ειδικά εξαρτήματα, τα οποία προσαρμόζονται στα επιστημονικά όργανα ή στις επιστημονικές συσκευές, εφ' όσον τα ανταλλακτικά αυτά, τα στοιχεία ή τα εξαρτήματα εισάγονται ταυτοχρόνως με τα όργανα αυτά ή τις συσκευές ή, αν εισάγονται μεταγενεστέρως, εφ' όσον αυτά αναγνωρίζονται ότι προορίζονται για όργανα ή συσκευές, που είχαν εισαχθεί προηγουμένως ατελώς ή που ήταν δυνατό να τύχουν ατελεíας.
15
Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από το άρθρο 53 του κανονισμού 918/83 που έχει ως εξής:
Η ατέλεια ισχύει επίσης:
α)
για τα ειδικά ανταλλακτικά, μέρη ή εξαρτήματα τα οποία προσαρμόζονται στα επιστημονικά όργανα ή συσκευές, εφόσον τα ανταλλακτικά, στοιχεία ή μέρη αυτά εισάγονται ταυτόχρονα με τα όργανα ή τις συσκευές, ή, εάν εισάγονται μεταγενέστερα, είναι προφανές ότι προορίζονται για τα όργανα ή τις συσκευές:
—
οι οποίες έχουν προηγουμένως εισαχθεί ατελώς, εφόσον τα όργανα ή οι συσκευές αυτές εξακολουθούν να έχουν επιστημονικό χαρακτήρα όταν ζητείται η ατέλεια για τα ειδικά ανταλλακτικά, στοιχεία ή εξαρτήματα, ή
—
που θα μπορούσαν να τύχουν του ευεργετήματος της ατέλειας στη χρονική στιγμή κατά την οποία ζητείται η ατέλεια για τα ειδικά ανταλλακτικά, μέρη ή εξαρτήματα.
Επί της πρώτης σειράς ερωτημάτων (δυνατότητα χαρακτηρισμού των «συστατικών μερών» ως επιστημονικών οργάνων ή συσκευών)
16
Με τα ερωτήματα αυτά ζητείται η οροθέτηση μεταξύ, αφενός, της έννοιας του επιστημονικού οργάνου ή συσκευής και, αφετέρου, της έννοιας του μέρους, του ανταλλακτικού ή του εξαρτήματος ειδικότερα, το Finanzgericht ζητεί να πληροφορηθεί αν τα συστατικά αυτά μέρη μπορούν ενδεχομένως να χαρακτηριστούν ταυτόχρονα και ως επιστημονικά όργανα ή συσκευές και υπό την ιδιότητα αυτή να τύχουν δασμολογικής ατέλειας ανεξάρτητα από την ενιαία συσκευή για την οποία προορίζονται. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, ζητεί να πληροφορηθεί ποια είναι τα χαρακτηριστικά που προσδίδουν στα συστατικά αυτά μέρη την ιδιότητα του επιστημονικού όργανου ή συσκευής.
17
Όπως ορθά τόνισε η Επιτροπή, για τα μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα χορηγείται ατέλεια, όταν αποδειχθεί ότι είναι αναγκαία για τη λειτουργία ενός επιστημονικού οργάνου ή μιας επιστημονικής συσκευής, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ο επιστημονικός χαρακτήρας των ίδιων των μερών, ανταλλακτικών και εξαρτημάτων. Ο χαρακτηρισμός αυτός συνεπώς εξαρτάται όχι από τη φύση των συστατικών αυτών μερών, αλλά από τη σχέση τους με το επιστημονικό όργανο ή την επιστημονική συσκευή.
18
Στο σύστημα του κανονισμού δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να εμποδίζει να χαρακτηριστεί επίσης, αυτό καθαυτό, ένα τέτοιο συστατικό μέρος ως επιστημονικό όργανο ή συσκευή κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1798/75. Στην περίπτωση αυτή, η ατέλεια δεν χορηγείται, παρά μόνο αν το εν λόγω συστατικό μέρος συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός για τη χορήγηση της ατέλειας σε επιστημονικά όργανα και συσκευές. Ο χαρακτηρισμός ενός τέτοιου συστατικού μέρους εξαρτάται συνεπώς από το ερώτημα αν, εκτός από τη σχέση που μπορεί να έχει με μια άλλη επιστημονική εγκατάσταση, μπορεί επίσης να επιτελέσει αυτόνομη επιστημονική λειτουργία και αν, εξάλλου, ανταποκρίνεται σ' όλες τις απαιτήσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού υπό την έννοια, ιδίως, ότι πρέπει να πρόκειται για κατασκευή που είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για την καθαρά επιστημονική έρευνα, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 2ας Φεβρουαρίου 1978 (Universiteitskliniek Utrecht, 72/77, Sig., σ. 189).
19
Στην πρώτη σειρά ερωτημάτων προσήκει συνεπώς η απάντηση ότι η παράγραφος 1 σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του κανονισμού 1798/75 έχουν την έννοια ότι το γεγονός ότι ορισμένα αντικείμενα μπορούν να θεωρηθούν ως μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα μιας εγκατάστασης ή μιας πολύπλοκης σειράς συσκευών επιστημονικής έρευνας, δεν αποκλείει να χαρακτηριστούν τα ίδια αυτά αντικείμενα ως επιστημονικά όργανα ή συσκευές, αν αποδεικνύεται ότι μπορούν να επιτελέσουν αυτόνομη επιστημονική λειτουργία και αν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού.
20
Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει το θέμα αυτό με γνώμονα όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά.
Επί της δεύτερης σειράς ερωτημάτων (τελωνειακό καθεστώς των συστατικών μερών που προορίζονται για επιστημονικές εγκαταστάσεις που έχουν κατασκευαστεί στο εσωτερικό της Κοινότητας)
21
Σε περίπτωση που τα εν λόγω αντικείμενα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως επιστημονικά όργανα ή συσκευές κατά την έννοια του κανονισμού, το Finanzgericht ζητεί να διαφωτιστεί ως προς το ζήτημα, αν η ατέλεια που προβλέπεται για τα μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα, μπορεί να χορηγηθεί επίσης όταν τα αντικείμενα αυτά εισάγονται με σκοπό να ενσωματωθούν σε μία επιστημονική εγκατάσταση που έχει κατασκευαστεί στο εσωτερικό της Κοινότητας ή αν η εν λόγω ατέλεια χορηγείται μόνο στα συστατικά μέρη που προορίζονται για επιστημονικά όργανα ή συσκευές που επίσης εισάγονται. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από την ερμηνεία του όρου «επιστημονικά όργανα ή συσκευές που εισάγονται επίσης ατελώς» η οποία αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1798/75.
22
Επ' αυτού, δεν είναι δυνατό να γίνουν δεκτό τα επιχειρήματα της Επιτροπής, που βασίζονται στο πρωτόκολλο του Ναϊρόμπι και στις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του κανονισμού. Το δασμολογικό καθεστώς των εν λόγω αντικειμένων καθορίζονται από τα κείμενα που ισχύουν κατά το χρόνο της εισαγωγής τα εν λόγω κείμενα δεν θίγονται από μεταγενέστερες συμβάσεις ή κανονισμούς. Εξάλλου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, ακόμη και το πρωτόκολλο του Ναϊρόμπι και τα κείμενα των κανονισμών που βασίζονται σ' αυτό, δεν διαλύουν όλες τις αμφιβολίες που υπάρχουν ως προς το ζήτημα αν μπορεί, ενδεχομένως, να χορηγηθεί ατέλεια για συστατικά μέρη που προορίζονται για εγκαταστάσεις, οι οποίες, αν είχαν εισαχθεί, θα μπορούσαν να τύχουν ατέλειας.
23
Όσον αφορά τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από την ερμηνεία που μπορεί να δοθεί στις ισχύουσες συμβατικές διατάξεις από τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη, αρκεί να υπομνησθεί ό,τι δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 26ης Οκτωβρίου 1982, ως προς την ανάγκη να εξασφαλίζεται στις διεθνείς συμφωνίες αντικειμενική ερμηνεία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη σκέψεις που βασίζονται στην αμοιβαιότητα κατά την εκτέλεση τέτοιων συμφωνιών από τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη (Hauptzollamt Mainz κατά Kupferberg, 104/81, Συλλογή 1982, σ. 3641, σκέψη 18). Επιπλέον, σχετικά υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή δεν παρέσχε οποιαδήποτε πληροφορία ως προς το ζήτημα ποια είναι πράγματι η εφαρμογή και η ερμηνεία της εν λόγω διάταξης από τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη στις συμφωνίες της Φλωρεντίας και του Ναϊρόμπι' οι διαβεβαιώσεις της φαίνεται ότι βασίζονται όχι σε εξακριβωμένα πραγματικά περιστατικά, αλλά σε εικασίες για τις σκέψεις των άλλων συμβαλλομένων μερών. Συνεπώς, η επιχειρηματολογία αυτή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της.
24
Αντίθετα, χρήσιμα στοιχεία για την ερμηνεία της αμφισβητούμενης διάταξης μπορούν να συναχθούν, στην προκειμένη περίπτωση, από το σύστημα του κανονισμού 1798/75 και από μερικές σκέψεις σχετικά με την τεχνική του τελωνειακού ελέγχου.
25
Κατ' αρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 1798/75, η ατέλεια χορηγείται μόνο στα αντικείμενα εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα που προορίζονται για ορισμένους οργανισμούς έρευνας ή εκπαίδευσης. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής συνεπάγεται δυσχέρειες, όταν τα εισαγόμενα συστατικά μέρη δεν προορίζονται απευθείας για τον ενδιαφερόμενο επιστημονικό ή μορφωτικό οργανισμό, αλλά για τον κατασκευαστή μιας σειράς επιστημονικών συσκευών που προορίζεται να παραδοθεί μεταγενέστερα στον ενδιαφερόμενο οργανισμό. Στη συνέχεια, πρέπει να τονιστεί ότι μια επιστημονική εγκατάσταση που έχει κατασκευαστεί στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν υπάγεται στη δασμολογική νομοθεσία και συνεπώς δεν μπορεί νόμιμα να χαρακτηριστεί ως επιστημονικό όργανο ή συσκευή κατά την έννοια του άρθρου 1798/75 και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν χορηγείται ατέλεια, παρά μόνο αν αποδεικνύονται ότι δεν κατασκευάζονται στην Κοινότητα, αντίστοιχα όργανα ή συσκευές. Φαίνεται συνεπώς ότι κατά την άποψη του Πανεπιστημίου του Αμβούργου η κύρια εγκατάσταση χαρακτηρίζεται ως επιστημονικό όργανο ή συσκευή για την οποία χορηγείται ατέλεια όχι αυτή καθαυτή, επειδή έχει κατασκευαστεί στο εσωτερικό της Κοινότητας, αλλά αποκλειστικά λόγω της σχέσης της με τα εισαγόμενα μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα. Ο κανονισμός 1798/75 δεν παρέχει έρεισμα για τέτοια νομική κατασκευή, που είναι καθαρά πλασματική και αντίθετη με το σύστημα που θεσπίζεται από τον ίδιο.
26
Για όλους αυτούς τους λόγους, φαίνεται ότι σκέψεις σχετικές με το πεδίο εφαρμογής και το σύστημα του κανονισμού 1798/75 αποκλείουν να χορηγηθεί δασμολογική ατέλεια για συστατικά μέρη που προορίζονται να ενσωματωθούν σε επιστημονική εγκατάσταση που έχει κατασκευαστεί στην Κοινότητα.
27
Οι σκέψεις βιομηχανικής και εμπορικής πολιτικής που εξέθεσε το Finanzgericht στη διάταξη περί παραπομπής δεν αντίκεινται στο συμπέρασμα αυτό. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, σε περίπτωση που η κοινοτική βιομηχανία εμφανίζεται ικανή να κατασκευάσει το σύνολο μιας επιστημονικής εγκατάστασης με εξαίρεση ορισμένα συστατικά μέρη, η χορήγηση της δασμολογικής ατέλειας για συστατικά μέρη μεγάλης αξίας, εκτός του ότι δεν εξυπηρετεί καθόλου την τεχνολογική πρόοδο της Κοινότητας, αντίθετα, μπορεί να αποτελέσει προτροπή να παραμένουν εκτός της Κοινότητας βιομηχανίες ενδιαφέρουσες από επιστημονική και τεχνική άποψη. Υπό το πρίσμα αυτό, συνεπώς η άρνηση χορήγησης της ατέλειας μπορεί να δημιουργήσει αποτελεσματική παρότρυνση για να επιτευχθεί η μεταφορά τέτοιων δραστηριοτήτων εντός της Κοινότητας.
28
Για τους λόγους που αναπτύχθηκαν παραπάνω, στη δεύτερη σειρά ερωτημάτων που υπέβαλε το Finanzgericht προσήκει η απάντηση ότι ο όρος «επιστημονικά όργανα και συσκευές που εισάγονται επίσης ατελώς», ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1798/75, έχει την έννοια ότι μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα μπορούν να εισαχθούν ατελώς, εφόσον προορίζονται για επιστημονικά όργανα ή συσκευές για τις οποίες χορηγείται ή χορηγήθηκε δασμολογική ατέλεια. Αντίθετα, η ατέλεια αυτή δεν είναι δυνατό να χορηγηθεί, όταν τα μέρη πρόκειται να ενσωματωθούν σε επιστημονική εγκατάσταση που κατασκευάζεται στην Κοινότητα.
Επί των δικαστικών εξόδων
29
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 1983 το Finanzgericht του Μονάχου αποφαίνεται:
1)
Η παράγραφος 1 σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του κανονισμού 1798/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, περί της ατελούς, ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, εισαγωγής αντικειμένων εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα, έχουν την έννοια ότι το γεγονός ότι ορισμένα αντικείμενα μπορούν να θεωρηθούν ως μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα μιας εγκατάστασης ή μιας πολύπλοκης σειράς συσκευών επιστημονικής έρευνας, δεν αποκλείει να χαρακτηριστούν τα ίδια αυτά αντικείμενα ως επιστημονικά όργανα ή συσκευές, αν αποδεικνύεται ότι μπορούν να επιτελέσουν αυτόνομη επιστημονική λειτουργία και αν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού.
2)
Ο όρος «επιστημονικά όργανα και συσκευές που εισάγονται επίσης ατελώς», ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1798/75, έχει την έννοια ότι μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα μπορούν να εισαχθούν ατελώς, εφόσον προορίζονται για επιστημονικά όργανα ή συσκευές για τις οποίες χορηγείται ή χορηγήθηκε δασμολογική ατέλεια. Αντίθετα, η ατέλεια αυτή δεν είναι δυνατό να χορηγηθεί, όταν τα μέρη πρόκειται να ενσωματωθούν σε επιστημονική εγκατάσταση που κατασκευάζεται στην Κοινότητα.
Due
Pescatore
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Νοεμβρίου 1984.
Ο γραμματέας
P. Heim
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
Ο. Due
Full & Egal Universal Law Academy