Στην υπόθεση 237/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Commission de première instance du contentieux de la sécurité sociale et de la mutualité sociale agricole του Παρισιού προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, και με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου μεταξύ
Sàrl Prodest
και
Caisse primaire d'assurance maladie του Παρισιού
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due, U. Everling, Κ. Κακούρη και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C Ο. Lenz
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν, δυνάμει του άρθρου 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εταιρία περιορισμένης ευθύνης Prodest (στο εξής: η προσφεύγουσα), είναι εταιρία εξευρέσεως προσωρινής εργασίας γαλλικού δικαίου. Από τις 17 Ιουνίου 1981, έστειλε τον van Robaeys, βέλγο υπήκοο αλλά κάτοικο Γαλλίας και υπαγόμενο στη γαλλική κοινωνική ασφάλιση, στη Νιγηρία προς εκτέλεση αποστολής.
Η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση προς την Caisse primaire d'assurance maladie του Παρισιού (στο εξής: η καθής) με την οποία ζητούσε τη διατήρηση της υπαγωγής του Robaeys για τη διάρκεια της αποστολής του στο εν λόγω ταμείο, αλλά το τελευταίο αρνήθηκε να δεχτεί την αίτηση αυτή. Στήριξε την άρνηση του στο άρθρο 39, παράγραφος 2, του νόμου της 3ης Ιανουαρίου 1972, το οποίο κατέστη το άρθρο L 341-3, παράγραφος 3, του Κώδικα εργασίας και το οποίο προβλέπει τα εξής:
«Υπό την επιφύλαξη των διεθνών συμφωνιών, απαγορεύεται σε επιχείρηση εξευρέσεως προσωρινής εργασίας να θέτει στη διάθεση οιουδήποτε προσώπου αλλοδαπούς εργαζομένους, όταν η παροχή της υπηρεσίας πρέπει να πραγματοποιηθεί εκτός του γαλλικού εδάφους.»
Δεδομένου ότι την άρνηση αυτή επικύρωσε η Commission de recours gracieux, η προσφεύγουσα έφερε την υπόθεση ενώπιον της Commission de première instance du contentieux. Θεωρώντας ότι ο εν λόγω περιορισμός ως προς τους αλλοδαπούς εργαζόμενους δεν έχει εφαρμογή επί των εργαζομένων υπηκόων της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την άρνηση αυτή. Αναφέρεται προς το σκοπό αυτό στις διατάξεις του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
Θεωρώντας ότι η διαφορά που της έχει υποβληθεί εξαρτάται από την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στον κανονισμό 1612/68, για να προσδιοριστεί αν ο κανονισμός αυτός επιτρέπει να μη ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του άρθρου 39, παράγραφος 2, του νόμου της 3ης Ιανουαρίου 1972, η Commission de première instance, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, ζήτησε από το Δικαστήριο «να κρίνει αν ένας ασφαλισμένος, υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, μισθωτός γαλλικής εταιρίας, κάτοικος Γαλλίας, έχει το δικαίωμα να διατηρήσει την υπαγωγή του στο γαλλικό γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά τη διάρκεια της αποστολής του στη Νιγηρία κατ' εφαρμογή του κανονισμού 1612/68 ΕΟΚ και αν αρμόζει, στην προκειμένη περίπτωση, να μη ληφθεί υπόψη ο περιορισμός του άρθρου 39, παράγραφος 2, του νόμου της 3ης Ιανουαρίου 1972 που κατέστη το άρθρο L 341-3, παράγραφος 3, του Κώδικα εργασίας.»
Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Οκτωβρίου 1983.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου η Caisse primaire d'assurance maladie του Παρισιού, εκπροσωπούμενη από τον J. Salvadori, η Επιτροπή εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο, J. Griesmar, επικουρούμενο απο τον F. Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με Διάταξη της 14ης Μαρτίου 1984, το Δικαστήριο αποφάσισε να αναθέσει την υπόθεση στο πέμπτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Κατά την κααής, υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας δεν μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις των κοινοτικών κανονισμών παρά μόνον όσον αφορά την απόσπαση του στο εσωτερικό άλλου κράτους μέλους της Κοινότητας. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, μολονότι, αφενός, ο εν λόγω εργαζόμενος είναι πράγματι υπήκοος κράτους μέλους, τουναντίον η απόσπαση του πραγματοποιήθηκε όχι σε άλλο κράτος μέλος αλλά σε τρίτη χώρα.
Η καθής θεωρεί επομένως ότι καλώς αρνήθηκε τη διατήρηση της υπαγωγής του van Robaeys στο γαλλικό γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως του στη Νιγηρία.
Η Επιτροπή αναφέρει, στις γραπτές παρατηρήσεις, ότι με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ζητείται, στην ουσία, ο καθορισμός του πεδίου εφαρμογής της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Στην πραγματικότητα, πρόκειται περί του αν το άρθρο 39, παράγραφος 2, του νόμου της 3ης Ιανουαρίου 1972 αφορά επίσης την απασχόληση των κοινοτικών υπηκόων για παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιούνται εκτός του εδάφους της Κοινότητας.
Μολονότι, στη γενική της διατύπωση, η παράγραφος αυτή φαίνεται να περιέχει διάκριση λόγω ιθαγενείας, αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο καθόσον είναι δυσμενής για τους υπηκόους άλλων κρατών μελών στους οποίους ανατίθεται αποστολή εκτός του γαλλικού εδάφους, αλλά στο εσωτερικό της Κοινότητας, πρέπει να παρατηρηθεί, κατά την Επιτροπή, ότι το άρθρο L 341-1 του ίδιου Κώδικα εργασίας προβλέπει ότι:
«Οι διατάξεις του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη, σε ενδεχομένη περίπτωση, των διατάξεων των συνθηκών, συμβάσεων ή συμφωνιών που έχουν νομίμως επικυρωθεί ή εγκριθεί και δημοσιευτεί και κυρίως των Συνθηκών περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και των διατάξεων των πράξεων των κοινοτικών αρχών που εκδόθηκαν για την εφαρμογή των εν λόγω Συνθηκών.»
Το ερώτημα που παραμένει σε εκκρεμότητα και που ακριβώς αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως συνίσταται επομένως στο αν, καθόσον αφορά τις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται εκτός της Κοινότητας, η διάταξη που περιέχει το άρθρο L 341-3 εντάσσεται στο πλαίσιο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, οπότε δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση.
Κατά την Επιτροπή, τρεις εκδοχές φαίνονται a priori δυνατές:
i)
το κοινοτικό δίκαιο έχει εφαρμογή στις εργασιακές σχέσεις που συνάπτονται εντός της Κοινότητας και/ή που συνεπάγονται άσκηση καθηκόντων ή παροχή υπηρεσιών εντός της Κοινότητας·
ii)
το κοινοτικό δίκαιο έχει εφαρμογή σε όλες τις εργασιακές σχέσεις, οιοσδήποτε και αν είναι ο τόπος εκτελέσεως των καθηκόντων ή παροχής των υπηρεσιών (εντός ή εκτός της Κοινότητας·
iii)
το κοινοτικό δίκαιο έχει εφαρμογή σε όλες τις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας οιοσδήποτε και αν είναι ο τόπος συνάψεως της συμβάσεως εργασίας.
Η Επιτροπή αναφέρει περαιτέρω τα κοινοτικά κείμενα που, κατά τη γνώμη της, θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι διατάξεις των άρθρων 3, στοιχείο γ), 48 παράγραφοι 1, 2 και 3, 49, στοιχεία 6) και γ), 52 και 59 της Συνθήκης φαίνεται να υποστηρίζουν την άποψη της ελεύθερης προσβάσεως στη δραστηριότητα παρά την άποψη της ελεύθερης ασκήσεως της δραστηριότητας, πράγμα που αντιστοιχεί, για τους μισθωτούς εργαζομένους, στην ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας, οιοσδήποτε και αν είναι ο τόπος ασκήσεως της δραστηριότητας. Η Επιτροπή εξετάζει επίσης τους κανονισμούς και οδηγίες περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, αλλά παρατηρεί πάντοτε σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων ότι οι διαφορές της ορολογίας δεν επιτρέπουν τη διατύπωση αποφασιστικού συμπεράσματος ως προς τον καθορισμό του πραγματικού πεδίου εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων. Θεωρεί ότι οι συντάκτες των εν λόγω διατάξεων είχαν ως αποκλειστικό στόχο να καλύψουν, μεταξύ των δυνατών διακρίσεων, εν πάση περιπτώσει εκείνες που συνιστούν το πλέον άμεσο και σημαντικό εμπόδιο.
Εξετάζοντας τη νομολογία του Δικαστηρίου περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, ιδίως την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1974 (Walrave, 36/74, Recueil σ. 1405), η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το Δικαστήριο χρησιμοποίησε κριτήριο, το οποίο επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου πέραν του πεδίου που καλύπτεται από τα δύο εν λόγω κριτήρια, δηλαδή την πρόσβαση στην απασχόληση και την άσκηση της δραστηριότητας. Πράγματι, ενόψει της αποφάσεως Walrave, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως διέπει επίσης τις σχέσεις εργασίας που συνάπτονται εκτός της Κοινότητας, των οποίων η εκτέλεση πραγματοποιείται επίσης εκτός της Κοινότητας, εφόσον κατά οιονδήποτε τρόπο οι σχέσεις αυτές έχουν επίπτωση επί της απασχολήσεως στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Όσον αφορά τον ειδικό τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, η Επιτροπή αναφέρεται κυρίως στις αποφάσεις της 8ης Απριλίου 1976 (Hirardin, 112/75, Recueil σ. 553), της 31ης Μαρτίου 1977 (Bozzone, 87/76, Recueil σ. 687) και της 11ης Ιουλίου 1980 (Επιτροπή κατά Βελγίου, 150/79, Recueil σ. 2621). Η νομολογία αυτή, κατά τη γνώμη της, επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της αποφάσεως Walrave που προαναφέρθηκε, ιδίως το γεγονός ότι η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου εν πάση περιπτώσει δεν καθορίζεται από τον τόπο ασκήσεως της δραστηριότητας.
Από την εν λόγω νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή συνάγει ότι το κοινοτικό δίκαιο έχει εφαρμογή επί των εννόμων σχέσεων που γεννώνται στο έδαφος της Κοινότητας. Η λύση αυτή πράγματι υπαγορεύεται από σκέψεις που έχουν σχέση με τους σκοπούς της Συνθήκης όσο και με πρακτικούς λόγους.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο θεμελιώδης χαρακτήρας της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως εντός της κοινοτικής εννόμου τάξεως, όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης που αναφέρεται στις διακρίσεις «όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας», συνεπάγεται ότι η εργασιακή σχέση που γεννάται στο εσωτερικό της Κοινότητας λαμβάνεται ως σύνολο.
Η πραγματική ίση μεταχείριση δεν μπορεί πράγματι να διασφαλιστεί παρά μόνο αν καλύπτει τη δραστηριότητα στο σύνολο της. Επιπλέον, το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις του επί της ερμηνείας του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, επιβεβαίωσε ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να επιτρέπει την όσο το δυνατόν πλήρη ένταξη του διακινούμενου εργαζομένου και της οικογένειας του στο κράτος μέλος υποδοχής (βλ. απόφαση της 30. 9. 1975, Cristini, 32/75, Recueil σ. 1085).
Η Επιτροπή παρατηρεί εξάλλου ότι οι συμβατικές ή νομοθετικές διατάξεις που επιφυλάσσουν διαφορετική μεταχείριση στους εθνικούς υπηκόους και στους κοινοτικούς υπηκόους όσον αφορά την άσκηση δραστηριότητας σε χώρα ξένη προς την Κοινότητα έχουν αναμφισβήτητα επιπτώσεις επί της αγοράς της απασχολήσεως στο εσωτερικό της Κοινότητας. Υφίσταται, λόγου χάρη, κίνδυνος αποκλεισμού των κοινοτικών υπηκόων από ορισμένες εργασίες, θίγοντας με τον τρόπο αυτό την εξέλιξη της σταδιοδρομίας τους σε σχέση με τη σταδιοδρομία των εθνικών υπηκόων. Μια διάταξη όπως η αμφισβητούμενη στην προκειμένη περίπτωση θίγει επίσης τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο εν λόγω κράτος μέλος, οι οποίες στερούνται της δυνατότητας να χρησιμοποιήσουν το πλέον ειδικευμένο προσωπικό. Άλλα σημαντικά μειονεκτήματα από πρακτικής απόψεως προκύπτουν επίσης από τη διάταξη αυτή για τις οικονομικές δραστηριότητες, λόγω του εξαιρετικού κινητικού χαρακτήρα των εν λόγω δραστηριοτήτων. Για μια ολόκληρη ομάδα μισθωτών απασχολήσεων που περιλαμβάνουν δραστηριότητες εκτός της Κοινότητας, η μη εφαρμογή του κανόνα της ίσης μεταχειρίσεως θα επέτρεπε τη συστηματική πρόσληψη κοινοτικών υπηκόων με όρους εργασίας και αμοιβής λιγότερο ευνοϊκούς από τους όρους των οποίων απολαύουν οι εθνικοί υπήκοοι, επομένως διάκριση σε βάρος των κοινοτικών υπηκόων που θα μπορούσε μάλιστα να συνεπάγεται αρνητικές επιπτώσεις επί της απασχολήσεως των εθνικών υπηκόων.
Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει την έλλειψη νομικής ασφάλειας που θα προέκυπτε για τους κοινοτικούς υπηκόους από την εφαρμογή κοινοτικών διατάξεων που θα εξαρτιόταν από τον τόπο ασκήσεως της δραστηριότητας, σε μια εποχή όπου η επαγγελματική κινητικότητα είναι τόσο σημαντική.
Η Επιτροπή συμπεραίνει από αυτό ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων έχει εφαρμογή στην περίπτωση κοινοτικού υπηκόου, οποίος κατοικεί σε κράτος μέλος και έχει συνάψει σύμβαση εργασίας με εργοδότη κάτοικο του κράτους μέλους υποδοχής, του οποίου η κατάσταση διέπεται, όπως η καθής αποδεικνύει με την υπόμνηση της απαγορευτικής ρήτρας του άρθρου L 341, από τη νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους, οιοσδήποτε και αν είναι ο τόπος ασκήσεως της μισθωτής δραστηριότητας (εντός ή εκτός της Κοινότητας). Από αυτό έπεται, κατά τη γνώμη της, ότι η άρνηση υπαγωγής στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως για το οποίο πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να στηριχθεί στο άρθρο L 341-3, παράγραφος 3, του Κώδικα εργασίας.
Μετά τη διαπίστωση αυτή, η Επιτροπή διερωτάται αν ο κοινοτικός υπήκοος, ο οποίος κατοικεί στη Γαλλία και απασχολείται εκεί, έχει το δικαίωμα να διατηρήσει την υπαγωγή του στο γαλλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως του σε τρίτη χώρα. Το ερώτημα αυτό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 230 της 22. 8. 1983, σ. 6).
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με το άρθρο 2, ο κανονισμός αυτός ισχύει για μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειας τους και για τους επιζώντες τους. Τα άρθρα 13 και επόμενα, τα οποία διέπουν τον καθορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας και, επομένως, την υπαγωγή σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν ασχολούνται με την ενδεχόμενη υπαγωγή για δραστηριότητες που ασκούνται εκτός της Κοινότητας.
Κατά την Επιτροπή, πρέπει, επομένως, σε σχέση με την εθνική νομοθεσία και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως αυτή διατυπώνεται, για το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 που αναφέρθηκε πιο πάνω, στο άρθρο του 3, να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
Η Επιτροπή παραπέμπει στη σχετική γαλλική νομοθεσία, δηλαδή στα άρθρα L 768 και L 769 του γαλλικού Κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, τα οποία ορίζουν ότι:
Άραρο L 768
«Οι μισθωτοί που αποσπώνται προσωρινά στο εξωτερικό από τον εργοδότη τους για να ασκήσουν εκεί μισθωτή ή παρόμοια δραστηριότητα, οι οποίοι εξακολουθούν να υπάγονται στη γαλλική νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως δυνάμει διεθνών συμβάσεων ή κανονισμών, θεωρούνται, για την εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας, ότι έχουν την κατοικία τους και τον τόπο απασχολήσεως τους στη Γαλλία.»
Άραρο L 769
«Αν δεν υπάγονται ή δεν υπάγονται πλέον στις διατάξεις του άρθρου L 768, οι εργαζόμενοι που αποσπώνται προσωρινά στο εξωτερικό από τον εργοδότη τους για να ασκήσουν εκεί μισθωτή ή παρόμοια δραστηριότητα, η οποία αμείβεται από τον εργοδότη αυτό, υπάγονται στη γαλλική νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών.
Η ανώτατη διάρκεια κατά την οποία οι εργαζόμενοι τους οποίους αφορά η προηγούμενη παράγραφος μπορούν να υπάγονται στη γαλλική νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως ορίζεται με κανονισμό. Για την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής, θεωρούνται ότι έχουν την κατοικία και τον τόπο απασχολήσεως τους στη Γαλλία.»
Πρέπει πράγματι να γίνει η διαπίστωση ότι ο van Robaeys εμπίπτει αναμφισβήτητα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου L 769 και πρέπει, για το λόγο αυτό, να υπάγεται στη γαλλική νομοθεσία, υπό τους προβλεπόμενους στο άρθρο αυτό όρους, όπως ακριβώς και ένας γάλλος υπήκοος.
Βάσει των προηγούμενων σκέψεων, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Στον κανονισμό 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι η απαγόρευση διακρίσεων, που διατυπώνεται κυρίως στο άρθρο 1 και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, επιβάλλεται για την εκτίμηση των εθνικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες οι οποίες ασκούνται εκτός της Κοινότητας από κοινοτικό υπήκοο, ο οποίος έχει συνάψει σύμβαση εργασίας με επιχείρηση εγκατεστημένη στο εσωτερικό της Κοινότητας.»
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιουνίου 1984, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τον Jean L. de Grandcourt, δικηγόρο Παρισιού, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον F. Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Ιουλίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 3ης Ιουνίου 1983, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, η Commission de première instance du contentieux de la sécurité sociale et de la mutualité sociale agricole του Παρισιού, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της γαλλικής εταιρίας Prodest, επιχείρησης ευρέσεως προσωρινής εργασίας, και της Caisse primaire d'assurance maladie του Παρισιού, σχετικά με τη διατήρηση της υπαγωγής στο γαλλικό γενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, βέλγου υπηκόου, αποσχολούμίνου από την εταιρία, κατά τη διάρκεια αποστολής που έχει να εκτελέσει ο εν λόγω ασφαλισμένος στη Νιγηρία.
3
Σε σχετική αίτηση που υπέβαλε η εταιρία, η Caisse απάντησε αρνητικά στηριζόμενη στο άρθρο 39, παράγραφος 2, του νόμου της 3ης Ιανουαρίου 1972, το οποίο
κατέστη άρθρο L 341-3, παράγραφος 3, του Κώδικα εργασίας, και το οποίο ορίζει τα εξής:
«Υπό την επιφύλαξη των διεθνών συμφωνιών, απαγορεύεται σε επιχείρηση ευρέσεως προσωρινής εργασίας να θέτει στη διάθεση οιουδήποτε προσώπου αλλοδαπούς εργαζομένους, όταν η παροχή της υπηρεσίας πρόκειται να πραγματοποιηθεί εκτός του γαλλικού εδάφους.»
Κατά την Caisse, η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή και στους υπηκόους της Κοινότητας, εκτός αν πρόκειται για απόσπαση σε κράτος μέλος.
4
Κρίνοντας ότι η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στον εν λόγω κοινοτικό κανονισμό, το εθνικό δικαιοδοτικό όργανο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και ζήτησε από το Δικαστήριο:
«να κρίνει αν ένας ασφαλισμένος, υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, μισθωτός γαλλικής εταιρίας, κάτοικος Γαλλίας, έχει το δικαίωμα να διατηρήσει την υπαγωγή του στο γαλλικό γενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, κατά τη διάρκεια της αποστολής του στη Νιγηρία, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 1612/68 της ΕΟΚ, και αν ενδείκνυται, στην προκειμένη περίπτωση, να μη ληφθεί υπόψη ο περιορισμός του άρθρου 39, παράγραφος 2, του νόμου της 3ης Ιανουαρίου 1972 που κατέστη άρθρο L 341-3, παράγραφος 3, του Κώδικα εργασίας».
5
Πρέπει, πρώτον, να παρατηρηθεί ότι η υπόθεση στην κύρια δίκη αφορά την περίπτωση υπηκόου κράτους μέλους, ο οποίος απασχολείται, ως μισθωτός, από εταιρία εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, και ότι, καταρχήν, μια τέτοια περίπτωση εμπίπτει στις κοινοτικές διατάξεις περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας. Στην ουσία, το εθνικό δικαιοδοτικό όργανο ερωτά, με την ευκαιρία αυτή, αν η εφαρμογή των κανόνων αυτών μπορεί να αποκλειστεί όταν ο κοινοτικός εργοδότης στέλνει τον εργαζόμενο να πραγματοποιήσει προσωρινή αποστολή εκτός της Κοινότητας.
6
Στην απόφαση του της 12ης Δεκεμβρίου 1974 (υποθ. 36/74, Walrave κατά Union cycliste internationale, Recueil σ. 1405), στην οποία ένα από τα ερωτήματα ήταν αν έχει σημασία το γεγονός ότι οι υπό κρίση δραστηριότητες ασκούνται μερικώς εκτός του εδάφους της Κοινότητας, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, όπως εκφράζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 48 της Συνθήκης και στον προαναφερθέντα κανονισμό 1612/68, επιβάλλεται για την εκτίμηση όλων των εννόμων σχέσεων, σε όλη την έκταση που οι σχέσεις αυτές μπορούν, είτε λόγω του τόπου στον οποίο έχουν συναφθεί είτε λόγω του τόπου στον οποίο παράγουν τα αποτελέσματα τους, να ενταχθούν στο έδαφος της Κοινότητας. Απ' αυτά έπεται ότι η προσωρινή άσκηση των δραστηριοτήτων εκτός του εδάφους της Κοινότητας δεν αρκεί για να αποκλείσει την εφαρμογή της αρχής αυτής, εφόσον η σχέση εργασίας διατηρεί πάντως έναν αρκετά στενό δεσμό με το έδαφος αυτό.
7
Σε μια περίπτωση όπως η προκειμένη, τέτοιος δεσμός μπορεί να ανευρεθεί στο γεγονός ότι ο κοινοτικός εργαζόμενος έχει προσληφθεί από επιχείρηση άλλου κράτους μέλους, και ως εκ τούτου έχει υπαχθεί στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης του κράτους αυτού, καθώς και στο ότι ασκεί πάντοτε τις δραστηριότητες του για λογαριασμό της κοινοτικής επιχείρησης, ακόμα και κατά τη διάρκεια της απόσπασης του στην τρίτη χώρα.
8
Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 1612/68, η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων εφαρμόζεται επίσης και στα κοινωνικά πλεονεκτήματα των εργαζομένων. Μολονότι η διάταξη αυτή, όπως η ίδια ορίζει, αφορά τα πλεονεκτήματα των οποίων απολαύει ο υπήκοος κράτους μέλους στο έδαφος των άλλων κρατών μελών, πρέπει, υπό το φως της προαναφερθείσας νομολογίας, να ερμηνεύεται ότι εφαρμόζεται επίσης σε περιπτώσεις όπως η περιγραφείσα.
9
Κατά συνέπεια, όταν οι κοινωνικές αρχές του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης εφαρμόζουν την εθνική τους νομοθεσία σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, πρέπει να απορρίπτουν όλες τις διατάξεις, οι οποίες καταλήγουν σε διάκριση σε βάρος των εργαζομένων υπηκόων άλλου κράτους μέλους.
10
Στο υποβληθέν ερώτημα προσήκει, επομένως, η απάντηση ότι οι κοινοτικές διατάξεις περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, ιδίως δε οι διατάξεις του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, έχουν την έννοια ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων εφαρμόζεται στην περίπτωση υπηκόου κράτους μέλους, ο οποίος έχει προσληφθεί ως μισθωτός από επιχείρηση άλλου κράτους μέλους, ακόμα και κατά την περίοδο κατά την οποία ο εργαζόμενος ασκεί προσωρινά τις δραστηριότητες του εκτός του εδάφους της Κοινότητας για λογαριασμό της κοινοτικής αυτής επιχείρησης, και ότι, κατά την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων του κράτους μέλους, στο οποίο η επιχείρηση αυτή είναι εγκατεστημένη, περί διατηρήσεως της υπαγωγής στο γενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης του κράτους αυτού κατά τη διάρκεια της προσωρινής απόσπασης του εν λόγω εργαζομένου σε τρίτη χώρα, πρέπει να εξοβελίζονται όλες οι διατάξεις οι οποίες εισάγουν διακρίσεις εις βάρος υπηκόων των άλλων κρατών μελών.
Επί των δικαστικών εξόδων
11
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται, Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαιοδοτικού οργάνου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε η Commission de première instance du contentieux de la sécurité sociale et de la mutualité sociale agricole του Παρισιού, με απόφαση της 3ης Ιουνίου 1983, αποφαίνεται:
Οι κοινοτικές διατάξεις περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, ιδίως δε οι διατάξεις του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, έχουν την έννοια ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων εφαρμόζεται στην περίπτωση υπηκόου κράτους μέλους, ο οποίος έχει προσληφθεί ως μισθωτός από επιχείρηση άλλου κράτους μέλους, ακόμα και κατά την περίοδο κατά την οποία ο εργαζόμενος ασκεί προσωρινά τις δραστηριότητες του εκτός του εδάφους της Κοινότητας για λογαριασμό της κοινοτικής αυτής επιχείρησης, και ότι, κατά την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων του κράτους μέλους, στο οποίο η επιχείρηση αυτή είναι εγκατεστημένη, περί διατηρήσεως της υπαγωγής στο γενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης του κράτους αυτού κατά τη διάρκεια της προσωρινής απόσπασης του εν λόγω εργαζομένου σε τρίτη χώρα, πρέπει να εξοβελίζονται όλες οι διατάξεις οι οποίες εισάγουν διακρίσεις εις θάρος υπηκόων των άλλων κρατών μελών.
Galmot
Due
Everling
Κακούρης
Joliét
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουλίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühl
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
Υ. Galmot
Full & Egal Universal Law Academy