ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 18ης Μαρτίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 244/83,
Meggle Milchindustrie GmbH & Co. KG, με έδρα το Reitmehring, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους Fritz Modest και Barbara Festge, δικηγόρους Αμβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Ernest Arendt, 34 Β, rue Philippe-II,
ενάγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από το νομικό του σύμβουλο Bernhard Schloh και τον Arthur Bräutigam, μέλος της νομικής του υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Η. J. Pabbruwe, διευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
και
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Jörn Sack και Bernhard Jansen, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
εναγόμενα,
υποστηριζόμενων αμφοτέρων από τη
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον François Renouard, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη γαλλική πρεσβεία, 2, rue Bertholet,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως κατά της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, βάσει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans, U. Everling, Κ. Bahlmann και R. Joliét, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Ο. Due, Y. Galmot και T. F. O'Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. VerLoren Van Themaat
γραμματέας: Ρ. Heim
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου 1985,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Οκτωβρίου 1983, η εδρεύουσα στο Reitmehring της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας εταιρία Meggle Milchindustrie GmbH & Co. KG (στο εξής: Meggle) άσκησε δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ αγωγή αποζημιώσεως με την οποία ζητεί να καταδικαστεί η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από το Συμβούλιο και από την Επιτροπή, να της καταβάλλει το ποσό των 19794848,62 γερμανικών μάρκων εντόκως προς 6 ο/ο, επί μεν του ποσού των 15602580,27 γερμανικών μάρκων από 1ης Σεπτεμβρίου 1983, επί δε του ποσού των 4192268,35 γερμανικών μάρκων από της ασκήσεως της αγωγής, εν πάση περιπτώσει όμως, εντόκως προς 6 ο/ο επί του ποσού των 19794848,62 γερμανικών μάρκων από της εκδόσεως της αποφάσεως.
2
Η Meggle εκμεταλλεύεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας γαλακτοκομείο και επιχείρηση μεταποιήσεως γάλακτος, παράγει δε από αποκορυφωμένο γάλα τυρίνη και τυρινικά άλατα, οι πωλήσεις των οποίων αντιπροσωπεύουν ποσοστό 10 % περίπου του κύκλου εργασιών της. Η ενάγουσα θεωρεί ότι υπέστη ζημία από την ισχύουσα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, ιδίως από την εφαρμογή των διατάξεων περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων σε συνδυασμό με διατάξεις του γεωργονομισματικού τομέα, λόγω της οποίας δημιουργήθηκε διάκριση εις βάρος των παραγωγών τυρίνης και τυρινικών αλάτων που είναι εγκατεστημένοι στα κράτη μέλη με ισχυρό νόμισμα έναντι των εγκατεστημένων σε κράτη μέλη με ασθενές νόμισμα.
3
Η Meggle υποστηρίζει με την αγωγή της ότι, καίτοι η τυρίνη και τα τυρινικά άλατα δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα των προϊόντων του παραρτήματος II της Συνθήκης ΕΟΚ και επομένως δεν υπόκεινται στις περί γεωργίας διατάξεις των άρθρων 39 έως 46 της Συνθήκης, όπως υπόκεινται, δυνάμει του άρθρου 38, τα αναφερόμενα στον εν λόγω πίνακα προϊόντα, η τιμή κόστους τους επηρεάζεται κατ' ανάγκη από την τιμή του γεωργικού προϊόντος που αποτελεί την πρώτη ύλη από την οποία κατασκευάζονται, δηλαδή του υγρού αποκορυφωμένου γάλακτος. Δυνάμει όμως της κοινής οργάνωσης αγοράς που θεσπίστηκε για τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων με το κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ), καθορίζεται ενιαία για όλη την Κοινότητα τιμή παρεμβάσεως για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη. Επομένως η τιμή παρεμβάσεως, κατόπιν αφαιρέσεως των εξόδων μεταποιήσεως του υγρού αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος, τα οποία φέρουν οι παραγωγοί, αποτελεί κατ' ανάγκη την κατώτατη τιμή στην οποία είναι διατεθειμένοι να πωλήσουν το προϊόν τους οι τελευταίοι, που θα μπορούσαν διαφορετικά να το διαθέσουν στους οργανισμούς παρεμβάσεως.
4
Δεδομένου ότι η ενιαία τιμή παρεμβάσεως που καθοριζόταν μέχρι το τέλος του 1978 σε λογιστικές μονάδες και στη συνέχεια σε ECU μετατρέπεται στα εθνικά νομίσματα των διαφόρων κρατών μελών βάσει των γνωστών ως αντιπροσωπευτικών ή «πράσινων » τιμών συναλλάγματος οι οποίες διαφέρουν κάπως των πραγματικών τιμών συναλλάγματος ώστε να μην προκαλείται μείωση των εισοδημάτων των γεωργών σε ορισμένα κράτη μέλη από τις νομισματικές διακυμάνσεις, εκφραζόμενη σε εθνικό νόμισμα είναι πολύ υψηλότερη στις χώρες με ισχυρό εθνικό νόμισμα παρά αν η μετατροπή είχε γίνει βάσει των πραγματικών τιμών συναλλάγματος, ενώ το αντίθετο συμβαίνει στις χώρες με ασθενές νόμισμα.
5
Ωστόσο, στο ενδοκοινοτικό εμπόριο εφαρμόζονται οι τιμές συναλλάγματος της αγοράς, οπότε, αν δεν γίνει κάποια διόρθωση, τα γεωργικά προϊόντα των χωρών με ισχυρό νόμισμα κινδυνεύουν να βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση από τα προϊόντα των χωρών με ασθενές νόμισμα. Προκειμένου να αποφευχθεί η διαταραχή των εμπορικών σχέσεων θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971 (EE ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192) νομισματικά εξισωτικά ποσά (στο εξής: ΝΕΠ) που καλύπτουν τη διαφορά μεταξύ των αντιπροσωπευτικών τιμών και των τιμών της αγοράς. Τα ποσά αυτά καταβάλλονται κατά τις εξαγωγές από χώρες με ισχυρό νόμισμα και εισπράττονται κατά τις εξαγωγές από χώρες με ασθενές νόμισμα όταν το εμπόριο έχει ήδη διαταραχτεί ή όταν διαπιστώνεται τέτοιος κίνδυνος.
6
Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 974/71, τα ΝΕΠ μπορούν να εφαρμοστούν όχι μόνο στα προϊόντα για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο κοινής οργάνωσης αγοράς αλλά και στα προϊόντα των οποίων η τιμή εξαρτάται από την τιμή ενός των προαναφερομένων προϊόντων και τα οποία υπάγονται σε κοινή οργάνωση αγοράς ή για τα οποία υπάρχει ειδική ρύθμιση βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης. Οι διάδικοι συμφωνούν στο ότι η τιμή της τυρίνης και των τυρινικών αλάτων εξαρτάται πράγματι από την τιμή προϊόντος για το οποίο προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως, δηλαδή του αποκορυφωμένου γάλακτος.
7
Παρά τα επανειλημμένα διαβήματα της γερμανικής βιομηχανίας, τα κοινοτικά όργανα δεν έχουν επεκτείνει μέχρι στιγμής την εφαρμογή των ΝΕΠ στην τυρίνη και στα τυρινικά άλατα. Ο κανονισμός 3033/80 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1980, περί καθορισμού του καθεστώτος συναλλαγών που εφαρμόζεται σε ορισμένα εμπορεύματα που προέρχονται από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/010, σ. 162), αποτελεί κανονιστική ρύθμιση που θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης, και προβλέπει στο άρθρο 16, παράγραφος 2, ότι:
« 2)
Το καθεστώς που προβλέπεται από τον παρόντα κανονισμό εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 1981. Παρ' όλα αυτά η εφαρμογή του στην τυρίνη της διακρίσεως 35.01 Α του κοινού δασμολογίου όπως και στα τυρινικά άλατα και άλλα παράγωγα της τυρίνης της διακρίσεως 35.01 Γ του κοινού δασμολογίου αναβάλλεται μέχρις ότου εκδοθεί νέα απόφαση του Συμβουλίου. »
8
Κατά τη Meggle, τα κοινοτικά όργανα δεν έλαβαν κανένα μέτρο προκειμένου να αντισταθμιστεί το μειονέκτημα που ισχυρίζεται ότι υπέστη τόσο στην οικεία εθνική αγορά όσο και στις αλλοδαπές αγορές έναντι των ανταγωνιστών της που είναι εγκατεστημένοι σε χώρες με ασθενές νόμισμα, λόγω της εφαρμογής του συστήματος των αντιπροσωπευτικών τιμών στο τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
9
Η ήδη ισχύουσα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση επηρεάζει δυσμενέστατα την ανταγωνιστική θέση των παραγωγών τυρίνης και τυρινικών αλάτων που είναι εγκατεστημένοι σε χώρες με ισχυρό νόμισμα. Ειδικότερα οι γερμανοί παραγωγοί, από τους οποίους η Meggle κατέχει την πρώτη θέση, αντιμετωπίζουν εντονότατο ανταγωνισμό εκ μέρους των γάλλων παραγωγών διότι η Γαλλία είναι ένα από τα κράτη μέλη με ασθενές νόμισμα.
10
Όπως ακριβώς και οι άλλοι γερμανοί παραγωγοί, η Meggle υπέστη, κυρίως λόγω του ανταγωνισμού των γάλλων παραγωγών, διπλή ζημία: αφενός, αναγκάστηκε, προκειμένου να διαθέσει τα προϊόντα της, να τα πωλήσει σε τιμή χαμηλότερη της τιμής κόστους όπως την υπολογίζει η Επιτροπή με τη « μέθοδο standard » ενόψει της χορηγήσεως των ενισχύσεων για την παραγωγή τυρίνης που προβλέπει ο κανονισμός 987/68 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 122)· αφετέρου, εγκατέλειψε την προοπτική πωλήσεων που θα μπορούσε να πραγματοποιήσει αν δεν είχαν νοθευτεί οι όροι του ανταγωνισμού.
11
Με την αγωγή της η Meggle ζητεί αποκατάσταση μόνο της ζημίας που υπέστη λόγω της πωλήσεως τυρίνης και τυρινικών αλάτων σε χαμηλότερη τιμή. Το αίτημα αυτό αφορά την περίοδο μετά την 1η Οκτωβρίου 1978 δεδομένου ότι οι σχετικές αξιώσεις για τα προηγούμενα έτη έχουν ήδη παραγραφεί κατά την έννοια του άρθρου 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
12
Η Meggle υποστηρίζει ότι η ζημία που προβάλλει οφείλεται στο ότι τα κοινοτικά όργανα παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να αντισταθμίσουν τη διάκριση που προέκυψε εις βάρος της από την εφαρμογή των αντιπροσωπευτικών τιμών. Αν ληφθεί υπόψη η βαρύτητα της δυσμενούς διάκρισης της οποίας υπήρξε θύμα η ενάγουσα λόγω της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης, η εν λόγω παράλειψη συνιστά βαρεία παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τα άτομα και κατά συνέπεια δημιουργεί την υποχρέωση αποκαταστάσεως της ζημίας που προέκυψε.
13
Το Συμβούλιο δεν διατυπώνει αντιρρήσεις ως προς το παραδεκτό της αγωγής, δεδομένου ότι κατά την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, Ludwigshafener Walzmühle, 197 έως 200, 243, 245 και 247/80, Συλλογή 1981, σ. 3211 ) οι ιδιώτες δεν μπορούν να προσφύγουν κατά το άρθρο 215 της Συνθήκης μόνο όταν έχουν πράγματι τη δυνατότητα ασκήσεως μέσου παροχής εννόμου προστασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
14
Η Επιτροπή επικαλείται μεν την ίδια νομολογία, φρονεί όμως ότι πρέπει εν πάση περιπτώσει να θεωρούνται απαράδεκτες οι αγωγές αποζημιώσεως οι οποίες στην πραγματικότητα σκοπούν αποκλειστικά την τροποποίηση της κοινοτικής νομοθεσίας για το μέλλον. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, η Meggle επιχειρεί, μέσω του άρθρου 215, να επιτύχει την προς όφελος της τροποποίηση της ισχύουσας κανονιστικής ρύθμισης. Δεδομένου δε ότι οι διατάξεις περί αντιπροσωπευτικών τιμών δεν την αφορούν άμεσα και ατομικά, οπότε δεν μπορεί να τις προσβάλει με την προσφυγή του άρθρου 173 της Συνθήκης, επέλεξε αυτό το μέσο παροχής εννόμου προστασίας. Ούτε μπορεί να επικαλεστεί με προσφυγή επί παραλείψει, βάσει του άρθρου 175, τη μη έκδοση πράξεων που και αν ακόμα είχαν εκδοθεί δεν θα απευθύνονταν σ' αυτή. Κατά την άποψη της Επιτροπής δεν πρέπει να αναγνωριστεί στην ενάγουσα η δυνατότητα να ακολουθήσει την οδό της αγωγής αποζημιώσεως προκειμένου να επιτύχει στόχους οι οποίοι πρέπει να επιδιώκονται, αναλόγως της περιπτώσεως, διά προσφυγής ακυρώσεως ή προσφυγής επί παραλείψει. Η Επιτροπή δεν εγείρει πάντως ρητά ένσταση απαραδέκτου.
15
Ως προς την ουσία το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρατηρούν ότι οι προϋποθέσεις ευθύνης της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ δεν πληρούνται από μόνο το λόγο ότι τα όργανα δεν θέσπισαν τα μέτρα που θα επιθυμούσε η Meggle. Συγκεκριμένα υπογραμμίζουν ότι, όταν στο πλαίσιο της εφαρμογής της κοινής γεωργικής πολιτικής τα όργανα σταθμίζουν μια περίπλοκη οικονομική κατάσταση, όπως ακριβώς συμβαίνει εν προκειμένω, διαθέτουν, κατά πάγια νομολογία, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που αφορά όχι μόνο τη φύση και την έκταση των διατάξεων που πρέπει να θεσπιστούν αλλά, σε ορισμένο βαθμό, και την εκτίμηση των βασικών δεδομένων. Επομένως, δεν συντρέχει ευθύνη της Κοινότητας παρά μόνο αν η ενάγουσα μπορεί να αποδείξει ότι, κατά την άσκηση αυτής της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, τα όργανα υπέπεσαν σε προφανή πλάνη ή διέπραξαν κατάχρηση εξουσίας ή υπερέβησαν προφανώς τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που έχουν. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν εν πάση περιπτώσει ότι υπάρχει σύνδεσμος αιτιότητας μεταξύ της δράσης τους και της προβαλλόμενης ζημίας, τέλος δε υποστηρίζουν ότι εν πάση περιπτώσει η Meggle δεν απέδειξε την ύπαρξη της ζημίας.
16
Η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, η παρέμβαση της οποίας προς υποστήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου και της Επιτροπής έγινε τύποις δεκτή με Διάταξη του Δικαστηρίου, της 27ης Μαρτίου 1984, υπογραμμίζει ότι οι επιτυχείς εξαγωγές της γαλλικής βιομηχανίας τυρίνης οφείλονται κυρίως στις προσπάθειες εκσυγχρονισμού και αυξήσεως των ικανοτήτων της βιομηχανίας αυτής κατά τα τελευταία έτη και δεν εξαρτώνται καθόλου από τα μέτρα που θέσπισαν τα κοινοτικά όργανα στο γεωργονομι-σματικό τομέα.
17
Από πλευράς επιχειρημάτων, η Meggle επικαλείται κατάφωρη παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τα άτομα. Φρονεί δε ότι η παραβίαση αυτή συντρέχει κάθε φορά που, με τη θέσπιση ή την παράλειψη θεσπίσεως νομικών πράξεων, προκαλείται ή διατηρείται στρέβλωση του ανταγωνισμού που ζημιώνει αισθητά τους επιχειρηματίες.
18
Κατά την άποψη της Meggle, η παράλειψη των κοινοτικών οργάνων να εφαρμόσουν ΝΕΠ στην τυρίνη και στα τυρινικά άλατα ή να χορηγήσουν ενισχύσεις για την παραγωγή τους σε ποσά διαφοροποιούμενα αναλόγως των κρατών μελών, προκάλεσε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και διακρίσεις στην αγορά των εν λόγω προϊόντων καθώς και μεταξύ των παραγωγών των κρατών μελών. Τα στατιστικά στοιχεία όσον αφορά την παραγωγή, τις πωλήσεις, τις εισαγωγές και εξαγωγές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι στρεβλώσεις και οι διακρίσεις αυτές προκάλεσαν, εδώ και αρκετά χρόνια και εξακολουθούν να προκαλούν, αφύσικη μεταστροφή των εμπορικών ρευμάτων λόγω των πράσινων τιμών και της μη εξάλειψης των εν λόγω διακρίσεων. Εξάλλου η παράλειψη που προσάπτεται στα όργανα επηρεάζει και την καλή λειτουργία του συστήματος των παρεμβάσεων στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων λόγω των αρνητικών επιπτώσεων που έχει επί της μεταποιήσεως του αποκορυφωμένου γάλακτος σε τυρίνη και τυρινικά άλατα, η οποία επιτελεί ουσιώδη ρυθμιστική της αγοράς λειτουργία.
19
Όσον αφορά τις επιπτώσεις της μη λήψεως των μέτρων που θα επιθυμούσε η Meggle επί της καλής λειτουργίας του συστήματος παρεμβάσεων για το αποκορυφωμένο γάλα, υπογραμμίζονται εν πρώτοις ορισμένες ιδιοτυπίες της παραγωγής τυρίνης και τυρινικών αλάτων. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, τα εν λόγω προϊόντα παρασκευάζονται κυρίως κατά την περίοδο μεταξύ Μαΐου και Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου, όταν δηλαδή το υγρό αποκορυφωμένο γάλα που αποτελεί την πρώτη ύλη μπορεί να αγοραστεί σε ευνοϊκότερες τιμές. Πράγματι, κατά την περίοδο αυτή του έτους το εποχιακό πλεόνασμα της παραγωγής γάλακτος υπερβαίνει κατά πολύ τις ικανότητες μεταποιήσεως του υγρού αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος, πράγμα που εμποδίζει τους παραγωγούς γάλακτος να προσφύγουν στην παρέμβαση. Εφόσον λοιπόν οι ποσότητες γάλακτος που αγοράζουν κατά την εν λόγω περίοδο ot παραγωγοί τυρίνης και τυρινικών αλάτων δεν φέρονται εν πάση περιπτώσει στην παρέμβαση, η μη θέσπιση των μέτρων που προτείνει η Meggle ουδόλως διαταράσσει το σύστημα των παρεμβάσεων.
20
Η Meggle υποστηρίζει πάντως ότι η παραγωγή τυρίνης και τυρινικών αλάτων είναι μεν υψηλότερη κατά τους μήνες της μεγαλύτερης γαλακτοκομικής παραγωγής, πλην όμως πραγματοποιείται, καίτοι σε μικρότερο βαθμό, και κατά τους λοιπούς μήνες του έτους. Το γεγονός όμως ότι δεν εφαρμόζονται ΝΕΠ στην τυρίνη και στα τυρινικά άλατα ούτε χορηγούνται για την παραγωγή τους ενισχύσεις διαφοροποιημένου ποσού έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των δυνατοτήτων διαθέσεως των εν λόγω προϊόντων όταν παράγονται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, πράγμα που έχει αρνητικό αντίκτυπο στην εξέλιξη της παραγωγής. Στη συνέχεια η πτώση αυτή της παραγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι οι παραγωγοί τυρίνης και τυρινικών αλάτων χρησιμοποιούν μικρότερες ποσότητες υγρού αποκορυφωμένου γάλακτος οπότε αυξάνονται οι ποσότητες γάλακτος που φέρονται προς παρέμβαση.
21
Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή με το παράρτημα της ανταπάντησης της και που δεν αντέκρουσε η ενάγουσα, η παραγωγή τυρίνης και τυρινικών αλάτων αυξήθηκε σταθερά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καθώς και στα άλλα κράτη μέλη, ακριβώς κατά τα έτη που ακολούθησαν την καθιέρωση των αντιπροσωπευτικών τιμών, οπότε δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η μη θέσπιση των μέτρων που υποδεικνύει η Meggle προκάλεσε ή μπορεί να προκαλέσει διαταραχή της αγοράς γάλακτος.
22
Πρέπει περαιτέρω να ερευνηθεί αν, όπως ισχυρίζεται η Meggle, η αδράνεια των κοινοτικών οργάνων υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες προκάλεσε ή μπορεί να προκαλέσει εκτροπή των ρευμάτων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο τυρίνης και τυρινικών αλάτων.
23
Από τα σχετικά στατιστικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή προκύπτει ότι, κατά την περίοδο μεταξύ 1973 και 1983, μειώθηκαν τα μερίδια της αγοράς που κατέχουν δύο από τους κύριους παραγωγούς τυρίνης και τυρινικών αλάτων της Κοινότητας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, χώρα με ισχυρό νόμισμα, και η Γαλλία, χώρα με ασθενές νόμισμα, από ποσοστό 25,2 και 39 o/ο σε 17,1 και 31 o/ο αντιστοίχως. Αντιθέτως αυξήθηκαν τα μερίδια της αγοράς που κατέχουν οι Κάτω Χώρες, χώρα με ισχυρό νόμισμα, και η Ιρλανδία, χώρα με ασθενές νόμισμα, από ποσοστό 18 και 13 ο/ο αντιστοίχως σε 19 %. Άρα η εξέλιξη αυτή δεν είναι συνέπεια της εφαρμογής των αντιπροσωπευτικών τιμών που θα έπρεπε να ευνοήσουν όλες τις χώρες με ασθενές νόμισμα και να ζημιώσουν όλες τις χώρες με ισχυρό νόμισμα.
24
Εξάλλου ούτε από τα στατιστικά στοιχεία τα σχετικά με την παραγωγή και τις εξαγωγές κατά την ίδια περίοδο προκύπτει ότι υπάρχει σχέση μεταξύ των αντιπροσωπευτικών τιμών και αυτής της εξέλιξης. Συγκεκριμένα η παραγωγή τυρίνης και τυρινικών αλάτων αυξήθηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σε βαθμό που δεν υπολείπεται του κοινοτικού μέσου όρου ούτε αυτού που σημειώθηκε στη Γαλλία, ενώ αν είχαν μειωθεί οι δυνατότες διαθέσεως, η γερμανική παραγωγή θα είχε επηρεαστεί αρνητικά. Αύξηση σημείωσαν εξάλλου και οι εξαγωγές από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το γεγονός δε ότι οι γερμανικές εξαγωγές κατευθύνονται κυρίως προς τρίτες χώρες δεν είναι κρίσιμο δεδομένου ότι το σύστημα των αντιπροσωπευτικών τιμών θα έπρεπε να είχε αντίκτυπο και σ' αυτές τις εξαγωγές.
25
Σημειωτέον περαιτέρω ότι, όπως προκύπτει από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού του Συμβουλίου 3033/80, η εφαρμογή των διατάξεων του στην τυρίνη και στα τυρινικά άλατα αναβλήθηκε με την αιτιολογία ότι « σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 804/68 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1968 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1761/78, χορηγείται ενίσχυση για το αποκορυφωμένο γάλα που παράγεται στην Κοινότητα και μεταποιείται σε τυρίνη, αν αυτό το γάλα και η τυρίνη που παρασκευάσθηκε απ' αυτό ανταποκρίνονται σε ορισμένους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 987/68 ». Η ενίσχυση αυτή, όταν μετατράπηκε στα διάφορα εθνικά νομίσματα βάσει των αντιπροσωπευτικών τιμών, υπήρξε, αν ληφθούν υπόψη οι πραγματικές τιμές συναλλάγματος, πολύ υψηλότερη για τους γερμανούς παρά για τους γάλλους παραγωγούς, τουλάχιστον μέχρι την 1η Ιουνίου 1983, οπότε αυξήθηκε η γαλλική πράσινη τιμή. Επομένως οι διαφορές μεταξύ γερμανών και γάλλων παραγωγών αντισταθμίστηκαν σε μεγάλο βαθμό επί μακρότατη περίοδο με την κοινοτική ενίσχυση για την παραγωγή τυρίνης, αυτό δε αποτελεί ένα άλλο στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι δεν υπήρξε εκτροπή του εμπορίου στην αγορά του εν λόγω προϊόντος.
26
Άρα οι προαναφερθείσες σκέψεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι από την εξέταση των στοιχείων που προσκόμισαν οι διάδικοι στο Δικαστήριο δεν προέκυψε η ύπαρξη ούτε ο κίνδυνος προκλήσεως στρεβλώσεων ή εκτροπών των εμπορικών σχέσεων στην αγορά τυρίνης και τυρινικών αλάτων.
27
Τα ίδια στατιστικά στοιχεία και οι ίδιες σκέψεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αισθητών διαφορών μεταξύ των γερμανών και των γάλλων παραγωγών τυρίνης. Άρα ο ισχυρισμός της Meggle, ότι δηλαδή παραβιάστηκε η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, είναι απορριπτέος.
28
Σημειωτέον εξάλλου σχετικώς ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1979 ( Stölting, 138/78, Sig. σ. 713 ), η εφαρμογή πράσινων τιμών σε ορισμένες πράξεις μπορεί μεν ενδεχομένως να συνεπάγεται πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα που εμφανίζονται ίσως ως διακρίσεις, πλην όμως αποβλέπει γενικώς στη θεραπεία νομισματικού χαρακτήρα καταστάσεων που θα κατέληγαν σε διακρίσεις πολύ σοβαρότερες, κατάφωρες και γενικές αν δεν υπήρχαν οι εν λόγω τιμές.
29
Επομένως, η καθιέρωση του συστήματος των « πράσινων » τιμών συναλλάγματος, καίτοι το σύστημα αυτό εμφανίζει κάποια μειονεκτήματα, δικαιολογείται από τις απαιτήσεις της κοινής γεωργικής πολιτικής και δεν αντιβαίνει στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει κατ' ανάγκη και για τις συνέπειες που έχει αυτό το σύστημα στην κατάσταση των παραγωγών τυρίνης και τυρινικών αλάτων.
30
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αγωγή αποζημιώσεως της Meggle είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
31
Υπό τις συνθήκες αυτές το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν χρειάζεται να αποφανθεί επί των επιχειρημάτων της Επιτροπής ως προς το παραδεκτό της αγωγής.
Επί των δικαστικών εξόδων
32
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η ενάγουσα ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρεμβαίνουσας η οποία διατύπωσε σχετικό αίτημα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αγωγή.
2)
Καταδικάζει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρεμβαίνουσας.
Mackenzie Stuart
Koopmans
Everling
Bahlmann
Joliét
Bosco
Due
Galmot
O'Higgins
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 18 Μαρτίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy