Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
EKAX — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεως της παραγωγής χάλυβα — Μη χορήγηση σε ορισμένες επιχειρήσεις συμπληρωματικών ποσοστώσεων λόγω της φύσεως των ενισχύσεων που έχουν λάβει — Δυσμενής διάκριση — Δεν υφίσταται — Συμβιβαστό με τη ρύθμιση περί ενισχύσεων
( Συνθήκη EKAX , άρθρο 4 , στοιχείο β· γενικές αποφάσεις 2320/81 , 2177/83 , άρθρο 18 και 2748/83 )
Περίληψη
Για να μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι προέβη σε δυσμενή διάκριση , θα πρέπει να έχει αντιμετωπίσει με διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις , ζημιώνοντας ορισμένους επιχειρηματίες σε σχέση με άλλους , χωρίς η διαφορετική αυτή μεταχείριση να δικαιολογείται από την ύπαρξη σχετικά σημαντικών αντικειμενικών διαφορών .
Αυτό δεν συμβαίνει όταν στο πλαίσιο του συστήματος παραγωγής χάλυβα η Επιτροπή , με τη γενική της απόφαση 2748/83 , που ελήφθη βάσει του άρθρου 18 της γενικής αποφάσεως 2177/83 , το οποίο της επιτρέπει να επιφέρει στην εν λόγω απόφαση τις τροποποιήσεις εκείνες που κατέστησαν αναγκαίες λόγω απροβλέπτων περιστάσεων , διευρύνει τον κύκλο των επιχειρήσεων στις οποίες μπορούν να χορηγηθούν συμπληρωματικές ποσοστώσεις , αποκλείοντας εκείνες μόνο τις επιχειρήσεις που έλαβαν κρατικές ενισχύσεις προς κάλυψη λειτουργικών ζημιών , δεδομένου ότι οι ενισχύσεις αυτές , αντιθέτως προς άλλες , μπορούν να καθυστερήσουν την αναδιάρθρωση και την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα που η Επιτροπή έχει νομίμως θέσει ως στόχους της .
H εξέταση , στο πλαίσιο του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής , της φύσεως των ενισχύσεων που έχουν λάβει οι επιχειρήσεις δεν μπορεί να αναλυθεί ως αμφισβήτηση του συστήματος ποσοστώσεων που έχει θεσπίσει η γενική απόφαση 2320/81 .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 250/83
Finsider , Societa finanziaria siderurgica per azioni , Ρώμη , εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Γένοβας Sergio M . Carbone και τον Roberto Barabino , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Nico Schaeffer , 12 , avenue de la Porte-Neuve ,
προσφεύγουσα ,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενης από τον Oreste Montalto , μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel , μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθής ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της γενικής αποφάσεως 2748/83 της Επιτροπής , της 30ής Σεπτεμβρίου 1983 , για δεύτερη τροποποίηση της απόφασης 2177/83/EKAX σχετικά με παράταση του συστήματος επιτηρήσεως και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( EE L 269 , σ . 55 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Νοεμβρίου 1983 , η Societa finanziaria siderurgica per azioni ( Finsider ), Ρώμη , άσκησε , δυνάμει του άρθρου 33 , εδάφιο 2 , της Συνθήκης EKAX , προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της γενικής αποφάσεως 2748/83 της Επιτροπής , της 30ής Σεπτεμβρίου 1983 , για δεύτερη τροποποίηση της απόφασης 2177/83/EKAX σχετικά με παράταση του συστήματος επιτηρήσεως και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( EE L 269 , σ . 55 ).
2 Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας η προσφεύγουσα προσδιόρισε το αντικείμενο της προσφυγής της . Ζητεί την ακύρωση της επίδικης απόφασης καθόσον προβλέπει ότι για τις επιχειρήσεις στις οποίες το σύστημα των ποσοστώσεων προκάλεσε εξαιρετικές δυσκολίες δεν μπορεί να ισχύσει η αναπροσαρμογή των ποσοστώσεών τους που προβλέπει το άρθρο 14 της προαναφερθείσας γενικής απόφασης 2177/83 , στην περίπτωση που η επιχείρηση έλαβε , κατά τη διάρκεια των δώδεκα μηνών πριν από το εν λόγω τρίμηνο , κρατικές ενισχύσεις για να καλύψει τις ζημίες από τη λειτουργία της , ενισχύσεις για τις οποίες η Επιτροπή είχε δώσει τη σχετική άδεια . Σύμφωνα με την τροποποίηση αυτή του άρθρου 14 αποκλείεται η χορήγηση συμπληρωματικών ποσοστώσεων , ακόμη και αν οι ζημίες αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι η επιχείρηση θέλησε να ακολουθήσει τη βιομηχανική πολιτική της Επιτροπής .
3 Προς στήριξη της προσφυγής της η προσφεύγουσα αναπτύσσει διάφορους λόγους . Κατ’ ουσία , υποστηρίζει ότι η απόφαση 2748/83 είναι παράνομη λόγω :
— καταχρήσεως εξουσίας έναντι της προσφεύγουσας , καθόσον η απόφαση εισάγει διακρίσεις μεταξύ των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα που υπάγονται στον ίδιο τομέα της αγοράς , γεγονός που αντιβαίνει επίσης προς το άρθρο 4 , στοιχείο β , της Συνθήκης ΕΚΑΧ·
— παραβάσεως του άρθρου 18 της αποφάσεως 2177/83 , επί του οποίου η Επιτροπή στήριξε την επίδικη απόφαση·
— καταχρήσεως εξουσίας έναντι της προσφεύγουσας , καθόσον πραγματικός σκοπός της επίδικης απόφασης είναι η τροποποίηση της απόφασης 2320/81 , περί ενισχύσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα·
— παραβάσεως ουσιωδών τύπων και ιδίως της υποχρεώσεως αιτιολογίας που προβλέπει το άρθρο 15 της Συνθήκης EKAX .
4 Σχετικά με τους πιο πάνω λόγους πρέπει , κατ’ αρχάς , να σημειωθεί ότι η προσφυγή ασκήθηκε κατά γενικής αποφάσεως , δυνάμει του άρθρου 33 , εδάφιο 2 , της Συνθήκης EKAX , σύμφωνα με το οποίο οι επιχειρήσεις μπορούν να ασκήσουν προσφυγή κατά γενικών αποφάσεων τις οποίες θεωρούν ότι συνιστούν έναντι αυτών κατάχρηση εξουσίας . Κατά συνέπεια , είναι δυνατόν να απορριφθεί παρευθύς ο λόγος που αναφέρεται στην παράβαση ουσιωδών τύπων , καθόσον ο λόγος αυτός είναι προφανώς άσχετος με την έννοια της κατάχρησης εξουσίας . Όσον αφορά τους υπόλοιπους λόγους , το κατά πόσον εμπίπτουν στην έννοια της κατάχρησης εξουσίας είναι ζήτημα που συνδέεται με την κατ’ ουσία εξέτασή τους .
Επί της διακρίσεως που η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη
5 H προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι το άρθρο 14 της απόφασης 2177/83 καθιέρωνε , στην αρχική του διατύπωση , ένα αντικειμενικό κριτήριο για τη χορήγηση συμπληρωματικών ποσοστώσεων , τον περιορισμό του δηλαδή στις επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες δεν είχαν ήδη λάβει κρατικές ενισχύσεις , εκτός από ενισχύσεις για το κλείσιμό τους , κριτήριο το οποίο δεν προκαλούσε παράλογες διακρίσεις μεταξύ των ίδιων των επιχειρήσεων . H απόφαση όμως 2748/83 , προβλέποντας τη δυνατότητα να χορηγηθούν συμπληρωματικές ποσοστώσεις στις επιχειρήσεις εκείνες που έχουν λάβει άλλες μορφές κρατικών ενισχύσεων , εκτός από τις ενισχύσεις ακριβώς εκείνες που προορίζονται να καλύψουν τις ζημίες λειτουργίας τους , εισήγαγε διάκριση εις βάρος των επιχειρήσεων που λάμβαναν ενισχύσεις υπό την τελευταία αυτή μορφή , περιορίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ικανότητά τους και την παραγωγική τους διάσταση σε σχέση με όλες τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις . Πράγματι , η διάκριση αυτή στηρίζεται σ’ ένα αυθαίρετο , τυπικό και νομιναλιστικό κριτήριο , αποκλείοντας εκ των προτέρων κάθε ανάλυση των πραγματικών λόγων που επέβαλαν τη χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων .
6 Εξάλλου , κατά την προσφεύγουσα , η απόφαση 2748/83 αποκλείει από τις συμπληρωματικές ποσοστώσεις τις επιχειρήσεις εκείνες των οποίων η λειτουργία παρουσιάζει τα χειρότερα αποτελέσματα και των οποίων οι ανάγκες είναι , κατά συνέπεια , πιο πιεστικές . Κατ’ αυτό τον τρόπο , η ενέργεια της αποφάσεως είναι εντελώς αντίθετη προς το σκοπό για τον οποίο δόθηκε στην Επιτροπή η εξουσία να ρυθμίζει το σύστημα των συμπληρωματικών ποσοστώσεων για τις επιχειρήσεις στις οποίες το σύστημα ποσοστώσεων προκάλεσε εξαιρετικές δυσχέρειες . Με αυτά τα δεδομένα , η προσφεύγουσα συνάγει ότι η απόφαση δεν αντιβαίνει μόνο προς το άρθρο 4 , στοιχείο β , της Συνθήκης , αλλά και συνιστά , έναντι αυτής , κατάχρηση εξουσίας .
7 H Επιτροπή αντιτάσσει ότι μετά από μια νέα επιδείνωση της κρίσης στην αγορά χάλυβα και , ιδίως , την εμφάνιση απρόβλεπτων δυσχερειών κατά την εφαρμογή της αποφάσεως 2177/83 ήταν αναγκαίο , δυνάμει του άρθρου 18 της εν λόγω αποφάσεως , να τροποποιηθεί το άρθρο 14 , προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα χορηγήσεως συμπληρωματικών ποσοστώσεων στις επιχειρήσεις που είχαν λάβει ενισχύσεις , εκτός από τις ενισχύσεις για το κλείσιμο , ενώ αποκλείονταν πάντα οι επιχειρήσεις που είχαν λάβει ενισχύσεις για να καλύψουν τις ζημίες από τη λειτουργία τους . Οι ενισχύσεις του τελευταίου αυτού τύπου έχουν τις πιο επιζήμιες συνέπειες για τον ανταγωνισμό και είναι οι πιο απομακρυσμένες από τον πραγματικό σκοπό που επιδιώκει η Επιτροπή , την αναδιάρθρωση δηλαδή των επιχειρήσεων . Θεσπίζοντας ένα νέο αντικειμενικό και γενικό κριτήριο και που , κατά συνέπεια , δεν δημιουργεί διάκριση εις βάρος της προσφεύγουσας , η Επιτροπή έκανε απλώς χρήση της διακριτικής εξουσίας που διαθέτει για τη χρηστή διαχείριση του συστήματος των ποσοστώσεων .
8 Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο , μεταξύ άλλων με την απόφασή του της 13ης Ιουλίου 1962 ( Kloeckner-Werke κατά Ανωτάτης Αρχής , συνεκδικασθείσες υποθέσεις 17 και 20/61 , Raccolta σ . 615 ), για να μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι προέβη σε δυσμενή διάκριση , θα πρέπει να έχει αντιμετωπίσει με διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις , ζημιώνοντας ορισμένους επιχειρηματίες σε σχέση με άλλους , χωρίς η διαφορετική αυτή μεταχείριση να δικαιολογείται από την ύπαρξη σχετικά σημαντικών αντικειμενικών διαφορών . Προκειμένου να κριθεί αν η διαφορετική μεταχείριση για την οποία η προσφεύγουσα αιτιάται την Επιτροπή συνιστά κατάχρηση εξουσίας έναντί της , πρέπει κατά συνέπεια να εξεταστεί , κατ’ αρχάς , αν η μεταχείριση αυτή οφείλεται στην ύπαρξη αντικειμενικών και σημαντικών διαφορών σε σχέση με τους σκοπούς τους οποίους νόμιμα μπορεί να επιδιώξει η Επιτροπή στο πλαίσιο της πολιτικής της για την ευρωπαϊκή βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα .
9 Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις τόσο της απόφασης 2320/81 της Επιτροπής , της 7ης Αυγούστου 1981 , περί θεσπίσεως κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ( EE L 228 , σ.14 ), όσο και της προαναφερθείσας απόφασης 2177/83 , με την οποία παρατάθηκε το σύστημα των ποσοστώσεων , με τις δύο αυτές κανονιστικές ρυθμίσεις επιδιώκεται η πραγμάτωση κοινού σκοπού , η προώθηση δηλαδή της αναδιάρθρωσης που είναι απαραίτητη προκειμένου να προσαρμοστούν η παραγωγή και η ικανότητα παραγωγής στην προβλεπόμενη ζήτηση και να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα . Είναι σύμφωνο με το στόχο αυτό οι επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες έλαβαν μια μορφή ενισχύσεως που μπορεί να καθυστερήσει την επιθυμητή αναδιάρθρωση , δηλαδή ενίσχυση που προορισμός της ήταν να καλύψει τις ζημίες από τη λειτουργία της επιχείρησης , να αποκλειστούν από τη χορήγηση συμπληρωματικών ποσοστώσεων , η οποία μπορεί επίσης να μειώσει το κίνητρο για μια τέτοια αναδιάρθρωση . Ούτε μπορεί άλλωστε να κατηγορηθεί η Επιτροπή για το ότι έθεσε ένα ακριβές και αντικειμενικό κριτήριο χωρίς να προβλέψει τον έλεγχο , σε κάθε περίπτωση , των περιστάσεων που προκάλεσαν τις ζημίες τις οποίες κάλυψε η κρατική ενίσχυση .
10 Αντίθετα , το γεγονός ότι προέβλεψε τη δυνατότητα χορηγήσεως συμπληρωματικών ποσοστώσεων στις επιχειρήσεις που είχαν λάβει , κατά τους δώδεκα τελευταίους μήνες , άλλες μορφές κρατικών ενισχύσεων , για τις οποίες η Επιτροπή είχε δώσει τη σχετική άδεια , δεν συνιστά κατάχρηση εξουσίας έναντι της προσφεύγουσας . Πράγματι , οι άλλες αυτές μορφές ενισχύσεων ( ενισχύσεις για επενδύσεις , για το κλείσιμο ή για την έρευνα και την ανάπτυξη ) προωθούν την επιδιωκόμενη αναδιάρθρωση και βελτίωση της ανταγωνιστικότητας . Κατά συνέπεια , η διάκριση που κάνει η επίδικη απόφαση μεταξύ των ενισχύσεων αυτών και των ενισχύσεων που προορίζονται να καλύψουν ζημίες από τη λειτουργία της επιχείρησης στηρίζεται σε κριτήριο που είναι αντικειμενικό και που έχει σημασία σε σχέση με τους σκοπούς που μπορεί νόμιμα να επιδιώξει η Επιτροπή στο πλαίσιο της βιομηχανικής της πολιτικής .
11 Από τις πιο πάνω σκέψεις έπεται ότι ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί .
Επί του λόγου περί παραβάσεως του άρθρου 18 της απόφασης 2177/83
12 H προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι η απόφαση 2748/83 στηρίζεται στο άρθρο 18 της απόφασης 2177/83 , το οποίο επιτρέπει στην Επιτροπή , σε περίπτωση που η εφαρμογή της απόφασης αυτής συναντήσει απρόβλεπτες δυσχέρειες , να προχωρήσει στις αναγκαίες αναπροσαρμογές εκδίδοντας γενική απόφαση . ´Ηδη όμως στις 29 Ιουνίου 1983 η Επιτροπή εξέδωσε ατομικές αποφάσεις σχετικά με τις ενισχύσεις των κρατών μελών προς τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα . Γνώριζε λοιπόν πλήρως , ήδη πριν από τη θέσπιση της απόφασης 2177/83 , τις διάφορες μορφές ενισχύσεων που σκόπευαν να χορηγήσουν τα κράτη και , κατά συνέπεια , ήταν σε θέση να προβλέψει τον αριθμό των επιχειρήσεων για τις οποίες δεν θα μπορούσαν να γίνουν οι αναπροσαρμογές που προέβλεπε αρχικά το άρθρο 14 . Κατά συνέπεια , οι δυσχέρειες που επικαλείται η Επιτροπή για να δικαιολογήσει τη θέσπιση της απόφασης 2748/83 δεν ήταν απρόβλεπτες και , επομένως , η απόφαση αυτή είναι παράνομη λόγω παραβάσεως του άρθρου 18 της αποφάσεως 2177/83 .
13 H Επιτροπή αντίθετα υποστηρίζει ότι ευθύς μετά τη θέσπιση της απόφασης 2177/83 της υποβλήθηκαν πολυάριθμες αιτήσεις αναπροσαρμογής των ποσοστώσεων εκ μέρους μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που επικαλούνταν εξαιρετικές οικονομικές δυσχέρειες , τις οποίες τους είχε προκαλέσει το σύστημα των ποσοστώσεων και η επιδείνωση της κρίσης . Εξετάζοντας όμως την κατάσταση των εν λόγω επιχειρήσεων , η Επιτροπή διαπίστωσε ότι , επειδή είχαν λάβει ενισχύσεις , συχνά μικρές , για σκοπούς άλλους από την κάλυψη των ζημιών από τη λειτουργία τους , δεν μπορούσαν πλέον να επιτύχουν την αναπροσαρμογή των ποσοστώσεών τους . Τότε μόνο αντελήφθη η Επιτροπή ότι το άρθρο 14 της αποφάσεως 2177/83 είχε ως συνέπεια να αποκλείει από τη δυνατότητα αυτή επιχειρήσεις που το άξιζαν . H Επιτροπή συμπεραίνει ότι , με τα δεδομένα αυτά , η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως συνάντησε πράγματι απρόβλεπτες δυσχέρειες και ότι είχε πλήρως τη δυνατότητα να διορθώσει την κατάσταση αυτή θεσπίζοντας την απόφαση 2748/83 , δυνάμει του άρθρου 18 της αποφάσεως 2177/83 .
14 Προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα αυτό , πρέπει κατ’ αρχάς να υπογραμμιστεί ότι η τροποποίηση που επήλθε στο άρθρο 14 της απόφασης 2177/83 παραμένει , λόγω του περιεχομένου της , εντός των ορίων των απλών αναπροσαρμογών που επιτρέπει το άρθρο 18 της εν λόγω αποφάσεως . O λόγος που προβάλλει η προσφεύγουσα αφορά μόνο τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία εξαρτάται η χορήγηση της άδειας , από το αν δηλαδή οι δυσχέρειες που προέκυψαν ήταν πράγματι απρόβλεπτες . Και αν ακόμα γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή είχε καθήκον να προβλέψει τις δυσχέρειες αυτές ήδη από τότε που θέσπισε την απόφαση 2177/83 , η αμέλειά της αυτή δεν συνιστά κατάχρηση εξουσίας . Κατά συνέπεια , ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί .
Επί του λόγου περί παραβάσεως της απόφασης 2320/81
15 H προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι , ενώ σκοπός της απόφασης 2748/83 φαίνεται να είναι η ρύθμιση των ποσοστώσεων παραγωγής , στην πραγματικότητα σκοπός της είναι να προβεί σε ιεράρχηση των διαφόρων τύπων ενισχύσεων , η οποία όμως δεν προβλέπεται καθόλου στην απόφαση 2320/81 . Πραγματικός επομένως σκοπός της απόφασης 2748/83 είναι να τροποποιήσει την κανονιστική ρύθμιση περί ενισχύσεων , γεγονός που συνιστά κατάχρηση εξουσίας έναντι της προσφεύγουσας .
16 Το επιχείρημα αυτό είναι προφανώς αβάσιμο . ´Ηδη στο τμήμα II , εδάφιο πρώτο , των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως 2320/81 η Επιτροπή τόνιζε ότι επιβάλλεται η διαφοροποίηση των διαφόρων μορφών ενισχύσεων , προκειμένου να υποβληθούν σε αυστηρότερους χρονικούς περιορισμούς οι ενισχύσεις που μπορούν να έχουν περισσότερο επιζήμιες συνέπειες στον ανταγωνισμό και να είναι λιγότερο αποτελεσματικές για την προώθηση της αναδιάρθρωσης . Κατ’ εφαρμογή της αρχής αυτής , το άρθρο 5 της εν λόγω αποφάσεως εξαρτά την έγκριση των ενισχύσεων για τη διατήρηση της λειτουργίας της επιχείρησης από προϋποθέσεις ιδιαίτερα αυστηρές σε σύγκριση με εκείνες που προβλέπονται για τις άλλες μορφές ενισχύσεων , εκτός από τις επείγουσες ενισχύσεις που δεν μπόρεσαν να εγκριθούν μετά την 31η Δεκεμβρίου 1981 . Είναι απολύτως σύμφωνο με την εκτίμηση αυτή της Επιτροπής για τους διαφόρους τύπους ενισχύσεων το ότι με την επίδικη απόφαση καθιέρωσε , στο σύστημα των ποσοστώσεων , διάκριση μεταξύ των ενισχύσεων που προορίζονται να καλύψουν ζημίες από τη λειτουργία της επιχείρησης και των λοιπών μορφών ενισχύσεων που είχε εγκρίνει .
17 Υπό τα δεδομένα αυτά πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η απόφαση 2748/83 φέρει το στίγμα της καταχρήσεως εξουσίας έναντι αυτής . Κατά συνέπεια , η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Σύμφωνα με το άρθρο 69 , παράγραφος 2 , του κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθη , πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα )
αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει την προσφυγή .
2 ) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy