Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Προσφυγή — Προθεσμία — Συλλογική προσφυγή — Δεν ασκεί επιρροή
( Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων , άρθρο 91 , παράγραφος 3 )
2 . Υπάλληλοι — Προσφυγή — Βλαπτική πράξη — Έννοια — Εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών που συνιστά εφαρμογή της ισχύουσας περί αποδοχών κανονιστικής ρύθμισης
( Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων , άρθρα 90 και 91 )
3 . Υπάλληλοι — Προσφυγή — Αντικείμενο — Ακύρωση και/ή αποζημίωση
( Συνθήκη EOK , άρθρο 179· κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων , άρθρα 90 και 91 )
Περίληψη
1 . Το παραδεκτό συλλογικής προσφυγής από πλευράς τηρήσεως της προθεσμίας του άρθρου 91 , παράγραφος 3 , του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων εξετάζεται χωριστά ως προς κάθε προσφεύγοντα .
2 . Το εκδιδόμενο από το όργανο προς τον υπάλληλο εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών αποτελεί βλαπτική πράξη και υπόκειται σε διοικητική ένσταση και ενδεχομένως σε προσφυγή . Το γεγονός ότι το ενδιαφερόμενο όργανο απλώς εφαρμόζει τους ισχύοντες περί αποδοχών κανονισμούς είναι άνευ σημασίας .
3 . H διαφορά μεταξύ του υπαλλήλου και του οργάνου στο οποίο ανήκει εξελίσσεται , όταν πηγάζει από τη σχέση εργασίας που συνδέει τον ενδιαφερόμενο με το όργανο , στο πλαίσιο του άρθρου 179 της Συνθήκης και των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Κατά συνέπεια μπορεί να προβληθεί συγχρόνως αίτημα ακυρώσεως και αποζημιώσεως εφόσον βεβαίως τηρούνται εν πάση περιπτώσει οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως και ιδίως η προϋπόθεση της προηγούμενης υποβολής διοικητικής ενστάσεως .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 264/83 ,
Rene Delhez και άλλοι , υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , Βρυξέλλες ,
Besenthal και άλλοι , υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , Geel ,
Faes , έκτακτος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , Geel ,
Beers και άλλοι , υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , Petten ,
Schnitzler , υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , Λουξεμβούργο ,
H . C . Herold και άλλοι , μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , Ispra ,
εκπροσωπούμενοι και επικουρούμενοι από τον Georges Vandersanden , δικηγόρο Βρυξελλών , διεύθυνση γραφείου avenue des Klaywaerts 38 , 1050 Βρυξέλλες , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J . Biver , 2 , rue Goethe ,
προσφεύγοντες ,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενης από τον Δημήτριο Γκουλούση , μέλος της νομικής της υπηρεσίας , επικουρούμενο από τον Claude Verbraeken , δικηγόρο Βρυξελλών , avenue Louise 341 , 1050 Βρυξέλλες , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον M . Beschel , μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθής ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία οι προσφεύγοντες ζητούν :
— την ακύρωση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών του Δεκεμβρίου 1982 , με τα οποία εκκαθαρίζονται οι αναδρομικές αποδοχές , καθόσον ο κανονισμός 3139/82 , της 22ας Νοεμβρίου 1982 , δυνάμει του οποίου κατεβλήθησαν οι εν λόγω καθυστερούμενες αποδοχές , είναι παράνομος ,
— επικουρικώς , την ακύρωση του από 29 Ιουνίου 1983 εγγράφου της Επιτροπής με το οποίο απορρίφθηκαν ρητά οι διοικητικές ενστάσεις των προσφευγόντων ,
— την επιδίκαση αποζημιώσεως για την απώλεια της αγοραστικής δύναμης και τόκων υπερημερίας για κάθε μηνιαίο χρηματικό συμπλήρωμα , αναλόγως της εκκαθαρίσεως των καθυστερούμενων αποδοχών ,
— την καταδίκη της καθής στο σύνολο των δικαστικών εξόδων ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Νοεμβρίου 1983 , ο R . Delhez και άλλοι υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , υπηρετούντες στις Βρυξέλλες , στο Geel , στο Petten , στο Λουξεμβούργο και στο Ispra , άσκησαν προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών τους του Δεκεμβρίου 1982 που περιέχουν εκκαθάριση των αναδρο μικών αποδοχών κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , της 22ας Νοεμβρίου 1982 ( EE L 331 της 26 . 11 . 1982 , σ . 1 ), και επικουρικώς την ακύρωση της από 29 Ιουνίου 1983 ρητής αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκαν οι διοικητικές ενστάσεις που είχαν υποβάλει δυνάμει του άρθρου 90 , παράγραφος 2 , του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . H ακύρωση ζητείται καθόσον επί των αναδρομικών αποδοχών για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980 μέχρι 30ής Νοεμβρίου 1982 δεν κατεβλήθησαν τόκοι υπερημερίας , παρά την απώλεια της αγοραστικής δύναμης που προέκυψε εν τω μεταξύ , που θα πρέπει να υπολογιστούν σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας των προσφευγόντων , ή σύμφωνα με άλλη , ενιαία και κατάλληλη κατά την κρίση του Δικαστηρίου μέθοδο . Περαιτέρω , με την προσφυγή ζητείται να καταδικαστεί η Επιτροπή να τους καταβάλει αποζημίωση για την απώλεια της αγοραστικής δύναμης , καθώς και τόκους υπερημερίας .
2 Στις 20 Ιανουαρίου 1981 το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 187/81 ( EE L 21 της 24 . 1 . 1981 , σ . 18 ), περί προσαρμογής των αμοιβών και συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και των διορθωτικών συντελεστών βάσει των οποίων τροποποιούνται αυτές οι αμοιβές και συντάξεις , χωρίς να υιοθετήσει την από 9 Δεκεμβρίου 1980 σχετική πρόταση της Επιτροπής .
3 Μετά τον κανονισμό αυτό , το Συμβούλιο θέσπισε , στις 10 Φεβρουαρίου 1981 , τον κανονισμό 397/81 ( EE L 46 της 19 . 2 . 1981 , σ . 1 ) περί καθορισμού των μισθολογικών πινάκων καθώς και των άλλων στοιχείων των αποδοχών .
4 Στις 16 Μαρτίου 1981 η Επιτροπή άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση του προαναφερθέντος κανονισμού 187/81 και των άρθρων 1 α ), 2 α ), 2 β ) και 11 , πρώτη παράγραφος , του κανονισμού 397/81 .
5 Με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 ( Επιτροπή κατά Συμβουλίου , 59/81 , Συλλογή σ . 3329 ), το Δικαστήριο ακύρωσε τον κανονισμό 187/81 και τις προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 397/81 .
6 Προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή , το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 3139/82 της 22ας Νοεμβρίου 1982 , κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής της 29ης Οκτωβρίου 1982 .
7 Κατ’ εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού , η Επιτροπή προέβη στην εκκαθάριση και την καταβολή των αναδρομικών αποδοχών , για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980 μέχρι 30 Νοεμβρίου 1982 .
8 Μεταξύ του Δεκεμβρίου 1982 και των μέσων Μαρτίου 1983 , καθένας από τους προσφεύγοντες υπέβαλε , επί ειδικού εντύπου , διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90 , παράγραφος 2 , του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως με την οποία υποστήριξε ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η μείωση της αγοραστικής δύναμης κατά την περίοδο για την οποία κατεβλήθησαν αναδρομικώς καθυστερούμενες αποδοχές εις εκτέλεση του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου και ζήτησε την καταβολή τόκων υπερημερίας που έπρεπε να καταβληθούν επί των αναδρομικών αποδοχών .
9 Στις 29 Ιουνίου 1983 η Επιτροπή απέρριψε ρητά τις εν λόγω ενστάσεις . Το απορριπτικό έγγραφο , στο ίδιο έντυπο , έλαβαν οι μεν υπάλληλοι των Βρυξελλών , του Geel , του Petten και του Λουξεμβούργου μεταξύ 6 και 8 Ιουλίου 1983 , οι δε μόνιμοι και λοιποί υπάλληλοι του Ispra στις αρχές Σεπτεμβρίου 1983 . Στη συνέχεια οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή .
Επί του παραδεκτού
10 H Επιτροπή προβάλλει τις ακόλουθες ενστάσεις ως προς το παραδεκτό της προσφυγής .
Επί του εκπροθέσμου της προσφυγής
11 Με την πρώτη ένσταση η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μόνο η προσφυγή του H . C . Herold είναι παραδεκτή από πλευράς προθεσμιών που θέτει το άρθρο 91 , παράγραφος 2 , του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ενώ οι ομάδες προσφευγόντων Delhez και λοιποί , Besenthal και λοιποί , Beers και λοιποί , Faes και Schnitzler δεν αποδεικνύουν ότι άσκησαν προσφυγή εντός των προθεσμιών που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως , δεδομένου ότι το δικόγραφό τους πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Νοεμβρίου 1983 ενώ , όπως δηλώνουν , έλαβαν το απορριπτικό της ενστάσεώς τους έγγραφο μεταξύ της 6ης και της 8ης Ιουλίου 1983 .
12 Οι προσφεύγοντες υπογραμμίζουν ότι οι εξ αυτών υπηρετούντες στις Βρυξέλλες , στο Λουξεμβούργο , στο Geel και στο Petten έλαβαν την απάντηση στις ενστάσεις τους μεταξύ 6 και 8 Ιουλίου 1983 , ενώ οι υπηρετούντες στο Ispra γνώρισαν τη λήψη της εν λόγω απάντησης μεταξύ 28 Αυγούστου και 9 Σεπτεμβρίου 1983 . Υποστηρίζουν ότι το παραδεκτό συλλογικής προσφυγής η οποία ασκείται από πολλές εκατοντάδες υπαλλήλων που υπηρετούν σε διάφορα κέντρα και στρέφεται κατά του ίδιου οργάνου και της ίδιας πράξης πρέπει να εκτιμάται γενικά , δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες , πλην των υπηρετούντων στο Ispra , έλαβαν πρόωρα γνώση της απορρίψεως των ενστά σεών τους διότι η απόρριψη επήλθε πριν από την έκδοση του τελευταίου σε χρονολογία απορριπτικού των ενστάσεων εγγράφου : κατά συνέπεια η κατά τα ανωτέρω γνώση δεν μπορεί να ληφθεί ως αφετηρία της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής .
13 Οι προσφεύγοντες διευκρινίζουν ότι όσοι από αυτούς δεν υπηρετούν στο Ispra προτίμησαν να ασκήσουν ενιαία προσφυγή από κοινού με τους συναδέλφους τους που υπηρετούν στο εν λόγω κέντρο διότι όλοι έλαβαν , καίτοι σε διαφορετικές ημερομηνίες , την ίδια απορριπτική απάντηση και με την ίδια αιτιολογία . Οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι το ενιαίο της διαδικασίας που κινήθηκε με μία και μόνη προσφυγή εξυπηρετεί την οικονομία της διαδικασίας διότι την απλοποιεί και συγκεντρώνει το σύνολο των επιχειρημάτων σε ένα και μόνο δικόγραφο . Τέλος , οι προσφεύγοντες παρατηρούν ότι οι μη υπηρετούντες στο Ispra είναι 29 επί συνόλου 302 , αυτό δε επηρέασε την απόφασή τους να αναμείνουν μέχρις ότου οι συνάδελφοί τους του Ispra είναι σε θέση να ασκήσουν την προσφυγή τους , ώστε να καταθέσουν συλλογικό δικόγραφο .
14 Οι προσφεύγοντες φρονούν κατά συνέπεια ότι ως αφετηρία της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής πρέπει να ληφθεί η ημερομηνία λήψεως του τελευταίου απορριπτικού των ενστάσεων εγγράφου , διότι ο συλλογικός χαρακτήρας της προσφυγής επιβάλλει να θεωρηθεί ότι οι προηγούμενες απαντήσεις , με τις οποίες απορρίφθηκαν οι ενστάσεις των προσφευγόντων πλην των υπηρετούντων στο Ispra , δεν εκφράζουν την οριστική θέση του καθού οργάνου , η οποία θα μπορούσε να ληφθεί ως αφετηρία της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής .
15 O ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός . Το αν η προσφυγή ασκήθηκε εντός των προθεσμιών του άρθρου 92 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων εξετάζεται χωριστά ως προς κάθε προσφεύγοντα . H άσκηση συλλογικής προσφυγής δεν επηρεάζει την εφαρμογή αυτού του κανόνα .
16 Πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή , κληθείσα προς τούτο από το Δικαστήριο , προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες Amesz Ian , Baldo Severino , Bardina Roger , Beers Martine , Bekkering Johan , Bergmann Werner , Bo Franco , Bourgeois Christian , Cloes K . H ., Crutzen Serge , De Groote Marinus , Delhez R ., Dietz Hermann , Dubrulle Marie-Therese , Droste Dieter , Duhannoy Lucien , Dupont Claude , Faes M ., Flamm Jacob , Fenici Paolo , Franchomme-Sant J ., Gillot Roland , Giardina Maria D ., Hansen H ., Hasen Jager Hans , Jamet Michel , Jung Julius , Jung Udo , Kind Carmen , Kind Herbert , Klopf Paul , Konrad Walter , Lang E ., Leidert Wolfgang , Leroy Francois , Lohoest A ., Matthes Wilhelm , Mol Machiel , Moerk-Moerkenstein Peter , Nagal W . C . H ., Piavaux Andre , Prosdocini Gianluigi , Quick F ., Remenschneider Helmut , Ruts Hubert , Schnitzler Robert , Seysener Bernard W . M ., Sepherd Iain , Stal Bastiaan , Van De Beek Harry , Verdingt V . και Vinche Claude άσκησαν την προσφυγή τους είτε μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριών μηνών από την ημερομηνία λήψεως της αρνητικής επί της ενστάσεώς τους απάντησης της Επιτροπής είτε μετά την πάροδο τριών μηνών από τη σιωπηρή απόρριψη της ενστάσεώς τους που επήλθε όταν έληξε η προθεσμία χωρίς να έχουν λάβει ρητή σχετική απάντηση .
17 H ένσταση της Επιτροπής πρέπει επομένως να γίνει δεκτή ως προς τους προαναφερθέντες προσφεύγοντες και να απορριφθεί ως προς τους λοιπούς .
Επί της φύσεως των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών
18 H Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής καθόσον στρέφεται κατά των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών , τα οποία δεν αποτελούν απόφαση αλλά απλώς μέτρο εφαρμογής του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου .
19 Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν , πρώτον , ότι τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του Δεκεμβρίου 1982 δεν περιλαμβάνουν την αποζημίωση που έπρεπε να τους καταβληθεί τόσο για τη διάβρωση του νομίσματος και τη μείωση της αγοραστικής δύναμης όσο και για την καθυστέρηση στην καταβολή , κατά τούτο δε προσβάλλουν τα δικαιώματα και τα συμφέροντά τους και , δεύτερο , ότι εν προκειμένω η μη καταβολή αποζημιώσεως με τα προσβαλλόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα αποτελεί συνέπεια της θεσπίσεως και της εφαρμογής του κανονισμού 3139/82 του οποίου αμφισβητούν τη νομιμότητα .
20 Πρέπει να σημειωθεί , όπως έχει κρίνει επανειλημμένα το Δικαστήριο , προσφάτως δε με την απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1984 ( Andersen και λοιποί κατά Κοινοβουλίου , 262/80 , Συλλογή σ . 195 ), ότι το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών αποτελεί βλαπτική πράξη και κατά συνέπεια υπόκειται σε προσφυγή , είναι δε άνευ σημασίας το γεγονός ότι το συγκεκριμένο όργανο απλώς εφαρμόζει τους ισχύοντες κανονισμούς . Άρα η ένσταση που ήγειρε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί .
Επί του παραδεκτού του αιτήματος περί αποζημιώσεως
21 H Επιτροπή υποστηρίζει ότι η δεύτερη βάση της προσφυγής , το αίτημα περί αποζημισεως λόγω της φερομένης ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου , στην πραγματικότητα σκοπεί την ακύρωση του εν λόγω κανονισμού , οι προσφεύγοντες δε που δεν τον προσέβαλαν ευθέως δεν μπορούν , μέσω του αιτήματος περί αποζημιώσεως να παρακάμψουν το απαράδεκτο του περί ακυρώσεως αιτήματος και να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα όπως αν είχαν ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως .
22 Οι προσφεύγοντες απαντούν ότι αποβλέπουν συγχρόνως στην ακύρωση των προσβαλλομένων εκκαθαριστικών σημειωμάτων που αποτελούν ατομικές βλαπτικές πράξεις , λόγω της ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου και στην επιδίκαση αποζημιώσεως για τις ζημίες που υπέστησαν από τα πταίσματα του Συμβουλίου που είχαν ως συνέπεια να καθυστερήσει η θέσπιση του εν λόγω κανονισμού .
23 Σχετικώς πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 184 της Συνθήκης EOK , ο διάδικος σε διαφορά όπου τίθεται υπό αμφισβήτηση η ισχύς κανονισμού μπορεί να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητάς του . Άρα η ένσταση απαραδέκτου που ήγειρε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί .
24 Ωστόσο , όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1975 ( Meyer-Burckhardt κατά Επιτροπής , 9/75 , Rec . σ . 1171 ), η διαφορά μεταξύ υπαλλήλου και του οργάνου στο οποίο ανήκει , ακόμη κι αν πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως , εξελίσσεται , όταν πηγάζει από τη σχέση εργασίας που συνδέει τον ενδιαφερόμενο με το όργανο , στο πλαίσιο του άρθρου 179 της Συνθήκης και των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Κατά συνέπεια οι προσφεύγοντες νομιμοποιούνται να προβάλλουν συγχρόνως αίτημα ακυρώσεως και αποζημιώσεως , οφείλουν όμως να τηρούν τους όρους που απαιτεί ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως οι οποίοι είναι οι ίδιοι και στις δύο περιπτώσεις .
25 Σχετικώς πρέπει να σημειωθεί ότι εν προκειμένω , όπως προκύπτει από τη δικογραφία , οι προσφεύγοντες ζήτησαν με τις διοικητικές ενστάσεις τους μόνο τόκους υπερημερίας και όχι τόκους προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας , τους οποίους ζήτησαν το πρώτο με την προσφυγή τους ενώπιον του Δικαστηρίου . Άρα η προσφυγή τους είναι απαράδεκτη όσον αφορά το αίτημα περί καταβολής τόκων προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας .
Επί της ουσίας
26 Από πλευράς ουσίας , η υπόθεση θέτει ζητήματα τα οποία πρέπει να εξεταστούν από την ολομέλεια του Δικαστηρίου .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Στο τρέχον στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα , εκτός όσον αφορά τους προσφεύγοντες , των οποίων η προσφυγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη . Σύμφωνα με το άρθρο 69 , παράγραφος 2 , του κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων , τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα ),
πριν αποφανθεί επί της ουσίας , αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει την προσφυγή ως εκπρόθεσμη όσον αφορά τους προσφεύγοντες Amesz Ian , Baldo Severino , Bardina Roger , Beers Martine , Bekkering Johan , Bergmann Werner , Bo Franco , Bourgeois Christian , Cloes K . H ., Crutzen Serge , De Groote Marinus , Delhez R ., Dietz Hermann , Dubrulle Marie-Therese , Droste Dieter , Duhannoy Lucien , Dupont Claude , Faes M ., Flamm Jacob , Fenici Paolo , Franchomme-Sant J ., Gillot Roland , Giardina Maria D ., Hansen H ., Hasen Jager Hans , Jamet Michel , Jung Julius , Jung Udo , Kind Carmen , Kind Herbert , Klopf Paul , Konrad Walter , Lang E ., Leidert Wolfganf , Leroy Francois , Lohoest A ., Matthes Wilhelm , Mol Machiel , Moerk-Moerkenstein Peter , Nagal W . C . H ., Piavaux Andre , Prosdocini Gianluigi , Quick F ., Remenschneider Helmut , Ruts Hubert , Schnitzler Robert , Seysener Bernard W . M ., Sepherd Iain , Stal Bastiaan , Van De Beek Harry , Verdingt V . και Vinche Claude .
2 ) Ως προς τους λοιπούς προσφεύγοντες , απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη όσον αφορά το αίτημα περί καταβολής τόκων προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας .
3 ) Παραπέμπει την υπόθεση στην ολομέλεια του Δικαστηρίου για κατ’ ουσία εξέταση όσον αφορά τα άλλα αιτήματα των προσφευγόντων που αναφέρονται στην παρά- γραφο 2 .
4 ) Οι προσφεύγοντες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 φέρουν , καθώς και η Επιτροπή , τα δικαστικά τους έξοδα . Κατά τα λοιπά , το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy