ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 264/83 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Στις 20 Ιανουαρίου 1981, το Συμβούλιο θέσπισε, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής της 9ης Δεκεμβρίου 1980, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 187/81 (EE L 21 της 24.1.1981, σ. 18) περί προσαρμογής των αμοιβών και συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και των διορθωτικών συντελεστών βάσει των οποίων τροποποιούνται αυτές οι αμοιβές και συντάξεις.
Βάσει αυτού του κανονισμού, στις 10 Φεβρουαρίου 1981, θεσπίστηκε ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 397/81 (ΕΕ L 46 της 19.2.1981, σ. 1), περί καθορισμού των μισθολογικών πινάκων καθώς και των άλλων στοιχείων των αποδοχών.
Οι δύο αυτοί κανονισμοί δεν ήταν σύμφωνοι με την πρόταση της Επιτροπής, η οποία, στις 16 Μαρτίου 1981, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητούσε την ακύρωση του κανονισμού 187/81, που προαναφέρθηκε, και των άρθρων 1 α ), 2 α ), 2 β ) και 11, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού 397/81.
Με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 (υπόθεση 59/81, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή σ. 3329), το Δικαστήριο ακύρωσε τον κανονισμό 187/81 και τις προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 397/81.
Κατόπιν της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής της 29ης Οκτωβρίου 1982, θέσπισε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3139/82 της 22ας Νοεμβρίου 1982. Εις εκτέλεση του εν λόγω κανονισμού, η Επιτροπή προέβη στην εκκαθάριση και καταβολή των αναδρομικών αποδοχών, για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980 μέχρι 30ής Νοεμβρίου 1982, χωρίς ωστόσο να καταβάλει τόκους επί των εν λόγω αναδρομικών αποδοχών για την καθυστέρηση που μεσολάβησε.
Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν, επί τυποποιημένου εγγράφου, διοικητική ένσταση μεταξύ Δεκεμβρίου 1982 και μέσων Μαΐου 1983, κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, διαμαρτυρόμενοι για τη μη καταβολή ποσών αντιπροσωπευτικών της αποκαταστάσεως της αγοραστικής δυνάμεως κατά την περίοδο κατά την οποία οι αναδρομικές αποδοχές εκκαθαρίστηκαν, σε εκτέλεση του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου ( παράρτημα 3 της προσφυγής ).
Ζήτησαν επίσης, με τις ίδιες ενστάσεις, τη χορήγηση τόκων υπερημερίας επί των οφειλομένων ποσών.
Στις 29 Ιουνίου 1983 η Επιτροπή ρητώς απέρριψε τις εν λόγω ενστάσεις. Το περί απορρίψεως έγγραφο, του ιδίου τύπου, ελήφθη μεταξύ 6ης και 8ης Ιουλίου 1983 από τους υπαλλήλους των Βρυξελλών, Geel, Petten και Λουξεμβούργου και στις αρχές Σεπτεμβρίου 1983 από τους μόνιμους και έκτακτους υπαλλήλους της Ispra (παράρτημα 4 της προσφυγής).
2.
Κατόπιν της απορρίψεως των ενστάσεων τους οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 28 Νοεμβρίου 1983.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Το Δικαστήριο ωστόσο κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν σε ορισμένα ερωτήματα, πράγμα το οποίο έγινε εντός των ταχθεισών προθεσμιών.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την υπό κρίση προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη,
—
να ακυρώσει τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του Δεκεμβρίου 1982, με τα οποία εκκαθαρίζονται οι αναδρομικές αποδοχές σε εκτέλεση του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου της 22ας Νοεμβρίου 1982,
—
επικουρικώς, να ακυρώσει τη ρητή απόφαση της Επιτροπής της 29ης Ιουνίου 1983, με την οποία απορρίφθηκαν οι ενστάσεις των προσφευγόντων,
—
να επιδικάσει στους προσφεύγοντες αποζημίωση για την απώλεια της αγοραστικής δύναμης και τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στους διάφορους τόπους υπηρεσίας ή με οποιαδήποτε άλλη ενιαία μέθοδο, πρόσφορη κατά την κρίση του Δικαστηρίου:
—
από τον Ιανουάριο 1981, για τις αναδρομικές αποδοχές του δεύτερου τριμήνου του 1980,
—
για τις αναδρομικές αποδοχές των επομένων μηνών, όπως προκύπτουν από το άρθρο 3 του κανονισμού της 22ας Νοεμβρίου 1982, από τον οικείο μήνα,
—
από τον Ιανουάριο 1982 για τις αναδρομικές αποδοχές του δεύτερου εξαμήνου του 1981, όπως προκύπτουν από το άρθρο 3 του κανονισμού της 22ας Νοεμβρίου 1982,
—
για τις αναδρομικές αποδοχές των επομένων μηνών όπως προκύπτουν από το άρθρο 3 του κανονισμού της 22ας Νοεμβρίου 1982, από τον οικείο μήνα,
—
να καταδικαστεί η καθής στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
2.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη,
—
να καταδικαστούν οι προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα,
—
υπό πάσα επιφύλαξη.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί τov παραδεκτού
1.
Οι προσφεύγοντες, στην προσφυγή τους, υποστηρίζουν ότι δεδομένου ότι η ημερομηνία της τελευταίας λήψεως των αποφάσεων της Επιτροπής περί απορρίψεως των προσφυγών των προσφευγόντων τοποθετείται στις αρχές Σεπτεμβρίου 1983, λαμβανομένης υπόψη της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, και δεδομένου ότι όλες οι προσφυγές στρέφονται κατά του ιδίου τυποποιημένου εγγράφου και για τους ίδιους λόγους, πρέπει να θεωρηθεί ότι η προσφυγή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και ότι είναι παραδεκτή για το σύνολο των προσφευγόντων.
Προσθέτουν ότι οι προσφυγές στρέφονται εξάλλου κατά βλαπτικών πράξεων και πρέπει, συνεπώς, να γίνουν δεκτές τύποις.
2.
Η Επιτροπή, στο υπόμνημα αντικρούσεως της, παρατηρεί τα εξής ως προς το παραδεκτό της προσφυγής:
α)
Παρατηρεί ότι μια προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν είναι παραδεκτή παρά μόνο:
—
αν υποβλήθηκε προηγουμένως στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, και εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας,
—
αν η εν λόγω ένσταση αποτέλεσε αντικείμενο ρητής ή σιωπηρής απορριπτικής απόφασης (άρθρο 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ), και
—
αν η προσφυγή ασκήθηκε εντός προθεσμίας τριών μηνών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως που ελήφθη σε απάντηση της ένστασης.
Κατά την Επιτροπή, όμως, μόνον η προσφυγή του Η. C. Herold είναι παραδεκτή ενόψει του άρθρου 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ενώ οι προσφεύγοντες Délhez και λοιποί, Besenthal και λοιποί, Faes, Beers και λοιποί και Schnitzler, δεν προσκομίζουν την απόδειξη ότι άσκησαν προσφυγή εντός της ανωτέρω προθεσμίας. Επισημαίνει ότι η προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 28 Νοεμβρίου 1983, ενώ οι προσφεύγοντες βεβαιούν στην προσφυγή τους ( σ. 4 ) ότι έλαβαν το έγγραφο της Επιτροπής περί απορρίψεως της ενστάσεως τους μεταξύ 6ης και 8ης Ιουλίου 1983.
β)
Υποστηρίζει ότι το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής αν αφήνει να διαφαίνεται απόφαση σχετική με τις αποδοχές ( απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1974, συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 15 έως 33/73 και επόμενες, R. Kortner-Schots, Rec. 1974, σσ. 177-193). Στην προκειμένη περίπτωση, τα προσβαλλόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα δεν αντανακλούν καμία απόφαση της καθής και συνιστούν απλώς την εκτέλεση του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου.
γ)
Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αγωγή αποζημιώσεως που ήγειραν οι προσφεύγοντες αποσκοπεί στην πραγματικότητα στην ακύρωση του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου που θεωρούν ότι δεν προέβλεψε επαρκή αναπροσαρμογή.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι προσφεύγοντες, εφόσον δεν προσέβαλαν τον εν λόγω κανονισμό εμπροθέσμως, δεν μπορούν μέσω αγωγής αποζημιώσεως να αποφύγουν το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως και να επιτύχουν το ίδιο χρηματικό αποτέλεσμα που θα είχαν επιτύχει αν ασκούσαν προσφυγή ακυρώσεως (υπόθεση 59/65, Η. Schreckenberg κατά Επιτροπής της ΕΚΑΕ, Rec. 1966, σσ. 785-798· υπόθεση 4/67, Α. Collignon κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Rec. 1967, σσ. 469-480 συνεκδικασθείσες υποθέσεις 15 έως 33/73 και επόμενες, R. Kortner-Schots κατά Συμβουλίου και Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Rec. 1974, σσ. 177-193).
3.
Οι προσφεύγοντες, στην απάντηση τους, προβάλλουν τα εξής επιχειρήματα.
α)
Ως προς την εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής, όσον αφορά ορισμένους προσφεύγοντες, προβαίνουν προκαταρκτικά σε δύο παρατηρήσεις.
—
Η πρώτη αφορά τη νομολογία του Δικαστηρίου από όπου προκύπτει ότι η μόνη υπέρβαση της προθεσμίας δεν αρκεί πάντοτε για να επιφέρει το απαράδεκτο της προσφυγής.
Επισημαίνουν ότι σε πολλές περιπτώσεις το Δικαστήριο συγχώρησε την εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής για βάσιμους λόγους, όπως σε ορισμένες υποθέσεις όπου θεωρήθηκε ότι ορισμένες πράξεις, όπως οι αποφάσεις των εξεταστικών επιτροπών των διαγωνισμών και οι εκθέσεις κρίσεως, μπορούν απευθείας να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον η υποβολή προηγούμενης διοικητικής ένστασης κατ' αυτών δεν έχει πρακτική αποτελεσματικότητα. Τονίζουν ότι συνέπεια αυτού είναι ότι, εξαιτίας των διοικητικών ενστάσεων που κακώς υποβλήθηκαν από τους προσφεύγοντες εναντίον τέτοιων πράξεων, έγινε υπέρβαση των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά σε μια τέτοια περίπτωση έχει κριθεί ότι « εφόσον ο οριστικός χαρακτήρας τέτοιων αποφάσεων και το αλυσιτελές, ως προς αυτές, της υποβολής διοικητικής ενστάσεως, δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού, δεν έχουν αναγνωριστεί ρητώς, είτε με κανονιστική διάταξη είτε με σαφή γνωστοποίηση μέσα στο κείμενο των ίδιων των αποφάσεων, φαίνεται άδικη η στέρηση του δικαιώματος προσφυγής από διάδικο, ο οποίος υπέβαλε τη διοικητική του ένσταση πριν από τη λήξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής που άρχισε να τρέχει με την εν λόγω απόφαση » ( υπόθεση 34/80, Χ. Authié, Συλλογή 1981, σ. 665. Βλέπε επίσης υπόθεση 44/71, Marcato, Rec. 1972, σ. 427, υπόθεση 37/72, Marcato, Rec. 1973, σ. 361, υπόθεση 31/75, Costacurta, Rec. 1975, σ. 1563· συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 6 και 97/79, Grassi, Rec. 1980, σ. 2141 συνεκδικασθείσες υποθέσεις 122 και 123/79, Schiavo, Συλλογή 1981, σ. 473).
Προσθέτουν ότι μπορεί επίσης το Δικαστήριο να αντιτάξει στον ισχυρισμό περί απαραδέκτου λόγω υπερβάσεως της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής το γεγονός ότι ο προσφεύγων συνήντησε ορισμένες δυσχέρειες, λόγου χάρη, ως προς την εξακρίβωση της αρμόδιας αρχής για να δεχτεί την ένσταση του ή ορισμένες αβεβαιότητες οφειλόμενες στη στάση του αντιδίκου και ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή παραδεκτή (ιδίως υπόθεση 25/68, Schertzer, Rec. 1977, σ. 1729, ειδικότερα σ. 1740, και σύμφωνες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Η. Mayras ).
—
Η δεύτερη παρατήρηση αφορά τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία οι προθεσμίες, τόσο για την υποβολή διοικητικής ένστασης όσο και την άσκηση προσφυγής (αυτές οι δύο προθεσμίες είναι της αυτής φύσεως, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 122 και 123/79, Schiavo, Συλλογή 1981, σ. 473), « αποσκοπούν στη διασφάλιση στους κόλπους των κοινοτικών θεσμικών οργάνων της απαραίτητης για την καλή τους λειτουργία ασφάλειας δικαίου » ( υπόθεση 24/69, Nebe, Rec. 1970, σ. 151).
Τονίζουν ότι από διεθνές διοικητικό δικαστήριο κρίθηκε ότι η υπέρβαση προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής δεν το εμποδίζει να αποφανθεί κατά προτεραιότητα επί της ουσίας της υπόθεσης (TAOIT, απόφαση 545, Beelen, 30 Μαρτίου 1983 ) και ότι το ίδιο το Δικαστήριο, στην υπόθεση 189/73, Van Reenen ( Rec. 1975, σ. 455 ), προτίμησε να εξετάσει την ουσία της προσφυγής παρά να περιοριστεί στο να την κηρύξει απαράδεκτη λόγω υπερβάσεως των προθεσμιών, ο δε γενικός εισαγγελέας έκρινε και εκείνος ότι « είναι περισσότερο σύμφωνο προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης να εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης» (idem, σ. 457 ).
Καταλήγουν έτσι στο συμπέρασμα ότι κάθε υπέρβαση προθεσμίας πρέπει επίσης να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία της και ότι, στο μέτρο που η λειτουργία της δεν έχει τροποποιηθεί, υπέρβαση που στηρίζεται σε βάσιμους λόγους μπορεί να γίνει δεκτή.
Υπό το φως αυτών των δύο σκέψεων, οι προσφεύγοντες εκθέτουν περαιτέρω τις συνθήκες υπό τις οποίες ορισμένοι από αυτούς δεν μπόρεσαν προφανώς να τηρήσουν την προθεσμία των τριών μηνών που απαιτεί το άρθρο 91, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Επεξηγούν καταρχάς ότι η προσφυγή στρέφεται κατά ενός μόνο θεσμικού οργάνου, της Επιτροπής, που διατηρεί πολλές έδρες ( Βρυξέλλες, Λουξεμβούργο, Petten, Karlsruhe, Geel, Ispra, Fontenay-aux-Roses ), έτσι ώστε στην περίπτωση ενιαίας αιτήσεως απευθυνόμενης κατά της ιδίας πράξεως από πολλές εκατοντάδες μονίμων και λοιπών υπαλλήλων που ανήκουν στο ίδιο όργανο, αλλά εξαρτώνται από διαφορετικά κέντρα, υφίσταται φυσικά κίνδυνος οι απαντήσεις να δοθούν από το καθού θεσμικό όργανο σε διαφορετικό χρόνο σε συνάρτηση με τους διάφορους τόπους υπηρεσίας.
Τονίζουν ότι αυτό συμβαίνει στην προκειμένη υπόθεση όπου οι προσφεύγοντες, υπαγόμενοι στις έδρες Βρυξελλών, Λουξεμβούργου, Geel και Petten έλαβαν την απάντηση στις διοικητικές τους ενστάσεις μεταξύ 6ης και 8ης Ιουλίου 1983, ενώ στην Ispra δεν ελήφθη αυτή η απάντηση παρά μεταξύ 28ης Αυγούστου και 9ης Σεπτεμβρίου 1983 και ότι, προκειμένου περί συλλογικής κατά κάποιο τρόπο προσφυγής, η οποία πρέπει να εκτιμηθεί στο σύνολό της, οι προσφεύγοντες, εκτός των προσφευγόντων της Ispra, έλαβαν γνώση προώρως της απόρριψης των διοικητικών τους ενστάσεων, η οποία, γενόμενη προ της τελικής πράξης, δεν ήταν ικανή να προκαλέσει την έναρξη των προθεσμιών ασκήσεως της προσφυγής.
Οι προσφεύγοντες διευκρινίζουν περαιτέρω ότι ορισμένοι από αυτούς που δεν υπάγονται στην έδρα της Ispra προτίμησαν να ασκήσουν με τους υπαλλήλους της Ispra ενιαία προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λόγω του ότι:
—
όλοι οι προσφεύγοντες έλαβαν, έστω και σε ημερομηνίες απέχουσες απ' αλλήλων, την ίδια απάντηση της Επιτροπής απορρίπτουσα τις διοικητικές τους ενστάσεις για τους ίδιους λόγους, φέρουσα την ημερομηνία της 29ης Ιουνίου 1983, η οποία όμως δεν κοινοποιήθηκε στην Ispra παρά από τις 25 Αυγούστου 1983 (παράρτημα 4 της προσφυγής),
—
δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες υπέβαλαν, από την έναρξη της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, ταυτόσημες διοικητικές ενστάσεις ερειδόμενες στους ίδιους λόγους, προτίμησαν να διατηρήσουν την ενότητα της διαδικασίας, που κινήθηκε με την άσκηση μιας μόνης προσφυγής, για την τήρηση της οικονομίας της διαδικασίας που επιτρέπει συγχρόνως την απλούστευση της και τη συγκέντρωση των επιχειρημάτων τους σε μία και μόνη προσφυγή, κατά τρόπο σύμφωνο προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Επισημαίνουν ότι η καθής συμμερίζεται εξάλλου μαζί τους τη μέριμνα μιας συνθετικής και συνολικής διαδικασίας εφόσον απάντησε, με το ίδιο έγγραφο, στο σύνολο των διοικητικών ενστάσεων που υποβλήθηκαν μεταξύ Δεκεμβρίου 1982 και μέσων Μαρτίου 1983, ήτοι με την απάντηση της 29ης Ιουνίου 1983, μετά την εκπνοή της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών που προβλέπεται για την απάντηση των ενστάσεων που υποβλήθηκαν το Δεκέμβριο 1982 και εντός της ίδιας αυτής προθεσμίας και για την απάντηση στις ενστάσεις που υποβλήθηκαν στα μέσα Μαρτίου 1983,
—
οι προσφεύγοντες, εκτός των προσφευγόντων της Ispra, δεν είναι παρά 29 επί συνόλου 302, πράγμα που επηρέασε την απόφαση τους να περιμένουν ώστε οι συνάδελφοί τους της Ispra να είναι έτοιμοι να ασκήσουν την προσφυγή τους ώστε να ασκηθεί μία και ίδια προσφυγή,
—
η νομολογία του Δικαστηρίου εκ παραδόσεως ευνοεί ευρεία ερμηνεία περί του παραδεκτού της συλλογικής προσφυγής εφόσον αφορούν πράξεις του αυτού περιεχομένου ή πράξεις που αφορούν επίσης τους προσφεύγοντες ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 18 και 19/64, Alvino, Rec. 1965, σ. 971 και επ. και ιδίως σσ. 982 και 983 ).
Κατά συνέπεια, οι προσφεύγοντες είναι της γνώμης ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι η dies a quo που προκαλεί την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου είναι εκείνη που αντιστοιχεί στην ημερομηνία λήψεως της τελευταίας απάντησης στη διοικητική ένσταση, διότι ο συλλογικός χαρακτήρας της προσφυγής επιβάλλει να γίνει δεκτό ότι προγενέστερες απαντήσεις, απορρίπτουσες τις ενστάσεις των προσφευγόντων, εκτός των προσφευγόντων της Ispra, δεν συνιστούν οριστική θέση της διοικητικής αρχής προκαλούσα έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε ότι πράγματι έγινε υπέρβαση της προθεσμίας, δεδομένου ότι η dies a quo μπορεί να « κατατμηθεί» ανάλογα με τους διαφόρους τόπους υπηρεσίας της καθής, οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω υπέρβαση εξηγείται από βάσιμους λόγους και δεν προσβάλλει τη λειτουργία των προθεσμιών στο δικαστικό σύστημα που είναι λειτουργία ορθολογικής απονομής της δικαιοσύνης.
β )
Όσον αφορά την ύπαρξη βλαπτικής απόφασης, οι προσφεύγοντες παρατηρούν ότι μια πράξη μπορεί να προκαλέσει βλάβη τόσο με αυτό που θεσπίζει όσο και με αυτό που παραλείπει να θεσπίσει και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης θεωρεί τη σιωπή, δηλαδή την παράλειψη εκδόσεως πράξεως ή απαντήσεως εντός των τασσομένων προθεσμιών, ως λήψη θέσεως αντιστοιχούσας με σιωπηρή απόρριψη, ικανή να προκαλέσει βλάβη.
Θεωρούν ότι τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του Δεκεμβρίου 1982 δεν παριστούν την αποκατάσταση που έπρεπε να τους αναγνωριστεί τόσο λόγω νομισματικής διάβρωσης όσο και λόγω μειώσεως της αγοραστικής δύναμης ούτε αποζημίωση για καθυστέρηση καταβολής και θίγουν τα δικαιώματα και συμφέροντά τους.
Προσθέτουν ότι το ζήτημα αν το μηνιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών, σε περίπτωση διαφοράς ως προς ένα από τα στοιχεία του ή στην περίπτωση παραλείψεως ενός των στοιχείων του, μπορεί να αποτελέσει βλαπτική πράξη, επιλύθηκε καταφατικά στις υποθέσεις R. Kortner-Schots και λοιποί (Rec. 1974, σ. 177· επίσης υπόθεση 1/76, Wack, Rec. 1976, σ. 1017).
Παρατηρούν ότι παρόλον ότι το Δικαστήριο έδωσε την εντύπωση ότι επανέρχεται επί της προηγουμένης θέσεώς του στην απόφαση της 2ας Ιουλίου 1981 σχετικά με το επίδομα αποδημίας, κρίνοντας ότι « η σιωπή του μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος αποδοχών ως προς το ένδικο επίδομα δεν μπορεί να εξομοιωθεί με απόφαση κατά την έννοια του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ικανή να προκαλέσει την έναρξη της προθεσμίας προσφυγής στα άρθρα 90 και 91 του εν λόγω κανονισμού» (υπόθεση 185/80, Garganese, Συλλογή 1981, σ. 1785), η περαιτέρω ανάγνωση αυτής της απόφασης προκαλεί ωστόσο τη σκέψη ότι δεν επρόκειτο παρά περί ειδικής περιπτώσεως η οποία δεν αφορά την προγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου διότι, σ' εκείνη την υπόθεση, οι ενδείξεις του εκκαθαριστικού σημειώματος αποδοχών (ή που προέκυπταν από τη σιωπή του ) δεν μπορούσαν να προκαλέσουν βλάβη εφόσον δεν αντανακλούσαν καμία απόφαση υφιστάμενη κατά την κοινοποίηση αυτού του εκκαθαριστικού σημειώματος.
Τονίζουν ότι αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω όπου η έλλειψη αποζημίωσης που προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών είναι η συνέπεια της εκδόσεως και της εφαρμογής του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου του οποίου αμφισβητούν'τη νομιμότητα.
γ)
Όσον αφορά το αντικείμενο της προσφυγής, οι προσφεύγοντες παρατηρούν ότι αυτή αποσκοπεί συγχρόνως στην ακύρωση των ατομικών βλαπτικών πράξεων που συνιστούν τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών, λόγω ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου, καθώς και αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν κατόπιν των πταισμάτων στα οποία υπέπεσε το Συμβούλιο κατά την έκδοση της αυτής πράξεως.
Υπενθυμίζουν ότι όπως έκρινε το Δικαστήριο «κατά το άρθρο 91 (του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ), ευθύς ως πρόκειται περί διαφοράς που αφορά τη νομιμότητα πράξης που βλάπτει τον προσφεύγοντα, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία οποιαδήποτε και αν είναι η φύση της προσφυγής » ( υπόθεση 9/75, Meyer-Burckhardt, Rec. 1975, σ. 1171, ειδικότερα σ. 1182), έτσι ώστε βασίμως μπορούν να ζητήσουν, με την ίδια προσφυγή, και την ακύρωση και αποζημίωση.
Διευκρινίζουν ότι δεν επιδιώκουν καθόλου να επιτύχουν, μέσω αγωγής αποζημιώσεως, τα ίδια αποτελέσματα που προκύπτουν από προσφυγή ακυρώσεως, εφόσον, δικαίως, στην ίδια προσφυγή, ζητούν συγχρόνως την ακύρωση βλαπτικών πράξεων και την αποκατάσταση ζημίας που απορρέει από αυτές και όχι την ακύρωση του αμφισβητούμενου κανονισμού που θα προσέκρουε στο εμπόδιο του παραδεκτού που έχει σχέση με το άμεσο και ατομικό συμφέρον (υπόθεση 48/79, Ooms, Rec. 1979, σ. 3121, και υπόθεση 64/80, Giuffrida και Campogrande, Συλλογή 1981, σ. 693).
Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, επομένως, τήρησαν τα ένδικα μέσα που τους παρέχει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και έκαναν κατάλληλη χρήση αυτών, προς στήριξη των απαιτήσεών τους, δεδομένου ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας επιτρέπει σε κάθε διάδικο, με την ευκαιρία διαφοράς που αφορά κανονισμό του Συμβουλίου (της Επιτροπής ), « παρά τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 173, τρίτη παράγραφος... να επικαλεστεί στο Δικαστήριο το ανεφάρμοστο του κανονισμού αυτού για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 173, πρώτη παράγραφος », κατά το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ.
4.
Η Επιτροπή, στην ανταπάντηση της, παραπέμπει στους ισχυρισμούς που ανέπτυξε προηγουμένως επαφιέμενη στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς την ένσταση απαραδέκτου που ήγειρε.
Επί της ουσίας
— Επί της προσφυγής ακυρώσεως
1.
Οι προσφεύγοντες, στην προσφυγή τους, για να επιτύχουν την ακύρωση των προσβαλλομενων εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών, προβάλλουν ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου του οποίου τα εκκαθαριστικά σημειώματα συνιστούν εκτέλεση, επικαλούμενοι παράβαση των άρθρων 62 και 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και της αρχής της « ίσης μεταχειρίσεως ».
α)
Ως προς το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι προσφεύγοντες υπενθυμίζουν:
—
ότι σύμφωνα με αυτή τη διάταξη « ο υπάλληλος δικαιούται αποδοχών αντιστοίχων με το βαθμό και το κλιμάκιό του εκ μόνου του γεγονότος του διορισμού του... »
—
ότι το δικαίωμα επί των αποδοχών είναι απόλυτο και αδιαίρετο δικαίωμα από το οποίο δεν μπορεί ο υπάλληλος να παραιτηθεί, έτσι ώστε οι αποδοχές πρέπει να αντιστοιχούν ακριβώς με ό,τι απαιτεί η νομιμότητα.
Θεωρούν ότι παρόλον ότι ένας νέος κανονισμός εκδόθηκε για να διορθώσει τα αποτελέσματα του προγενέστερου κανονισμού 187/81 του Συμβουλίου, τα οποία κρίθηκαν παράνομα, στους υπαλλήλους ωστόσο δεν απονεμήθηκαν χρηματικά δικαιώματα αντίστοιχα προς την κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν αν οι μισθοί που με αυτό τον τρόπο αποκαταστάθηκαν τους είχαν καταβληθεί όταν κανονικά οφείλονταν (άρθρο 16, παράγραφος 1, παράρτημα VII, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ).
β)
Ως προς την παράβαση του άρθρου 65, εκθέτουν ότι η ετήσια εξέταση των αποδοχών που αυτό το άρθρο προβλέπει γίνεται σύμφωνα με κριτήρια που απορρέουν από τις μεθόδους αναπροσαρμογής των αποδοχών, συνδυάζοντα περισσότερες παραμέτρους αναπροσαρμογής μεταξύ των οποίων ο θεμελιώδης κανόνας του παραλληλισμού μεταξύ της εξέλιξης των μισθών των εθνικών υπαλλήλων και αυτής των κοινοτικών υπαλλήλων.
Τονίζουν ότι οι αναδρομικές αποδοχές, από τον Ιανουάριο 1981 έως το Δεκέμβριο 1982, δεν έλαβαν υπόψη τη νομισματική διάβρωση που διαπιστώθηκε κατ' αυτή την περίοδο και, κατά συνέπεια, δεν αποκατέστησαν τη μείωση της αγοραστικής δύναμης που υπέστησαν οι κοινοτικοί υπάλληλοι.
Κατά τους προσφεύγοντες, η Επιτροπή οφείλει στο προσωπικό της να καταβάλλει το μηνιαίο μισθό τη 15η κάθε μηνός για τον τρέχοντα μήνα (άρθρο 16, παράγραφος 1, παράρτημα VII, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης), μισθό ο οποίος, κατά το άρθρο 65, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης πρέπει να αναπροσαρμόζεται σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής του κόστους ζωής, εντός προθεσμίας δύο μηνών κατ' ανώτατο όριο και ότι, ενόψει του συστήματος του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο μισθός πρέπει να είναι σύμφωνος, ανά πάσα στιγμή, με την αγοραστική δύναμη.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, θεωρούν ότι ο κανονισμός 3139/82, με το να μην ορίσει με τις αναδρομικές αποδοχές συντελεστή που θα επέτρεπε να συμψηφιστεί η νομισματική διάβρωση, είναι, από αυτή την άποψη, παράνομος και ότι, συνεπώς, τα προσβαλλόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών είναι επίσης, για το λόγο αυτό, παράνομα.
γ)
Ως προς την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι το ελλιπές του κανονισμού 3139/82 και, συνεπώς, η εν μέρει έλλειψη νομιμότητάς του προκύπτουν από το γεγονός ότι, δεδομένου ότι το ύψος πληθωρισμού στα διάφορα κράτη μέλη διαφέρει κατά πολύ, η εκ των υστέρων καταβολή σημαντικών αναδρομικών αποδοχών που οφείλονται από μακρού χρόνου χωρίς τόκους υπερημερίας και χωρίς αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης, ή ακόμη αποκλειστικά με τόκους υπερημερίας ίσους για όλους τους τόπους υπηρεσίας, θα είχε ως συνέπεια να δοθεί στο προσωπικό των διαφόρων τόπων υπηρεσίας μισθός διαφορετικός ως προς την αγοραστική δύναμη. Κατά τους προσφεύγοντες, αυτό θα συνιστούσε όχι μόνο παραβίαση του πνεύματος και του γράμματος της διαδικασίας αναπροσαρμογής των αποδοχών των άρθρων 64 και 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, αλλά, πριν από όλα, παραβίαση της ανώτερης αρχής της ίσης μεταχείρισης για όλους, την οποία υπέμνησε το Δικαστήριο το οποίο επέμεινε επί της ανάγκης διατηρήσεως « ίσης αγοραστικής δυνάμεως για όλους τους υπαλλήλους, ανεξαρτήτως του τόπου υπηρεσίας τους» (υπόθεση 59/81, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1982, σ. 3329, σκέψη 33, και απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, υπόθεση 737/79, Battaglia κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 4497, σκέψη 28).
2.
Η Επιτροπή, στο υπόμνημα αντίκρουσης, προβάλλει τα εξής επιχειρήματα.
α)
Ως προς την αποδιδόμενη σ' αυτή παράβαση του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, παρατηρεί ότι το κείμενο αυτό περιορίζεται στο να ορίζει κατά γενικό τρόπο ότι ο υπάλληλος έχει δικαίωμα επί των αποδοχών του εκ μόνου του γεγονότος του διορισμού του και ότι δεν μπορεί να παραιτηθεί απ' αυτό το δικαίωμα, ενώ η λέξη « αποδοχές » περιλαμβάνει « βασικό μισθό, οικογενειακά επιδόματα και αποζημιώσεις ».
Θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση οι προσφεύγοντες ικανοποιήθηκαν όσον αφορά το δικαίωμα επί των αποδοχών, έτσι ώστε το μόνο θέμα που παραμένει αμφισβητούμενο είναι το αν οι αποδοχές έπρεπε ή δεν έπρεπε να αυξηθούν με τόκους υπερημερίας, θέμα προς το οποίο το άρθρο 62 είναι εντελώς άσχετο.
β )
Όσον αφορά το άρθρο 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η παράγραφος 1 αφήνει στο Συμβούλιο την επιλογή των μέσων και των τύπων που προσαρμόζονται περισσότερο στην εφαρμογή πολιτικής αποδοχών σύμφωνης με τα κριτήρια του άρθρου 65 και ότι απονέμει στο Συμβούλιο ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σχετικά με την οικονομική και κοινωνική πολιτική των Κοινοτήτων (υπόθεση 81/72, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Rec. 1973, σσ. 575, 583).
Δέχεται ότι το άρθρο 65 δεν επιτρέπει στο Συμβούλιο να μειώσει την αγοραστική δύναμη των κοινοτικών μισθών κατά 1,6 % κατά μέσο όρο, ενώ κατά την περίοδο αναφοράς η αγοραστική δύναμη των δημοσίων υπαλλήλων στα κράτη μέλη αυξήθηκε κατά 1,6 % (υπόθεση 59/81, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1982, σ. 3329), τονίζει όμως ότι το εν λόγω άρθρο δεν επιβάλλει καθόλου στα κοινοτικά όργανα να αυξάνουν την αγοραστική δύναμη των κοινοτικών μισθών στο ίδιο μέτρο που αυξάνεται η αγοραστική δύναμη των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων στα κράτη μέλη.
Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 65 δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα υπέρ των υπαλλήλων επί αυξήσεως αποδοχών που να συμψηφίζει ακριβώς τη νομισματική διάβρωση, διότι δεν θεσπίζει σύστημα αυτόματης αναπροσαρμογής, αλλά διαδικασία αναπροσαρμογής των αποδοχών στην οποία παρεμβαίνουν άλλα στοιχεία εκτός της νομισματικής διάβρωσης και η οποία αφήνει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στο Συμβούλιο.
Ως προς την παράγραφο 2 του άρθρου 65, η Επιτροπή θεωρεί ότι, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό δεν αφορά την αναπροσαρμογή των αποδοχών, αλλά την αναπροσαρμογή των διορθωτικών συντελεστών, επιβεβαιώνει, σε περίπτωση ανάγκης, ότι αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, ο υπάλληλος δεν έχει δικαίωμα επί μισθού ανά πάσα στιγμή σύμφωνου προς την αγοραστική δύναμη εφόσον, αφενός, το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται παρά σε περίπτωση σημαντικής στρέβλωσης ( « ουσιώδης μεταβολή του κόστους ζωής») και, αφετέρου, αφήνει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να προσδώσει ή να μην προσδώσει αναδρομικό αποτέλεσμα στα μέτρα αναπροσαρμογής ( «... το Συμβούλιο αποφασίζει... κατά περίπτωση για τα αναδρομικά τους αποτελέσματα » ).
Υποστηρίζει έτσι ότι το άρθρο 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης δεν επέβαλε την αύξηση των αναδρομικών αποδοχών που αποτελούν το αντικείμενο του κανονισμού 3139/82 με τόκους υπερημερίας που να συμψηφίζουν τη νομισματική διάβρωση που παρατηρήθηκε μεταξύ Ιανουαρίου 1981 και Δεκεμβρίου 1982.
γ)
Ως προς την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι αναδρομικές αποδοχές που εκκαθαρίστηκαν το Δεκέμβριο 1982 αναπροσαρμόστηκαν με διορθωτικούς συντελεστές ανάλογα με τους όρους ζωής στους διάφορους τόπους υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, έτσι ώστε τηρήθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης.
3.
Οι προσφεύγοντες, στην απάντηση τους, καλούν τα ακόλουθα επιχειρήματα.
α)
Ως προς την παράβαση του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, τονίζουν ότι το δικαίωμα επί των αποδοχών, που θεσπίζει το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, προϋποθέτει προφανώς ότι για να τηρηθεί πρέπει οι αποδοχές που καταβάλλονται να ανταποκρίνονται στο οφειλόμενο ποσό.
Οι προσφεύγοντες είναι της γνώμης ότι ο αμφισβητούμενος κανονισμός δεν αποκατέστησε πλήρως τα χρηματικά τους δικαιώματα, λόγω του ότι η επελθούσα διόρθωση με τον κανονισμό 3139/82 του Συμβουλίου, κατόπιν της ακυρώσεως του κανονισμού 187/81 (απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, στην υπόθεση 59/81 ), είναι ατελής και ανεπαρκής, εφόσον, αφενός, δεν ενσωματώνει στις καταβληθείσες αποδοχές το συμψηφισμό της αγοραστικής δύναμης και, αφετέρου, παραλείπει να αναπροσαρμόσει τις οφειλόμενες αναδρομικές αποδοχές.
Υποστηρίζουν ότι οι αποδοχές που τους καταβλήθηκαν το Δεκέμβριο 1982 δεν αντιστοιχούν στο ποσό στο οποίο έπρεπε κανονικά να εκκαθαριστούν, από τον Ιανουάριο 1981, και αυτό αντιθέτως προς το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, διότι η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη για να καθοριστεί το πραγματικά οφειλόμενο ποσό των αποδοχών είναι εκείνη που αντιστοιχεί στην ημερομηνία της νόμιμης λήξης και όχι η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η καταβολή, εκτός αν τα οφειλόμενα προηγουμένως στοιχεία των αποδοχών ενσωματωθούν λογιστικά στην καταβολή την ημέρα που αυτή πραγματοποιείται (υπόθεση 256/78, Misenta, Rec. 1980, σ. 219).
β )
Ως προς την παράβαση του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης παρατηρούν ότι, δεδομένου ότι η εφαρμογή του και, ειδικότερα, η εφαρμογή της παραγράφου 1 απαιτεί την ενσωμάτωση πολλών παραμέτρων, αποτέλεσε διαδοχικά αντικείμενο πολλών μεθόδων που εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, και ότι το Δικαστήριο, σε πολλές περιπτώσεις, επισήμανε το δεσμευτικό χαρακτήρα των εν λόγω μεθόδων αφότου υιοθετούνται από το Συμβούλιο (βλέπε υπόθεση 81/72, Rec. 1973, σ. 575 υπόθεση 70/74, Rec. 1975, σ. 795 υπόθεση 59/81, Συλλογή 1982, σ. 3329), οι οποίες μέθοδοι πρέπει κυρίως να λαμβάνουν υπόψη, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενης προσθήκης άλλων παραμέτρων, « την ενδεχομένη αύξηση των μισθών στις δημόσιες υπηρεσίες ».
Τονίζουν ότι το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης αναφέρεται στην αύξηση των εν λόγω μισθών και όχι στη μείωση τους και αυτό συνιστά απόδειξη του ότι, με αυτόν τον τύπο, επιδιώχθηκε πριν από όλα να δεσμευθεί το Συμβούλιο να αναπροσαρμόζει θετικά προς τα άνω τους μισθούς των κοινοτικών υπαλλήλων με την εφαρμογή αρχής παραλληλισμού με τους μισθούς των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων.
Παρατηρούν ότι η εν λόγω αναπροσαρμογή, παρόλον ότι είναι υποχρεωτική, δεν πρέπει αναγκαστικά να είναι η ίδια ακριβώς με την αγοραστική δύναμη των εθνικών υπαλλήλων και ότι, προς το σκοπό αυτό, η μέθοδος που καθορίστηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ενσωματώνει δύο παραμέτρους: αφενός, την εξέλιξη των πραγματικών εισοδημάτων των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων και, αφετέρου, τον πραγματικό ανά κεφαλή μισθό στις δημόσιες υπηρεσίες.
Τονίζουν ότι αν ο συνδυασμός των δύο αυτών παραμέτρων καταδεικνύει θετικό ποσοστό, το Συμβούλιο οφείλει να το λάβει υπόψη του λόγω του δεσμευτικού χαρακτήρα της μεθόδου που το ίδιο ανέλαβε την υποχρέωση να τηρεί.
Κατά τους προσφεύγοντες, τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών που τους εστάλησαν το Δεκέμβριο 1982, κατά το μέτρο που δεν λαμβάνουν υπόψη την αναπροσαρμογή που έχει σχέση με το συμψηφισμό της απώλειας της αγοραστικής δύναμης, σύμφωνα με τους δείκτες της μεθόδου, μεταξύ Ιανουαρίου 1981 και Δεκεμβρίου 1982, πάσχουν από έλλειψη νομιμότητας λόγω παραβάσεως του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
γ)
Όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχείρισης, υποστηρίζουν ότι η διατήρηση της αγοραστικής δύναμης που επιτυγχάνεται με τη συνδυασμένη εφαρμογή των δύο παραγράφων του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης πρέπει να γίνεται τηρώντας την εν λόγω αρχή, υπό την έννοια ότι οι μισθοί και οι ενδεχομένως οφειλόμενες αναδρομικές αποδοχές πρέπει να αναπροσαρμόζονται ανάλογα με το κόστος της ζωής στους διάφορους τόπους υπηρεσίας (υπόθεση 737/79, Battaglia κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 4497).
Θεωρούν ότι στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω υποχρέωση παραβιάστηκε ρητώς.
Αφενός, διότι οι διορθωτικοί συντελεστές εφαρμόστηκαν κατά την καταβολή και όχι κατά τη λήξη τους, ενώ η διατύπωση του άρθρου 65, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης αποκλείει οποιαδήποτε ερμηνεία κατά την οποία το Συμβούλιο δεν έχει την υποχρέωση να προσαρμόσει τους διορθωτικούς συντελεστές εντός προθεσμίας δύο μηνών μετά από κάθε αισθητή διακύμανση του κόστους ζωής ( υπόθεση 737/79 που προαναφέρθηκε ).
Αφετέρου, διότι κατά την περίοδο αναφοράς, ήτοι από τον Ιανουάριο 1981 μέχρι το Δεκέμβριο 1982, το ποσοστό πληθωρισμού παρουσίασε σημαντική διαφορά μεταξύ του ενός και του άλλου κράτους, παραδείγματος χάρη ήταν 4 έως 5% στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ενώ ήταν 18 έως 22 ο/ο στην Ιταλία.
Επισημαίνουν ότι αυτοί οι αριθμοί που εκφράζουν σημαντική διαφορά του κόστους ζωής ανάλογα με τον τόπο υπηρεσίας δεν εκφράζονται με τους διορθωτικούς συντελεστές που εφαρμόστηκαν κατά την εκκαθάριση των αναδρομικών αποδοχών του Δεκεμβρίου 1982.
4.
Η Επιτροπή, στην ανταπάντηση της, προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα.
α)
Παρατηρεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που διέπουν τον καθορισμό του ποσού των μισθών είναι οι διατάξεις των άρθρων 63, 64 και 65, ενώ το άρθρο 62 δεν αφορά παρά το δικαίωμα επί των αποδοχών.
β )
Ως προς την παράβαση του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, παρατηρεί ότι οι ένδικες αναδρομικές αποδοχές είναι αναπροσαρμογές αποδοχών που ενεργούνται εκ των υστέρων και ισχύουν από την 1η Ιουλίου 1980 και ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και της προαναφερθείσας μεθόδου 1976, υπολογίζονται βάσει δεικτών κατά τη διάρκεια περιόδου αναφοράς που αντιστοιχεί στους 12 μήνες που προηγούνται της 1ης Ιουλίου 1980. Υποστηρίζει ότι έτσι το Συμβούλιο τήρησε το άρθρο 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και τη μέθοδο του 1976 και ότι δεν μπορούσε να αναπροσαρμόσει τις αποδοχές με ισχύ από την 1η Ιουλίου 1980 λαμβάνοντας υπόψη δείκτες της περιόδου Ιανουαρίου 1981 έως Δεκεμβρίου 1982 — δηλαδή περιόδου που δεν είναι η περίοδος αναφοράς — χωρίς να παραβεί αυτές τις ίδιες διατάξεις.
γ)
Ως προς την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, επαναλαμβάνει ότι οι αναδρομικές αποδοχές που εκκαθαρίστηκαν το Δεκέμβριο 1982 αναπροσαρμόστηκαν με την εφαρμογή διορθωτικών συντελεστών ανάλογα με τις συνθήκες ζωής στους διάφορους τόπους υπηρεσίας και αυτό σύμφωνα με το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ότι, κατά συνέπεια, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως με αυτό τον τρόπο τηρήθηκε.
— Επί της αγωγής αποζημιώσεως
1.
Οι προσφεύγοντες, στην προσφυγή τους, υποστηρίζουν ότι, για να ξαναβρεθούν στην κατάσταση που θα βρίσκονταν αν η Επιτροπή είχε τηρήσει τη νομιμότητα από τον Ιανουάριο 1981, πρέπει στα ποσά που τους οφείλονται ως αναπροσαρμογή των μισθών τους να προστεθούν τόκοι υπερημερίας που να αντιπροσωπεύουν το συμψηφισμό της αγοραστικής τους δύναμης που μειώθηκε και αποδεικνύεται από τον πληθωρισμό στον τόπο υπηρεσίας τους, διότι η καθής δεν έλαβε υπόψη της την υποτίμηση της απαίτησης τους και διότι οι προσφεύγοντες δεν μπόρεσαν να καταστήσουν καρποφόρα τα ποσά που τους ανήκουν νομίμως.
α)
Όσον αφορά το δικαίωμα επί της καταβολής αποζημιώσεως, θεωρούν ότι η καταβολή τόκων υπερημερίας είναι σύμφωνη με γενική αρχή του δικαίου που αναγνωρίζουν τα δίκαια των κρατών μελών και εφαρμόζεται από τα δικαστήριά τους καθώς και από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Αναφέρουν υπ' αυτή την έννοια το άρθρο 1153 του βελγικού αστικού κώδικα κατά το οποίο τόκοι υπερημερίας είναι αποζημίωση απαιτητή λόγω καθυστερήσεως στην εκτέλεση της υποχρέωσης χωρίς ο πιστωτής να οφείλει να δικαιολογήσει οποιαδήποτε ζημία, καθώς και το άρθρο 429 του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας και το άρθρο 150 των εκτελεστικών διατάξεων αυτού του κώδικα καθώς και πολλές αποφάσεις του ιταλικού Συμβουλίου της Επικρατείας και Ακυρωτικού σχετικά με τόκους υπερημερίας που οφείλονται αυτοδικαίως λόγω καθυστερημένης καταβολής οφειλομένου ποσού.
Τέλος, αναφέρονται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν στην υπόθεση 185/80 (C. Garganese, Συλλογή 1981, σ. 1785), στην υπόθεση 103/81 ( Chaumont-Barthel, Συλλογή 1982, σ. 1003) και στην υπόθεση 9/81 (Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1982, σ. 3301) από όπου συμπεραίνουν την πρόθεση του Δικαστηρίου να επιδικάζει τόκους υπερημερίας λόγω της απλής διαπίστωσης αυτής της καθυστέρησης.
β)
Ως προς την ημερομηνία από την οποία αρχίζουν να τρέχουν οι τόκοι υπερημερίας τονίζουν ότι, δεδομένου ότι το συμφέρον τους συνίσταται στο να βρεθούν στην κατάσταση που θα βρίσκονταν αν το συνολικό ποσό των αναδρομικών αποδοχών τους είχε καταβληθεί εγκαίρως, πρέπει οι τόκοι υπερημερίας να αρχίσουν να τρέχουν από τον Ιανουάριο 1981. Επαφίενται στην κρίση του Δικαστηρίου αν το Δικαστήριο θεωρήσει σκόπιμο να επιδικάσει τόκους υπερημερίας σύμφωνα με διαφορετικά κριτήρια, ομοιόμορφα στο επίπεδο του κοινοτικού δικαίου.
γ)
Ως προς τη μέθοδο αποτιμήσεως της απώλειας της αγοραστικής δύναμης και των αντίστοιχων τόκων υπερημερίας, θεωρούν ότι για τον υπολογισμό αυτό είναι δυνατό:
—
ή να επιδικαστούν κατ' αποκοπή τόκοι υπερημερίας υπό ευρεία έννοια (ήτοι λαμβάνοντας υπόψη το συντελεστή και την απώλεια της αγοραστικής δύναμης) που συνήθως ευθυγραμμίζονται με το σύνηθες επιτόκιο των επιτόπιων δανείων και, για την Ιταλία και για τα τελευταία αυτά χρόνια, θα έπρεπε να οριστούν τουλάχιστον σε 20 % ετησίως,
—
ή να ληφθεί η ιταλική κανονιστική ρύθμιση ή οι εθνικές στατιστικές για το συμψηφισμό της απώλειας της αγοραστικής δύναμης των μισθών,
—
ή τέλος, να γίνει εφαρμογή της κανονιστικής ρύθμισης που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης για την αναπροσαρμογή των μισθών προς την απώλεια της αγοραστικής δύναμης ( κοινοί δείκτες).
Τέλος, όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας υπό την πλέον στενή έννοια οι προσφεύγοντες τονίζουν ότι το Δικαστήριο τους καθόρισε σε ορισμένες περιπτώσεις σε 6 % ( υποθέσεις Garganese, Chaumont-Barthel ), σε άλλες σε 8% (υποθέσεις Sergy, Leonardini, Boizard) και επιμένουν επί του γεγονότος ότι το επιτόκιο στην Ιταλία, τόπο παροχής των υπηρεσιών των περισσοτέρων προσφευγόντων, κατατάσσεται μεταξύ των πλέον υψηλών της Κοινότητας.
2.
Η Επιτροπή, στο υπόμνημα αντίκρουσης της, προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα.
α)
Υποστηρίζει ότι και αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται η έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου, δεν υπέπεσε αναγκαστικά σε πταίσμα διότι δεν μπορούσε να αποφασίσει να μην εφαρμόζει τον εν λόγω κανονισμό παρά από τη στιγμή που το Δικαστήριο, κατόπιν προσφυγής, θα αποφαινόταν επί της νομιμότητας του.
β )
Επισημαίνει ότι, εκτός από την καταβολή τόκων υπερημερίας, οι προσφεύγοντες ζητούν να αποκατασταθεί η απώλεια της αγοραστικής δύναμης των αναδρομικών αποδοχών που τους καταβλήθηκαν το Δεκέμβριο 1982 και θεωρεί σχετικά ότι περιορίζονται απλώς σε αναφορά σε ειδικές εθνικές διατάξεις, ενώ ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης δεν περιλαμβάνει παρόμοιες διατάξεις.
γ)
Όσον αφορά την καταβολή των αιτούμενων τόκων υπερημερίας, αναφέρεται στο άρθρο 1153 του βελγικού αστικού κώδικα που αναφέρουν οι προσφεύγοντες και τονίζει ότι, σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, η καθιερούμενη αρχή είναι ότι, εκτός εξαιρέσεως προβλεπόμενης από νόμο, για να ζητηθούν τόκοι υπερημερίας είναι αναγκαία όχληση και ότι σχετικώς ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων δεν προβλέπει τη χορήγηση τόκων υπερημερίας αυτοδικαίως και χωρίς όχληση. Υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, για να είναι δυνατή η απαίτηση τόκων υπερημερίας είναι πάντοτε αναγκαία όχληση (υπόθεση 11/63, Lepape κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec. 1964, σ. 61, υπόθεση 58/75, Sergy κατά Επιτροπής, Rec. 1976, σ. 1139 υπόθεση 115/76, Leonardini κατά Επιτροπής, Rec. 1978, σ. 735· υπόθεση 114/77, Jacquemart κατά Επιτροπής, Rec. 1978, σ. 1697) και ότι το Δικαστήριο δεν απέστη από αυτή την αρχή παρά σε εξαιρετικές περιπτώσεις, άσχετες με την υπό κρίση διαφορά, όπως στην υπόθεση Garganese όπου το οικείο θεσμικό όργανο υπαιτίως καθυστέρησε τη χορήγηση αποζημίωσης ή στις υποθέσεις Herber και Chaumont-Barthel όπου επρόκειτο περί παρανόμων από το θεσμικό όργανο παρακρατήσεων.
Η Επιτροπή τονίζει έτσι ότι στην υπό κρίση υπόθεση είτε ληφθεί υπόψη η ημερομηνία της προσφυγής είτε η ημερομηνία της διοικητικής ένστασης, η όχληση είναι πάντοτε μεταγενέστερη της ημερομηνίας καταβολής του κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο 1982.
δ)
Τέλος, επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση λόγος να εφαρμοστεί επιτόκιο ανώτερο του επιτοκίου των 6 ο/ο που συνήθως εφαρμόζει το Δικαστήριο.
3.
Οι προσφεύγοντες, στην απάντηση τους, προβάλλουν τα ακόλουθα επιχειρήματα.
α)
Ως προς την ύπαρξη πταίσματος που προκάλεσε ζημία, ως προϋπόθεση καταβολής τόκων υπερημερίας, υποστηρίζουν ότι αυτό το πταίσμα δεν απαιτείται κατ' ανάγκη από τις σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου και ότι, αντιθέτως, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις αυτές, η επιδίκαση τόκων υπερημερίας γνώρισε εξέλιξη υπό την έννοια προοδευτικής, αλλά βεβαίας, ελευθέρωσης, έναντι της απαιτήσεως πταίσματος της διοικήσεως.
Παρατηρούν ότι, παρόλον ότι σε ορισμένες αποφάσεις, που εκδόθηκαν τα έτη 1978-1979, η επιδίκαση τόκων υπερημερίας εμφανιζόταν με τη μορφή αποζημίωσης λόγω υπαίτιας καθυστέρησης, η μεταγενέστερη νομολογία δεν επιμένει πλέον σ' αυτή την απαίτηση και χαρακτηρίζεται του λοιπού από το γεγονός ότι, για την αναγνώριση του δικαιώματος επί τόκων υπερημερίας, δεν υφίσταται πλέον λόγος αναφοράς σε αιτιολογία σχετικά με την ευθύνη της διοίκησης επί πταίσματος ή στην ανάγκη αποδείξεως υπάρξεως ζημίας εν σχέσει με αυτό το πταίσμα.
Αναφέρονται στην απόφαση επί της υπόθεσης 185/80 (Garganese, Συλλογή 1981, σ. 1785), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν δίκαιο να επαναφέρει τον προσφεύγοντα στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν το επίδομα του είχε καταβληθεί εγκαίρως, καθώς και την απόφαση Williams της 6ης Οκτωβρίου 1982 όπου το Δικαστήριο επιδίκασε τόκους από την ημέρα λήξεως των οφειλομένων στον προσφεύγοντα αναδρομικών αποδοχών στο πλαίσιο ανασυγκρότησης της σταδιοδρομίας.
Τονίζουν ότι εν πάση περιπτώσει, στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπόρεσαν να διαθέσουν εγκαίρως, λόγω της μη αναδρομικής και πλήρους αποκαταστάσεως των χρηματικών δικαιωμάτων τους, κεφάλαιο το οποίο, κατά συνέπεια, δεν μπόρεσαν να διαθέσουν κατά βούληση και, επομένως, υπέστησαν ζημία υπό τη μορφή διαφυγόντος κέρδους.
β)
Ως προς την απαίτηση τους επί συμψηφισμού λόγω απώλειας της αγοραστικής δυνάμεως, θεωρούν ότι είναι ουσιώδης και ότι η απαίτηση τόκων υπερημερίας είναι σχετική με αυτή την απαίτηση και δικαιολογείται από το γεγονός ότι, μεταξύ Ιανουαρίου 1981, ημέρα λήξεως, και Δεκεμβρίου 1982, ημέρα καταβολής, ο δείκτης του κόστους ζωής, λόγου χάρη, αυξήθηκε κατά 19,36 % στο Βέλγιο και κατά 39,92 ο/ο στην Ιταλία.
γ)
Ως προς τον ισχυρισμό της Επιτροπής σχετικά με την ανάγκη προηγούμενης όχλησης για να ζητηθεί η καταβολή τόκων υπερημερίας, θεωρούν ότι πρόκειται περί αρχής καθιερωμένης με διατάξεις των κωδίκων των διαφόρων κρατών μελών, όπως οι διατάξεις του άρθρου 1153 του αστικού βελγικού κώδικα, και ότι θα ήταν υπερβολικό να θεωρηθεί ότι αυτές οι λεπτομέρειες εφαρμογής, που διαφέρουν από κράτος σε κράτος, επιβάλλονται ως διατάξεις επί του κοινοτικού πεδίου.
Τονίζουν ότι η απαίτηση οχλήσεως δεν φαίνεται, τουλάχιστον, στις αποφάσεις του Δικαστηρίου που ανέφερε η Επιτροπή.
Επισημαίνουν:
—
ότι στην υπόθεση 11/63 (Lepape, Rec. 1964, σ. 121), το Δικαστήριο επιδίκασε στον προσφεύγοντα τόκους προς 4,5 ο/ο από την ημέρα ασκήσεως της προσφυγής μέχρι της ημέρας πληρωμής και ότι, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά, ο προσφεύγων απλώς « διαβίβασε στην Ανωτάτη Αρχή » τιμολόγιο των ποσών των οποίων ζητούσε την απόδοση και το οποίο η Ανωτάτη Αρχή αρνήθηκε να δεχτεί,
—
ότι στην υπόθεση 58/75 ( Sergy, Rec. 1976, σ. 1139), φαίνεται ότι ο προσφεύγων ζήτησε, για πρώτη φορά, τόκους λόγω καθυστερήσεως στη διοικητική του ένσταση ( όπου αναφέρονται « ορισμένες αποζημιώσεις » περιλαμβανόμενες στην ένσταση), πράγμα το οποίο ακριβώς συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση όπου οι προσφεύγοντες ζήτησαν τη χορήγηση τόκων υπερημερίας στις διοικητικές τους ενστάσεις,
—
ότι στην υπόθεση 115/76 ( Leonardini, Rec. 1978, σ. 735), η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία κινήθηκε με αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ότι σ' αυτήν ακριβώς την αίτηση ο προσφεύγων ζήτησε την καταβολή τόκων υπερημερίας από του επελθόντος ατυχήματος, ενώ το Δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα αυτό από την ημέρα που το αντίστοιχο κεφάλαιο καταβλήθηκε,
—
ότι στην υπόθεση 114/77 ( Jacquemart, Rec. 1978, σ. 1697), όπως προκύπτει από τα αιτήματα των διαδίκων όπως εκτίθενται στο Recueil (σ. 1700), ο προσφεύγων ζήτησε την επιδίκαση τόκων υπερημερίας μόνο στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο και από την ημερομηνία του αμφισβητούμενου υπολογισμού της αποζημιώσεως λόγω εξόδου εκ της υπηρεσίας και ότι σ' αυτή την υπόθεση η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε αυτό το αίτημα παρά μόνο λόγω του ότι σ' εκείνη την περίπτωση το οικείο θεσμικό όργανο δεν είχε υποπέσει σε κανένα πταίσμα προκαλούν πράγματι ζημία στον προσφεύγοντα ( idem, σ. 1703 ).
Θεωρούν έτσι ότι η νομολογία του Δικαστηρίου είναι πάγια κατά το ότι η μόνη « όχληση » που απαιτείται είναι η όχληση που συνίσταται στην προβολή της απαίτησης καταβολής τόκων υπερημερίας στα έγγραφα της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας: αίτηση ( αν η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία κινήθηκε με τέτοιο έγγραφο ) ή διοικητική ένσταση ή και ακόμη για πρώτη φορά στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο.
Θεωρούν ότι στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω απαίτηση ικανοποιείται από το γεγονός ότι όλοι ζήτησαν, στις διάφορες διοικητικές τους ενστάσεις, τη χορήγηση τέτοιων τόκων. Παρατηρούν ότι θα ήταν πρακτικώς αδύνατο να απαιτηθεί να προβούν σε όχληση πριν λάβουν γνώση των μηνιαίων εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών τους. Τονίζουν ότι η αναπροσαρμογή των αποδοχών αποτελεί το αντικείμενο περίπλοκης διαδικασίας που απαιτεί την παρέμβαση πολλών οργάνων και ότι τους ήταν αδύνατο να λάβουν γνώση, υπ' αυτές τις συνθήκες, της αναπροσαρμογής των αποδοχών τους πριν λάβουν τις αποδοχές τους. Τονίζουν έτσι ότι η απαίτηση οχλήσεως, κατά την απαιτούμενη από την καθής έννοια, είναι, επομένως, συγχρόνως αδύνατη και άχρηστη ενόψει της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των αποδοχών και της οργανώσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Τέλος, υπενθυμίζουν ότι οι άλλες αποφάσεις που αναφέρει η καθής (Garganese, Herber, Chaumont-Barthel ), στις οποίες προσθέτουν την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Williams (Συλλογή 1982, σ. 3301), επιβεβαιώνουν και ενισχύουν απλώς τα διδάγματα που παρέχει η νομολογία του Δικαστηρίου.
δ)
Ως προς το επιτόκιο των τόκων υπερημερίας, παρατηρούν ότι, αν και είναι αληθές ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, κυμαίνεται μεταξύ 6 και 8 ο/ο ( υπόθεση 58/75, Sergy, Rec. 1976, σ. 1139, και υπόθεση 115/76, Leonardini, Rec. 1978, σ. 735), δεν υφίσταται λόγος να τηρηθεί επιτόκιο διαφορετικό από αυτό που εφαρμόζεται στη χώρα όπου οι προσφεύγοντες εισπράττουν τους μισθούς τους. Επισημαίνουν σχετικά ότι το Tribunal administratif του OIT επιδίκασε, σε πρόσφατες αποφάσεις του, τόκους υπερημερίας προς 10 έως 12 % (αποφάσεις της 3ης Ιουνίου 1982, στις υποθέσεις 497, Anderson, 503, Maier, 507, Azola Blanco και Veliz Gracia, 508, Acosta Andres ).
4.
Η Επιτροπή, στην ανταπάντηση της, προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα.
α)
Ως προς το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι δεν απαιτείται πταίσμα ως προϋπόθεση καταβολής αποζημιώσεως, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η ευθύνη ενός θεσμικού οργάνου δεν υφίσταται, λόγω κανονιστικής παράνομης πράξης που συνεπάγεται ορισμένες επιλογές οικονομικής πολιτικής, παρά μόνο αν υφίσταται επαρκώς χαρακτηριστική παράβαση υπέρτερου κανόνα δικαίου, προστατεύοντος τους ιδιώτες και ότι δεν υφίσταται επαρκώς χαρακτηριστική παράβαση παρά μόνο όταν το οικείο όργανο υπερέβη κατά πρόδηλο και επικίνδυνο τρόπο τα όρια που του επιβάλλονται κατά την άσκηση των εξουσιών του.
Τονίζει ότι οι κανονισμοί που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης έχουν γενική ισχύ και, κατά συνέπεια, είναι κανονιστικής φύσεως και ότι οι κανονισμοί που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εκδόθηκαν « στο πλαίσιο της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. των Κοινοτήτων » ( απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, υπόθεση 59/81, Συλλογή 1982, σ. 3301, σκέψη 11).
Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι δεν έλαβε υπόψη τη νομισματική διάβρωση που παρουσιάστηκε μεταξύ Ιανουαρίου 1981 και Δεκεμβρίου 1982, κατά την αναπροσαρμογή των επίδικων αποδοχών, δεν μπορεί έτσι να θεωρηθεί ότι συνιστά « επαρκώς χαρακτηριστική παράβαση ».
Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι είναι δύσκολο να της προσαφθεί ότι η ίδια υπέπεσε σε πταίσμα εφόσον το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 3139/82 στις 26 Νοεμβρίου 1982 και ότι, μερικές μέρες αργότερα, προέβαινε στην καταβολή των αναδρομικών αποδοχών των προσφευγόντων δυνάμει αυτού του κανονισμού.
β)
Ως προς τον ισχυρισμό των προσφευγόντων ότι η όχληση ήταν αδύνατη και άχρηστη, η Επιτροπή παρατηρεί ότι τίποτα δεν εμπόδιζε τους προσφεύγοντες να προβούν σ' αυτή την όχληση μεταξύ Ιανουαρίου 1981 και Δεκεμβρίου 1982 για να ζητήσουν την καταβολή των αναπροσαρμογών των αποδοχών τους, ακόμα και αν αγνοούσαν τότε το ακριβές ποσό των αναπροσαρμογών που θα τους χορηγούνταν.
Κ. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 30ής Σεπτεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 264/83,
René Delhez και λοιποί, υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες,
Besenthal και λοιποί, υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Geel,
Faes, έκτακτος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Geel,
Beers και λοιποί, υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Petten,
Schnitzler, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Λουξεμβούργο,
Η. C. Herold και λοιποί, μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Ispra,
εκπροσωπούμενοι και επικουρούμενοι από τον Georges Vandersanden, δικηγόρο Βρυξελλών, διεύθυνση γραφείου, avenue des Klauwaerts 38, 1050 Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J. Biver, 2, rue Goethe,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Δημήτριο Γκου-λούση, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Claude Verbraeken, δικηγόρο Βρυξελλών, avenue Louise 341, 1050 Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον M. Beschel, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία οι προσφεύγοντες ζητούν:
—
την ακύρωση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών του Δεκεμβρίου 1982, με τα οποία εκκαθαρίζονται οι αναδρομικές αποδοχές, καθόσον ο κανονισμός 3139/82, της 22ας Νοεμβρίου 1982, δυνάμει του οποίου κατεβλήθησαν οι εν λόγω καθυστερούμενες αποδοχές, είναι παράνομος,
—
επικουρικώς, την ακύρωση του από 29 Ιουνίου 1983 εγγράφου της Επιτροπής με το οποίο απορρίφθηκαν ρητά οι διοικητικές ενστάσεις των προσφευγόντων,
—
την επιδίκαση αποζημιώσεως για την απώλεια της αγοραστικής δύναμης και τόκων υπερημερίας για κάθε μηνιαίο χρηματικό συμπλήρωμα, αναλόγως της εκκαθαρίσεως των καθυστερούμενων αποδοχών,
—
την καταδίκη της καθής στο σύνολο των δικαστικών εξόδων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, Κ. Bahlmann και R. Joliét, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Κ. Κακούρη, Τ. F. O'Higgins και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση που κοινοποιήθηκε ενόψει της συνεδριάσεως της 29ης Νοεμβρίου 1984 και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Μαρτίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Νοεμβρίου 1983, ο R. Délhez και άλλοι υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπηρετούντες στις Βρυξέλλες, στο Geel, στο Petten, στο Λουξεμβούργο και στην Ispra, άσκησαν προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών τους του Δεκεμβρίου 1982 που περιέχουν εκκαθάριση των αναδρομικών αποδοχών κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου της 22ας Νοεμβρίου 1982 (ΕΕ L 331 της 26.11.1982, σ. 1 ) και επικουρικώς την ακύρωση των ρητών ή σιωπηρών αποφάσεων της Επιτροπής της 29ης Ιουνίου 1983 με τις οποίες απορρίφθηκαν οι διοικητικές ενστάσεις που είχαν υποβάλει δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η ακύρωση ζητείται καθόσον επί των αναδρομικών αποδοχών για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980 μέχρι 30ής Νοεμβρίου 1982 δεν κατεβλήθησαν τόκοι υπερημερίας, που θα πρέπει να υπολογιστούν σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στους διάφορους τόπους υπηρεσίας των προσφευγόντων, ή σύμφωνα με άλλη, ενιαία και κατάλληλη κατά την κρίση του Δικαστηρίου μέθοδο. Περαιτέρω, με την προσφυγή ζητείται να καταδικαστεί η Επιτροπή να καταβάλει στους προσφεύγοντες τόκους προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας για την απώλεια της αγοραστικής δύναμης, που προέκυψε εν τω μεταξύ.
2
Στις 20 Ιανουαρίου 1981 το Συμβούλιο θέσπισε κατ' εφαρμογή του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τον κανονισμό 187/81 περί προσαρμογής των αμοιβών και συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και των διορθωτικών συντελεστών βάσει των οποίων τροποποιούνται αυτές οι αμοιβές και συντάξεις ( ΕΕ L 21, σ. 18 ), αποκλίνοντας από τη σχετική πρόταση της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 1980.
3
Μετά τον κανονισμό αυτό, το Συμβούλιο θέσπισε, στις 10 Φεβρουαρίου 1981, τον κανονισμό 397/81 ( ΕΕ L 46, σ. 1 ) περί καθορισμού των μισθολογικών πινάκων καθώς και των άλλων στοιχείων των αποδοχών.
4
Στις 16 Μαρτίου 1981 η Επιτροπή άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση του κανονισμού 187/81 και των άρθρων 1 α), 2 α), 2 β) και 11, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού 397/81.
5
Με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 ( Επιτροπή κατά Συμβουλίου, 59/81, Συλλογή σ. 3329), το Δικαστήριο ακύρωσε τον κανονισμό 187/81 και τις προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 397/81.
6
Προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή, το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 3139/82 της 22ας Νοεμβρίου 1982, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής της 29ης Οκτωβρίου 1982.
7
Κατ' εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού, η Επιτροπή προέβη στην εκκαθάριση και την καταβολή των αναδρομικών αποδοχών για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980.
8
Καθένας από τους προσφεύγοντες υπέβαλε με στερεότυπο έγγραφο διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως με την οποία υποστήριξε ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η μείωση της αγοραστικής δύναμης κατά την περίοδο για την οποία κατεβλήθησαν αναδρομικώς καθυστερούμενες αποδοχές εις εκτέλεση του κανονισμού 3139/82 του Συμβουλίου και ζήτησε την καταβολή τόκων υπερημερίας που έπρεπε να καταβληθούν επί των αναδρομικών αποδοχών.
9
Στις 29 Ιουνίου 1983, η Επιτροπή απέρριψε ρητά τις ενστάσεις αυτές, κατόπιν αυτού δε οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.
10
Με απόφαση του τρίτου τμήματος της 4ης Ιουλίου 1985, η προσφυγή κρίθηκε απαράδεκτη έναντι των προσφευγόντων που άσκησαν εκπρόθεσμα την προσφυγή τους και έναντι όλων των προσφευγόντων όσον αφορά το αίτημα της καταβολής τόκων προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση στην ολομέλεια του Δικαστηρίου για την εξέταση των λοιπών αιτημάτων των προσφευγόντων.
11
Κατά τους προσφεύγοντες, ο κανονισμός 3139/82 με τον οποίο προσαρμόσθηκαν αναδρομικά από 1ης Ιουνίου 1980 οι αποδοχές των υπαλλήλων και οι διορθωτικοί συντελεστές θεσπίστηκε με υπερβολική καθυστέρηση. Λόγω αυτής της καθυστερήσεως όφειλε να προβλέψει την καταβολή τόκων υπερημερίας επί των αναδρομικών αποδοχών. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι αφού ο εν λόγω κανονισμός δεν προέβλεψε την καταβολή τόκων είναι παράνομος, οπότε είναι παράνομα και τα προσβαλλόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών καθόσον δεν περιλαμβάνουν τόκους υπερημερίας.
12
Για να στηρίξουν την άποψη ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως, οι αναδρομικές αποδοχές πρέπει να καταβάλλονται εντόκως, οι προσφεύγοντες επικαλούνται το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων που ορίζει ότι ο υπάλληλος δικαιούται αποδοχών αντιστοίχων με το βαθμό και το κλιμάκιό του εκ μόνου του γεγονότος του διορισμού του και ότι δεν μπορεί να παραιτηθεί αυτού του δικαιώματος, καθώς και το άρθρο 16, πρώτη παράγραφος, του παραρτήματος VII του κανονισμού, που προβλέπει ότι ο μισθός καταβάλλεται τη 15η κάθε μηνός για τον τρέχοντα μήνα. Κατά την άποψη των προσφευγόντων από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κανονισμός 3139/82 που προέβλεψε την καταβολή ορισμένων ποσών από τον Ιανουάριο του 1981 όφειλε να προβλέψει και τόκους υπερημερίας.
13
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν επίσης ότι η μη καταβολή τόκων υπερημερίας συνιστά παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, το οποίο καθιερώνει ετήσια διαδικασία επανεξέτασης του επιπέδου των αποδοχών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων βάσει κριτηρίων που καθορίζονται με μεθόδους που εγκρίνει το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής. Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένα ότι, αφού θεσπιστούν, τα εν λόγω κριτήρια είναι δεσμευτικά. Αν βάσει αυτών προκύπτει θετικό ποσοστό, το Συμβούλιο οφείλει να το λάβει υπόψη για την αναπροσαρμογή των αποδοχών που παρίσταται καταρχήν ως αύξηση. Επομένως, κατά την άποψη των προσφευγόντων, σε περίπτωση καθυστερήσεως στην ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, που εν προκειμένω υπήρξε υπερβολική, ο κανονισμός περί προσαρμογής των αποδοχών πρέπει να προβλέπει την καταβολή τόκων υπερημερίας επί των αναδρομικών αποδοχών.
14
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η μη πρόβλεψη της καταβολής τόκων υπερημερίας συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να διέπει την εφαρμογή του άρθρου 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που θεσπίζει διορθωτικούς συντελεστές και του άρθρου 65, παράγραφος 2, που προβλέπει την προσαρμογή τους σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής του κόστους ζωής, αποβλέποντας έτσι να εξασφαλίσει σ' όλους τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό αποδοχές που ανταποκρίνονται ανά πάσα στιγμή στην αγοραστική δύναμη ανεξαρτήτως του τόπου υπηρεσίας του υπαλλήλου. Ο στόχος αυτός όμως δεν επιτυγχάνεται σε περίπτωση υπερβολικής καθυστέρησης στην εκκαθάριση των αναδρομικών αποδοχών όπως εν προκειμένω, παρά με την καταβολή τόκων υπερημερίας.
15
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων απλώς διατυπώνει γενικώς το δικαίωμα των υπαλλήλων στη λήψη των αποδοχών τους και δεν αφορά το ύψος των αποδοχών, το οποίο διέπεται από άλλες διατάξεις του κανονισμού. Εξάλλου το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού αφήνει στο Συμβούλιο την επιλογή των μέσων και των τύπων που είναι οι πλέον κατάλληλοι για την εφαρμογή της συγκεκριμένης πολιτικής όσον αφορά τις αποδοχές η διάταξη αυτή δεν θεσπίζει σύστημα αυτόματης αναπροσαρμογής, αλλά διαδικασία προσαρμογής, παρέχει δε στο Συμβούλιο ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Ως προς την παράγραφο 2 του άρθρου 65 του κανονισμού, η Επιτροπή παρατηρεί ότι εφαρμόζεται μόνο σε περίπτωση σοβαρής στρεβλώσεως ( « ουσιώδης μεταβολή του κόστους ζωής » ) και επιτρέπει στο Συμβούλιο να δίδει ή όχι αναδρομική ισχύ στα μέτρα προσαρμογής των διορθωτικών συντελεστών.
16
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων καθώς και του άρθρου 16 του παραρτήματος VII του κανονισμού τις οποίες επικαλούνται οι προσφεύγοντες απλώς προσδιορίζουν το χρονικό σημείο κατά το οποίο καταβάλλονται οι αποδοχές που οφείλονται κατά την ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση. Οι διατάξεις αυτές δεν προβλέπουν την καταβολή τόκων σε περίπτωση καθυστερήσεως της θέσης σε ισχύ των κανονισμών που καθορίζουν αναδρομικά τις αποδοχές των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού. Το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως θεσπίζει απλώς διαδικασία ετήσιας εξέτασης, ενόψει της προσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων που γίνεται μετά το Σεπτέμβριο, διαρκεί κατά κανόνα μερικούς μήνες και καταλήγει στην έκδοση κανονισμού ο οποίος ισχύει κατ' ανάγκη αναδρομικά, από 1ης Ιουλίου-ωστόσο, παρά το ότι ο κατ' αυτό τον τρόπο εκδιδόμενος κανονισμός έχει κατ' ανάγκη αναδρομική ισχύ, το εν λόγω άρθρο δεν επιβάλλει να προβλέπεται με τον εν λόγω κανονισμό η καταβολή τόκων υπερημερίας ούτε στην περίπτωση ομαλής εξελίξεως της διαδικασίας που περατώνεται με τη θέσπιση του ούτε στην περίπτωση καθυστερήσεως της διαδικασίας. Εξάλλου από την παράγραφο 2 του άρθρου 65 δεν προκύπτει, ακόμα και υπό το φως της αρχής της ίσης μεταχείρισης, η υποχρέωση προβλέψεως τόκων υπερημερίας στην περίπτωση αναδρομικής προσαρμογής των διορθωτικών συντελεστών διότι η εν λόγω διάταξη απλώς προβλέπει την προσαρμογή των διορθωτικών συντελεστών που θεσπίζει το άρθρο 64 για την περίπτωση ουσιώδους μεταβολής του κόστους ζωής.
17
Επομένως οι ισχυρισμοί που στηρίζονται στην έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού 3139/82 λόγω παραβάσεως των άρθρων 62, 64 και 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
18
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η Επιτροπή όφειλε να τους καταβάλει τόκους υπερημερίας δυνάμει γενικής αρχής που θέτουν τα δίκαια των κρατών μελών και αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η καθυστέρηση στην εκπλήρωση χρηματικής παροχής συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι ακόμη και αν ο κανονισμός, θεσπιζόμενος εντός των χρονικών ορίων που τάσσει το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν το προβλέπει, η Επιτροπή υποχρεούται να καταβάλει τόκους υπερημερίας στην περίπτωση όπου ο κανονισμός αυτός εκδίδεται μετά την παρέλευση των συνήθων χρονικών ορίων, με υπερβολική καθυστέρηση αυτό ακριβώς συνέβη εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο κανονισμός 3139/82 εκδόθηκε με καθυστέρηση σχεδόν δύο ετών.
19
Η Επιτροπή δεν αρνείται μεν την ύπαρξη αρχής ως προς τους τόκους υπερημερίας, υποστηρίζει όμως ότι η δυνατότητα αξιώσεως τόκων υπερημερίας εξαρτάται από την προηγούμενη όχληση πλην εξαιρέσεων όταν κάποια διάταξη νόμου προβλέπει αυτόματη γέννηση τόκων. Εν προκειμένω ελλείπει αυτή η προϋπόθεση δεδομένου ότι καμιά διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν προβλέπει την αυτοδίκαια καταβολή τόκων υπερημερίας, οι δε προσφεύγοντες δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα πριν από την καταβολή της κύριας οφειλής, δηλαδή πριν από την καταβολή των αναδρομικών αποδοχών.
20
Πρέπει να σημειωθεί σχετικώς ότι, εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας υπάρχει ενδεχομένως μόνο εφόσον η κύρια οφειλή είναι βεβαία ως προς το ποσό ή τουλάχιστον προσδιορίσιμη βάσει δεδομένων αντικειμενικών στοιχείων. Εν προκειμένω πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 3139/82 δεν υπήρχε βεβαία ή προσδιορίσιμη οφειλή.
21
Συγκεκριμένα, οι αρμοδιότητες που έχει το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως όσον αφορά την προσαρμογή των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού και τον καθορισμό των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται σ' αυτές τις αποδοχές και συντάξεις περιλαμβάνουν και εξουσία εκτιμήσεως· μέχρις ότου το Συμβούλιο ασκήσει τις αρμοδιότητες αυτές και εκδώσει τον προβλεπόμενο κανονισμό δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα ως προς το ύψος των εν λόγω προσαρμογών. Με την προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 το Δικαστήριο έκρινε μεν ότι το Συμβούλιο πρέπει να λαμβάνει υπόψη ορισμένα στοιχεία κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, πλην όμως, αντίθετα με όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες, δεν καθόρισε τα ποσά που οφείλονται πράγματι στους υπαλλήλους και στο λοιπό προσωπικό βάσει του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ούτε τα αντικειμενικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσαν να καθοριστούν με επαρκή ακρίβεια τα εν λόγω ποσά.
22
Απορριπτέο είναι εξάλλου και το επιχείρημα ότι ο κανονισμός 3139/82 αναγνώρισε, ακριβώς διότι είχε αναδρομική ισχύ, ότι σε κάθε παρέλευση των χρονικών ορίων που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως για την καταβολή των αποδοχών υπήρχε ήδη απαίτηση κάθε υπαλλήλου για συγκεκριμένο ποσό. Πράγματι πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 3139/82 το ποσό της κύριας απαίτησης δεν ήταν ορισμένο για την περίοδο μετά τη θέση σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού οι προσφεύγοντες δεν επικαλούνται καθυστέρηση στην καταβολή των ποσών που οφείλονταν βάσει αυτού.
23
Ανακύπτει εξάλλου το ζήτημα αν μπορεί να γίνει λόγος για υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας στην περίπτωση όπου καθυστερεί αδικαιολόγητα ο ίδιος ο καθορισμός του ύψους της απαιτήσεως των αποδοχών. Εν προκειμένω όμως το Συμβούλιο προκειμένου να συμμορφωθεί με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 1982 εξέδωσε χωρίς καθυστέρηση, στις 22 Νοεμβρίου 1982, τον κανονισμό 3139/82.
24
Συνεπώς δεν χωρεί εν προκειμένω καταβολή τόκων υπερημερίας. Άρα τα αιτήματα των προσφευγόντων, την εξέταση των οποίων παρέπεμψε στην ολομέλεια του Δικαστηρίου το τρίτο τμήμα με την προαναφερθείσα απόφαση της 4ης Ιουλίου 1985, πρέπει να απορριφθούν. Η προσφυγή τους πρέπει λοιπόν να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Koopmans
Bahlmann
Joliet
Bosco
Κακούρης
O' Higgins
Schockweiler
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Σεπτεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο προεδρεύων
Τ. Koopmans
πρόεδρος τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy