ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 271/83, 15, 36, 113, 158 και 203/84 και 13/85 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
Α — Κανονιονικό πλούσιο νης οιαφοράς
1. Αντικείμενο νης κοινής επιχειρήσεως JET
Βάσει του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, το Συμβούλιο, με την απόφαση 76/345/Ευρατόμ, της 25ης Μαρτίου 1976 ( OJ 1976, L 90, σ. 12 ), θέσπισε ένα σχέδιο έρευνας και εκπαιδεύσεως για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενεργείας στον τομέα της πυρηνικής συντήξεως και της φυσικής του πλάσματος για περίοδο 5 ετών από 1ης Ιανουαρίου 1976. Το σχέδιο αυτό αποβλέπει στο να « επιτευχθεί το στάδιο της εφαρμογής της ελεγχόμενης θερμοπυρηνικής συντήξεως» προκειμένου να εξασφαλιστεί μακροπρόθεσμα ο εφοδιασμός της Κοινότητας στον τομέα ιδίως της ενέργειας.
Εκτιμώντας ότι είναι αναγκαίο να αποκτήσει η Κοινότητα μια μεγάλη εγκατάσταση Torus τύπου Tokárnak, την αποκαλούμενη JET ( Joint European Torus ), το Συμβούλιο τροποποίησε προς το σκοπό αυτό το ανωτέρω αναφερόμενο πρόγραμμα με την απόφαση 78/470, της 30ής Μαΐου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 233). Με την απόφαση 78/471 της ίδιας ημέρας η εκτέλεση του σχεδίου αυτού ανατέθηκε σε μια κοινή επιχείρηση, την «Joint European Torus ( JET ), Joint Undertaking » (στο εξής: «JET»), που ιδρύθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V της Συνθήκης ΕΚΑΕ και με το καταστασηκό που επισυνάφθηκε στην προαναφερόμενη απόφαση ( ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 235 ).
Δυνάμει του πρώτου άρθρου του καταστατικού, η JET έχει έδρα την United Kingdom Atomic Energy Authority (στο εξής: UKAEA ή η φιξοξενούσα οργάνωση) στο Culham-Oxfordshire.
Η JET έχει ως μέλη:
—
την ΕΚΑΕ·
—
τη φιλοξενούσα οργάνωση ( UKAEA )·
—
αντίστοιχες με την τελευταία επιχειρήσεις στα άλλα κράτη μέλη της ΕΚΑΕ'
—
το National Swedish Board for Energy Source Development.
2. Σύνθεση και τρόποι προσλήψεως της ομάδας του σχεδίου JET (άρθρο 8 του καταστατικού)
Από το άρθρο 8, παράγραφος 3, του καταστατικού προκύπτει ότι τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως θέτουν στη διάθεση της προσωπικό ειδικευμένο στον επιστημονικό, τεχνικό και διοικητικό τομέα καθόλη τη διάρκεια πραγματοποιήσεως του σχεδίου JET.
Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, το προσωπικό που αποτελεί την ομάδα του σχεδίου περιλαμβάνει δύο σαφώς διακεκριμένες κατηγορίες:
α) το προσωπικό που προέρχεται από τη φιλοξενούσα οργάνωση
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, του καταστατικού:
« Το προσωπικό που διατίθεται από τη φιλοξενούσα οργάνωση θα συνεχίσει να απασχολείται από την οργάνωση αυτή υπό τους όρους απασχολήσεως που προβλέπονται από αυτή και θα διατίθεται από αυτή την κοινή επιχείρηση. »
β) Το προσωπικό που προέρχεται από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως και το λοιπό προσωπικό
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 5, του καταστατικού:
« Εκτός αντιθέτου αποφάσεως, ορισμένες ειδικές περιπτώσεις σύμφωνα με τις διαδικασίες διορισμού και διαχειρίσεως του προσωπικού που καθορίζονται από το συμβούλιο του JET, το προσωπικό που διατίθεται από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως, εκτός από τη φιλοξενούσα οργάνωση, καθώς και κάθε άλλο προσωπικό, προσλαμβάνεται από την Επιτροπή σε προσωρινές θέσεις, σύμφωνα με το καθεστώς που εφαρμόζεται στους λοιπούς υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και διατίθεται από την Επιτροπή στην κοινή επιχείρηση. »
Β — Γένεση και εξέλιξη της διαφοράς
Οι προσφεύγοντες, οι οποίοι είναι βρετανικής ιθαγένειας και τέθηκαν στη διάθεση της κοινής επιχείρησης από την UKAEA, διεκδικούν την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου της ΕΚΑΕ.
Σημειωτέον ότι η πραγματοποίηση του σχεδίου JET, του οποίου η προβλεπόμενη διάρκεια είναι δώδεκα έτη ( 1978-1990), έχει γίνει μέχρι σήμερα σε δύο φάσεις: στην αρχική φάση της, όπως αποκαλείται, κατασκευής ( 1978-1983) και στην, όπως αποκαλείται, λειτουργική φάση, η οποία άρχισε το Μάιο του 1983. Από τις περιστάσεις αυτές και από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν ως παράρτημα στις προσφυγές τους προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες αποτελούν στην πραγματικότητα δύο ή και τρεις ομάδες:
—
αυτοί οι οποίοι προσελήφθησαν από την UΚΑΕΑ για να ενταχθούν στο σχέδιο ( φάση λειτουργίας ), δηλαδή το 1983·
—
αυτοί οι οποίοι είχαν προσληφθεί από την UKAEA για να ενταχθούν στο σχέδιο (φάση κατασκευής), δηλαδή μεταξύ 1978 και 1983, και οι οποίοι εντάχθηκαν εκ νέου στο σχέδιο ( φάση λειτουργίας ) το 1983·
—
αυτοί οι οποίοι απασχολούνταν προηγουμένως από την UKAEA.
Με επιστολές που απέστειλαν στο διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως και στην Επιτροπή μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 1983 Kat εκ νέου μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 1983, όλοι οι προσφεύγοντες ζήτησαν.
—
από την Επιτροπή, βάσει του άρθρου 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, να προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων, με απόσπαση στην ομάδα του σχεδίου JET·
—
από την κοινή επιχείρηση και/ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες να αποζημιωθούν για τη χρηματική και κάθε άλλη ζημία υφισταμένη ή μελλοντική συνεπεία της υπαγωγής τους στο καθεστώς που κρίθηκε κατά το χρόνο της επιλογής τους ότι εφαρμόζεται σ' αυτούς.
Με εγκύκλιο της 1ης Νοεμβρίου 1983, ο διευθυντής της κοινής επιχειρήσεως γνωστοποίησε στους προσφεύγοντες ότι δεν ήταν σε θέση να δεχτεί την αίτηση τους λόγω του ότι « το προσωπικό της UKAEA θα συνεχίσει να απασχολείται από αυτή » ( παράρτημα 1 C των προσφυγών ).
Ενόψει της γενικής διατυπώσεως της εγκυκλίου αυτής και του γεγονότος ότι, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 11, των συμπληρωματικών διατάξεων του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως (παράρτημα 3 των προσφυγών ) ως προς την ένταξη και τη διοίκηση του προσωπικού της επιχείρησης, η εξουσία προσλήψεως προσωπικού μέχρι του βαθμού Α 4 μεταβιβάστηκε από την Επιτροπή στο διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως, οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι η εγκύκλιος αυτή συνιστά στην πραγματικότητα κοινοποίηση της απόφασης που έλαβε η Επιτροπή ως προς αυτούς.
Πάντως, αν η εγκύκλιος της 1ης Νοεμβρίου 1983 δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως κοινοποίηση, οι ενάγοντες προβάλλουν ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στην αίτηση τους.
Οι υπό κρίση προσφυγές ασκήθηκαν στις 13 Δεκεμβρίου 1983, 11 Ιανουαρίου,10 Φεβρουαρίου,26 Απριλίου,25 Ιουνίου,13 Αυγούστου 1984 και 18 Ιανουαρίου 1985 αντιστοίχως.
Με διαδοχικές διατάξεις του Δικαστηρίου της 29ης Φεβρουαρίου,14ης Μαρτίου,4ης Ιουλίου,26ης Σεπτεμβρίου,30ής Νοεμβρίου 1984 και 12ης Ιουνίου 1985, οι προσφυγές αυτές ενώθηκαν προς διευκόλυνση της διαδικασίας και έκδοση ενιαίας αποφάσεως.
Η Επιτροπή προέβαλε ενστάσεις απαραδέκτου των προσφυγών αυτών, δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού διαδικασίας, με υπομνήματα που πρωτοκολλήθηκαν στη γραμματεία στις 20 Ιανουαρίου, 21 Μαρτίου, 19 Ιουνίου, 10 Ιουλίου, 18 Σεπτεμβρίου 1984 και 21 Φεβρουαρίου 1985 αντιστοίχως.
Το Συμβούλιο προέβαλε επίσης ενστάσεις απαραδέκτου των προσφυγών αυτών με υπομνήματα που πρωτοκολλήθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Φεβρουαρίου, 6 Μαρτίου, 19 Ιουνίου, 26 Ιουλίου και 11 Σεπτεμβρίου 1984.
Με Διατάξεις της 19ης Οκτωβρίου και της 28ης Νοεμβρίου 1984 και με απόφαση της 12ης Ιουνίου 1985, το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεκδικάσει τις ενστάσεις αυτές με την ουσία των υποθέσεων.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο κάλεσε, στο πλαίσιο της εξετάσεως της δικογραφίας, την Επιτροπή και το Συμβούλιο να απαντήσουν σε ορισμένες ερωτήσεις.
Με απόφαση της 25ης Ιουνίου 1985, εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, οι υπό κρίση υποθέσεις ανατέθηκαν στο τρίτο τμήμα.
Εν συνεχεία της δημοσίας συνεδριάσεως της 14ης Νοεμβρίου 1985 και των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα που αναπτύχθηκαν στις 12 Δεκεμβρίου 1985, το τρίτο τμήμα έκρινε ότι έπρεπε να γίνει εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας.
Με Διάταξη της 13ης Φεβρουαρίου 1986, το Δικαστήριο ( τρίτο τμήμα ) παρέπεμψε τις υποθέσεις αυτές στην ολομέλεια του Δικαστηρίου.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο, προκειμένου να συμπληρώσει την εξέταση της δικογραφίας έθεσε δύο νέες ερωτήσεις στους διαδίκους.
Σύμφωνα με το άρθρο 54 του κανονισμού διαδικασίας, ως δικάσιμος για την προφορική διαδικασία ορίστηκε η ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την απάντηση στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
1)
δυνάμει των άρθρων 146, παράγραφος 2, και 147, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, ασκώντας έλεγχο νομιμότητας να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, που κοινοποιήθηκε σε καθέναν από τους προσφεύγοντες με έγγραφο του διευθυντή της JET, της 1ης Νοεμβρίου 1983 ( 1 ), καθόσον το έγγραφο αυτό συνιστά κοινοποίηση της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις των προσφευγόντων που υποβλήθηκαν με σχετικό έγγραφο τους·
2)
περαιτέρω ή επικουρικά, δυνάμει του άρθρου 148, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή, μη προσφέροντας στους προσφεύγοντες θέση έκτακτου υπαλλήλου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σύμφωνα με τη σχετική αίτηση τους, παρέβη τη Συνθήκη ΕΚΑΕ·
3)
εν πάση περιπτώσει, δυνάμει των άρθρων 151 και 188, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΕ και/ή των άρθρων 178 και 215, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ:
α)
να αναγνωρίσει ότι η Ευρατόμ και/ή η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα υποχρεούνται να αποζημιώσουν τους προσφεύγοντες για τη ζημία που υπέστησαν λόγω των παράνομων διαδικασιών πρόσληψης που αποφασίστηκαν και εφαρμόστηκαν από το Συμβούλιο και την Επιτροπή, αντίστοιχα·
β)
να διατάξει τους διαδίκους να προσπαθήσουν να έλθουν σε συμφωνία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί και, σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας, να καθορίσει το ποσό της αποζημίωσης αυτής και του αντίστοιχου τόκου και/ή
γ)
να διατάξει οποιοδήποτε άλλο μέτρο είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η πλήρης και πραγματική αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι προσφεύγοντες, ιδίως δε, αν χρειαστεί, να διατάξει να προσληφθούν οι προσφεύγοντες από την Επιτροπή ως έκτακτοι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
4)
δυνάμει του άρθρου 69 του κανονισμού διαδικασίας, να καταδικάσει τα καθών η προσφυγή ή εν πάση περιπτώσει το ένα απ' αυτά, στα δικαστικά έξοδα'
5)
δυνάμει του Οργανισμού του Δικαστηρίου και/ή του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, να διατάξει κάθε άλλο αναγκαίο μέτρο, καθώς και να επιδικάσει κάθε άλλη αποζημίωση που θα εθεωρείτο αναγκαία, δίκαιη ή εύλογη.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, στην περίπτωση κατά την οποία ή ένσταση απαραδέκτου δεν θα γινόταν δεκτή:
1)
να απορρίψει τις προσφυγές·
2)
να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.
Το ΣνμβούΑιο ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει τις προσφυγές ως απαράδεκτες, καθόσον στρέφονται κατά του Συμβουλίου και αποβλέπουν στην επιδίκαση αποζημιώσεως·
2)
στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αποφασίσει να εξετάσει κατ' ουσία τις υποθέσεις, να απορρίψει τις προσφυγές ως αβάσιμες·
3)
να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.
III — Σύνοψη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων των διαδίκων
Επί του παραοεκτού
Το Συμβούλιο δηλώνει ότι υιοθετεί την ένσταση απαραδέκτου που υπέβαλε η Επιτροπή, καθόσον πρόκειται για τις αποφάσεις του και την ευθύνη του.
Πάντως, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η κατ' ένσταση προβληθείσα έλλειψη νομιμότητας της προαναφερόμενης απόφασης 78/471, της 30ής Μαΐου 1978, εξαρτάται από το παραδεκτό της προσφυγής που στρέφεται κατά της απόφασης ή της παράλειψης της Επιτροπής, το Συμβούλιο δηλώνει ότι θα εκθέσει την άποψη του κατά την ενδεχόμενη συζήτηση επί της ουσίας.
Με την ανταπάντηση του, το Συμβούλιο δηλώνει ότι καθόσον φαίνεται ότι οι προσφεύγοντες αρνούνται ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας ισοδυναμεί με αίτημα μη εφαρμογής της απόφασης 78/471, επικαλείται το απαράδεκτο των προσφυγών, καθόσον στρέφονται κατά μιας γενικής αποφάσεως και ασκήθηκαν εκπρόθεσμα.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, αν υποτεθεί ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, οι προσφυγές είναι στο σύνολο τους απαράδεκτες ως ασκηθείσες εκπροθέσμως.
α) Επί της αρμοδιότητας του δικαστηρίου
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, χωρίς να αναπτύσσει περαιτέρω τον ισχυρισμό της, ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί εν προκειμένω προϋποθέτει συγχρόνως ότι:
—
οι πράξεις της κοινής επιχειρήσεως μπορούν να εξομοιωθούν με πράξεις των κοινοτικών οργάνων
—
οι πράξεις αυτές μπορούν να αμφισβητηθούν απευθείας ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων που προβλέπουν τα άρθρα 49 και 159 της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
Οι προσφεύγοντες διασαφηνίζουν ότι, πρώτον, οι προσφυγές τους δεν αφορούν καθόλου απόφαση της κοινής επιχειρήσεως, αλλά την άρνηση που προέβαλε την 1η Νοεμβρίου 1983 η Επιτροπή, μέσω του διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως, να τους προσλάβει ως έκτακτους υπαλλήλους ή, ενδεχομένως, την έλλειψη απαντήσεως στην υποβληθείσα σχετική αίτηση.
Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι, ενόψει, πρώτον, του γεγονότος ότι δυνάμει των ίδιων των συμπληρωματικών διατάξεων του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως (παράρτημα 3 των προσφυγών) ο διευθυντής της επιχείρησης αυτής ενεργεί ως εξουσιοδοτημένος από την Επιτροπή και, αφετέρου, σύμφωνα με το σαφέστατο έγγραφο που ο τελευταίος τους απηύθυνε στις 15 Δεκεμβρίου 1983, η επίδικη εγκύκλιος της 1ης Νοεμβρίου 1983 πρέπει να εκληφθεί ως περιλαμβάνουσα την άποψη της Επιτροπής σχετικά με την αίτηση τους ( έγγραφο της 15ης Δεκεμβρίου 1983 — παράρτημα 9 της προσφυγής ).
Δεύτερον, οι προσφεύγοντες υπογραμμίζουν ότι με την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1975 (Porrini και άλλοι κατά Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, 65/74, ECR σ. 319), το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Το άρθρο 152 ΕΚΑΕ πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται όχι μόνο στα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μόνιμου υπαλλήλου ή του λοιπού προσωπικού πλην των τοπικών υπαλλήλων, αλλά επίσης στα πρόσωπα που διεκδικούν την ιδιότητα αυτή. »
Κατά τους προσφεύγοντες, από τα προηγούμενα, και σύμφωνα με το άρθρο 155 ΕΚΑΕ, προκύπτει ότι η παρούσα διαφορά εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
β ) Επί του εκπροΟέομου των προσφυγών
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η επίδικη απόφαση της 1ης Νοεμβρίου 1983 συνιστά απλώς επιβεβαίωση της πρόσληψης των προσφευγόντων που αποφάσισε ο διευθυντής της κοινής επιχειρήσεως μεταξύ 1978 και Ιουλίου 1983. Όμως, σύμφωνα, με τη νομολογία του Δικαστηρίου που παγιοποιήθηκε κυρίως με την απόφαση της 22ας Μαρτίου 1961 (SNUPAT κατά Ανωτάτης Αρχής, 42 και 49/59, ECR σ. 101 ) και την απόφαση της 28ης Μαΐου 1980 ( Kuhner κατά Επιτροπής, 33 και 75/59, ECR σ. 1677 ), οι προθεσμίες που θέτει το άρθρο 173 ΕΟΚ, και επομένως το άρθρο 146 Ευρατόμ, δεν είναι δυνατό να παρακάμπτονται όταν η δήθεν άκυρη πράξη περιορίζεται στο να επιβεβαιώνει προγενέστερη πράξη η οποία δεν προσβλήθηκε εμπροθέσμως.
Το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως της απόφασης αυτής επεκτείνεται στα άλλα αιτήματα της προσφυγής. Η Επιτροπή αναφέρεται σχετικά στην απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966 (Ιταλία κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, 32/65, ECR σ. 594) και στην απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1966 (Schreckenberg κατά Επιτροπής, 59/65, ECR σ. 785 ).
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα δεχόταν την άποψη αυτή, η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί το επιχείρημα των προσφευγόντων οι οποίοι επικαλούνται την επέλευση ενός νέου γεγονότος που συνίσταται στη γνωμοδότηση του νομικού τους συμβούλου τον Ιούνιο του 1983' η γνωμοδότηση αυτή, με την οποία αμφισβητήθηκε η νομιμότητα του συστήματος προσλήψεως των βρετανών υπηκόων, έπρεπε, κατά τους προσφεύγοντες, να οδηγήσει σε νέα σχετική απόφαση της Επιτροπής.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η πρωτοβουλία να ζητηθεί γνωμοδότηση ανεξαρτήτων εμπειρογνωμόνων συνιστά αποκλειστική ενέργεια του προσωπικού της κοινής επιχειρήσεως και ότι αυτή η τελευταία, φροντίζοντας απλώς να ευνοήσει το καλό εργασιακό κλίμα, αρκέστηκε στο να αποδεχθεί το χρηματικό κόστος της γνωμοδότησης. Επομένως, η λήψη της γνωμοδότησης αυτής δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να ερμηνευτεί ως αναγνώριση από την κοινή επιχείρηση του παράνομου χαρακτήρα των διαδικασιών προσλήψεως.
Κατά τους προοφεΰγοντες, η πράξη που εκδόθηκε την 1η Νοεμβρίου 1983, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη επιβεβαιωτική προγενέστερων αποφάσεων, οι οποίες είχαν ληφθεί από την κοινή επιχείρηση. Προς στήριξη της άποψης αυτής, οι προσφεύγοντες προβάλλουν τα εξής:
α)
η προσβαλλόμενη απόφαση είναι η αρνητική απόφαση της Επιτροπής να προσλάβει τους προσφεύγοντες ως έκτακτους υπαλλήλους. Η απόφαση αυτή δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ως επιβεβαιωτική των προγενέστερων αποφάσεων που έλαβε το συμβούλιο της JET ή ο διευθυντής του σχεδίου όσον αφορά την επιλογή τους, ή η UKAEA, όσον αφορά την πρόσληψη τους και την τοποθέτηση τους στο σχέδιο JET ·
β)
Οι προσφεύγοντες έχουν προσληφθεί για τη φάση λειτουργίας του σχεδίου από την1η Ιουνίου 1983· έτσι, οι προσφυγές που ασκήθηκαν από το Δεκέμβριο 1983 δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εκπρόθεσμες.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα δεχόταν την άποψη αυτή, οι προσφεύγοντες επικαλούνται την επέλευση ενός νέου γεγονότος συνιστάμενου στο ότι το Σεπτέμβριο του 1982η νομιμότητα του συστήματος προσλήψεως των βρετανών υπηκόων, που αμφισβητήθηκε από την επιτροπή προσωπικού, παραπέμφθηκε προς εξέταση σε « ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες » με τη συναίνεση της διεύθυνσης της κοινής επιχειρήσεως. Μόνο όταν διαπίστωσαν ότι, παρά τα συμπεράσματα της έκθεσης που συνέταξαν οι εμπειρογνώμονες στις 8 Ιουνίου 1983 και συμπλήρωσαν με προσθήκη στις 17 Ιουνίου 1983, δεν θα επήρχετο καμιά μεταβολή, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν τις αιτήσεις τους για να προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι.
Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγοντες επικαλούνται το γεγονός ότι δεν είναι δυνατό να υποστούν τις συνέπειες — μέσω του απαραδέκτου των προσφυγών τους — του ότι δεν κατόρθωσαν να διαπιστώσουν την ύπαρξη πράξεως της Επιτροπής, η οποία τους αφορούσε, πριν από την επιστολή της 1ης Νοεμβρίου 1983, ενώ ο συντάκτης της πράξης αυτής δεν φρόντισε κατά κανένα τρόπο να τους παράσχει χρήσιμες σχετικές διευκρινίσεις.
Ενόψει του προβαλλόμενου απαραδέκτου των αιτημάτων αποζημιώσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν πρωτίστως ότι, αφενός, καθόσον η μόνη κοινοτική απόφαση που εκδόθηκε πριν από την επίδικη επιστολή της 1ης Νοεμβρίου 1983 ήταν η απόφαση 78/471 του Συμβουλίου, αφετέρου, καθόσον η τελευταία αυτή απόφαση δεν ήταν δυνατό να προσβληθεί ευθέως με προσφυγή από τους ιδιώτες, δεν μπορεί να γίνει εγκαίρως επίκληση της αρχής που καθιερώθηκε με την απόφαση Schreckenberg.
Οι προσφεύγοντες διασαφηνίζουν εν συνεχεία ότι το αίτημα αποζημιώσεως δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην έλλειψη νομιμότητας που αποτελεί τη βάση των αιτημάτων ακυρώσεως, αλλά επίσης σε ανακριβείς δηλώσεις που δεν επανόρθωσε η Επιτροπή, σχετικά με την έλλειψη δυνατότητας προσλήψεως των υποψηφίων βρετανικής ιθαγενείας ως εκτάκτων υπαλλήλων.
Τέλος, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι δυνάμει του άρθρου 44 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚΑΕ (άρθρο 43 του Οργανισμού ΕΟΚ), οι αγωγές αποζημιώσεως παραγράφονται σε 5 χρόνια από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος.
α) Επί της ουσίας
Επί των αιτημάτων ως προς την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως Προς στήριξη των αιτημάτων αυτών, οι προσφεύγοντες επικαλούνται τους ακόλουθους λόγους:
— Επί του πρώτου λόγου που απορρέει από την παράβαση των διατάξεων του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως (άρθρο 8) και την παραβίαση θεμελιωδών αρχών, όπως της αρχής της Ίσης μεταχειρίσεως και της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας
Κατά τους προσφεύγοντες, από το προαναφερθέν άρθρο 8 του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως προκύπτει σαφώς ότι όλα τα μέλη του προσωπικού που αποτελούν την ομάδα του σχεδίου έχουν δικαίωμα να προσληφθούν από την Επιτροπή ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων εκτός εκείνων οι οποίοι, κατά τη στιγμή της επιλογής τους για να καταλάβουν θέση στην ομάδα του σχεδίου, απασχολούνταν ήδη από την UKAEA. Επομένως, η πρακτική που συνίσταται στην προσφορά στους υποψηφίους βρετανικής ιθαγενείας, οι οποίοι δεν είναι μέλη της UKAEA, της δυνατότητας να εισέρχονται στην ομάδα του σχεδίου μόνο υπό τις προϋποθέσεις απασχολήσεως που είχε προτείνει η φιλοξενούσα οργάνωση αντιβαίνει στο γράμμα του καταστατικού.
Οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι εκτός από την παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων του καταστατικού, η επικρινόμενη πρακτική παραβαίνει το σκοπό των διατάξεων περί προσλήψεως που περιλαμβάνονται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του καταστατικού, κατά το οποίο:
« Η σύνθεση της ομάδας του σχεδίου πρέπει να επιτυγχάνει λογική ισορροπία μεταξύ της ανάγκης, αφενός, για την εγγύηση του κοινοτικού χαρακτήρα του σχεδίου... και, αφετέρου, της ανάγκης για την παροχή στο διευθυντή του σχεδίου όσο το δυνατόν ευρύτερων εξουσιών στο θέμα επιλογής του προσωπικού προς το συμφέρον αποτελεσματικής διαχειρίσεως. »
Η παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων του καταστατικού και η παραβίαση θεμελιωδών αρχών αποδεικνύεται από το γράμμα των εγκυκλίων με τις οποίες η διεύθυνση προσωπικού της κοινής επιχειρήσεως γνωστοποιεί την παραλαβή των υποψηφιοτήτων ή ανακοινώνει την απόφαση επιλογής στους ενδιαφερομένους- το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών ποικίλλει αναλόγως του αν ο γενόμενος δεκτός υποψήφιος απασχολείται ήδη από την UKAEA, είναι βρετανός υπήκοος μη απασχολούμενος ακόμη από την UKAEA ή δεν ανήκει σε καμιά από τις δύο αυτές κατηγορίες.
Τα έγγραφα που απεστάλησαν στις διάφορες αυτές κατηγορίες υποψηφίων διευκρινίζουν ότι οι ενδιαφερόμενοι, ήδη μέλη της UKAEA « θα εξακολουθήσουν να απασχολούνται από την UKAEA» (παραρτήματα 9 και 10 των προσφυγών ), ότι οι « βρετανοί υποψήφιοι οι οποίοι έχουν επιλεγεί για τις θέσεις JET είναι ή γίνονται μέλη της UKAEA... » και ότι η « μεταγενέστερη τοποθέτηση τους στην JET θα εξαρτηθεί από τους όρους και τις προϋποθέσεις της σύμβασης (τους) με την UKAEA» (παραρτήματα 11 και 12 των προσφυγών) και ότι οι άλλοι υποψήφιοι ( μη μέλη της UKAEA και μη βρετανοί υπήκοοι ) « θα διοριστούν σ' αυτό το βαθμό και κλιμάκιο της μισθολογικής κλίμακας Ευρατόμ » ( παράρτημα 13 των προσφυγών ).
Τέλος, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι το σύστημα προσλήψεως που τέθηκε έτσι σε εφαρμογή δεν αντιστοιχεί στους όρους των ανακοινώσεων κενών θέσεων της JET, διότι με τις ανακοινώσεις δεν γινόταν καμιά αναφορά στην ιθαγένεια και δεν αναφερόταν καθόλου η σημασία του στοιχείου αυτού για τη μεταγενέστερη υπηρεσιακή κατάσταση των ενδιαφερομένων. Οι προσφεύγοντες διευκρινίζουν σχετικά ότι οι κενές θέσεις στην ομάδα του σχεδίου αποτελούν αντικείμενο ανακοινώσεων κενών θέσεων που διανέμονται εντός της κοινής επιχειρήσεως και στα μέλη της και, ενδεχομένως, αντικείμενο ανακοινώσεων στις εφημερίδες και στα επαγγελματικά δημοσιεύματα. Όμως, οι ανακοινώσεις που δημοσιεύτηκαν και διανεμήθηκαν στα μέλη της κοινής επιχειρήσεως ανέφεραν μόνο το βαθμό Ευρατόμ της κενής θέσης· μόνο οι ανακοινώσεις κενών θέσεων που διανεμήθηκαν μέσα στην ίδια την κοινή επιχείρηση και στην UKAEA αναφέρουν εξάλλου το βαθμό UKAEA της θέσης [παράρτημα 7 α) και β) των προσφυγών ]. Εκτός από τις σχετικές αναφορές στη φύση της εργασίας, τα συναφή καθήκοντα και ευθύνες της προτεινόμενης θέσεως και τα απαιτούμενα προσόντα ή πείρα, όλες οι ανακοινώσεις κενών θέσεων αναφέρονταν στους όρους απασχολήσεως που διατυπώνονται με το προαναφερόμενο άρθρο 8, παράγραφοι 4 και 5, του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η άποψη των προσφευγόντων ότι, δυνάμει του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως, οι βρετανοί υπήκοοι και οι υπάλληλοι της φιλοξενούσας οργάνωσης δεν έχουν τη δυνατότητα να προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων είναι ανακριβής και ότι, κατά συνέπεια, όλες οι πλημμέλειες που προβάλλουν οι προσφεύγοντες δεν είναι βάσιμες.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει πρωτίστως ότι, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη της προαναφερθείσας αποφάσεως 78/471 του Συμβουλίου, περί ιδρύσεως της κοινής επιχειρησεως, το σχέδιο JET πρέπει να είναι καρπός μιας « κοινής προσπάθειας » που να επιτρέπει « αποτελεσματική αλληλεπίδραση και συνεργασία μεταξύ του σχεδίου και των εργαστηρίων που συνδέονται με το πρόγραμμα συντήξεως ». Οι έννοιες αυτές της « κοινής προσπάθειας », της « αλληλεπίδρασης » και της « συνεργασίας » αντικατοπτρίζονται στη σύνθεση της κοινής επιχειρήσεως, τα μέλη της οποίας περιλαμβάνονται στον κατάλογο του άρθρου 1, παράγραφος 3, του καταστατικού, και στην υποχρέωση των μελών να θέτουν στη διάθεση της κοινής επιχειρήσεως ειδικευμένο προσωπικό, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του καταστατικού.
Η Επιτροπή εκθέτει εν συνεχεία ότι το βασικό σύστημα που διέπει την πρόσληψη του προσωπικού της ομάδας του σχεδίου εξαρτάται από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως. Στην πραγματικότητα, οι υποψηφιότητες για τις κενές θέσεις της JET δεν μπορούν να γίνουν δεκτές παρά μόνο αν υποστηρίζονται από ένα από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως. Η ευθύνη αυτών των μελών υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 8, του καταστατικού, υποχρεούνται να επαναπροσλάβουν το εν λόγω προσωπικό μετά το πέρας της απασχολήσεως του στο σχέδιο JET. 'Ετσι, οι υπάλληλοι της UKAEA παραμένουν στην υπηρεσία της τελευταίας και οι έκτακτοι υπάλληλοι επιστρέφουν στα μέλη που τους είχαν προτείνει. Αν ένα πρόσωπο υποβάλει υποψηφιότητα και επιλεγεί χωρίς να έχει προταθεί από ένα μέλος της κοινής επιχειρήσεως, η πρόσληψη του λήγει αυτομάτως μετά από περίοδο τριών ετών, εκτός αν εν τω μεταξύ ο υποψήφιος βρει μέλος για να τον υποστηρίξει. Πάντως, στις περισσότερες περιπτώσεις του είδους αυτού, ο διευθυντής του σχεδίου προτείνει την πρόσληψη επιλεγέντος υποψηφίου μόνο αν υπάρχουν δυνατότητες να εξευρεθεί μέλος που να τον υποστηρίξει, προκειμένου να αποφεύγεται η αποχώρηση εξαιρετικά ειδικευμένου προσωπικού πριν από το πέρας των εργασιών.
Στο πλαίσιο αυτών ακριβώς των τρόπων προσλήψεως οι προσφεύγοντες, προερχόμενοι από μέλη της κοινής επιχειρήσεως εκτός της UKAEA, θα είχαν εντούτοις προσληφθεί από τη φιλοξενούσα οργάνωση, λόγω του ότι δεν είχαν προταθεί από τον αρχικό τους εργοδότη.
Κατά την Επιτροπή, η έννοια « άλλο προσωπικό » που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 5, του καταστατικού δεν είχε συγκεκριμένη εφαρμογή και δεν αναφέρεται ούτε στις συμπληρωματικές διατάξεις του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως, που θέσπισε το συμβούλιο της JET, ούτε στις ανακοινώσεις κενών θέσεων.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι η έννοια « άλλο προσωπικό », ερμηνευόμενη όπως προτείνουν οι προσφεύγοντες, δηλαδή ότι κάθε υποψήφιος, εκτός από τους υπαλλήλους της UKAEA, που τοποθετείται στην ομάδα του σχεδίου γίνεται αυτομάτως έκτακτος υπάλληλος των Κοινοτήτων, δεν μπορεί να υποστηριχτεί για τους ακόλουθους ουσιαστικά λόγους:
—
η άποψη των προσφευγόντων θα οδηγούσε στη δημιουργία μιας σημαντικής κατηγορίας προσωπικού στην οποία δεν θα είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του καταστατικού και οι συμπληρωματικές διατάξεις της κοινής επιχειρήσεως, θα εμπόδιζε την εκ περιτροπής χρησιμοποίηση του προσωπικού που διατίθεται στην ομάδα του σχεδίου και θα δημιουργούσε αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση μεταξύ του προσωπικού που απασχολούνταν ήδη από τα μέλη κατά την επιλογή του και του προσωπικού που θα προσλαμβανόταν από αυτά ενόψει της τοποθέτησης του στην ομάδα του σχεδίου
—
θα ήταν εξάλλου αδύνατο να εφαρμοστεί, αν ληφθεί υπόψη ο αριθμός των θέσεων εκτάκτων υπαλλήλων που εγκρίθηκαν για το σχέδιο JET και το ότι ο κοινοτικός προϋπολογισμός περιόρισε σε 150 και εν συνεχεία σε 165 τους έκτακτους υπαλλήλους.
Αφού υπογράμμισε ότι η ανάλυση στην οποία προέβη δεν συνεπάγεται καθόλου τη μη οριστική εφαρμογή της έννοιας « άλλο προσωπικό », η Επιτροπή δηλώνει ότι η έννοια αυτή έχει κατά πάσα πιθανότητα επινοηθεί για την εντελώς εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία υποψήφιος, για οποιοδήποτε λόγο, δεν θα είχε προταθεί από ένα από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως.
Κατά την Επιτροπή, από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ο τρόπος με τον οποίο η κοινή επιχείρηση εφάρμοσε μέχρι τώρα το καταστατικό είναι σύμφωνος με το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων του.
— Επί νου δευτέρου λόγου, που προβάλλεται καν' ένσνασ//, και που αννλείναι από νψ έλλειψη νομιμότητας νου καναοναονικού νης κοινής επιχειρήσεως, καθόσον νο κανασνανικό επινρέπει σύστημα προσλήψεως αννίΟενο προς νις θεμελιώδεις αρχές νου κοινονικού δικαίου
Αν, όπως υποστηρίζουν η Επιτροπή και το Συμβούλιο, το εφαρμοζόμενο σύστημα προσλήψεων ανταποκρίνεται στο γράμμα της απόφασης 78/471, παραμένει, κατά τους προσφεύγοντες, το ζήτημα αν το γεγονός ότι επιφυλάσσεται διαφορετική υπηρεσιακή κατάσταση στους βρετανούς υποψηφίους, πράγμα που δεν αμφισβητείται καθόλου από τους καθών, είναι σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο.
Κατά την άποψη των προσφευγόντων, η διάκριση που εισάγεται με το άρθρο 8, παράγραφοι 4 και 5, του καταστατικού μεταξύ του προσωπικού που ήδη απασχολείται και του προσωπικού το οποίο δεν είχε ακόμη προσληφθεί από την UKAEA κατά τη στιγμή της επιλογής του, προκειμένου να περιληφθεί στην ομάδα του σχεδίου, συνιστά στην πραγματικότητα συγκεκαλυμμένη δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας σε βάρος των βρετανών αποκλειστικά υπηκόων, ανάλογη με εκείνη που κατέκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1978 (Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, 61/77, ECR σ. 450). Η δυσμενής αυτή διάκριση προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 8, παράγραφοι 3 και 5, του καταστατικού δυνάμει των οποίων, αφενός, τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως έχουν την υποχρέωση να θέτουν στη διάθεση της τελευταίας προσωπικό, ενώ το προσωπικό αυτό έχει, κατά πάσα πιθανότητα, την ιθαγένεια του εν λόγω μέλους, και όπου, αφετέρου, το καταστατικό της κοινής επιχειρήσεως αποκλείει τη δυνατότητα να προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι της Κοινότητας μόνο οι υποψήφιοι που τίθενται στη διάθεση της JET από την UKAEA, δηλαδή οι βρετανοί υπήκοοι.
Το γεγονός και μόνο όμως ότι περιλαμβάνονται στο προσωπικό της UKAEA κατά τη στιγμή της επιλογής τους δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διαφορά υπηρεσιακής καταστάσεως και μεταχειρίσεως που παρατηρείται μεταξύ των διαφόρων μελών της ομάδας του σχεδίου. Η διαφορά αυτή αντιβαίνει προς την κοινοτική φύση του σχεδίου στην οποία αναφέρεται το άρθρο 8 του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως. Κατά τη γνώμη των προσφευγόντων, κανένα από τα επιχειρήματα του Συμβουλίου δεν είναι ικανό να παράσχει απάντηση στους ισχυρισμούς τους, διότι η προβαλλόμενη από αυτούς διάκριση έγκειται όχι στις διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ των όρων απασχολήσεως του προσωπικού UKAEA και εκείνων των υπαλλήλων της Κοινότητας, αλλά αποκλειστικά στο σύστημα προσλήψεων της κοινής επιχειρήσεως, που προβλέπει διαφορετική υπηρεσιακή κατάσταση μόνο για τα μέλη της ομάδας του σχεδίου που έχουν τη βρετανική ιθαγένεια.
Το επιχείρημα που το Συμβούλιο αντλεί από τη σύγκριση μεταξύ του σχεδίου JET και των εθνικών εργαστηρίων με τα οποία η Ευρατόμ συνεργάζεται στερείται σημασίας τόσο από άποψη περιστατικών όσο και από άποψη αρχών. Οι προσφεύγοντες αναφέρονται σχετικά στην προαναφερθείσα απόφαση 78/470, της 30ής Μαΐου 1978, με την οποία γίνεται ακριβώς η διάκριση μεταξύ των μερών του προγράμματος συντήξεως που ανατέθηκαν στην κοινή επιχείρηση και των μερών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συνεργασιών ή συμβάσεων ορισμένης διάρκειας.
Οι προσφεύγοντες προσθέτουν ότι, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται το Συμβούλιο, το άρθρο 8, παράγραφος 2, του καταστατικού δεν συνεπάγεται καθόλου ότι οι υποψήφιοι βρετανικής ιθαγένειας προσλαμβάνονται μόνο από την UKAEA και ότι η Επιτροπή προσλαμβάνει μόνο προσωπικό άλλων ιθαγενειών πλην της βρετανικής. Ο ισχυρισμός αυτός αντιβαίνει εξάλλου προς το άρθρο 12 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.
Σε απάντηση στα επιχειρήματα της Επιτροπής, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι οι διατάξεις του καταστατικού δεν συνεπάγονται καθόλου την υποχρέωση για τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως να προτείνουν και να υποστηρίξουν τους υποψηφίους στο σχέδιο JET. Οι προσφεύγοντες παρατηρούν ότι στην πραγματικότητα οι προσλήψεις του προσωπικού είναι πολυποίκιλης προελεύσεως, χωρίς αυτόματη υποστήριξη και/ή χωρίς την εγγύηση επαναπροσλή-ψεως από τον αρχικό εργοδότη. Η προϋπόθεση υποστηρίξεως δεν αναφέρεται εξάλλου καθόλου στα έγγραφα που απευθύνθηκαν στους προσφεύγοντες. Κατά τους προσφεύγοντες, οι παρατηρηθείσες δυσμενείς διακρίσεις δεν μπορούν, εξάλλου, να καλυφθούν με τα επιχειρήματα που αφορούν τον προϋπολογισμό και που ανέπτυξε η Επιτροπή.
Κατά την άποψη των προσφευγόντων, είναι αδιανόητο να γίνει δεκτό ότι τα κοινοτικά όργανα μπορούν, όταν δεν συντρέχουν λόγοι δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας, να θεσπίζουν ή να εφαρμόζουν σύστημα προσλήψεων ανάλογα με κριτήρια των οποίων την κατάργηση επιβάλλουν στα κράτη μέλη.
Σχετικά, οι προσφεύγοντες αναφέρονται κυρίως στις διατάξεις του άρθρου 96 της Συνθήκης ΕΚΑΕ που επιβάλλει στα κράτη μέλη να καταργήσουν έναντι των υπηκόων κρατών μελών κάθε περιορισμό λόγω ιθαγενείας για την κατάληψη θέσεων ειδικευμένου προσωπικού στον πυρηνικό τομέα. Εξάλλου, οι προ- φεύγοντες αναφέρονται στα άρθρα 48, 49 και 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και στις διατάξεις που εκδόθηκαν για την εφαρμογή τους, καθώς και στη νομολογία που παγιοποιήθηκε κυρίως με την απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977 ( Ruckdeschel κατά Hauptzollamt Hamburg-St. Annen, 117/76 και 16/77, ECR σ. 1753, σκέψη 7 ).
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το σύστημα προσλήψεων του προσωπικού λαμβάνει υπόψη τον προσωρινό χαρακτήρα της κοινής επιχειρήσεως. Επιτρέπει στο Συμβούλιο να καταργήσει τις θέσεις που δημιουργήθηκαν ειδικά για το σχέδιο JET, όταν το σχέδιο αυτό περατωθεί, χωρίς να δημιουργηθούν κοινωνικά προβλήματα και χωρίς να υποχρεωθεί η Κοινότητα να εντάξει το προσωπικό στους μόνιμους υπαλλήλους.
Οι κανόνες επιλογής και προσλήψεως του προσωπικού του σχεδίου έχουν ως πρότυπο το σύστημα συνεργασίας που εφαρμόστηκε προγενέστερα μεταξύ της Κοινότητας και των συνδεδεμένων εργαστηρίων συντήξεως και στο πλαίσιο του οποίου 78 κοινοτικοί υπάλληλοι εργάζονται μαζί με 3000 περίπου εθνικούς υπαλλήλους στα διάφορα υπό εκτέλεση προγράμματα. Η πολιτική προσλήψεων του σχεδίου JET και των εργαστηρίων αυτών είναι σε μεγάλο βαθμό όμοιες.
Ένα τέτοιο σύστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 45 μέχρι 51 και του άρθρου 96 της Συνθήκης ΕΚΑΕ από το γεγονός και μόνο ότι επωφελείται από την ιδιαίτερη κατάσταση της φιλοξενούσας οργάνωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού και ενώ επιτρέπει στους υπηκόους διαφόρων χωρών να καταλάβουν θέσεις ειδικευμένου προσωπικού στον πυρηνικό τομέα.
Οι συνέπειες που απορρέουν από τη θέση των προσφευγόντων θα ήταν απαράδεκτες μόνο αν συνεπάγονταν όρους εργασίας διαφορετικούς για τους υπαλλήλους της UKAEA, ανάλογα με την ένταξη τους ή τη μη ένταξη τους στο σχέδιο, πράγμα που δεν συμβαίνει. Επομένως, το σύστημα προσλήψεων είναι σύμφωνο με τα άρθρα 48 και 49 της Συνθήκης ΕΟΚ, αν βεβαίως υποτεθεί ότι οι διατάξεις αυτές έχουν εν προκειμένω εφαρμογή.
Κατά την Επιτροπή, είχαν μελετηθεί άλλα συστήματα προσλήψεων του προσωπικού, αλλά δεν κατέστη δυνατό να υιοθετηθούν λόγω της κοινοτικής φύσεως του σχεδίου: αν όλο το προσωπικό επαναπροσλαμβανόταν από την UKAEA, το σύστημα δεν θα ήταν αρκετά ελκυστικό. Αν παρέμενε υπό τον έλεγχο του « μέλους του », η διοίκηση του προσωπικού δεν θα ήταν αρκετά συγκεντρωτική' αν η κοινή επιχείρηση ήταν ο εργοδότης, το σύστημα δεν θα προσέφερε επαρκείς εγγυήσεις απασχολήσεως κατά το πέρας του σχεδίου. Κατά συνέπεια, είναι εντελώς εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι το σύστημα έχει επινοηθεί με την « πρόθεση » να καταλήγει σε διαφορετική μεταχείριση αναλόγως της ιθαγενείας και ότι το σύστημα αυτό αντιβαίνει προς το άρθρο 12 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό· η πρόσληψη έκτακτων υπαλλήλων γίνεται με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση.
Το Συμβούλιο δηλώνει ότι η διαφορετική μεταχείριση που διαπιστώνεται μεταξύ των δύο ομάδων προσωπικού (UKAEA και Ευρατόμ) δεν προκύπτει από την απόφαση του 78/471, αλλά από τη διαφορά του καθεστώτος υπηρεσιακής καταστάσεως που εφαρμόζεται στις ομάδες αυτές. Πάντως, το Συμβούλιο θεωρεί σχετικά ότι δεν μπορεί να υπάρχει δυσμενής διάκριση καθόσον, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες, η κατάσταση των δύο αυτών ομάδων προσωπικού δεν είναι πανομοιότυπη και συνεπώς, δεν χρειάζεται όμοια μεταχείριση.
Κατά το Συμβούλιο, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, των πράξεων για τις οποίες φέρει αποκλειστική ευθύνη η κοινή επιχείρηση, δηλαδή τη θέσπιση των ( « supplementary rules concerning the assignment and management of the staff of the JET Joint Undertaking » ) συμπληρωματικών κανόνων που διέπουν την πρόσληψη και τη διοίκηση του προσωπικού της κοινής επιχειρήσεως JET ( παράρτημα 3 των προσφυγών ), και των αποφάσεων επιλογής ( και όχι προσλήψεως ) του προσωπικού, αφετέρου, των πράξεων για τις οποίες φέρει ευθύνη η Κοινότητα, δηλαδή την προαναφερθείσα απόφαση 78/471 του Συμβουλίου και των αποφάσεων ως προς την πρόσληψη έκτακτων υπαλλήλων της Κοινότητας, που ο διευθυντής της κοινής επιχειρήσεως λαμβάνει κατόπιν εξουσιοδοτήσεως της Επιτροπής.
Επιθυμώντας να επικεντρώσει τις παρατηρήσεις του στους λόγους που οδήγησαν στη λήψη της απόφασης 78/471, το Συμβούλιο εκθέτει ότι, αντί να αναθέσει το πρόγραμμα συντήξεως στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Ερευνών, οπότε το προσωπικό που θα εντασσόταν στο εν λόγω πρόγραμμα θα ήταν προσωπικό της Ευρατόμ, προτίμησε να δημιουργήσει μια κοινή επιχείρηση στηριζόμενη στη σύνδεση μεταξύ της ΕΚΑΕ και όλων των εργαστηρίων της Κοινότητας και των εργαστηρίων των τρίτων χωρών τα οποία, κατ' εφαρμογή συμφωνιών που έχουν συνάψει με αυτή, πραγματοποιούν έρευνες στον οικείο τομέα. Από την επιλογή αυτή προέκυψε μια συνεργασία μεταξύ του προσωπικού Ευρατόμ και εκείνου των διαφόρων εργαστηρίων, κατά το παράδειγμα της συνεργασίας με τα εθνικά εργαστήρια, όπου συμμετέχει το προσωπικό Ευρατόμ.
Κατά το Συμβούλιο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να υπαχθεί στο ίδιο υπηρεσιακό καθεστώς προσωπικό που εξαρτάται από διαφορετικούς εργοδότες, λόγω του ότι συνεργάζεται στο ίδιο σχέδιο· επίσης, δεν υπάρχει κανένας λόγος να τύχει διαφορετικής μεταχειρίσεως το προσωπικό της UKAEA αναλόγως του αν είναι ενταγμένο ή όχι στο σχέδιο JET, ή ακόμη να υπαχθούν στο υπηρεσιακό καθεστώς Ευρατόμ όλα τα μέλη του προσωπικού των διαφόρων εργαστηρίων που προσλήφθηκαν για την εκτέλεση του προγράμματος συντήξεως επειδή υπάλληλοι της Ευρατόμ εργάζονται στο πρόγραμμα αυτό. Επομένως, η διαφορά υπηρεσιακής καταστάσεως που παρατηρείται μεταξύ των μελών της ομάδας του σχεδίου δεν οφείλεται καθόλου σε δυσμενή διάκριση, αλλά προκύπτει από το ό,τι το προσωπικό ανήκει σε διαφορετικούς οργανισμούς.
Το Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι, λόγω της ειδικής τους θέσεως στην κοινή προσπάθεια που καταβάλλουν όλα τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως, η Ευρατόμ και η UKAEA εμφανίζονται ως εργοδότες του προσωπικού που εντάχθηκε στην κοινή επιχείρηση, η πρώτη ως δημιουργός της επιχείρησης, η δεύτερη ως φιλοξενούσα οργάνωση. Οι αντίστοιχες αυτές καταστάσεις αντικατοπτρίζονται στην κατανομή των χρηματικών δαπανών που διασαφηνίζεται με το άρθρο 9, παράγραφος 1, του καταστατικού και στις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στην UKAEA με το παράρτημα του καταστατικού που έχει τίτλο «Υποστήριξη εκ μέρους της φιλοξενούσης οργανώσεως ».
Το Συμβούλιο διασαφηνίζει εξάλλου ότι, μολονότι η κοινή επιχείρηση JET είναι μια από τις οκτώ κοινές επιχειρήσεις που υπάρχουν προς το παρόν, είναι η μόνη που διαθέτει προσωπικό αποσπασμένο σ' αυτή από δύο άλλους εξωτερικούς εργοδότες, την UKAEA και την Ευρατόμ, καθόσον οι άλλες επιχειρήσεις διαθέτουν δικό τους προσωπικό, που διέπεται από το ίδιο υπηρεσιακό καθεστώς. Οι διατάξεις του άρθρου 8 του καταστατικού, που επαναλαμβάνουν τη διάκριση αυτή μεταξύ των δύο προαναφερθέντων εργοδοτών, περιορίζεται έτσι να διασαφηνίσει τον τρόπο με τον οποίο η κοινή επιχείρηση θα επανδρώνεται, και δεν περιλαμβάνει καμιά από τις διακρίσεις που ανέφεραν οι προσφεύγοντες, όσον αφορά την ιθαγένεια των υποψηφίων ή το ότι ανήκαν στην UKAEA πριν από την επιλογή.
Κατά το Συμβούλιο, η επιλογή να επανδρωθεί η κοινή επιχείρηση όχι με δικό της προσωπικό που να διέπεται από το ίδιο υπηρεσιακό καθεστώς, αλλά με προσωπικό που διατίθεται από τα μέλη της επιχείρησης αυτής δεν μπορεί να θεωρηθεί πλημμελής λόγω δυσμενούς διακρίσεως' κατά συνέπεια, το ίδιο ισχύει ως προς τα αποτελέσματα της επιλογής αυτής, δηλαδή ότι το ήμισυ περίπου του προσωπικού της κοινής επιχειρήσεως είναι βρετανικής ιθαγένειας λόγω του ότι ανήκει στην UKAEA και το προσωπικό που διατέθηκε από την Ευρατόμ είναι, στην πραγματικότητα, άλλης ιθαγένειας πλην της βρετανικής. Τα επιχειρήματα που αντλούνται από την παράβαση του άρθρου 12 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό δεν είναι πάντως λυσιτελή, καθόσον η εφαρμογή της διάταξης αυτής πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με το σύνολο των έκτακτων υπαλλήλων των κοινοτικών οργάνων και όχι σε ένα περιορισμένο πλαίσιο, όπως αυτό των υπαλλήλων που έχουν αποσπασθεί στην JET. Το Συμβούλιο παρατηρεί ότι, εν πάση περιπτώσει, η άποψη των προσφευγόντων, θα συνεπήγετο εισαγωγή μιας άλλης δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος του προσωπικού UKAEA που δεν τοποθετήθηκε στην JET, αλλά συνεργάζεται στο πρόγραμμα συντήξεως.
— Επί τον τρίτον Åoyov πον αντλείται από τψ παράβαση τον άρθρον 162 της Σννθήκης ΕΚΑΕ
Οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι η επίδικη εγκύκλιος της 1ης Νοεμβρίου 1983 δεν περιλαμβάνει καμιά αιτιολογία ως προς τα διάφορα επίμαχα σημεία που αναφέρθηκαν πιο πάνω και περιλαμβάνονται στις επιστολές που απηύθυναν οι προσφεύγοντες στο διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως και στην Επιτροπή- το καταστατικό της κοινής επιχειρήσεως, στο οποίο περιορίζεται να παραπέμψει η επίδικη απόφαση, καθώς και η απόφαση 78/47.1 του Συμβουλίου, έχουν θεσπιστεί κατά παράβαση της ίδιας αυτής διατάξεως της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
Το Συμβούλιο, δηλώνει ότι, εφόσον οι παρατηρηθείσες διαφορές μεταχειρίσεως ανταποκρίνονται σε διαφορετική αντικειμενική κατάσταση, δεν υπήρχε λόγος να αιτιολογηθούν με την απόφαση 78/471.
β) Επί των επικουρικών αιτημάτων Aóyco παραλείψεως
Οι προσφείψοντες δηλώνουν ότι τα αιτήματα αυτά, που υποβάλλονται αποκλειστικά για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν θα θεωρήσει ότι εγκύκλιοι της 1ης Νοεμβρίου 1983 καθορίζουν τη θέση της Επιτροπής και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή απέφυγε να ενεργήσει μολονότι κλήθηκε ειδικά προς τούτο, στηρίζονται στα ίδια επιχειρήματα όπως αυτά που εκτίθενται προς στήριξη των αιτημάτων ακυρώσεως.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι δυνατό να της προσάπτεται παράλειψη, καθόσον εναπόκειται μόνο στο διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως να αποφασίζει επί των υποψηφιοτήτων, ο δε τελευταίος καθόρισε τη θέση του προβαίνοντας στο διορισμό.
γ) Επί των αιτημάτων αποζημιώσεως
Οι προσφεύγοντες ζητούν αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν και υφίστανται λόγω του ότι δεν προσλήφθηκαν ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων.
Η εξωσυμβατική υποχρέωση των Κοινοτήτων να αποκαταστήσουν μια τέτοια ζημία προκύπτει συγχρόνως από τον παράνομο χαρακτήρα του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως που θεσπίστηκε με την απόφαση 78/471 του Συμβουλίου, την εφαρμογή από την Επιτροπή — ενεργούσα είτε απευθείας είτε μέσω του διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως — ενός συστήματος προσλήψεων αντίθετου προς τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου και προς τις διατάξεις του κατασταστικού της κοινής επιχειρήσεως και από τις ανακριβείς ή απατηλές δηλώσεις της Επιτροπής σχετικά με την έλλειψη δυνατότητας από αυτή να προσλάβει βρετανούς υπηκόους ως έκτακτους υπαλλήλους.
Αναφερόμενοι στη σκέψη 11 της απόφασης της 4ης Οκτωβρίου 1979 ( Ireks-Arkady GmbH κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, 238/78, ECR σ. 2955) και στη σκέψη 10 της απόφασης της 5ης Δεκεμβρίου 1979 (Koninklijke Scholten-Honig κατά Επιτροπής, 143/77, ECR σ. 3583 ), οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι οι διαπραχθείσες παρανομίες είναι τόσο σοβαρές, ώστε αρκούν για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη της Κοινότητας, ακόμη κι αν τα κοινοτικά όργανα στα οποία προσάπτονται οι παρανομίες δεν παραβίασαν κατάφωρα τα όρια που επιβάλλονται κατά την άσκηση της εξουσίας τους. Πάντως, οι προσφεύγοντες υπογραμμίζουν σχετικώς ότι το σύνολο των προβαλλόμενων παρανομιών δεν αντιστοιχεί στην άσκηση καμιάς διακριτικής εξουσίας, ουσιαστικής για την επίτευξη των θεμιτών στόχων της Ευρατόμ.
Οι προσφεύγοντες υπολογίζουν την έκταση της ζημίας που υπέστησαν στο ποσό που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που έχουν λάβει και των αποδοχών που έπρεπε να λάβουν αν είχαν προσληφθεί ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων κατά την πρώτη τοποθέτηση τους στο σχέδιο JET. Δηλώνοντας ότι δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν με ακρίβεια το ύψος της αποζημίωσης αυτής, οι προσφεύγοντες προσκομίζουν ενδεικτικά ενώπιον του Δικαστηρίου συγκριτικό πίνακα των μισθών UKAEA και Ευρατόμ απ' όπου προκύπτει διαφορά ένα προς δύο.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι αν το Δικαστήριο κρίνει βάσιμα τα αιτήματα περί αποζημιώσεως, το μέλλον του σχεδίου θα διακυβευθεί όχι από οικονομικούς λόγους, αλλά διότι οι επίδικες διατάξεις είναι απαραίτητες για τη λειτουργία του.
Το Συμβούλιο προβάλλει ότι η απόφαση 78/471, με την οποία δημιουργήθηκε η κοινή επιχείρηση JET και εγκρίθηκε το καταστατικό της, δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείο δυσμενούς διακρίσεως έναντι των προσφευγόντων και, κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατό να τους προκαλέσει ζημία.
IV — Απαντήσεις στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο
Α — Στην Επιτροπή
1. Ποιο είναι, σύμφωνα με να τελευταία γνωστά στοιχεία, το σύνολο τον προσωπικού της κοινής επιχειρήσεως JET, που διέπεται από το άρθρο 8 του καταστατικού;
Απάντηση: Ο συνολικός αριθμός των μελών του προσωπικού που διέπεται από το άρθρο 8 του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως (ομάδα του σχεδίου) ανερχόταν, στις 20 Σεπτεμβρίου 1984, σε 384.
2. Πώς κατανέμεται το σύνολο αυτό του προσωπικού μεταξύ των ακολούθων κατηγοριών;
α) Προσωπικό που προσλήφθηκε από την UKAEA και προσωπικό που προσλήφθηκε από την ΕΚΑΕ
Απάντηση: προσωπικό UKAEA: 222,
προσωπικό ΕΚΑΕ: 162.
β) Προσωπικό που υπάγεται στην κατηγορία « άλλο προσωπικό »
Απάντηση: ουδέν.
γ) Προσωπικό που διατέθηκε από τη φιλοξενούσα οργάνωση
Απάντηση: τα 222 μέλη του προσωπικού UKAEA που αναφέρθηκε πιο πάνω κατανέμονται ως εξής: 109 πρόσωπα απασχολούνταν ήδη από την UKAEA κατά την επιλογή τους από την JET και 113 πρόσωπα προσλήφθηκαν από την UKAEA και τέθηκαν στη διάθεση της JET κατόπιν επιλογής από την JET.
δ) Προσωπικό που διατέθηκε από καθένα από τα άλλα μέλη της κοινής επιχειρήσεως
Απάντηση: η προέλευση των 162 έκτακτων υπαλλήλων ΕΚΑΕ που αναφέρθηκαν πιο πάνω είναι η εξής:
—
103 πρόσωπα προτάθηκαν από άλλα μέλη πλην της UKAEA και της Ευρατόμ·
—
48 πρόσωπα υποστηρίχθηκαν, πριν ή μετά την επιλογή τους από την JET, από μέλος της κοινής επιχειρήσεως·
—
11 πρόσωπα ήταν μόνιμοι ή έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων που τέθηκαν από την Επιτροπή στη διάθεση της κοινής επιχειρήσεως.
3. Το άρθρο 8, παράγραφος 5, του καταστατικού θέτει τον κανόνα αρχής ότι το προσωπικό που διατίθεται από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως, πλην της φιλοξενούσας οργάνωσης, προσλαμβάνεται από την Επιτροπή σε προσωρινές θέσεις.
Πάντως, το ίδιο άρθρο ορίζει ρητά ότι μπορεί να γίνει παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό «με αντίθετη απόφαση, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, σύμφωνα με τις διαδικασίες διορισμού και διαχειρίσεως του προσωπικού που καθορίζονται από το Συμβούλιο του JET».
α)
Η δυνατότητα αυτή παρεκκλίσεως από τον κανόνα « με αντίθετη απόφαση, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις» χρησιμοποιήθηκε;
β)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να διασαφηνιστεί υπό ποίες προϋποθέσεις έγινε παρέκκλιση από τον κανόνα και για να αντιμετωπιστούν ποιες ανάγκες;
γ)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, να διασαφηνιστεί για ποιους λόγους δεν χρησιμοποιήθηκε η δυνατότητα παρεκκλίσεως;
Απάντηση: στην πράξη δεν κρίθηκε ποτέ αναγκαίο να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 5. Το προσωπικό που τέθηκε στη διάθεση της JET από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως, πλην της UKAEA, προσλαμβανόταν πάντοτε από την Κοινότητα σε θέσεις έκτακτων υπαλλήλων, πράγμα με το οποίο αποφεύχθηκε κάθε διαμοιρασμός της εξουσίας διοικήσεως του προσωπικού αυτού μεταξύ του διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως και των μελών της.
Β — Στο Συμβούλιο
Το Συμβούλιο εκθέτει ( σ. 6 του υπομνήματος αντικρούσεως) ότι μεταξύ των 8 κοινών επιχειρήσεων που υπάρχουν προς το παρόν, η JET είναι η μόνη που δεν διαθέτει δικό της προσωπικό, αλλά προσωπικό το οποίο είναι αποσπασμένο σ' αυτήν από δύο εξωτερικούς εργοδότες ( UKAEA και ΕΚΑΕ ). Ποιοι είναι οι ειοικο'ι λόγοι που συνηγόρησαν υπέρ της πρωτότυπης αυτής λύσεως;
Απάντηση: ο πρωτότυπος αυτός τρόπος που υιοθετήθηκε για την επιχείρηση JET ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά αυτής της επιχείρησης που τη διακρίνουν από τις άλλες κοινές επιχειρήσεις.
Οι άλλες επιχειρήσεις ήταν αρχικά εθνικές επιχειρήσεις οι οποίες έχουν αναβιβαστεί σε επίπεδο κοινών επιχειρήσεων από το Συμβούλιο ενόψει της συμβολής τους στην ανάπτυξη της πυρηνικής βιομηχανίας στην Κοινότητα.
Η επιχείρηση JET δημιουργήθηκε από τις Κοινότητες με σκοπό την εκτέλεση ενός τμήματος του κοινοτικού προγράμματος συντήξεως. Προσωρινής φύσεως, η μη βιομηχανική αυτή επιχείρηση χρηματοδοτείται κατά 80% από την Κοινότητα, κατά 10 % από την UKAEA και κατά 10% από τα άλλα μέλη της κοινής επιχειρήσεως.
Η διαφορά αυτή ως προς τη σύσταση φαίνεται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο θεσπίστηκαν τα καταστατικά των κοινών επιχειρήσεων: τα καταστατικά των προηγούμενων επιχειρήσεων είχαν « εγκριθεί » ενώ το καταστατικό της JET « θεσπίστηκε » από το Συμβούλιο.
Στις προηγούμενες περιπτώσεις, το προσωπικό δεν αναφερόταν στο καταστατικό, διότι η επιχείρηση προσελάμβανε το δικό της προσωπικό σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, ενώ στην περίπτωση της JET θεωρήθηκε ότι η ισορροπία μεταξύ των ιθαγενειών ήταν απαραίτητη για να εξασφαλιστεί ότι ικανός αριθμός προσωπικού, μη Βρετανών, προερχόμενου από όλα τα κράτη μέλη και τις τρίτες συνδεδεμένες χώρες, θα συνεργαζόταν επίσης στο σχέδιο.
Γ — Στους προσφεύγοντες, στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο
1.
Ένας ή περισσότεροι από τους προσφεύγοντες, υπέρ των οποίων υφίσταται υποχρέωση επαναπασχολήσεως από οργάνωσημέλος, εκτός της UKAEA, μετά τη λήξη της σύμβαση τους με την JET, υποχρεώθηκαν, λόγω της βρετανικής τους ιθαγένειας, να παραιτηθούν από την κάλυψη αυτή και να αποδεχτούν αυτή της UKAEA;
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, αναφέρετε τα ονόματα των ενδιαφερομένων και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τους επιβλήθηκε η μεταβολή αυτή ως προς την εν λόγω κάλυψη.
Απαντήσεις των προσφευγόντων
Κατά τους προσφεύγοντες, η απάντηση στις ερωτήσεις αυτές δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική, αν ληφθεί υπόψη η διαδικασία προσλήψεων που ακολούθησε η JET. Οι προσφεύγοντες δηλώνουν ότι οι υποψήφιοι βρετανικής ιθαγενείας κλήθηκαν στην πραγματικότητα, ενόψει του συστηματικού χαρακτήρα της πρόσληψης των υποψηφίων αυτής της ιθαγενείας από την UKAEA, να παραιτηθούν από κάθε κάλυψη μιας οργανώσεως πλην της UKAEA.
Οι προσφεύγοντες διασαφηνίζουν ότι δεν έλαβαν καμιά ρητή εγγύηση επαναπροσλήψεως από άλλο εργοδότη πλην της UKAEA. Πάντως, υπογραμμίζουν ότι ορισμένοι από αυτούς οι οποίοι, κατά την επιλογή τους για να περιληφθούν στην ομάδα του σχεδίου, εργάζονταν στην Ευρώπη σε άλλα μέλη ή οργανισμούς μη μέλη της κοινής επιχειρήσεως θα μπορούσαν να διαπραγματευθούν « την επιστροφή τους» αν η διαδικασία προσλήψεων της JET ήταν διαφορετική.
Απάννηοη της Επιτροπής
Η Επιτροπή αναφέρει ότι η διοίκηση της JET δεν έχει γνώση του αν μία κατάσταση, όπως η σκοπούμενη με τις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, εμφανίστηκε στην πράξη.
Αφού υπογράμμισε ότι η JET δεν είναι εργοδότης και ότι δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 3, του καταστατικού της, το προσωπικό που περιλαμβάνεται στο σχέδιο, τίθεται στη διάθεση της JET από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως, η Επιτροπή δηλώνει ότι, ενδεχομένως, θα σχολιάσει την απάντηση των προσφευγόντων στις δύο ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο.
Απάντηση νου ζνμβουΜου
Το Συμβούλιο δηλώνει ότι δεν διαθέτει πραγματικά στοιχεία που να του επιτρέπουν να απαντήσει στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Πάντως, διασαφηνίζει ότι η JET δεν έχει δικό της προσωπικό· έτσι, δεν μπορεί να υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ των προσφευγόντων και της κοινής επιχειρήσεως στην οποία είναι αποσπασμένοι.
Υ. Galmot
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
( 1 ) Η χρονολογία της βλαπτικής πράξεως δεν αναφέρεται στο αιτητικό των προσφυγών που ασκήθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων 158 και 203/84 και 13/85.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 15ης Ιανουαρίου 1987 ( *1 )
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 271/83, 15, 36, 113, 158 και 203/84 και 13/85,
Alan Ainsworth και άλλοι, εκπροσωπούμενοι από τους Jeremy Frederich Lever, Queen's Counsel, και Nicholas James Forwood, barrister, ενεργούντες κατόπιν παραγγελίας των Cole και Cole, Solicitors, Οξφόρδη ( Ηνωμένο Βασίλειο ), με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το γραφείο των δικηγόρων Elvinger και Hoss, 15, Côte ď Eich,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον John Forman, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Λουξεμβούργο,
πρώτη από τα καθών όργανα,
και
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Raffaello Fornasier, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δρα Jörg Käser, διευθυντή στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
δεύτερο από τα καθών όργανα,
που έχουν ως αντικείμενο προσφυγές με τις οποίες ζητείται:
—
να ακυρωθεί ( βάσει του άρθρου 146, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΕ ) η από 1ης Νοεμβρίου 1983 απόφαση του διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως « Joint European Torus ( JET ) Joint Untertaking », περί αρνήσεως εντάξεως των προσφευγόντων στο προσωπικό της Επιτροπής ΕΚΑΕ ως εκτάκτων υπαλλήλων·
—
επικουρικώς, να αναγνωρισθεί ότι, παραλείποντας να προσφέρει στους προσφεύγοντες θέση εκτάκτου υπαλλήλου, η Επιτροπή παρέβη τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΕ ( άρθρο 148, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΕ ) ·
—
να καταδικαστεί η Κοινότητα ( Ευρατόμ ή ΕΟΚ ) να αποζημιώσει τους προσφεύγοντες για τη ζημία που υπέστησαν λόγω των παράνομων διαδικασιών προσλήψεως που θέσπισε το Συμβούλιο και εφάρμοσε η Επιτροπή (άρθρα 151 και 188, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΕ και/ή άρθρα 178 και 215, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Υ. Galmot, Κ. Κακούρη, Τ. F. Ο' Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Ο. Due, U. Everling, Κ. Bahlmann, R. Joliét και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όπως συμπληρώθηκε μετά την προφορική διαδικασία της 19ης Ιουνίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Δεκεμβρίου 1983, 11 Ιανουαρίου, 10 Φεβρουαρίου, 26 Απριλίου, 25 Ιουνίου, 13 Αυγούστου 1984 και 18 Ιανουαρίου 1985, ο Ainsworth Alan και άλλοι άσκησαν προσφυγές με τις οποίες ζητούν:
1)
να ακυρωθεί, δυνάμει του άρθρου 146, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΕ η απόφαση με την οποία ο διευθυντής της κοινής επιχειρήσεως Joint European Torus (JET) Joint Undertaking αρνήθηκε να εντάξει τους προσφεύγοντες στο προσωπικό της Επιτροπής της ΕΚΑΕ ως έκτακτους υπαλλήλους·
2)
επικουρικώς, να αναγνωριστεί, δυνάμει του άρθρου 148, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, ότι η Επιτροπή παραλείποντας να προσφέρει στους προσφεύγοντες θέση έκτακτου υπαλλήλου παρέβη τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΕ·
3)
να καταδικαστεί η Κοινότητα ( Ευρατόμ ή ΕΟΚ) δυνάμει των άρθρων 151 και 188, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΕ και των άρθρων 178 και 215, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ να αποζημιώσει τους προσφεύγοντες για τη ζημία που υπέστησαν λόγω των παράνομων διαδικασιών προσλήψεων που θέσπισε το Συμβούλιο και εφάρμοσε η Επιτροπή.
2
Το κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων αναπτύσσονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
3
Πρέπει να υπομνηστεί ότι στο πλαίσιο του προγράμματος ερευνών της ΕΚΑΕ στον τομέα της πυρηνικής συντήξεως και της φυσικής του πλάσματος, το Συμβούλιο, με την απόφαση 78/471 της 30ής Μαΐου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 233 ) δημιούργησε για περίοδο δώδεκα ετών μία κοινή επιχείρηση, την « Joint European Torus ( JET ) Joint Undertaking» (στο εξής: JET), που περιλαμβάνει, μαζί με την United Kingdom Atomic Energy Authority — φιλοξενούσα οργάνωση (στο εξής: «UKAEA») — δώδεκα άλλους οργανισμούς έρευνας ή ευρωπαϊκά κράτη. Η έδρα της JET βρίσκεται στο Culham ( Ηνωμένο Βασίλειο ).
4
Το καταστατικό της κοινής επιχειρήσεως που επισυνάφθηκε στην προαναφερόμενη απόφαση 78/471/Ευρατόμ του Συμβουλίου, ορίζει ότι η JET δεν είναι ο εργοδότης του προσωπικού που αποτελεί την ομάδα του σχεδίου. Το προσωπικό αυτό, υπό τη διοικητική εξουσία του διευθυντή του JET απασχολείται, αναλόγως των περιπτώσεων, είτε από την UKAEA είτε από την Επιτροπή. Κατά το άρθρο 8, παράγραφοι 4 και 5, του καταστατικού αυτού, το προσωπικό που προέρχεται από την UKAEA εξακολουθεί να απασχολείται από την οργάνωση αυτή, ενώ το προσωπικό που προέρχεται από τα άλλα μέλη της κοινής επιχειρήσεως προσλαμβάνεται από την Επιτροπή σε θέσεις έκτακτων υπαλλήλων των Κοινοτήτων.
5
Με ατομικές επιστολές που απηύθυναν μεταξύ Ιουλίου 1983 και Ιουνίου 1984 στο διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως και στην Επιτροπή, οι προσφεύγοντες, βρετανικής ιθαγενείας, οι οποίοι είχαν προηγουμένως προσληφθεί από την UKAEA και τεθεί στη διάθεση της κοινής επιχειρήσεως από την εν λόγω οργάνωση, ζήτησαν:
—
από την Επιτροπή, βάσει του άρθρου 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, να προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων με απόσπαση στην ομάδα του σχεδίου JET·
—
από την κοινή επιχείρηση και/ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες να αποζημιωθούν για Til χρηματική και κάθε άλλη ζημία υφιστάμενη ή μελλοντική συνεπεία της υπαγωγής τους στο καθεστώς που κρίθηκε κατά το χρόνο της επιλογής τους ότι εφαρμόζεται σ' αυτούς.
6
Με εγκύκλιο που απηύθυνε σε καθένα από τους προσφεύγοντες μεταξύ Νοεμβρίου 1983 και Νοεμβρίου 1984, ο διευθυντής της κοινής επιχειρήσεως τους γνωστοποίησε ότι δεν ήταν σε θέση να δεχτεί την αίτηση τους λόγω του ότι, δυνάμει του καταστατικού της JET, « το προσωπικό της UKAEA θα συνεχίσει να απασχολείται από αυτήν ».
7
Κατά τη γνώμη των προσφευγόντων, η εγκύκλιος αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως κοινοποίηση της απόφασης που έλαβε η Επιτροπή ως προς αυτούς και ζητούν την ακύρωση της. Πάντως, αν η εγκύκλιος δεν θεωρηθεί ως κοινοποίηση, οι ενάγοντες προβάλλουν ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει στην αίτηση τους και, επομένως, ζητούν επικουρικώς από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την παράλειψη της Επιτροπής.
8
Η Επιτροπή και το Συμβούλιο προέβαλαν ενστάσεις απαραδέκτου των υπό κρίση προσφυγών επί των οποίων το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί πριν εισέλθει στην ουσία.
Επί του παραδεκτού
9
Πρώτον, η Επιτροπή και το Συμβούλιο αμφισβητούν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί των προσφυγών. Τα κοινοτικά αυτά όργανα προβάλλουν ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου προϋποθέτει ότι οι πράξεις της κοινής επιχειρήσεως μπορούν να εξομοιωθούν με πράξεις ενός κοινοτικού οργάνου και, συγχρόνως, ότι οι πράξεις αυτές δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων δυνάμει του άρθρου 49 της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
10
Πρέπει σχετικά να υπομνηστεί ότι το άρθρο 152 της Συνθήκης ΕΚΑΕ παρέχει αρμοδιότητα στο Δικαστήριο να αποφαίνεται « επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Κοινότητος και των υπαλλήλων της εντός των ορίων και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο κανονισμός περί της υπηρεσιακής τους καταστάσεως ή που προκύπτουν από το καθεστώς που τους διέπει », μόνο δε υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων που παρέχονται στο Δικαστήριο δυνάμει της Συνθήκης αυτής, το άρθρο 49, παράγραφος 5, ορίζει ότι « οι διαφορές στις οποίες έχουν συμφέρον οι κοινές επιχειρήσεις επιλύονται από τα αρμόδια εθνικά δικαιοδοτικά όργανα ».
11
Εν προκειμένω, οι προσφεύγοντες διεκδικούν το δικαίωμα να προσληφθούν από την Επιτροπή ως έκτακτοι υπάλληλοι σύμφωνα με το « καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων » και αμφισβητούν τη νομιμότητα της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα να γίνουν οι εν λόγω προσλήψεις. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η εν λόγω απόφαση, που υπογράφεται από το διευθυντή της JET, έχει ληφθεί επ' ονόματί της, δυνάμει εξουσιοδοτήσεως.
12
Εξάλλου, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1975 ( Porrini και άλλοι κατά Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, 65/74, ECR σ. 319), το άρθρο 152 της Συνθήκης ΕΚΑΕ πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή όχι μόνο στα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μονίμου ή άλλου υπαλλήλου εκτός του τοπικού, αλλά και στα πρόσωπα που διεκδικούν την ιδιότητα αυτή.
13
Από αυτό προκύπτει ότι το Δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφανθεί, βάσει του άρθρου 152 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, επί των υπό κρίση προσφυγών.
14
Δεύτερον, η Επιτροπή και το Συμβούλιο υποστηρίζουν ότι τα αιτήματα ακυρώσεως είναι απαράδεκτα ως οψίμως προβληθέντα. Πράγματι, θεωρούν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περί μη προσλήψεως είναι απλώς επιβεβαιωτική των αποφάσεων που, μεταξύ 1978 και 1983, καθόρισαν την υπηρεσιακή κατάσταση των προσφευγόντων και κατέστησαν οριστικές λόγω του ότι δεν προσβλήθηκαν εμπρόθεσμα.
15
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στη δικογραφία προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες προσλήφθηκαν από την UKAEA μεταξύ του 1978 και 1983 και, υπό την ιδιότητα αυτή, τέθηκαν στη διάθεση της κοινής επιχειρήσεως για να συμμετάσχουν στην ομάδα του σχεδίου. Οι σχετικές αποφάσεις που ελήφθησαν και οι οποίες καθόριζαν μόνο τους όρους προσλήψεως των ενδιαφερομένων από την UKAEA είχαν άλλο αντικείμενο από αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβεβαιωτική των πρώτων αποφάσεων. Τα αιτήματα ακυρώσεως δεν προβάλλονται επομένως οψίμως.
16
Τέλος, τα καθών κοινοτικά όργανα προβάλλουν ότι το απαράδεκτο των αιτημάτων ακυρώσεως επεκτείνεται, κατά συνέπεια, στα αιτήματα αποζημιώσεως. Πρέπει σχετικά να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η αγωγή αποζημιώσεως θεσπίστηκε ως αυτοτελές μέσο παροχής έννομης προστασίας που έχει ειδική λειτουργία στο πλαίσιο του συστήματος μέσων παροχής έννομης προστασίας και το οποίο εξαρτάται από προϋποθέσεις ασκήσεως που έχουν τεθεί ενόψει του ειδικού του αντικειμένου. Εν προκειμένω, αρκεί να γίνει δεκτό ότι τα καθών κοινοτικά όργανα δεν αμφισβητούν ότι οι προσφυγές ασκήθηκαν εντός της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 44 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚΑΕ.
17
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι οι ενστάσεις απαραδέκτου της Επιτροπής και του Συμβουλίου πρέπει να απορριφθούν.
Επί της ουσίας
Επί των αιτημάτων ακυρώσεως της απόφασης περί αρνήσεως προσλήψεως των προ-αφευγόντων ως εκτάκτων υπαλλήλων των Κοινοτήτων
18
Προς στήριξη των αιτημάτων αυτών, οι προσφεύγοντες επικαλούνται τρεις λόγους που αντλούν αντιστοίχως από:
—
την παράβαση του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως ( άρθρο 8 )·
—
την έλλειψη νομιμότητας, κατ' ένσταση, του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως καθόσον αυτό επιτρέπει σύστημα προσλήψεως αντίθετο προς τη θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας·
—
την ανεπαρκή αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως κατά παράβαση του άρθρου 162 της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
Επί του λόγου που αντλείται από την παράβαση του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως
19
Οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι, δυνάμει του άρθρου 8 του καταστατικού της JET, όλα τα μέλη του προσωπικού που αποτελούν την ομάδα του σχεδίου πρέπει να προσληφθούν από την Επιτροπή ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων, με μόνη εξαίρεση αυτούς οι οποίοι, κατά το χρόνο της επιλογής τους από την JET, απασχολούνταν ήδη από τη φιλοξενούσα οργάνωση UKAEA. Η πρακτική που ακολούθησε η διεύθυνση της JET, η οποία προσφέρει στους υποψηφίους βρετανικής ιθαγενείας, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στο προσωπικό της UKAEA κατά την επιλογή τους, τη μόνη δυνατότητα να προσληφθούν από την UKAEA και, υπό την ιδιότητα αυτή, να τεθούν στη διάθεση της JET, έρχεται σε αντίθεση τόσο με το άρθρο 8 του καταστατικού της JET όσο και προς τις θεμελιώδεις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας.
20
Από την επιχειρηματολογία αυτή, όπως διευκρινίστηκε από τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες αμφισβητούν, στην πραγματικότητα, δύο διαφορετικές πρακτικές της διεύθυνσης της κοινής επιχειρήσεως.
21
Πρώτον, υποστηρίζουν ότι υποψήφιος ο οποίος δεν είναι ήδη μέλος του προσωπικού της UKAEA κατά την επιλογή του από την JET πρέπει κατ' ανάγκη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5, του καταστατικού, να προσληφθεί ως έκτακτος υπάλληλος των Κοινοτήτων λόγω της ιδιότητας του ως « άλλο προσωπικό ». Αποκλείεται να μπορεί ένας τέτοιος υποψήφιος, μετά την επιλογή του, να προσληφθεί από την UKAEA και να τεθεί, υπό την ιδιότητα αυτή, στη διάθεση της JET.
22
Πρέπει να τονιστεί σχετικά ότι το άρθρο 8, παράγραφος 4, του καταστατικού ορίζει ότι το προσωπικό που τίθεται στη διάθεση της JET από την UKAEA, φιλοξενούσα οργάνωση, « θα συνεχίσει να απασχολείται από την οργάνωση αυτή υπό τους όρους απασχολήσεως που προβλέπονται από αυτή και θα διατίθεται από αυτή στην κοινή επιχείρηση ». Ούτε οι διατάξεις αυτές ούτε καμιά άλλη διάταξη του άρθρου 8 διασαφηνίζουν ότι το προσωπικό που τίθεται στη διάθεση της JET από μια οργάνωση μέλος δεν μπορεί να προσληφθεί από την εν λόγω οργάνωση μετά την επιλογή του από την JET. Υποψήφιος που προσλήφθη από την UKAEA και τέθηκε στη διάθεση της JET εμπίπτει ipso facto στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του καταστατικού: επομένως, δεν μπορεί να απαιτεί να προσληφθεί ως έκτακτος υπάλληλος των Κοινοτήτων λόγω της ιδιότητας του ως « άλλο προσωπικό » κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5.
23
Είναι αληθές ότι στην πραγματικότητα οι διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 5, του καταστατικού, που ορίζουν ότι η ομάδα του σχεδίου θα αποτελείται επίσης από το « άλλο προσωπικό » μαζί με το προσωπικό που προέρχεται από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως, δεν είχαν πρακτικές συνέπειες. Όμως, όπως παρατήρησαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, η περιορισμένη διάρκεια που ορίστηκε για την επιχείρηση JET με το άρθρο 1 της προαναφερθείσας απόφασης 78/471 του Συμβουλίου, και η μέριμνα να εξασφαλιστεί σε όλα τα μέλη του προσωπικού της JET εργασία μετά τη λήξη του σχεδίου, ώθησαν τη διεύθυνση της JET να ευνοήσει τη λύση της διάθεσης προσωπικού από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως απαιτώντας από κάθε υποψήφιο να εξεύρει μια οργάνωση-μέλος που να δέχεται να τον θέσει στη διάθεση της JET. Μια τέτοια πολιτική, η οποία ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της χρηστής διοικήσεως, δεν έρχεται σε αντίθεση με καμιά διάταξη του καταστατικού και δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί ως παράνομη.
24
Το πρώτο σκέλος της επιχειρηματολογίας που προέβαλαν οι προσφεύγοντες δεν μπορεί επομένως να γίνει δεκτό.
25
Δεύτερον, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι η διεύθυνση της JET δεν περιοριζόταν να απαιτεί από τους υποψηφίους βρετανικής ιθαγενείας να τεθούν στη διάθεση της από μια οποιαδήποτε οργάνωση-μέλος της κοινής επιχειρήσεως, αλλά ότι τους επέβαλε επιπλέον την υποχρέωση να απευθυνθούν αποκλειστικά, προς το σκοπό αυτό, στην UKAEA. Θεωρούν ότι η πρακτική αυτή συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, που απαγορεύεται από το κοινοτικό δίκαιο.
26
Επί του σημείου αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία των προσφευγόντων. Όπως αναγνώρισε η ίδια η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, η επιβαλλόμενη κατά τον τρόπο αυτό υποχρέωση στους βρετανούς μόνο υποψηφίους εμφανίζει χαρακτήρα δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας και δεν έχει καμιά αντικειμενική δικαιολογία.
27
Πάντως, παραμένει να εξεταστεί το αν η παράνομη αυτή πρακτική αποτέλεσε πράγματι την αιτία ορισμένων από τις προσβαλλόμενες αρνητικές αποφάσεις περί προσλήψεως, τις οποίες κατέστησε πλημμελείς. Σχετικά, πρέπει να σημειωθεί ότι σε απάντηση ερωτήσεως που έθεσε το Δικαστήριο, κανένας από τους προσφεύγοντες δεν απέδειξε, ούτε καν υποστήριξε ότι, προκειμένου να συμμορφωθεί με τις' απαιτήσεις της διεύθυνσης της JET, αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη δυνατότητα να τεθεί στη διάθεση της JET από άλλη οργάνωση-μέλος πλην της UKAEA, και εν συνεχεία, να προσληφθεί ως έκτακτος υπάλληλος των Κοινοτήτων κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5, του καταστατικού.
28
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η πρακτική δυσμενούς διακρίσεως που διαπιστώθηκε πιο πάνω δεν επηρέασε την υπηρεσιακή κατάσταση των προσφευγόντων και δεν κατέστησε πλημμελή την προσβαλλόμενη απόφαση.
29
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου που αντλείται από την έλλειψη νομιμότητας του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως
30
Οι προσφεύγοντες προβάλλουν κατ' ένσταση την ακυρότητα του καταστατικού της JET. Κατ' αυτούς, η διάκριση που γίνεται με το άρθρο 8, παράγραφοι 4 και 5, του καταστατικού αυτού συνιστά συγκεκαλυμμένη δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας σε βάρος των βρετανών μόνο υπηκόων. Μια τέτοια δυσμενής διάκριση είναι ιδίως αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 96 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και δεν δικαιολογείται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας.
31
Πρέπει να υπομνηστεί ότι, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 8, παράγραφοι 4 και 5, του καταστατικού της JET, το προσωπικό που διατίθεται στην JET από τη φιλοξενούσα οργάνωση UKAEA συνεχίζει να απασχολείται από την οργάνωση αυτή υπό τους όρους απασχολήσεως που προβλέπονται από αυτή, ενώ το προσωπικό που διατίθεται στην JET από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως εκτός της UKAEA προσλαμβάνεται σε θέσεις εκτάκτων υπαλλήλων των Κοινοτήτων. Από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στη δικογραφία προκύπτει ότι οι υπάλληλοι που έχουν διατεθεί από την UKAEA έχουν σημαντικά μικρότερες αποδοχές από εκείνες που λαμβάνουν οι υπάλληλοι οι οποίοι προσλήφθηκαν ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων.
32
Οι διατάξεις αυτές δεν εισάγουν δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας: πράγματι, όπως υπομνήστηκε πιο πάνω, κάθε οργάνωση-μέλος είναι ελεύθερη να θέσει στη διάθεση της JET υπαλλήλους όλων των εθνικοτήτων. Εξάλλου, από τα στοιχεία που προσκομί-στησαν στη δικογραφία και κατά τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου προέκυψε ότι οι υπό κρίση διατάξεις έχουν πράγματι ως σκοπό τον καθορισμό διαφορετικού μισθού αναλόγως της οργάνωσης-μέλους που διαθέτει τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο στην κοινή επιχείρηση, και όχι αναλόγως της ιθαγενείας του υπαλλήλου αυτού.
33
Παραμένει εντούτοις το γεγονός ότι η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία είναι μια από τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου, αντιτίθεται στη διαφορετική αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων, εκτός αν η διαφοροποίηση που εισάγεται δικαιολογείται αντικειμενικά ( βλέπε κατά την έννοια αυτή, κυρίως, τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1983, Ferrano και άλλοι, 152/81, Συλλογή σ. 2357, και της 6ης Δεκεμβρίου 1984, Biovilac, 59/83, Συλλογή σ. 4057 ).
34
Για να εκτιμηθεί αν δικαιολογείται αντικειμενικώς η διαφορετική μεταχείριση που θέσπισε το άρθρο 8, παράγραφοι 4 και 5, του καταστατικού, πρέπει να ληφθεί υπόψη η εντελώς ιδιαίτερη φύση της κοινής επιχειρήσεως για την οποία πρόκειται και οι ειδικές ανάγκες που έπρεπε να ληφθούν υπόψη με τους κανόνες οργανώσεως της.
35
Όπως παρατήρησε η Επιτροπή και το Συμβούλιο, η JET συνιστά επιχείρηση απασχολούμενη αποκλειστικά με την έρευνα και της οποίας η διάρκεια υπάρξεως περιορίζεται χρονικά. Μια τέτοια επιχείρηση μπορεί να λειτουργήσει επωφελώς μόνο σε στενή συνεργασία με μια εθνική οργάνωση που υπάρχει ήδη. Έτσι, η JET εγκαταστάθηκε στο Culham ( Ηνωμένο Βασίλειο ) στον ίδιο ακριβώς χώρο των εγκαταστάσεων της UKAEA, φιλοξενούσα οργάνωση της κοινής επιχειρήσεως.
36
Ως φιλοξενούσα οργάνωση, η UKAEA δέχτηκε να αναλάβει τις ευθύνες που συνεπάγονται γι' αυτή η οργάνωση και η λειτουργία της JET. Ειδικότερα, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του καταστατικού, για τη χρηματοδότηση των δαπανών της JET μόνη η UKAEA καλύπτει μερίδιο ίσο με εκείνο που βαρύνει το σύνολο των άλλων μελών της κοινής επιχειρήσεως ( εκτός της Ευρατόμ ). Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 15 του ίδιου καταστατικού και του παραρτήματος του, η UKAEA αναλαμβάνει τη δαπάνη της πρότυπης διαμορφώσεως του χώρου ανεγέρσεως, παρέχει όλες τις τεχνικές, διοικητικές και γενικές υπηρεσίες που ζητεί η JET, διαθέτει το βοηθητικό προσωπικό και φέρει την ευθύνη για την αποκομιδή των ραδιενεργών αποβλήτων. Κατά τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου προέκυψε επίσης ότι ένα μέρος του επιστημονικού εξοπλισμού της UKAEA είναι δυνατό να χρησιμοποιήθηκε πράγματι από την JET και ότι η UKAEA δέχτηκε να θέσει στη διάθεση της ομάδας του σχεδίου 222 πρόσωπα επί συνόλου 384.
37
Η UKAEA, φιλοξενούσα οργάνωση της JET, βρέθηκε έτσι στην πολύ ιδιόμορφη κατάσταση να διοικεί προσωπικό που είχε τα ίδια προσόντα, απασχολούμενο στο ίδιο χώρο με καθήκοντα της ίδιας φύσεως, ενταγμένο όμως σε δύο οργανισμούς νομικά χωριστούς. Μερίμνησε δε ώστε η κατάσταση αυτή να μη διαταράξει τη δική της λειτουργία και, υποστηριζόμενη επί του σημείου αυτού από την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ζήτησε, κατά τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της εκδόσεως της προαναφερθείσας απόφασης 78/471/Ευρατόμ του Συμβουλίου, το προσωπικό που θα διέθετε στην JET να εξακολουθούσε να υπόκειται στους δικούς της όρους προσλήψεως. Λόγω της προνομιούχου θέσεως που από τα ειδικά χαρακτηριστικά της κοινής επιχειρήσεως παρείχετο στην UKAEA, το καταστατικό της JET δεν μπορούσε να αγνοήσει την απαίτηση αυτή.
38
Υπό τις περιστάσεις αυτές καταφαίνεται ότι η εντελώς ειδική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η UKAEA, φιλοξενούσα οργάνωση, σε σχέση με την JET, και η οποία δεν συγκρίνεται με την κατάσταση καμιάς άλλης οργανώσεως-μέλους της JET, συνιστά αντικειμενική δικαιολογία της διαφορετικής μεταχειρίσεως που θεσπίσθηκε με το άρθρο 8, παράγραφοι 4 και 5, του καταστατικού.
39
Επομένως, ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου που αντλείται από την ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως
40
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται στο γράμμα του άρθρου 8, παράγραφοι 1, 4 και 5, του καταστατικού και συνάγει ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται από την UKAEA εξακολουθούν να διέπονται από τους όρους προσλήψεως της φιλοξενούσας οργάνωσης και δεν μπορούν να προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων. Αιτιολογία αυτού του είδους περιέχει τα στοιχεία του συλλογισμού της Επιτροπής κατά τρόπο που επιτρέπει στο Δικαστήριο και στους ενδιαφερομένους να ελέγξουν την ορθή εφαρμογή των κειμένων διατάξεων. Πρέπει επομένως να θεωρηθεί ως επαρκής, και ο προαναφερόμενος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
41
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι τα αιτήματα ως προς την ακύρωση της απόφασης περί μη προσλήψεως των προσφευγόντων ως εκτάκτων υπαλλήλων των Κοινοτήτων πρέπει να απορριφθούν.
Επί των αιτημάτων ακυρώσεως λόγω παραλείψεως που στηρίζονται στο άρθρο 148, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΕ
42
Τα αιτήματα αυτά υποβλήθηκαν μόνο επικουρικώς, για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε ότι η απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκφράζει τη θέση της Επιτροπής επί των αιτήσεων που της είχαν υποβάλει οι προσφεύγοντες. Δεδομένου ότι αυτό δεν συνέβη, δεν συντρέχει λόγος να αποφανθεί το Δικαστήριο επί των προαναφερόμενων αιτημάτων.
Επί των αιτημάτων περί αποκαταστάσεως της ζημίας που υπέστησαν οι προσφεύγοντες
43
Τα αιτήματα αυτά στηρίζονται, πρώτον, στο φερόμενο παράνομο χαρακτήρα που καθιστά πλημμελή την άρνηση προσλήψεως των προσφευγόντων ως εκτάκτων υπαλλήλων των Κοινοτήτων, για τους λόγους που εκτέθηκαν προς στήριξη των αιτημάτων ακυρώσεως. Η απόρριψη των αιτημάτων αυτών συνεπάγεται, κατά συνέπεια, την απόρριψη του πρώτου αυτού λόγου.
44
Δεύτερον, οι προσφεύγοντες διευκρίνισαν ότι το αίτημα τους περί αποζημιώσεως στηρίζεται επίσης στο πταίσμα που διέπραξε η Επιτροπή δηλώνοντας ότι οι υποψήφιοι βρετανικής ιθαγενείας δεν μπορούσαν να προσληφθούν παρά μόνο από τη φιλοξενούσα οργάνωση, αποκλειόμενης κάθε άλλης οργανώσεως-μέλους.
45
Πρέπει σχετικά να υπογραμμιστεί ότι το πταίσμα της Επιτροπής δεν μπορεί να θεμελιώσει αίτημα αποζημιώσεως των προσφευγόντων παρά μόνο αν είχε πραγματική επίπτωση στην κατάσταση των ενδιαφερομένων, δηλαδή αν είχε αναγκάσει τους προσφεύγοντες να παραιτηθούν από την επιδίωξη τους να διατεθούν στην JET από άλλο μέλος της κοινής επιχειρήσεως εκτός από την UKAEA.
46
Όπως έγινε δεκτό πιο πάνω, η απόδειξη αυτή δεν έχει προσκομιστεί. Επομένως, ο δεύτερος λόγος, καθώς και τα αιτήματα περί αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθούν.
47
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι οι προσφυγές πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους.
Επί των δικαστικών εξόδων
48
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του ίδιου κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει τις προσφυγές.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Mackenzie Stuart
Galmot
Κακούρης
O'Higgins
Schockweiler
Bosco
Due
Everling
Bahlmann
Joliét
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιανουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy