Στην υπόθεση 279/83,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Guido Berardis, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, επίσης μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την κυβέρνηση της δια του Arnaldo Squillante, προέδρου τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, συνθηκών και νομο9ετικών υπο9έσεων του υπουργείου εξωτερικών, επικουρούμενου από τον Ο. Fiumara, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adélaïde,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/1071 του Συμβουλίου της 6ης Δεκεμβρίου 1979, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 76/308 περί της αμοιβαίας συνδρομής στον τομέα της εισπράξεως των απαιτήσεων που προκύπτουν από ενέργειες, οι οποίες αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, καθώς και από γεωργικές εισφορές και δασμούς (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 35), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans και Κ. Bahlmann, προέδρους τμήματος, Α. O'Keeffe, G. Bosco, Ο. Due και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Η οδηγία 79/1071 του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 35) προβλέπει την επέκταση στο φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) του συστήματος αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της εισπράξεως των απαιτήσεων που προκύπτουν από πράξεις οι οποίες αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΠΕ, καθώς και από γεωργικές εισφορές και δασμούς, το οποίο θεσπίστηκε με την οδηγία 76/308 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 126).
Το άρθρο 3 της οδηγίας 79/1071 ορίζει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν προς αυτήν το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1981.
2.
Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1980, η μόνιμη αντιπροσωπεία της Ιταλικής Δημοκρατίας ανακοίνωσε στην Επιτροπή την πρόθεση της ιταλικής κυβερνήσεως να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/1071. Η ανακοίνωση αυτή δεν είχε συνέχεια, δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με τις διατάξεις που θέσπισε προκειμένου να συμμορφωθεί με την εν λόγω οδηγία.
3.
Με έγγραφο της 1ης Οκτωβρίου 1981, η Επιτροπή ανακοίνωσε στην ιταλική κυβέρνηση ότι έκρινε πως η Ιταλία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός ενός μηνός.
4.
Με έγγραφο της 4ης Ιανουαρίου 1982, η μόνιμη αντιπροσωπεία της Ιταλίας πληροφόρησε την Επιτροπή ότι η ιταλική κυβέρνηση προετοίμαζε τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας.
5.
Επειδή η Επιτροπή έκρινε ότι η απάντηση της ιταλικής κυβερνήσεως δεν ήταν ικανοποιητική, δεδομένου ότι κανένα μέτρο δεν είχε ακόμη ληφθεί, της απηύθυνε στις 13 Ιουλίου 1982 την αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπεται στο άρθρο 169, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης, καλώντας την να λάβει εντός δύο μηνών τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.
6.
Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1982, η μόνιμη αντιπροσωπεία της Ιταλίας περιορίστηκε να γνωστοποιήσει ότι έλαβε την αιτιολογημένη γνώμη. Στη συνέχεια, με τηλετύπημα της 21ης Σεπτεμβρίου 1982 ανακοίνωσε ότι για εσωτερικούς λόγους, που έχουν σχέση με τη νομοθετική διαδικασία, στο ιταλικό κοινοβούλιο κατατέθηκε νέο νομοσχέδιο.
7.
Η παρούσα προσφυγή, με ημερομηνία 14 Δεκεμβρίου 1983, περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Δεκεμβρίου του ίδιου μήνα. Η Επιτροπή, με έγγραφο της 6ης Φεβρουαρίου 1984, παραιτήθηκε από την κατάθεση απαντήσεως.
8.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η ΕπιτροπήΪ3\χύ από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/1071 του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1979 η οποία επεκτείνει στο φόρο προστιθέμενης αξίας το σύστημα αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών που θεσπίστηκε με την οδηγία 76/308 στον τομέα της εισπράξεως των απαιτήσεων που προκύπτουν από πράξεις οι οποίες αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, καθώς και από γεωργικές εισφορές και δασμούς, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ'
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η Ιταλική Δημοκρατία δεν υπέβαλε συγκεκριμένα αιτήματα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή επισημαίνει στο δικόγραφο της προσφυγής της ότι δυνάμει του άρθρου 189, τρίτη παράγραφος, της Συνθήκης οι οδηγίες δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος, στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Εξάλλου, το άρθρο 5, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των κοινοτικών οργάνων.
Κατά την Επιτροπή αποτελεί πάγια νομολογία, αφενός ότι οι διατάξεις της Συνθήκης που αναφέρθηκαν πιο πάνω συνεπάγονται για τα κράτη μέλη, στα οποία απευθύνονται οι οδηγίες, την υποχρέωση να προσαρμόσουν τη νομοθεσία τους προς αυτές τις οδηγίες εντός της προθεσμίας που τάσσεται γι' αυτό, αφετέρου ότι κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής του εννόμου τάξεως για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που απορρέουν από τις κοινοτικές οδηγίες. Κατά συνέπεια είναι αναμφισβήτητο και αναντίρρητο ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παρ' όλο που η προβλεφθείσα προθεσμία έληξε, δεν θέσπισε καμία εσωτερική διάταξη για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/1071.
2.
Η ιναλική κυβέρνηση αναφέρει στο υπόμνημα αντικρούσεως της ότι, όπως ήδη ανακοίνωσε στην Επιτροπή, είχαν καταρτιστεί νομοσχέδια για τη θέση σε εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, αλλ' ότι όμως δεν δόθηκε συνέχεια σε αυτά λόγω της λήξεως της βουλευτικής περιόδου. Πάντως, επί του παρόντος προετοιμάζεται νέο νομοσχέδιο και η ιταλική κυβέρνηση ελπίζει ότι η σχετική νομοθετική διαδικασία θα ολοκληρωθεί πολύ σύντομα, έτσι ώστε η παρούσα προσφυγή μπορεί να θεωρηθεί, ουσιαστικά, ότι δεν έχει πλέον αντικείμενο.
IV — Προφορική διαδικασία
Η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Caramazza, avvocato dello Stato, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Marenco, ανέπτυξαν τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουλίου 1984.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά την ίδια συνεδρίαση.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Δεκεμβρίου 1983, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/1071 του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1979, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 76/308 περί της αμοιβαίας συνδρομής στον τομέα της εισπράξεως των απαιτήσεων που προκύπτουν από ενέργειες, οι οποίες αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, καθώς και από γεωργικές εισφορές και δασμούς (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 35), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω Συνθήκη.
2
Η οδηγία 79/1071 προβλέπει την επέκταση στο φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) του συστήματος αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών, στον τομέα της εισπράξεως απαιτήσεων, που θεσπίστηκε με την οδηγία 76/308 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976, (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 126). Το άρθρο 3 της οδηγίας 79/1071 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν προς αυτή το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1981.
3
Η ιταλική κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι δεν εκπλήρωσε αυτή την υποχρέωση. Εκθέτει ότι η καθυστέρηση εφαρμογής της οδηγίας οφείλεται στο γεγονός ότι το νομοσχέδιο που κατατέθηκε προς το σκοπό αυτό ενώπιον του ιταλικού κοινοβουλίου δεν ψηφίστηκε λόγω λήξεως της βουλευτικής περιόδου. Προσθέτει ότι νέο νομοσχέδιο βρίσκεται ήδη υπό επεξεργασία προκειμένου να εφαρμοστεί όσο το δυνατό συντομότερα η εν λόγω οδηγία.
4
Οι περιστάσεις αυτές δεν είναι ικανές να εξαλείψουν την παράβαση που προσάπτεται στην Ιταλική Δημοκρατία. Κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης τους για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που προκύπτουν από κοινοτικές οδηγίες.
5
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/1071 του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1979, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
Επί των δικαστικών εξόδων
6
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η καθής ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/1071 του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1979, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 76/308 περί της αμοιβαίας συνδρομής στον τομέα των εισπράξεων των απαιτήσεων που προκύπτουν από ενέργειες, οι οποίες αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, καθώς και από γεωργικές εισφορές και δασμούς, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Koopmans
Bahlmann
O'Keeffe
Bosco
Due
Joliét
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 3 Οκτωβρίου 1984.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
Full & Egal Universal Law Academy