Στην υπό9εση 280/83,
Ειιιτιόνιι των Ευρωπαϊκών Κοι no πιτών, εκπροσωπούμενη από τον Guido Bcrardis, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Bcschel, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιτλλικιι! Διιμοκι'λτιλχ, εκπροσωπούμενης από τον Arnaldo Squillante, πρόεδρο τμήματος στο Consiglio di Stato, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας,
καδής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός των προθεσμιών που της είχαν ταχθεί τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής της οδηγίας 79/32 του Συμβουλίου, της 18ης Οκτωβρίου 1978, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans και Υ. Galmot, προέδρους τμήματος, G. Bosco, U. Everling, Κ. Κακούρη και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Αντικείμενο της οδηγίας 79/32 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 106), είναι ο ορισμός των διαφόρων τύπων επεξεργασμένων καπνών.
Το άρθρο 9 ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση τους προς την οδηγία το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1980 και ενημερώνουν σχετικά αμέσως την Επιτροπή.
2.
Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία δεν ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με τις διατάξεις που θέσπισε προκειμένου να συμμορφωθεί προς την εν λόγω οδηγία, η Επιτροπή υπέθεσε ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε ακόμη θεσπίσει τις εν λόγω διατάξεις και, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία, κάλεσε την ιταλική κυβέρνηση, με έγγραφο της 1ης Οκτωβρίου 1981, να υποβάλει εντός μηνός τις παρατηρήσεις της.
3.
Με έγγραφο της 20ής Νοεμβρίου 1981, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ιταλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι η ιταλική κυβέρνηση είχε καταθέσει στις 16 Μαρτίου 1980 στο Κοινοβούλιο νομοσχέδιο που προοριζόταν, μεταξύ άλλων, να θέσει σε εφαρμογή την οδηγία 79/32.
4.
Εκτιμώντας ότι η απάντηση της ιταλικής κυβέρνησης ήταν ανεπαρκής, λόγω του ότι καμία διάταξη δεν είχε ακόμη θεσπιστεί, η Επιτροπή εξέδωσε στις 13 Ιουλίου 1982 αιτιολογημένη γνώμη.
5.
Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1982, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία περιορίστηκε να επιβεβαιώσει τη λήψη της αιτιολογημένης γνώμης.
6.
Διαπιστώνοντας ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε θεσπίσει καμία διάταξη για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/32, η Επιτροπή άσκησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169, παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΟΚ, ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας.
7.
Το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Δεκεμβρίου 1983.
II έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά· πάντως στις 26 Μαρτίου 1984, η Επιτροπή γνωστοποίησε ότι δεν επρόκειτο να καταθέσει υπόμνημα απαντήσεως.
8.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Μόνον η Επιτροπή υπέβαλε αιτήματα, ζητώντας από το Δικαστήριο να:
—
αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις για τη συμμόρφωση της προς την οδηγία 79/32 του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση επεξεργασμένων καπνών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη ΕΟΚ,
—
καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 189, παράγραφος 3, της συνθήκης, δυνάμει του οποίου οι οδηγίες δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνονται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Υπενθυμίζει επίσης ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της συνθήκης προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας.
Τέλος, η Επιτροπή προσθέτει ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι εν λόγω διατάξεις της συνθήκης συνεπάγονται, πρώτον, ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να προσαρμόσουν τη νομοθεσία τους προς τις οδηγίες εντός των προθεσμιών που προβλέπονται σχετικά και, δεύτερον, ότι δεν μπορούν να επικαλεστούν διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής τους έννομης τάξης για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που απορρέουν από τις κοινοτικές οδηγίες.
2.
Η κυβέρνηοη της Ιταλικής Δημοκρατίας υπενθυμίζει ότι στις 16 Μαΐου 1980 κατέθεσε στο Κοινοβούλιο νομοσχέδιο (αριθ. 1697), το οποίο όμως δεν ψηφίστηκε λόγω της πρόωρης διάλυσης του Κοινοβουλίου.
Η ιταλική κυβέρνηση προσθέτει ότι επί του παρόντος τελεί υπό επεξεργασία νέο νομοσχέδιο, προκειμένου να επιτευχθεί το ταχύτερο δυνατό η εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαΐου 1984, αγόρευσαν η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Berardis, και η Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της ίδιας ημέρας.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Δεκεμβρίου 1983, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί τις αναγκαίες διατάξεις για τη συμμόρφωση της προς την οδηγία 79/32 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη ΕΟΚ:
2
Αντικείμενο της οδηγίας 79/32 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση επεξεργασμένων καπνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 106), είναι ο ορισμός των διαφόρων τύπων επεξεργασμένων καπνών. Το άρθρο 9 της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση τους προς την οδηγία το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1980 και ενημερώνουν σχετικά αμέσως την Επιτροπή.
3
Η ιταλική κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση αυτή. Ισχυρίζεται ότι η αργοπορία στην εφαρμογή της οδηγίας οφείλεται στο γεγονός ότι το υπ' αριθ. 1697 νομοσχέδιο, που κατατέθηκε προς το σκοπό αυτό στη Βουλή στις 16 Μαΐου 1980, δεν μπόρεσε να διέλθει από όλα τα στάδια της κοινοβουλευτικής διαδικασίας λόγω της πρόωρης διάλυσης του Κοινοβουλίου. Επί του^ παρόντος, ένα νέο νομοσχέδιο τελεί υπό επεξεργασία, προκειμένου να καταστεί δυνατή, το συντομότερο, η εφαρμογή της οδηγίας.
4
Οι περιστάσεις αυτές δεν εξαλείφουν την παράβαση που προσάπτεται στην Ιταλική Δημοκρατία. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής τους έννομης τάξης για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που απορρέουν από τις κοινοτικές οδηγίες.
5
Πρέπει, επομένως, να αναγωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/32 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη.
Επί των δικαστικών εξόδων
6
Κατά το άρ3ρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η καθής ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/32 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 106), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη.
2)
Καταδικάζει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Koopmans
Galmot
Bosco
Everling
Κακούρης
Joliét
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Ιουνίου 1984.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόωρος
Α. J. Mackenzie Stuart
Full & Egal Universal Law Academy