Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Προσφυγή - Δικαίωμα προσφυγής - Πρόσωπα που διεκδικούν την ιδιότητα του μόνιμου ή μη μόνιμου υπαλλήλου, πλην του τοπικού.
2. Υπάλληλοι - Ιδιότητα του μόνιμου υπαλλήλου - Μη πλήρωση των προϋποθέσεων για τη κτήση της ιδιότητας αυτής.
Περίληψη
1. Οχι μόνο τα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μόνιμου υπαλλήλου ή που ανήκουν στο λοιπό προσωπικό, εκτός των τοπικών υπαλλήλων, αλλά επίσης και τα πρόσωπα που διεκδικούν την ιδιότητα αυτή μπορούν να προσβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου μια βλαπτική γι' αυτά απόφαση.
2. Η ιδιότητα του μόνιμου ή μη μόνιμου υπαλλήλου των Κοινοτήτων δεν μπορεί να αναγνωριστεί στο προσωπικό διεθνούς συνδέσμου ο οποίος διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους και ανεξάρτητα από τις σχέσεις που διατηρεί με την Επιτροπή δεν μπορεί να εξομοιωθεί με διοικητική της μονάδα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 286/83,
Αlbert Alexis και 181 άλλα μέλη του προσωπικού του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Συνεργασίας, όλοι εκπροσωπούμενοι και επικουρούμενοι από τους Εdmond Lebrun και Μarcel Slusny, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Τony Biever, 83, boulevard Grande-Duchesse Charlotte,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Ηendrik van Lier, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Robert Andersen, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροποής, centre Wagner, Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί στους προσφεύγοντες η ιδιότητα του μόνιμου ή του έκτακτου υπαλλήλου
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Κoopmans, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και Μ. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Μischo
γραμματέας: D. Louterman, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Απριλίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Δεκεμβρίου 1983, ο Αlbert Alexis και 181 άλλοι υπάλληλοι του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Συνεργασίας (στο εξής: ΕΣΣ) οι οποίοι ασκούν καθήκοντα αντιπροσώπου, συμβούλου, ακολούθου στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής στις αναπτυσσόμενες χώρες ή ακόμη καθήκοντα τεχνικής αρωγής ή τεχνικής συνεργασίας στις χώρες αυτές, άσκησαν προσφυγή με την οποία ζητούν να ακυρωθεί η από 11 Μαρτίου 1983 απόφαση με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να τους μονιμοποιήσει ως υπαλλήλους από της ημέρας της προσλήψεώς τους από τον ΕΣΣ.
2 Κατά την άσκηση της προσφυγής αυτής, οι προσφεύγοντες περιλαμβάνονταν στο υπερπόντιο προσωπικό του ΕΣΣ , διεθνή ένωση χωρίς κερδοσκοπικό σκοπό η οποία ιδρύθηκε σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο με προοπτική να διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ της Κοινότητας και των αναπτυσσόμενων χωρών. Ο ΕΣΣ είχε τρεις κατηγορίες προσωπικού: τους υπαλλήλους της έδρας, το προσωπικό το οποίο είχε προσληφθεί από τον ΕΣΣ με ειδική σύμβαση και είχε αποσπασθεί στην Επιτροπή, και το προσωπικό που υπηρετούσε στις υπερπόντιες χώρες, στο οποίο περιλαμβάνονται οι προσφεύγοντες.
3 Προκειμένου να επιλυθούν τα προβλήματα που αφορούσαν το προσωπικό του ΕΣΣ, το Συμβούλιο θέσπισε, ως προς την πρώτη κατηγορία, τον κανονισμό 3332/82, της 3ης Δεκεμβρίου 1982, για τη θέσπιση ειδικών και μεταβατικών μέτρων σχετικά με την πρόσληψη 56 υπαλλήλων της έδρας του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Συνεργασίας ως μονίμων υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 352, σ. 5). Οι υπάλληλοι της δεύτερης κατηγορίας, δηλαδή αυτοί που είχαν προσληφθεί με ειδική σύμβαση, έλαβαν ταυτοχρόνως έγγραφο απολύσεως από τον ΕΣΣ και πρόταση προσλήψεως ως έκτακτων υπαλλήλων εκ μέρους της Επιτροπής.
4 Οσον αφορά την τρίτη κατηγορία, το προσωπικό που υπηρετούσε στις υπερπόντιες χώρες, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 3018/87 του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 1987, για τη θέσπιση ειδικών και μεταβατικών μέτρων σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού των υπερποντίων εδαφών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Συνεργασίας ως υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 286, σ. 1). Μ' αυτόν τον κανονισμό διασαφηνίζεται ότι ο υπάλληλος ο οποίος, την 1η Ιανουαρίου 1988, απασχολείται βάσει συμβάσεως εργασίας με τον ΕΣΣ, μπορεί να διοριστεί υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να τοποθετηθεί σε μία από τις θέσεις που προβλέπονται για το σκοπό αυτό στον πίνακα του προσωπικού της Επιτροπής για την οικονομική χρήση 1988 και, κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατατάσσεται σε κατηγορία, βαθμό και κλιμάκιο των οποίων ο βασικός μισθός αντιστοιχεί με το βασικό μισθό που είχε στον ΕΣΣ. Η αρχαιότητα στο βαθμό υπολογίζεται από της ημέρας του διορισμού ως υπαλλήλου της Επιτροπής.
5 Κύριο αντικείμενο της προσφυγής είναι η αναγνώριση ότι οι προσφεύγοντες είναι, κυρίως, μόνιμοι υπάλληλοι και, επικουρικώς, έκτακτοι υπάλληλοι της Επιτροπής από της προσλήψεώς τους από τον ΕΣΣ και, εν πάση περιπτώσει, δικαιούνται να διατηρήσουν τα δικαιώματα που απέκτησαν ως υπάλληλοι του ΕΣΣ εφόσον τα δικαιώματα αυτά αποδειχθούν ευρύτερα από τα προκύπτοντα από την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Κοινοτήτων.
6 Λαμβάνοντας υπόψη το διορισμό των προσφευγόντων ως υπαλλήλων της Επιτροπής, κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος κανονισμού 3018/87 του Συμβουλίου, με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1988, η διαφορά περιορίζεται στην αναδρομικότητα του διορισμού τους, καθώς και στη διατήρηση των δικαιωμάτων που απέκτησαν ως υπάλληλοι του ΕΣΣ.
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
8 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα προσφυγή καθόσον οι προσφεύγοντες δεν έχουν την ιδιότητα του μόνιμου ή έκτακτου υπαλλήλου των Κοινοτήτων.
9 Σχετικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως έκρινε επανειλημμένως το Δικαστήριο (βλέπε ιδίως απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, Salerno, 87, 130/77, 9 και 10/84, Συλλογή 1985, σ. 2523), όχι μόνο τα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μόνιμου υπαλλήλου ή που ανήκουν στο λοιπό προσωπικό, εκτός των τοπικών υπαλλήλων, αλλά επίσης και τα πρόσωπα που διεκδικούν την ιδιότητα αυτή μπορούν να προσβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου μια βλαπτική γι' αυτά απόφαση.
Επί της ουσίας
10 Οι προσφεύγοντες υπόστηρίζουν, κυρίως, ότι ο ΕΣΣ έχει πλασματική ύπαρξη ή, τουλάχιστον, είναι ο φαινομενικός εργοδότης του προσωπικού του, ενώ ο πραγματικός εργοδότης είναι η Επιτροπή. Προς στήριξη της γνώμης αυτής, επικαλούνται τις κάθε είδους σχέσεις που ο ΕΣΣ διατηρούσε με την Επιτροπή, καθώς και την ομοιότητα της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων του ΕΣΣ και των μόνιμων ή έκτακτων υπαλλήλων της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, οι προσφεύγοντες ζητούν να τους αναγνωριστεί η ιδιότητα του μόνιμου υπαλλήλου ή λοιπού προσωπικού της Επιτροπής από της προσλήψεώς τους από τον ΕΣΣ.
11 Πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε, με την προαναφερθείσα απόφαση Salerno, ότι ο ΕΣΣ ήταν διεθνής μη κερδοσκοπικός σύνδεσμος διεπόμενος από το βελγικό δίκαιο και δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως διοικητική μονάδα της Επιτροπής. Από αυτό προκύπτει ότι ο εργοδότης των προσφευγόντων ήταν ο ΕΣΣ και όχι η Επιτροπή.
12 Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται, επικουρικώς, ότι η Επιτροπή, αρνούμενη να αναγνωρίσει σ' αυτούς την ιδιότητα των μόνιμων υπαλλήλων ή λοιπών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ μόνιμων και λοιπών υπαλλήλων των Κοινοτήτων. Πάντως, λαμβάνοντας υπόψη την πρόσληψή τους η οποία έγινε έκτοτε βάσει του προαναφερθέντος κανονισμού 3018/87, οι προσφεύγοντες αμφισβητούν πλέον μόνο το χρόνο ενάρξεως ισχύος του κανονισμού αυτού, δεδομένου ότι η μονιμοποίησή των 32 υπαλλήλων του ΕΣΣ οι οποίοι ήταν αποσπασμένοι στη γενική διεύθυνση VΙΙΙ και η μονιμοποίηση των 56 υπαλληλων της έδρας του ΕΣΣ πραγματοποιήθηκε σε χρόνο πολύ προγενέστερο από το χρόνο μονιμοποιήσεως των προσφευγόντων.
13 Σχετικώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, μολονότι το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985 (Αppelbaum κατά Επιτροπής, 119/83, Συλλογή 1985, σ. 2447, και Ηattet και λοιποί κατά Επιτροπής, 66 έως 68 και 136 έως 140/83, Συλλογή 1985, σ. 2461), διαπίστωσε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, κατά την πρόσληψη, μεταξύ των υπαλλήλων με ειδική σύμβαση και των υπαλλήλων της έδρας του ΕΣΣ, εντούτοις, δεν ακύρωσε τις αποφάσεις της Επιτροπής περί διορισμού των εν λόγω προσφευγόντων παρά μόνο κατά το μέτρο που καθόριζαν τους βαθμούς και τα κλιμάκιά τους.
14 Με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988 (Szy-Tarisse και Feyaerts κατά Επιτροπής, 314 και 315/86, Συλλογή 1988, σ.6013), το Δικαστήριο διασαφήνισε ότι οι σκέψεις που είχε αναπτύξει με τις προαναφερθείσες αποφάσεις σχετικά με τη διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στους υπαλλήλους με ειδική σύμβαση, σε σχέση με τους υπαλλήλους της έδρας, αφορούσαν μόνο τον καθορισμό του βαθμού και του κλιμακίου των ενδιαφερομένων και όχι το χρόνο ενεργείας των αποφάσεων αυτών με τις οποίες διορίστηκαν δόκιμοι υπάλληλοι,
15 Λαμβάνοντας υπόψη τις σκέψεις αυτές επιβάλλεται η παρατήρηση ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης παραβιάσθηκε η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
16 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
17 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του ίδιου κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy