Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Ανταγωνισμός — Διοικητική διαδικασία — Κίνησή της κατόπιν αιτήσεως φυσικού ή νομικού προσώπου — Απόφαση της Επιτροπής να μη δώσει συνέχεια — Έλεγχος του Δικαστηρίου στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως — Στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη — Παραδεκτοί λόγοι
( Συνθήκη EOK , άρθρο 173 , κανονισμός του Συμβουλίου 17 , άρθρο 3 , παράγραφος 2β ), κανονισμός της Επιτροπής 99/63 , άρθρο 6 )
2 . Ανταγωνισμός — Κοινοτικοί κανόνες — Εφαρμογή από την Επιτροπή — Αυτονομία έναντι της εφαρμογής όμοιων κανόνων εσωτερικού δικαίου από εθνική αρχή
( Συνθήκη EOK , άρθρα 85 και 86 )
Περίληψη
1 . Ο έλεγχος της νομιμότητας που η άσκησή του ανήκει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου , στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως , την οποία άσκησε πρόσωπο , το οποίο υπέβαλε αίτηση δυνάμει του άρθρου 3 , παράγραφος 2β ), του κανονισμού 17 κατά αποφάσεως της Επιτροπής να μη δώσει συνέχεια στην αίτησή του , πρέπει να διενεργηθεί ιδίως υπό το φως των πραγματικών και νομικών στοιχείων που περιήλθαν στη γνώση της Επιτροπής κατόπιν πρωτοβουλίας του αιτούντος και που η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να εξετάσει για να εκτιμήσει την ύπαρξη παραβιάσεως των κανόνων ανταγωνισμού που θεσπίζει η Συνθήκη .
Για να διενεργήσει τον εν λόγω έλεγχο , το Δικαστήριο οφείλει να θεωρήσει ότι έχει επιληφθεί όλων των πραγματικών και νομικών στοιχείων , τα οποία , κατά το μέτρο που περιλαμβάνονταν στην αίτηση και στις παρατηρήσεις του αιτούντος που αυτός υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63 ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή για να καταλήξει στην απόφαση ότι δεν υπήρχε λόγος να επέμβει .
Από αυτό έπεται ότι δεν πρέπει να γίνει διάκριση , προς το σκοπό να εκτιμηθεί το παραδεκτό τους , μεταξύ λόγων που στηρίζονται σε στοιχεία που αναφέρονται μόνο στην αρχική αίτηση και λόγων που αναφέρονται σε στοιχεία τα οποία ρητώς επαναλήφθηκαν στις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63 .
2 . Οι ομοιότητες που μπορεί να υφίστανται μεταξύ της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού κράτους μέλους και του συστήματος των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να περιορίσουν την αυτονομία , της οποίας απολαύει η Επιτροπή , κατά την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 , και να της επιβάλουν να υιοθετήσει την ίδια εκτίμηση που υιοθετούν οι οργανισμοί που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή μιας τέτοιας εθνικής νομοθεσίας .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 298/83 ,
Comite des industries cinematographiques des Communautes europeennes ( CICCE ), με έδρα το Παρίσι , 5 , rue du Cirque , το οποίο ενεργεί διά του προέδρου του Gerard Ducaux-Rupp , εκπροσωπούμενου από τον Paul Demoulin , δικηγόρο Βρυξελλών , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Edmond Wirion , 1 , place du Theatre ,
προσφεύγον ,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Giuliano Marenco , επικουρούμενο από τη Νικολέττα Κουτρέλη , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο , τον Manfred Beschel , μέλος της νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθής ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση των εγγράφων της Επιτροπής της 12ης Ιουλίου και της 28ης Οκτωβρίου 1983 , με τα οποία πιστοποίησε ότι δεν υφίσταται λόγος να επέμβει κατόπιν της αιτήσεως που υπέβαλε το CICCE δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962 ( EE ειδ . έκδ . 08/001 , σσ . 25 επ . ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Δεκεμβρίου 1983 , το Comite des industries cinematographiques des Communautes europeennes ( Επιτροπή Κινηματογραφικών Επιχειρήσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ), ( στο εξής : CICCE ) άσκησε , δυνάμει του άρθρου 173 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης EOK , προσφυγή με την οποία ζητεί να ακυρωθούν οι από 12 Ιουλίου και 28 Οκτωβρίου 1983 αποφάσεις της Επιτροπής , με τις οποίες η Επιτροπή πιστοποίησε ότι δεν υπάρχει λόγος να επέμβει κατόπιν της αιτήσεως που υπέβαλε το CICCE δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου , της 6ης Φεβρουαρίου 1962 ( EE ειδ . έκδ . 08/001 , σσ . 25 επ . ).
2 Στην αίτησή του το CICCE κατήγγειλε τη συμπεριφορά τριών γαλλικών εταιριών τηλεοράσεως , συγκεκριμένα της Societe nationale de la television francaise 1 ( TF 1 ), της Societe nationale de la television en couleur Antenne 2 ( A 2 ) και της Societe nationale des programmes France Region ( FR 3 ). Το CICCE ισχυριζόταν ότι οι εν λόγω εταιρίες , επιβάλλοντας πολύ χαμηλές τιμές για την αγορά των δικαιωμάτων προβολής κινηματογραφικών ταινιών από την τηλεόραση , παραβίαζαν το άρθρο 86 της Συνθήκης EOK .
3 Το CICCE εξέθετε ότι οι γαλλικές εταιρίες τηλεοράσεως κατέχουν , λόγω της αποκλειστικότητας της υπηρεσίας τηλεοράσεως της οποίας είναι δικαιούχοι στη Γαλλία , δεσπόζουσα θέση , κατά την έννοια του άρθρου 86 που προαναφέρθηκε , στην κοινή αγορά ή , τουλάχιστον , σε σημαντικό της τμήμα . Το CICCE παρατηρούσε εξάλλου ότι η προσαπτόμενη στις εταιρίες τηλεοράσεως συμπεριφορά είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών , καθόσον τα μεταδιδόμενα από τις εν λόγω εταιρίες προγράμματα αναμεταδίδονται χάρη στα ερτζιανά κύματα στα καλώδια τηλεδιανομής , στο έδαφος των κρατών μελών που γειτνιάζουν με τη Γαλλία .
4 Ως προς τον καταχρηστικό χαρακτήρα της προσαπτόμενης στις εταιρίες τηλεοράσεως συμπεριφοράς , το CICCE προσκόμιζε , με την αίτησή του , τα ακόλουθα στοιχεία :
— το γεγονός ότι οι εν λόγω εταιρίες διαθέτουν ελάχιστο τμήμα — περίπου 3,3 % — των εσόδων του προϋπολογισμού τους για την αγορά των δικαιωμάτων μεταδόσεως των ταινιών , ενώ η μετάδοση αυτών των ίδιων ταινιών αντιπροσωπεύει για την τηλεόραση την « πρωτεύουσα εκπομπή » , τόσο όσον αφορά το ποσοστό ακροαματικότητας όσο όσον αφορά την τιμή παραχωρήσεως τηλεοπτικού χρόνου για διαφημιστικά μηνύματα , δεδομένου ότι η τιμή του τηλεοπτικού χρόνου που προηγείται της μετάδοσης μιας ταινίας είναι η υψηλότερη ,
— το γεγονός ότι η μέση τιμή που καταβάλλουν οι εν λόγω εταιρίες για την απόκτηση των δικαιωμάτων μεταδόσεως μιας ταινίας ( 250 000 FF ) είναι κατώτερη από το κόστος που υφίστανται οι ίδιες εταιρίες για την παραγωγή μιας τηλεταινίας ( μέχρι 2 000 000 FF ),
— τη γνώμη που διατύπωσε η γαλλική επιτροπή ανταγωνισμού στις 28 Ιουνίου 1979 , κατά την οποία αναγνωρίζεται ότι το άρθρο 50 , τελευταίο εδάφιο , της γαλλικής ordonnance 45-1483 , το οποίο απαγορεύει την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως , παραβιάζεται από τις εταιρίες τηλεοράσεως ,
— τις πολλές θέσεις που έλαβαν και περιέχονται στις εκθέσεις τους κοινοβουλευτικές επιτροπές για τον έλεγχο της ραδιοτηλεόρασης και σε ορισμένες δηλώσεις μελών της γαλλικής κυβέρνησης , όπου γίνεται λόγος για το πολύ χαμηλό επίπεδο της μέσης τιμής που καταβάλλουν οι εταιρίες τηλεοράσεως για την απόκτηση των δικαιωμάτων μεταδόσεως των ταινιών και όπου ζητείται η θέσπιση συστήματος δικαίων κατωτάτων τιμών .
5 Κατά την εξέταση της υπόθεσης , η Επιτροπή , δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 17 , ζήτησε από το CICCE , με έγγραφο της 9ης Φεβρουαρίου 1982 , πολλές πληροφορίες που αφορούν ιδίως το κόστος παραγωγής των κινηματογραφικών ταινιών , τη διάρκεια αποσβέσεώς τους , την κατανομή της εν λόγω αποσβέσεως μεταξύ των αιθουσών κινηματογράφου , της τηλεόρασης , της εκμετάλλευσης με βιντεοκασέτες και των εξαγωγών , καθώς και τη μέση τιμή που καταβάλλουν στα άλλα κράτη μέλη , αντίστοιχα , οι αίθουσες κινηματογράφου και η τηλεόραση για την απόκτηση των δικαιωμάτων μεταδόσεως των κινηματογραφικών ταινιών .
6 Με έγγραφο της 16ης Μαρτίου 1982 , το CICCE έδωσε στην Επιτροπή λεπτομερείς απαντήσεις στα εν λόγω ερωτήματα , παρέχοντας , μεταξύ άλλων , διευκρινίσεις για τη μέση τιμή που καταβλήθηκε το 1977 , για την απόκτηση των δικαιωμάτων μεταδόσεως των κινηματογραφικών ταινιών , από τις εταιρίες τηλεοράσεως σε ορισμένα κράτη μέλη εκτός της Γαλλίας ( Ιταλία , Κάτω Χώρες και Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ).
7 Αφού συνέλεξε άλλες πληροφορίες , η Επιτροπή απάντησε στο CICCE , με έγγραφο της 12ης Ιουλίου 1983 του γενικού διευθυντή ανταγωνισμού , ότι η διαπίστωση καταχρήσεως από τις εταιρίες τηλεοράσεως ως προς τον καθορισμό όχι δικαίων τιμών για την αγορά των δικαιωμάτων μεταδόσεως ταινιών εξαρτιόταν από τη σχέση μεταξύ τιμής και οικονομικής αξίας της παρεχόμενης υπηρεσίας . Επ’ αυτού , η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η εν λόγω οικονομική αξία « παρουσιάζει πολλές διακυμάνσεις και εξαρτάται ιδίως α ) από την καλλιτεχνική αξία των ταινιών , β ) τη σταδιοδρομία της ταινίας στις αίθουσες , γ ) από τον αριθμό των πιθανών τηλεθεατών , δ ) από το αν δεν έχει ακόμη προβληθεί η ταινία , ε ) από τη διάρκεια των δικαιωμάτων , κλπ . » . H Επιτροπή παρατηρούσε ότι , δεδομένης της ποικιλίας των κριτηρίων αποτιμήσεως , η κατάχρηση έπρεπε να διαπιστώνεται όχι έναντι του συνόλου των εν λόγω ταινιών , αλλά σε σχέση με καθεμία από τις ταινίες .
8 H Επιτροπή τόνισε , εξάλλου , ότι καμία σύγκριση δεν ήταν δυνατή μεταξύ τιμής κόστους μιας ταινίας και τιμής που καταβάλλει η τηλεόραση για τη μετάδοση της ίδιας αυτής ταινίας , δεδομένου ότι η απόσβεση μιας ταινίας στηρίζεται , όχι μόνο στην πώληση των δικαιωμάτων μεταδόσεως από την τηλεόραση , αλλά επίσης από την προβολή στις κινηματογραφικές αίθουσες , την εξαγωγή και την εκμετάλλευση νέων τεχνικών . Επίσης , κατά την Επιτροπή , δεν μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ της τιμής που καταβάλλουν οι εταιρίες τηλεοράσεως για την αγορά των δικαιωμάτων μεταδόσεως μιας ταινίας και του κόστους τηλεταινίας παραγόμενης από μια από τις εν λόγω εταιρίες . Η τηλεταινία παραμένει , πράγματι , στην κυριότητα της εταιρίας τηλεοράσεως που την παρήγαγε ενώ , για τις ταινίες , η εταιρία τηλεοράσεως περιορίζεται στην απόκτηση του δικαιώματος να της μεταδώσει μία ή περισσότερες φορές . Κατά συνέπεια , οι ίδιες αυτές ταινίες μπορούν να εξακολουθήσουν να διατίθενται στο εμπόριο στις κινηματογραφικές αίθουσες , στην τηλεόραση , στην εξαγωγή και μέσω βιντεοκασετών και δίσκων βίντεο .
9 Για αυτούς όλους τους λόγους , η Επιτροπή κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η αίτηση του CICCE δεν επέτρεπε να διαπιστωθεί η προβαλλόμενη κατάχρηση και είχε , κατά συνέπεια , την πρόθεση να μη δώσει συνέχεια στην υπόθεση . Με την ίδια ευκαιρία , η Επιτροπή , σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 99/63 της Επιτροπής , της 25ης Ιουλίου 1963 ( JO 127 , σ . 2268 ), καλούσε το CICCE να διατυπώσει εγγράφως τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις του .
10 Με έγγραφο του προέδρου του , της 29ης Αυγούστου 1983 , το CICCE αμφισβητούσε ότι η θέση της Επιτροπής ανταποκρινόταν στα πραγματικά περιστατικά . Με έγγραφο του δικηγόρου του της 13ης Σεπτεμβρίου 1983 , το CICCE υπενθύμιζε ότι η κατάχρηση των εταιριών τηλεοράσεως είχε τωθεί μεταξύ άλλων από την επιτροπή ( ανταγω νισμού ) και ήταν , συνεπώς , πρόδηλη . Καλούσε την Επιτροπή να χρησιμοποιήσει την εξουσία έρευνας που διέθετε για να αποκτήσει πληρέστερες πληροφορίες , ιδίως όσον αφορά τις τιμές που καταβλήθηκαν για καθεμία από τις ταινίες που μεταδόθηκαν από τις εν λόγω εταιρίες . Επιφυλασσόταν , αφού αυτές οι τιμές θα είχαν καταστεί γνωστές , να παράσχει στην Επιτροπή τεκμήρια για τον ευτελή χαρακτήρα της τιμής που έχει καταβληθεί για κάθε ταινία .
11 Με έγγραφο του γενικού διευθυντή ανταγωνισμού της 28ης Οκτωβρίου 1983 , η Επιτροπή διαπίστωνε ότι κανένα νέο νομικό ή πραγματικό στοιχείο , ικανό να μεταβάλει τη θέση που είχε λάβει και εκδηλώσει προηγουμένως , δεν είχε προσκομιστεί από το CICCE με τις παρατηρήσεις του . Τόνιζε , ειδικότερα , ότι η γνώμη της γαλλικής επιτροπής ανταγωνισμού , την οποία ανέφερε το CICCE , « βασίζεται στη γαλλική νομοθεσία , που δεν ανταποκρίνεται στα ίδια κριτήρια και τις ίδιες προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 86 της Συνθήκης EOK » . Επομένως , η Επιτροπή πληροφορούσε το CICCE ότι είχε αποφασίσει να μη δώσει συνέχεια στην υπόθεση .
12 Κατά της αποφάσεως να μη δώσει συνέχεια της 28ης Οκτωβρίου 1983 , καθώς και κατά του εγγράφου της 12ης Ιουλίου 1983 , το CICCE άσκησε την υπό κρίση προσφυγή .
13 Με έγγραφο της 13ης Ιουλίου 1984 , το Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να του γνωρίσουν το μέσο αριθμό τηλεθεατών που σημειώθηκε στη Γαλλία και στα άλλα κράτη μέλη για τις κινηματογραφικές ταινίες που μεταδόθηκαν από την τηλεόραση κατά τους έξι μήνες που προηγήθηκαν της υποβολής της αιτήσεως του CICCE , καθώς και τη μέση τιμή που καταβλήθηκε από τις εταιρίες τηλεοράσεως , τόσο δημόσιες όσο και ιδιωτικές , στη Γαλλία και στα άλλα κράτη μέλη , για την αγορά των δικαιωμάτων μεταδόσεως των κινηματογραφικών ταινιών κατά την ίδια περίοδο . Το CICCE δεν έδωσε συνέχεια σ’ αυτή την πρόσκληση . Η Επιτροπή , από μέρους της , προσκόμισε τις αιτηθείσες πληροφορίες όσον αφορά τη Γαλλία , αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν διέθετε πληροφορίες ως προς την κατάσταση που επικρατεί στα άλλα κράτη μέλη .
14 Με το προαναφερθέν από 13 Ιουλίου 1984 έγγραφό του , το Δικαστήριο ζήτησε εξάλλου από την Επιτροπή να του υποβάλει τον κατάλογο των τιμών που κατέβαλαν για κάθε μεταδοθείσα ταινία οι γαλλικές εταιρίες τηλεοράσεως κατά τους έξι μήνες που προηγήθηκαν της υποβολής της αιτήσεως του CICCE . H Επιτροπή συμμορφώθηκε προς το εν λόγω αίτημα .
Επί του παραδεκτού ορισμένων λόγων της προσφυγής
15 Παρόλον ότι δεν αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής του CICCE , η Επιτροπή προβάλλει το απαράδεκτο ορισμένων λόγων της εν λόγω προσφυγής .
16 Υποστηρίζει , σχετικά , ότι στην περίπτωση που ένα άτομο υπέβαλε αίτηση δυνάμει του άρθρου 3 , παράγραφος 2 , του κανονισμού 17 και , στη συνέχεια , προσβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου , με προσφυγή ακυρώσεως , την απόφαση της Επιτροπής να μη δοθεί συνέχεια στην αίτησή του , το ένδικο μέσο που έχει στη διάθεσή του έχει αποκλειστικά ως σκοπό να διασφαλιστεί ότι κατά την έκδοση της απόφασης να μη δοθεί συνέχεια ελήφθησαν υπόψη οι παρατηρήσεις που το εν λόγω άτομο είχε την ευκαιρία να διατυπώσει σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 99/63 . Από αυτό έπεται , κατά την Επιτροπή , ότι στην περίπτωση ασκήσεως προσφυγής του αιτούντος κατά της αποφάσεως να μη δοθεί συνέχεια , μόνον οι λόγοι που έχουν αναπτυχθεί στις εν λόγω παρατηρήσεις είναι παραδεκτοί .
17 Συνεπώς , η Επιτροπή υποστηρίζει το απαράδεκτο των λόγων προσφυγής που στηρίζονται σε στοιχεία τα οποία , παρόλον ότι αναφέρονται στην αίτηση του CICCE , δεν επαναλήφθηκαν στις παρατηρήσεις που διατύπωσε το τελευταίο δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63 .
18 Για να εκτιμηθεί το βάσιμο αυτής της άποψης , πρέπει πρώτα απ’ όλα να διευκρινιστεί ότι ανήκει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου , στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης , να ελέγξει τη νομιμότητα της απόφασης που έλαβε η Επιτροπή να μη δώσει συνέχεια στην αίτηση του CICCE . Ο εν λόγω έλεγχος πρέπει να διενεργηθεί ιδίως υπό το φως των πραγματικών και νομικών στοιχείων που περιήλθαν στη γνώση της Επιτροπής κατόπιν πρωτοβουλίας του CICCE και που η Επιτροπή , όπως προκύπτει από την απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1983 ( Demo-Studio , 210/81 , Συλλογή σ . 3045 ), είχε την υποχρέωση να εξετάσει για να εκτιμήσει αν στην προκειμένη περίπτωση είχαν παραβιαστεί οι κανόνες ανταγωνισμού .
19 Για να διενεργήσει τον εν λόγω έλεγχο , το Δικαστήριο οφείλει να θεωρήσει ότι έχει επιληφθεί όλων των πραγματικών και νομικών στοιχείων , τα οποία , κατά το μέτρο που περιλαμβάνονταν στην αίτηση και στις παρατηρήσεις του CICCE ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή για να καταλήξει στην ένδικη απόφαση ότι δεν υπήρχε λόγος να επέμβει .
20 Από αυτό έπεται ότι δεν πρέπει να γίνει διάκριση , προς το σκοπό να εκτιμηθεί το παραδεκτό τους στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης , μεταξύ λόγων που στηρίζονται σε στοιχεία που αναφέρονται μόνο στην αίτηση του CICCE και λόγων που αναφέρονται σε στοιχεία τα οποία ρητώς επαναλήφθηκαν στις παρατηρήσεις που διατύπωσε το CICCE κατά τους όρους του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63 . Συνεπώς , η ένσταση απαραδέκτου την οποία προέβαλε η Επιτροπή είναι απορριπτέα .
Επί της ουσίας
21 Παρατηρείται , πρώτα απ’ όλα , ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στην υπό κρίση υπόθεση δεν αποφαίνεται επί της υπάρξεως παραβιάσεως του άρθρου 86 της Συνθήκης , αλλά αναφέρεται σε προκαταρκτική φάση που αφορά την εκτίμηση των επιχειρημάτων και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε το CICCE , για να αποδείξει ότι οι καταβαλλόμενες από τις εταιρίες τηλεοράσεως τιμές για την αγορά των δικαιωμάτων μεταδόσεως των κινηματογραφικών ταινιών δεν ήταν δίκαιες κατά τους όρους του άρθρου 86 , δεύτερη παράγραφος , στοιχείο α ), της Συνθήκης .
22 Πράγματι , η Επιτροπή , στο έγγραφό της της 12ης Ιουλίου 1983 , αφού αναγνώρισε ότι « το γεγονός της επιβολής από μια επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση μη δίκαιων τιμών αγοράς μπορεί να αποτελέσει καταχρηστική πρακτική κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης » , δέχτηκε ότι η κατάχρηση αυτού του είδους εξαρτάται από τη σχέση μεταξύ τιμής και οικονομικής αξίας της παρεχόμενης υπηρεσίας , και ότι , προκειμένου περί δικαιωμάτων μεταδόσεως ταινιών , ήταν αδύνατο , λόγω της ποικιλίας των κριτηρίων που μπορούσαν να ισχύσουν για την εκτίμηση της αξίας των εν λόγω ταινιών , να επιλεγεί παράμετρος που να ισχύει για όλες τις περιπτώσεις . Συνεπώς , κατά την Επιτροπή , αν υπήρξε κατάχρηση , αυτή η κατάχρηση έπρεπε να αποδειχθεί και να διαπιστωθεί σε σχέση με ορισμένες ταινίες και όχι , όπως το υποστηρίζει το CICCE στην αίτησή του , σε σχέση με το σύνολο των ταινιών , των οποίων τα δικαιώματα μεταδόσεως αγοράστηκαν από τις εταιρίες τηλεοράσεως , διότι όλες οι ταινίες είναι διαφορετικές και κάθε ταινία έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής έρευνας ενόψει του άρθρου 86 .
23 Το CICCE είναι της γνώμης ότι ο συλλογισμός της Επιτροπής κατά τον οποίο η κατάχρηση πρέπει να αποδεικνύεται σε σχέση με ορισμένες ταινίες είναι αβάσιμος . Υποστηρίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται περί διαπιστώσεως γενικευμένης καταχρήσεως από συνήθη πρακτική και ότι , επ’ αυτού , το επιχείρημα που στηρίζεται στο ασήμαντο τμήμα των εσόδων του προϋπολογισμού που διατίθενται από τις γαλλικές εταιρίες για την αγορά των δικαιωμάτων μεταδόσεως των ταινιών καθώς και στο πολύ χαμηλό επίπεδο της μέσης τιμής που καταβάλλεται για το σκοπό αυτό μπορούσε να επαρκέσει .
24 Επ’ αυτού του σημείου , παρατηρείται ότι στην προκειμένη περίπτωση καμία μομφή δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή για το ότι στήριξε την απόφασή της ότι δεν υπήρχε λόγος να επέμβει επί της ανάγκης αποδείξεως της προβαλλόμενης κατάχρησης σε σχέση με συγκεκριμένες περιπτώσεις που να αφορούν ορισμένες ταινίες , παρά σε σχέση με τη μέση τιμή που υπολογίστηκε επί του συνόλου των ταινιών , των οποίων οι εταιρίες τηλεοράσεως απέκτησαν τα δικαιώματα μεταδόσεως .
25 Προκύπτει , πράγματι , από τον κατάλογο των τιμών που καταβλήθηκαν για κάθε ταινία που μεταδόθηκε από τις εταιρίες τηλεοράσεως κατά τους έξι μήνες που προηγήθηκαν της υποβολής της αιτήσεως του CICCE , τον οποίο προσκόμισε η Επιτροπή κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου , ότι αυτές οι τιμές δεν είναι πάντοτε οι ίδιες , αλλά διακυμαίνονται σημαντικά ανάλογα με την ταινία . Το γεγονός αυτό επιτρέπει να μην αποδίδεται , στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης , αποφασιστική σημασία σε λόγους που στηρίζονται στο μέσο επίπεδο των εν λόγω τιμών ή στο τμήμα των εσόδων του προϋπολογισμού που διατίθενται για την αγορά των δικαιωμάτων μεταδόσεως των ταινιών , και καταδεικνύει ότι η Επιτροπή βάσιμα απήτησε η προβαλλόμενη από το CICCE κατάχρηση να αποδειχθεί ή τουλάχιστο να επιβεβαιωθεί με παραδείγματα που να αναφέρονται σε ορισμένες ταινίες .
26 Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με την επίκληση της γνώμης που διατύπωσε , στις 28 Ιουνίου 1979 , η γαλλική επιτροπή ανταγωνισμού , με την οποία η εν λόγω επιτροπή , στηριζόμενη σε στοιχεία παρόμοια με αυτά που εκθέτει το CICCE , όπως είναι το ασήμαντο τμήμα του προϋπολογισμού που διατίθεται από τις εταιρίες τηλεοράσεως για την αγορά των δικαιωμάτων μεταδόσεως ταινιών , ή το πολύ χαμηλό επίπεδο της μέσης τιμής που καταβάλλεται για τον εν λόγω σκοπό , δέχτηκε την ύπαρξη καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως από τις εν λόγω εταιρίες , κατά τους όρους του άρθρου 50 , εδάφιο 2 , της γαλλικής ordonnance 45-1483 .
27 Πράγματι , οι ομοιότητες που μπορεί να υφίστανται μεταξύ της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού κράτους μέλους και του συστήματος των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να περιορίσουν την αυτονομία , της οποίας απολαύει η Επιτροπή κατά την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 , και να της επιβάλουν να υιοθετήσει την ίδια εκτίμηση που υιοθετούν οι οργανισμοί που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή μιας τέτοιας εθνικής νομοθεσίας .
28 Προκειμένου να εκτιμηθεί αν οι γαλλικές εταιρίες τηλεοράσεως διέπραξαν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως κατά την αγορά των δικαιωμάτων μεταδόσεως ορισμένων καθοριζόμενων ταινιών , η Επιτροπή έκρινε ότι η καταγγελία του CICCE δεν της επέτρεψε να διαπιστώσει την ύπαρξη τέτοιων καταχρήσεων . Επ’ αυτού , ούτε τα έγγραφα της δικογραφίας ούτε η ενώπιον του Δικαστηρίου συζήτηση επιτρέπουν να θεωρηθεί πεπλανημένη η εν λόγω εκτίμηση της Επιτροπής .
29 Επιβάλλεται , συνεπώς , το συμπέρασμα ότι το αιτούν δεν απέδειξε ότι η απόφαση της Επιτροπής κατά την οποία δεν υφίστατο λόγος να επέμβει φέρει το στίγμα πλημμέλειας ικανής να δικαιολογήσει την ακύρωσή της . Το συμπέρασμα αυτό δεν αποκλείει ωστόσο η Επιτροπή να επανέλθει επί του φακέλου , σύμφωνα με την πρόθεση που εκδήλωσε στο έγγραφό της , της 12ης Ιουλίου 1983 , όπου αναφέρεται ότι η Επιτροπή δεν θα παραλείψει « να παρακολουθεί την εξέλιξη της σχετικής με τις ταινίες καταστάσεως στη Γαλλία , ιδίως δε τις διατάξεις της συγγραφής υποχρεώσεων 1983 των εταιριών τηλεοράσεως που αφορούν ειδικότερα τις σχέσεις μεταξύ κινηματογράφου και τηλεοράσεως » .
30 Υπ’ αυτές τις συνθήκες , πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή , την οποία άσκησε το CICCE .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Κατά το άρθρο 69 , παράγραφος 2 , του κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα .
32 H Επιτροπή δεν ζήτησε τα δικαστικά έξοδα να επιβληθούν στο CICCE παρά μόνο στην ανταπάντησή της . Δεδομένου ότι το εν λόγω αίτημα είναι απαράδεκτο ως εκπρόθεσμο , κάθε διάδικος θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει την προσφυγή .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy