Στην υπόδεση 75/83
SpA Ferriere San Carlo, με έδρα το Caino (Brescia — Ιταλία), via Nazionale 1, εκπροσωπούμενη από το διαχειριστή της, τον τοπογράφο μηχανικό Faustino Busseni, με πληρεξούσιο το νομικό της σύμβουλο Fabrizio Massoni, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο André Elvinger, Côte d'Eich,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτιιτων, εκπροσωπούμενης από τον Sergio Fabro, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, plateau du Kirchberg, Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακύρωσης της απόφασης της Επιτροπής της 24ης Μαρτίου 1983, η οποία επέβαλε στην προσφεύγουσα πρόστιμο για υπέρβαση των ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα που της είχαν χορηγηθεί για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο 1981,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο, Τ. Koopmans, K. Bahlmann και Υ. Galmot, προέδρους τμήματος, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, Α. O'Keeffe, G. Bosco, O. Due, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
Γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
Γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
Περιστατικά και αιτήματα των διαδίκων
1.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Απριλίου 1983, η εταιρεία Fernere San Carlo άσκησε, δυνάμει του άρθρου 36, δεύτερη παράγραφος της συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή πλήρους δικαιοδοσίας κατά της απόφασης της 24ης Μαρτίου 1983 με την οποία η Επιτροπή της επέβαλε πρόστιμο 87540 ECU (ευρωπαϊκών λογιστικών μονάδων) για υπέρβαση κατά 152 τόνους της ποσόστωσης παραγωγής που της είχε χορηγηθεί για το τρίτο τρίμηνο 1981 και για υπέρβαση κατά 846 τόνους της ποσόστωσης παραγωγής που μπορούσε να παραδοθεί στην κοινή αγορά και η οποία της είχε χορηγηθεί για το τέταρτο τρίμηνο 1981, σύμφωνα με την απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ.
2.
Με απόφαση της 1ης Ιουνίου 1983, η Επιτροπή απέσυρε την προσβαλλόμενη απόφαση της 24ης Μαρτίου 1983 για τους εξής λόγους: σχετικά με την προσαπτόμενη υπέρβαση των 846 τόνων, η Επιτροπή πληροφορήθηκε την ύπαρξη στις 30 Ιουνίου 19811028 τόνων αποθηκευμένων προϊόντων μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Στη συνέχεια η Επιτροπή έκρινε ότι το αποθηκευμένο υλικό στις 30 Ιουνίου 1981 δεν υπαγόταν στους περιορισμούς που είχε θέσει η απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ, απ' αυτό δε συνήγαγε ότι η προσφεύγουσα εταιρεία δεν είχε υπερβεί το τμήμα της ποσόστωσης παραγωγής που μπορούσε να παραδώσει στην κοινή αγορά κατά το τέταρτο τρίμηνο 1981. Όσον αφορά την αμφισβητούμενη υπέρβαση 152 τόνων, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η υπέρβαση αυτή ήταν κατώτερη των 500 τόνων και ότι, εφόσον επρόκειτο για την πρώτη παράβαση του είδους αυτού που διέπραττε η επιχείρηση, η προσφεύγουσα ενέπιπτε στην περίπτωση εκείνη που η Επιτροπή αποφασίζει πάντοτε να μην επιβάλει πρόστιμο.
3.
Κατά την τελευταία διατύπωση των αντίστοιχων αιτημάτων τους, η εταιρεία San Carlo, αφενός, ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή ανακάλεσε το πρόστιμο που επέβαλε στις 24 Μαρτίου 1983 και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα ύψους 200 λογιστικών μονάδων εις απόδοση των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο νομικός της σύμβουλος και 1000 λογιστικών μονάδων για αμοιβή του η Επιτροπή, αφετέρου, ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η απόφαση της της 1ης Ιουνίου 1983 κατήργησε «αναδρομικά» την προηγούμενη της απόφαση της 24ης Μαρτίου 1983 και να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης.
4.
Η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας εταιρείας για το δάρος των δικαστικών εξόδων στηρίζεται αφενός μεν στο ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής γνώριζαν την κατάσταση των αποθεμάτων της στις 30 Ιουνίου 1981 πριν εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αφετέρου δε στο γεγονός ότι η Επιτροπή έλαβε την απόφαση της περί επιβολής προστίμου χωρίς να της παράσχει καν τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, όπως απαιτεί το άρθρο 36 της συνθήκης ΕΚΑΧ, παραβιάζοντας έτσι την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας.
5.
Η Επιτροπή ανασκευάζει την επιχειρηματολογία αυτή, υποστηρίζοντας ότι μόλις στις 5 Απριλίου 1983, δηλαδή μεταγενέστερα από την προσβαλλόμενη απόφαση, η εταιρεία San Carlo της απέστειλε τηλετύπημα που ανέφερε την ύπαρξη αποθέματος έτοιμων προϊόντων, το οποίο δεν υπαγόταν στους περιορισμούς ποσοστώσεων που θέσπισε η απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ και προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι, σύμφωνα με το άρθρο 36 της συνθήκης ΕΚΑΧ, η προσφεύγουσα εταιρεία ακούστηκε δύο φορές και έτσι μπόρεσε να αμυνθεί αποτελεσματικά.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι αιτία της προκειμένης διαφοράς αποτελεί η «παρελκυστική και παράλογη» συμπεριφορά της προσφεύγουσας εταιρείας και ότι εν πάση περιπτώσει η εταιρεία San Carlo έχει διαπράξει παράβαση, έστω ασήμαντη, αφού υφίσταται μικρή υπέρβαση ποσόστωσης του απέφυγε την κύρωση μόνο χάρη στη διοικητική πρακτική.
Η Επιτροπή εντούτοις επισημαίνει ότι κατά ην παρούσα φάση της δίκης δεν υπο-ΐλήθηκε σε αποδοτέα έξοδα και για το ώγο αυτό θεωρεί ότι τα δικαστικά έξοδα φέπει να συμψηφιστούν.
Σκεπτικό
6
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι λόγω της ανάκλησης της προσβαλλόμενης απόφασης η διαφορά έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Η προσφεύγουσα εταιρεία θεώρησε επίσης ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε προς υποστήριξη της προσφυγής της δεν έχουν πλέον αντικείμενο. Εντούτοις δεν δήλωσε ρητά ότι παραιτείται της προσφυγής της.
7
Επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση ανακλήθηκε, κατέστη ανεφάρμοστη και επομένως πρέπει να συναχθεί ότι η προσφυγή αφορά απόφαση η οποία δεν έχει πλέον ζημιογόνο αποτέλεσμα για την προσφεύγουσα εταιρεία.
8
Επειδή συνεπώς η προσφυγή δεν έχει πλέον αντικείμενο, παρέλκει η έκδοση απόφασης επ' αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
9
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 5, του κανονισμού διαδικασίας, αν η εκδίκαση της υπόθεσης δεν καταλήξει στην έκδοση απόφασης, το Δικαστήριο κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του.
10
Το Δικαστήριο κρίνει ότι, χωρίς να χρειάζεται να ερευνήσει κατά πόσο ήταν βάσιμοι οι λόγοι που προβλήθηκαν προς υποστήριξη της προσφυγής, από τα περιστατικά της υπόθεσης και τη διεξαγωγή της διαδικασίας προκύπτουν επαρκείς λόγοι για να διατάξει το συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1)
Παρέλκει η έκδοση απόφασης επί της προσφυγής της εταιρείας Fernere San Carlo.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Λουξεμβούργο, 19 Οκτωβρίου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J. Menens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy