Στην υπόθεση 78/83 R,
Union sidérurgique du Nord et de l'Est de la France «Usinor», ανώνυμη εταιρεία με έδρα στο Puteaux (Hauts-de-Seine), La Défense, 9-4, place de la Pyramide, εκπροσωπούμενη από τον L. Fimck-Brentano, δικτηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Μ. Neuen-Kauffman, 21, rue Philippe-Il,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 200, rue de la Loi, Β-1049 Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενης από τον F. Benyon, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής C (83) 376/5 της 24ης Μαρτίου 1983, η οποία αφορά πρόστιμο που έχει επιβληθεί στην αιτούσα βάσει του άρθρου 58 της συνθήκες ΕΚΑΧ,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
Ι — Περιστατικά
Η Επιτροπή, έχοντας υπόψη την εξέλιξη της αγοράς και την κατάσταση της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, με τη γενική απόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ, της 31ης Οκτωβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 50), καθιέρωσε σύστημα επιτηρήσεως και ποσοστώσεων παραγωγής το οποίο είχε μεν εφαρμογή για την περίοδο από 1ης Νοεμβρίου 1980 έως 30ής Ιουνίου 1981, αλλά παρατάθηκε με ορισμένες τροποποιήσεις μέχρι σήμερα, συγκεκριμένα με την απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ, της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 180, σ. 1), η οποία τροποποιήθηκε με τη σειρά της, συγκεκριμένα με την απόφαση 533/82/ΕΚΑΧ, της 3ης Μαρτίου 1982 (ΕΕ L 65, σ. 6).
Κατά το άρθρο 4 της αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ, η Επιτροπή καθορίζει τρίμηνες ποσοστώσεις παραγωγής για αρκετές κατηγορίες προϊόντων. Κατά τα άρθρα 6 έως 10, οι ποσοστώσεις αυτές καθορίζονται για κάθε επιχείρηση με βάση την παραγωγή αναφοράς της επιχειρήσεως αυτής και με εφαρμογή ποσοστού μειώσεως επί αυτής της παραγωγής αναφοράς. Το άρθρο 5 ορίζει ότι η Επιτροπή ανακοινώνει σε κάθε επιχείρηση την παραγωγή της αναφοράς και τις ποσοστώσεις παραγωγής που προκύπτουν από την εφαρμογή των ποσοστών μειώσεως, καθώς και το τμήμα των ποσοστώσεων που είναι δυνατόν να διατεθεί στην κοινή αγορά.
Η Επιτροπή, με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1981, ανακοίνωσε στην προσφεύγουσα την παραγωγή της προϊόντων σιδήρου και χάλυβα για το τέταρτο τρίμηνο του έτους 1981, καθώς και το τμήμα των ποσοστώσεων που είναι δυνατό να διατεθούν στην κοινή αγορά.
Με την απόφαση C (83) 376/5, της 24ης Μαρτίου 1983, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα είχε υπερβεί τις ποσοστώσεις παραγωγής που της είχαν παραχωρηθεί για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 για τα προϊόντα των κατηγοριών 16, Ιδ, και V κατά 23735, 15036 και 335 τόνους αντιστοίχως, και τα τμήματα των ποσοστώσεων αυτών που ήταν δυνατόν να διατεθούν στην κοινή αγορά για τις κατηγορίες προϊόντων 16, Ιγ, Ιδ και V κατά 30912, 12168, 18759 και 3767 τόνους αντιστοίχως. Με την ίδια απόφαση, η Επιτροπή για το λόγο αυτόν επέβαλε στην προσφεύγουσα πρόστιμο 6312231 (έξι εκατομμυρίων τριακοσίων δώδεκα χιλιάδων διακοσίων τριάντα μιας) λογιστικών μονάδων, δηλαδή 42388525 (σαράντα δύο εκατομμυρίων τριακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι πέντε) γαλλικών φράγκων. Το πρόστιμο αυτό έπρεπε να καταβληθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως και σε περίπτωση καθυστερήσεως της πληρωμής προσαυξάνεται κατά 1 ο/ο για κάθε αρχόμενο μήνα. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 25 Απριλίου 1983.
Με έγγραφο της 30ής Μαρτίου 1983, η Επιτροπή ανακοίνωσε στην προσφεύγουσα ότι σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, θα προέβαινε στην είσπραξη του 70 % του κεφαλαίου της απαιτήσεως, όντας διατεθειμένη να καθυστερήσει την εκτέλεση της αποφάσεως ως προς το υπόλοιπο 30 ο/ο, καθώς και την προσαύξηση λόγω καθυστερήσεως, υπό τον όρο ότι η προσφεύγουσα θα παρείχε τραπεζική εγγύηση για την πληρωμή των ποσών αυτών.
Στις 3 Μαίου 1983 η προσφεύγουσα άσκησε, δυνάμει του άρθρου 33 της συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της 24ης Μαρτίου 1983 με την οποία της επιβλήθηκε το πρόστιμο. Η υπόθεση αυτή εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
Με _ έγγραφο και τηλετύπημα της 26ης Μαίου 1983, η προσφεύγουσα ανακοίνωσε στην Επιτροπή ότι δεχόταν να παράσχει τραπεζική εγγύτηση η οποία να καλύπτει όλη την απαίτηση τόσο σε κεφάλαιο όσο και σε τόκους.
Με τηλετύπημα της 3ης Ιουνίου 1983, η Επιτροπή απάντησε στο έγγραφο αυτό και υπενθύμισε τους όρους του έγγραφου της 30ής Μαρτίου 1983 αναφέροντας ότι, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ήδη στο παρελθόν είχαν επιβληθεί στην προσφεύγουσα κυρώσεις για παραβάσεις της γενικής αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ με την απόφαση της Επιτροπής C (82) 1191/8, της 13ης Αυγούστου 1982, θα επέσπευδε την είσπραξη του προστίμου μέχρι ποσοστού 70 % του ποσού και ότι δεν ήταν διατεθειμένη να αναστείλει την είσπραξη παρά μόνο του υπολοίπου 30 ο/ο και των ενδεχομένων προσαυξήσεων, υπό τον όρο παροχής τραπεζικής εγγυήσεως.
Κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 13ης Αυγούστου 1982, στην οποία αναφέρεται το τηλετύπημα αυτό, η προσφεύγουσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή, ακυρώσεως στις 27 Σεπτεμβρίου 1982 (υπόθεση 265/82) επί της οποίας το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί ακόμη.
II — Γραπτή διαδικασία
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Ιουνίου 1983, η προφεύγουσα υπέ6αλε 6άσει του άρθρου 39, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 83, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, αίτηση, αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής C (83) 376/5/ΕΚΑΧ και, επικουρικώς, αίτηση για τη λήψη, ενδεχομένως, οιουδήποτε άλλου αναγκαίου προσωρινού μέτρου, όπως η σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως για την καταβολή του προς είσπραξη ποσού.
Στην αίτηση της η προσφεύγουσα υποστηρίζει ουσιαστικά ότι η Επιτροπή, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφαση της να μη δεχτεί να αναστείλει την εκτέλεση της αποφάσεως της της 24ης Μαρτίου 1983 υπό τους συνήθεις όρους παρά μόνο για το 30 % του προστίμου, επικαλείται την υποτροπή της προσφεύγουσας, ενώ η υποτροπή δεν έχει αποδειχτεί.
Η προσφεύγουσα έχει πράγματι προσβάλει την απόφαση της Επιτροπής της 13ης Αυγούστου 1982, η οποία της επέβαλε πρόστιμο για υπέρβαση ποσοστώσεων για το τρίτο τρίμηνο 1982, και το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί επί της προσφυγής αυτής. Η Επιτροπή δεν μπορεί να στηρίζεται σε αμφισβητούμενη παράβαση της προσφεύγουσας, και επί της οποίας το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί ακόμη, για να υποστηρίζει ότι υπάρχει υποτροπή.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επιπλέον ότι η ατομική απόφαση την οποία αφορά η προσφυγή ακυρώσεως της 3ης Μαίου 1983 και η παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, για τον καθορισμό του προστίμου, κακώς χαρακτηρίζει ως καθ' υποτροπή παράβαση την προσαπτόμενη παράβαση για το τέταρτο τρίμηνο του 1981, ενώ οι καταγγελλόμενες υπερβάσεις αφορούν κατηγορίες προϊόντων διαφορετικές από αυτές για τις οποίες έχει καταδικαστεί με την απόφαση της 13ης Αυγούστου 1982 περί υπερβάσεως ποσοστώσεων του τρίτου τριμήνου.
Τέλος, λαμβανομένης υπόψη της καθιερωμένης συνήθειας, σε περίπτωση προσφυγής, η καταβολή του προστίμου να αντικαθίσταται από εγγύηση, η προσφεύγουσα αμφισβητεί ότι η Επιτροπή είχε δικαίωμα να παρεκκλίνει από τη συνήθεια αυτή «θέτοντας, χωρίς να υπάρχει κανονιστική διάταξη, αυστηρότερους όρους λαμβανομένου υπόψη ότι στην προσφεύγουσα έχει ήδη επιβληθεί κύρωση».
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι η αίτηση της δεν προδικάζει περί της αποφάσεως που θα εκδοθεί επί της προσφυγής στην κύρια δίκη και ότι τα αιτούμενα μέτρα είναι επείγοντα και ταυτόχρονα δικαιολογούνται από τα πραγματικά περιστατικά και από νομική άποψη.
Η κααής στις παρατηρήσεις της που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Ιουνίου 1983, ζητεί να απορριφθούν τα περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων αιτήματα και το Διακστήριο να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της η καθής αναφέρει την πολιτική της για την είσπραξη προστίμων και τους λόγους οι οποίοι την έχουν οδηγήσει να θέσει ειδικούς κανόνες για την είσπραξη προστίμων στον τομέα του σιδήρου και του χάλυβα σε περίπτωση υποτροπής.
Η καθής υποστηρίζει ουσιαστικά ότι η αιτούσα δεν είχε δικαίωμα για αναστολή της εισπράξεως του προστίμου διότι η Επιτροπή είναι αρμόδια να τροποποιεί την πολιτική της, κατά την οποία η αναστολή χορηγούνταν σε περίπτωση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου υπό τον όρο να παρέχεται τραπεζική εγγύηση για την ενδεχόμενη καταβολή των προστίμων και τόκων.
Η καθής υποστηρίζει επιπλέον ότι η περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων αίτηση, επειδή βασίζεται στην ερμηνεία της έννοιας της υποτροπής, έχει το ίδιο αντικείμενο με έναν από τους λόγους της προσφυγής στην κύρια δίκη και επομένως δημιουργεί τον κίνδυνο να εξουδετερωθούν εκ των προτέρων ορισμένες συνέπειες της αποφάσεως που θα εκδοθεί επί της ουσίας.
Η καθής ισχυρίζεται, τέλος, ότι η αιτούσα δεν έχει αποδείξει ότι τα αιτούμενα μέτρα είναι επείγοντα προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
III — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι κλητεύθηκαν νομότυπα και ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση ασφαλιστικών μέτρων της 1ης Ιουλίου 1983.
Σκεπτικό
1
Κατά το άρθρο 39 της συνθήκης ΕΚΑΧ, οι προσφυγές που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο όμως μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και να διατάξει κάθε άλλο αναγκαίο προσωρινό μέτρο.
2
Η αιτούσα ζήτησε να διαταχθεί η αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1983, η οποία της επέβαλε πρόστιμο 6312231 (έξι εκατομμυρίων τριακοσίων δώδεκα χιλιάδων διακοσίων τριάντα μιας) λογιστικών μονάδων, δηλαδή 42388525 (σαράντα δύο εκατομμυρίων τριακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι πέντε) γαλλικών φράγκων, λόγω υπερβάσεως των ποσοστώσεων παραγωγής ή παραδόσεως που της είχαν παραχωρηθεί για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 για διάφορα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει οριστική απόφαση επί της προσφυγής στην κύρια δίκη. Η αιτούσα δηλώνει ότι διατίθεται να παράσχει τραπεζική εγγύηση, η οποία να καλύπτει το ποσό των επιβληθέντων προστίμων, συνενδεχόμενους τόκους λόγω μη εγκαίρου καταβολής αυτών, υπολογιζόμενους με το προεξοφλητικό επιτόκιο της Τράπεζας της Γαλλίας προσαυξημένο κατά 1 %.
3
Η Επιτροπή αποκρούει την αίτηση αυτή υπό την έννοια ότι είναι διατεθειμένη να συναινέσει στην αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στην κύρια δίκη μόνο μέχρι ποσοστού 30 ο/ο του επιβληθέντος προστίμου και των ενδεχομένων προσαυξήσεων και υπό τον όρο συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως.
4
Η Επιτροπή αναφέρει ότι, αν τυχόν αφίσταται από την προηγούμενη της τακτική, η οποία συνίστατο στο να δέχεται κατά γενικό κανόνα την αναστολή της άμεσης εκτελέσεως της αποφάσεως που επιβάλλει πρόστιμο για υπέρβαση ποσοστώσεων σε περίπτωση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου υπό τον όρο συστάσεως εγγυήσεως, ο λόγος είναι ότι φρονεί ότι στις περιπτώσεις που στην ίδια επιχείρηση έχει ήδη επιβληθεί μια πρώτη κύρωση, ενδείκνυται όχι μόνο επαύξηση των προστίμων, όπως προβλέπει το άρθρο 12 της γενικής αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ της 24ης Ιουνίου 1981, αλλά επίσης αυστηρότερη αντιμετώπιση όσον αφορά την αναστολή της εκτελέσεως εν αναμονή της οριστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου επί των προσφυγών που στρέφονται κατά των αποφάσεων που επιβάλλουν πρόστιμα ύστερα από μια πρώτη παράβαση για την οποία έχει ήδη επιβληθεί κύρωση. Η Επιτροπή προσθέτει ότι υιοθέτησε τη νέα αυτή τακτική ενόψει της συνεχούς επιδεινώσεως της καταστάσεως στην αγορά χάλυβα.
5
Η αιτούσα αμφισβητεί ότι η Επιτροπή ενεργεί νόμιμα τροποποιώντας κατά τον τρόπο αυτό μια συνήθεια, την οποία η ίδια είχε καθιερώσει, χωρίς προηγουμένως να ειδοποιήσει σχετικά τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Προπάντων αμφισβητεί ότι οι υπερβάσεις οι οποίες της αποδίδονται για το τέταρτο τρίμηνο 1981 συνιστούν σε βάρος της μια δεύτερη παράβαση, ακόμη κι αν αποδειχτούν. Ως προς το σημείο αυτό η αιτούσα υποστηρίζει ότι, της έχουν βέβαια επιβληθεί πρόστιμα με προηγούμενη απόφαση, της 13ης Αυγούστου 1983, η οποία της επέβαλε πρόστιμο 641700 (εξακοσίων σαράντα μιας χιλιάδων, επτακοσίων) ευρωπαϊκών λογιστικών μονάδων, δηλαδή 4215404 (τεσσάρων εκατομμυρίων διακοσίων δεκαπέντε χιλιάδων τετρακοσίων τεσσάρων) γαλλικών φράγκων, για υπέρβαση κατά 8556 τόνους της ποσοστώσεως παραγωγής για το τρίτο τρίμηνο 1981, αλλά κατά της αποφάσεως αυτής έχει ασκήσει προσφυγή επί της οποίας το δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί. Κατ' αυτήν, ενόσω το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί διατηρώντας εν όλω ή εν μέρει το πρόστιμο αυτό, δεν θεμελιώνεται σε βάρος της «υποτροπή».
6
Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της γενικής της πολιτικής στο θέμα των προστίμων, δεν ενεργεί παράνομα με το να προσαρμόζει τη στάση της στην εξέλιξη των συνθηκών που την εξαναγκάζουν να ενεργεί, ιδίως όσον αφορά την είσπραξη των προστίμων.
7
Η τακτική, την οποία η Επιτροπή έχει υιοθετήσει με τον τρόπο αυτό δεν μπορεί εντούτοις να παρεμποδίσει την άσκηση της αρμοδιότητας, που επιφυλάσσει στο Δικαστήριο το άρθρο 39, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως αν κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται από τις περιστάσεις και να συνοδεύσει μια ενδεχόμενη αναστολή με κατάλληλους όρους λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περιπτώσεως της οποίας επιλαμβάνεται.
8
Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το Δικαστήριο, όσον αφορά την υπέρβαση των ποσοστώσεων του τρίτου τριμήνου 1981, παρουσιάζει λεπτά και πολύπλοκα ζητήματα που πρέπει να κριθούν. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ζημία που υφίσταται η αιτούσα υποχρεώνοντας την να καταβάλει σημαντικό ποσό, έστω κι αν πρόκειται για επιχείρηση του μεγέθους της, πριν ακόμη το Δικαστήριο διαπιστώσει μια πρώτη παράβαση, είναι δυσανάλογη σε σχέση με το κατά τα λοιπά έννομο συμφέρον της Επιτροπής να ενισχύσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα της αποφάσεως της με άμεση είσπραξη του 70 % του προστίμου.
9
Ενδείκνυται επομένως η αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (τέταρτο τρίμηνο), εν πάση περιπτώσει, μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει οριστική απόφαση επί της προσφυγής για την προσαπτόμενη υπέρβαση για το τρίτο τρίμηνο.
10
Αφού το Δικαστήριο εκδώσει απόφαση επί της προφυγής 265/82, με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής C (82) 1191/8, της 13ης Αυγούστου 1982, εναπόκειται στους διαδίκους να συνάγουν τα συμπεράσματα από την απόφαση αυτή, όσον αφορά την είσπραξη του προστίμου που αφορά η παρούσα διάταξη, και να απευθυνθούν ενδεχομένως στο Δικαστήριο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Δια ταύτα,
κρίνοντας επί των προσωρινών μέτρων,
ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
διατάσσει:
1)
Αναστέλλει μέχρι της 30ής ημέρας από της κοινοποιήσεως στους διαδίκους της αποφάσεως που το Δικαστήριο Φα εκδώσει στην υπόθεση 265/82, Usinor κατά Επιτροπής, την εκτέλεση του άρθρου 2 της αποφάσεως της Επιτροπής C (83) 376/5, της 24ης Μαρτίου 1983, υπό τον όρο η αιτούσα να συστήσει προηγουμένως τραπεζική εγγύηση για την καταβολή του προστίμου που επιβάλλεται με την απόφαση αυτή, και των ενδεχόμενων τόκων λόγω μη εγκαίρου καταβολής υπολογιζόμενων για τις ανάγκες της παρούσας διατάξεως, με το προεξοφλητικό επιτόκιο της Τράπεζας της Γαλλίας προσαυξημένο κατά 1 %.
2)
Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 5 Ιουλίου 1983.
Ο γραμματέας κ. α. α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy