Στην υπόθεση 142/83,
Κωνσταντίνος Αντωνίου Χατζηδακησ Νηβασ, συνταξιούχος δικηγόρος, κάτοικος Αθηνών,
κατά
1) Ταμείου Νομικών, Αθηνλ,
2) Αποφλσησ 1358/83 του Συμβουλίου Επικράτειας της Ελλάδας,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί η εξωσυμοατική ευθύνη του καθού Ταμείου Νομικών και να υποχρεωθεί το καθού να καταοάλει στον προσφεύγοντα συνολικά τα πενήντα πεντηκοστά των παροχών αναπηρίας — ανικανότητας και γήρατος αναδρομικά από 1ης Απριλίου 1954,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο, Ρ. Pescatore, A. O'Keeffe και U. Everling, προέδρους τμήματος, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans, O. Due, Κ. Bahlmann, Y. Galmot και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Ιουνίου 1983, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή, με την οποία ζητεί, αφενός, να αναγνωριστεί ότι είναι παράνομες τόσο η απόφαση του Ταμείου Νομικών, όσο και η απόφαση 1358/83 του Συμβουλίου Επικρατείας της Ελλάδας και, αφετέρου, να υποχρεωθεί το εν λόγω Ταμείο να του καταβάλει το σύνολο των κοινωνικών παροχών που του οφείλονται, σύμφωνα με το εθνικό και κοινοτικό δίκαιο.
2
Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας «όταν το Δικαστήριο είναι προφανώς αναρμόδιο για να επιληφθεί μιας προσφυγής που του υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 38, μπορεί να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη με αιτιολογημένη διάταξη. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδοθεί ακόμα και πριν από τη γνωστοποίηση της προσφυγής στον αντίδικο».
3
Το άρθρο 173 της συνθήκης ΕΟΚ, στο οποίο καθορίζονται οι προϋποθέσεις παραδεκτού των προσφυγών ακυρώσεως, ορίζει ότι το Δικαστήριο «ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων του Συμβουλίου και της Επιτροπής, εκτός των συστάσεων και γνωμών». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέν είναι αρμόδιο να επιληφθεί προσφυγών, με τις οποίες ζητείται η ακύρωση αμιγώς εθνικών αποφάσεων και η χορήγηση κοινωνικών παροχών τις οποίες αρνήθηκε να χορηγήσει τόσο η διοικητική, όσο και η δικαστική αρχή του κράτους μέλους.
4
Ο έλεγχος, συνεπώς, της νομιμότητας των αποφάσεων ή των μέτρων που λαμβάνουν οι δικαστικές και οι διοικητικές αρχές των κρατών μελών, δυνάμει κανόνων του εσωτερικού δικαίου, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
5
Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει ότι είναι προφανώς αναρμόδιο κατά συνέπεια, πρέπει να εφαρμόσει το άρθρο 92, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας και να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη πριν από τη γνωστοποίηση της στους διαδίκους κατά των οποίων στρέφεται.
Διά ταύτα
μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
Λουξεμβούργο, 5 Οκτωβρίου 1983.
Ο γραμματέας α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος
J. Menens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy