Στην υπόθεση 171/83 R,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την M.-J. Jonczy και τον G. Marenco, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Ο. Montako, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
αιτούσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον G. Guillaume, διευθυντή νομικών υποθέσεων στο υπουργείο εξωτερικών σχέσεων, επικουρούμενο από τον G. Boivineau, αναπληρωτή κύριο γραμματέα εξωτερικών σχέσεων, με τόπο επιδόσεως στο Λουξεμβούργο την έδρα της πρεσβείας της, 2, rue Bertholet,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, τη λήψη προσωρινών μέτρων βάσει του άρθρου 186 της συνθήκης ΕΟΚ κατά της θέσεως σε ισχύ από τη Γαλλική Δημοκρατία μέτρων ενισχύσεως υπέρ των τομέων της κλωστοϋφαντουργίας και των ενδυμάτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο, Ρ. Pescatore, A. O'Keeffe και U. Everling, προέδρους τμήματος, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans, O. Due και Y. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: P. Heim
εκδίδει την παρούσα
ΔΙΑΤΑΞΗ
Περιστατικά
1.
Στις 19 Φεβρουαρίου 1982, η γαλλική κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρ9ρο 93, παράγραφος 3, της συνθήκης ΕΟΚ, σχέδιο ordonnance περί θεσπίσεως καθεστώτος ενισχύσεων υπέρ των τομέων κλωστοϋφαντουργίας και ενδυμάτων υπό τη μορφή αναλήψεως εκ μέρους του κράτους μέρους των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως που οφείλουν οι εργοδότες των προαναφερθέντων τομέων οι ενισχύσεις αυτές μπορούν να ανέρχονται μέχρι 12 % του συνολικού ποσού των αμοιβών που χρησιμεύει ως βάση υπολογισμού των εισφορών αυτών. Το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων θεσπίστηκε με την ordonnance 82-204 της 1ης Μαρτίου 1982 Kat οι λεπτομέρειες της εφαρμογής της, που είχαν αναγγελθεί από τη γαλλική κυβέρνηση κατά την κοινοποίηση του σχεδίου της, κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή στις 16 Απριλίου 1982 και τέθηκαν σε ισχύ την ίδια ημέρα με το décret 82-340.
2.
Κατά το άρθρο 5 της προαναφερθείσας ordonnance 82-204, η εν λόγω ανάληψη προϋποθέτει τη σύναψη μεταξύ κράτους και εργοδότη συμβάσεως διαρκείας δώδεκα μηνών, η οποία καθορίζει ιδίως τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει ο εργοδότης ως προς τη διατήρηση και τη δημιουργία θέσεων απασχολήσεως και την πραγματοποίηση επενδύσεων. Κατά το ίδιο άρθρο, καμιά τέτοια σύμβαση δεν μπορεί να συναφθεί μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1982, οι συμβάσεις όμως που έχουν συναφθεί πριν την ημερομηνία αυτή μπορούν να ανανεωθούν, με ενδεχόμενες τροποποιήσεις, για μια νέα περίοδο δώδεκα μηνών.
3.
Κρίνοντας ότι ένα τέτοιο σύστημα αποτελεί καθεστώς ενισχύσεων ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της συνθήκης, η Επιτροπή έλαβε στις 12 Ιανουαρίου 1983 απόφαση βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της συνθήκης, με την οποία καλούσε τη Γαλλική Δημοκρατία να καταργήσει το καθεστώς ενισχύσεων εντός προθεσμίας ενός μηνός από της κοινοποιήσεως της εν λόγω αποφάσεως. Η κοινοποίηση αυτή έγινε στις 21 Ιανουαρίου 1983.
4.
Στις 23 Φεβρουαρίου 1983, η γαλλική κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή ένα ανακοινωθέν, που όριζε ότι «η διαδικασία των συμβάσεων “απασχολήσεως-επενδύ-σεων” θα χρησιμοποιηθεί εκ νέου, κατά φθίνοντα λόγο, για δεύτερη και τελευταία χρονιά». Κρίνοντας ότι με το ανακοινωθέν αυτό η κυβέρνηση είχε αρνηθεί να συμμορφωθεί προς την απόφαση της, η Επιτροπή με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Μαρτίου 1983, άσκησε προσφυγή κατ' εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της συνθήκης. Η προσφυγή αυτή αποτελεί αντικείμενο της υποθέσεως 52/83.
5.
Με τηλετύπημα της 5ης Μαΐου 1983, η γαλλική κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή σχέδιο décret περί καθορισμού των όρων ανανεώσεως των συμβάσεων που είχαν συναφθεί μεταξύ κράτους και εργοδοτών. Η Επιτροπή γνώρισε στη γαλλική κυβέρνηση λήψη της κοινοποιήσεως του εν λόγω σχεδίου και την πληροφόρησε ότι η δίμηνη προθεσμία, την οποία θεωρούσε ότι είχε στη διάθεση της, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, για να διαμορφώσει μια πρώτη άποψη περί του αν το σχέδιο συμβιβάζεται ή όχι με την κοινή αγορά, άρχιζε να τρέχει από τις 6 Μαΐου 1983. Αφού εξέτασε το εν λόγω σχέδιο décret, η Επιτροπή έκρινε ότι, με την επιφύλαξη ορισμένων τροποποιήσεων, ο μηχανισμός ελαφρύνσεως των κοινωνικών επιβαρύνσεων, ο οποίος θα προέκυπτε από την εφαρμογή του νέου αυτού décret, παρέμενε, ως προς την ουσία, ανάλογος με εκείνον που προέκυπτε από την εφαρμογή του καθεστώτος που είχε θεσπιστεί το 1982 και ότι οι σκοπούμενες τροποποιήσεις σε σχέση με το προηγούμενο décret δεν ήταν φύσεως τέτοιας, ώστε να αποκρούσουν τις βασικές αντιρρήσεις που είχαν οδηγήσει την Επιτροπή να διαπιστώσει, με την προαναφερθείσα απόφαση της της 12ης Ιανουαρίου 1983, ότι το καθεστώς ελαφρύνσεως των κοινωνικών επιβαρύνσεων υπέρ του τομέα κλωστοϋφαντουργίας και ενδυμάτων ήταν ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της συνθήκης και, συνεπώς, έπρεπε να καταργηθεί.
6.
Η Επιτροπή αποφάσισε, επομένως, στις 7 Ιουνίου 1983, να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 2, κατά αυτού του σχεδίου décret και, γι' αυτό το σκοπό, έταξε στη γαλλική κυβέρνηση προθεσμία ενός μηνός για να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στη Γαλλική Δημοκρατία με έγγραφο της 15ης Ιουνίου 1983.
7.
Παρ' όλα αυτά, με το décret 83-458 της 7ης Ιουνίου 1983, περί ανανεώσεως των συμβάσεων που προβλέπονται από το décret 82-204 της 1ης Μαρτίου 1982, περί αναλήψεως από το κράτος του βάρους ορισμένων εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως στις βιομηχανικές επιχειρήσεις των τομέων κλωστοϋφαντουργίας και ενδυμάτων, η γαλλική κυβέρνηση έθεσε σε ισχύ τους κανόνες που είχε κοινοποιήσει. Η Επιτροπή, κατά συνέπεια, αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 169 της συνθήκης κατά της γαλλικής κυβερνήσεως και, γι' αυτό το σκοπό, με έγγραφο της της 16ης Ιουνίου 1983, της έταξε προθεσμία δέκα πέντε ημερών από της λήψεως του εν λόγω εγγράφου για να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Μην έχοντας λάβει απάντηση, η Επιτροπή διατύπωσε την αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπει το άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, και την κοινοποίησε στη Γαλλική Δημοκρατία με έγγραφο της 12ης Ιουλίου 1983, με το οποίο την καλούσε να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός προθεσμίας δέκα ημερών. Αφού και η γνώμη αυτή παρέμεινε αναπάντητη, η Επιτροπή προσέφυγε στο Δικαστήριο με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του στις 4 Αυγούστου 1983. Με την προσφυγή αυτή, που αποτελεί το αντικείμενο της υποθέσεως 171/83, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, θέτοντας σε ισχύ, με το décret 83-458 της 7ης Ιουνίου 1983, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 131 της 8ης Ιουνίου 1983 του Journal Officiel της Γαλλικής Δημοκρατίας, μέτρα ενισχύσεως υπέρ των τομέων κλωστοϋφαντουργίας και ενδυμάτων, που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή στις 5 Μαΐου 1983, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της συνθήκης ΕΟΚ.
8.
Ταυτόχρονα με την προαναφερθείσα προσφυγή, η Επιτροπή κατέθεσε αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων βάσει του άρθρου 186 της συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου. Όσον αφορά το αντικείμενο των προσωρινών μέτρων, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ζητούσε από το Δικαστήριο να διατάξει τη Γαλλική Δημοκρατία,
—
αφενός να αναστείλει κάθε ανανέωση των συμβάσεων, όπως προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις,
—
αφετέρου, να αναστείλει την εκτέλεση των συμβάσεων που έχουν τυχόν ανα-νεω9εί ήδη.
9.
Με διάταξη της 5ης Αυγούστου 1983, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 85, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας, αποφάσισε να φέρει την υπό9εση επί της αιτήσεως προσωρινών μέτρων στο Δικαστήριο.
10.
Η γαλλική κυβέρνηση υπέβαλε στις 26 Αυγούστου 1983, τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων της Επιτροπής. Αμφισβητεί ότι αυτή συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρ8ρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου και που διευκρινίστηκαν στη συνέχεια με τη νομολογία του και ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αυτής.
11.
Οι διάδικοι ανέπτυξαν τις προφορικές τους επεξηγήσεις στις 13 Σεπτεμβρίου 1983.
12.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της ίδιας ημέρας.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Αυγούστου 1983, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, θέτοντας σε ισχύ, με το décret 83-458 της 7ης Ιουνίου 1983, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 131 της 8ης Ιουνίου 1983 του Journal Officiel της Γαλλικής Δημοκρατίας, μέτρα ενισχύσεως υπέρ των τομέων της κλωστοϋφαντουργίας και ενδυμάτων, που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή στις 5 Μαΐου 1983, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 93, παραγραφος 3, της συνθήκης.
2
Τα επίδικα γαλλικά μέτρα συνίστανται στην παράταση, για δεύτερο έτος και με ορισμένες τροποποιήσεις, καθεστώτος που θεσπίστηκε αρχικά για ένα έτος με ordonnance της 1ης Μαρτίου 1982. Κατά την ordonnance αυτή, το κράτος αναλαμβάνει τις εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως που οφείλουν οι εργοδότες, οι οποίοι προσχωρούν σε σύμβαση δωδεκάμηνης διάρκειας, με την οποία αναλαμβάνουν ορισμένες υποχρεώσεις όσον αφορά την απασχόληση και τις επενδύσεις στην επιχείρησή τους. Με την απόφασή της 83/245 της 12ης Ιανουαρίου 1983 (ΕΕ L 137 της 26. 5. 1983, σ. 24) η Επιτροπή ζήτησε από τη γαλλική κυβέρνηση να καταργήσει το καθεστώς που είχε θεσπίσει εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως, στις 21 Ιανουαρίου 1983.
3
Με την προσφυγή της η Επιτροπή τονίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, έχει στη διάθεση της προθεσμία δύο μηνών από της κοινοποιήσεως του σχεδίου ενισχύσεων για να διαμορφώσει αρχική γνώμη για τη συμφωνία ή μη του σχεδίου προς τη συνθήκη και για να κινήσει, ενδεχομένως, τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 2. Υπενθυμίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση γνώρισε στη γαλλική κυβέρνηση λήψη της κονοποιήσεως διευκρινίζοντας ότι η εν λόγω προθεσμία άρχιζε να τρέχει από τις 6 Μαΐου 1983. Παρ' όλα αυτά, η γαλλική κυβέρνηση έθεσε σε ισχύ τα σχεδιαζόμενα μέτρα με décret που δημοσιεύτηκε στις 8 Ιουνίου 1983 και θα χορηγούσε, επομένως, από την ημερομηνία αυτή και στο πλαίσιο ανανεουμένων συμβάσεων ενισχύσεις παράνομες κατά το κοινοτικό δίκαιο.
4
Η γαλλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η δίμηνη προθεσμία την οποία επικαλείται η Επιτροπή έχει ενδεικτική μόνο αξία. Στην προκειμένη περίπτωση, ήταν απόλυτα αναγκαίο, προς το συμφέρον των δικαιούχων επιχειρήσεων και χάριν της συνοχής του καθεστώτος ενισχύσεων στο σύνολο του, να υπάρξει παράταση με λύση που να εξασφαλίζει τη συνέχεια, όσο το δυνατόν περισσότερο περιορισμένης έκτασης. Υπ' αυτές τις συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η Επιτροπή γνώριζε την όλη οικονομία του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεων ήδη από τη δημοσίευση της ordonnance της 1ης Μαρτίου 1982 που θέσπισε το καθεστώς αυτό για το πρώτο έτος, ένας μήνας ήταν υπεραρκετός για την Επιτροπή προκειμένου να αποφανθεί επί του αμφισβητούμενου décret. Δικαιολογημένα, επομένως, το έθεσε η γαλλική κυβέρνηση σε εφαρμογή, αφού, ύστερα από ένα μήνα, η Επιτροπή δεν είχε ακόμα κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 2, της συνθήκης.
5
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα με την προσφυγή επί της κυρίας υποθέσεως, η Επιτροπή κατέθεσε, δυνάμει του άρθρου 186 της συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας, αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η Γαλλική Δημοκρατία να αναστείλει κάθε ανανέωση των συμβάσεων που είχαν συναφθεί με τις επιχειρήσεις στο πλαίσιο του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεων και να αναστείλει την εκτέλεση των συμβάσεων που είχαν ήδη ανανεωθεί.
6
Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, η γαλλική κυβέρνηση αμφισβητεί ότι πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα και, ιδίως, αυτά που ζητεί η Επιτροπή.
7
Κατά το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο αιτών φέρει το βάρος να προσδιορίσει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των προσωρινών μέτρων που ζητεί.
8
Ως προς το κατά πόσο δικαιολογείται η λήψη των προσωρινών μέτρων που μπορούν να κριθούν αναγκαία, οι διάδικοι κατ' ουσία επανέλαβαν τα επιχειρήματα που προέβαλαν στην κύρια υπόθεση.
9
Σχετικά, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 3, στοιχείο στ, της συνθήκης, η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει την εγκαθίδρυση καθεστώτος που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς και ότι, στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 92, παράγραφος 1, της συνθήκης ΕΟΚ χαρακτηρίζει ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, τις ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό με την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής.
10
Για να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της απαγόρευσης αυτής, το άρθρο 93 επιβάλλει στη μεν Επιτροπή το ειδικό καθήκον του ελέγχου, στα δε κράτη μέλη συγκεκριμένες υποχρεώσεις, προκειμένου να διευκολυνθεί το έργο αυτό της Επιτροπής και να αποφευχθεί το φαινόμενο να βρεθεί προ τετελεσμένων γεγονότων.
11
Ως προς τα σχέδια που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν ενισχύσεις, το άρθρο 93, παράγραφος 3, απαιτεί να ενημερώνεται η Επιτροπή εγκαίρως, ώστε να μπορεί να υποβάλλει τις παρατηρήσεις της. Η ίδια παράγραφος υποχρεώνει, εξάλλου, την Επιτροπή να κινήσει αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο, αν κρίνει ότι το κοινοποιηθέν σχέδιο δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, και, τέλος, απαγορεύει κατά τρόπο σαφή στο κράτος μέλος να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα, πριν η διαδικασία αυτή καταλήξει σε τελική απόφαση.
12
Όπως έχει τονίσει το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και στη διάταξη του της 21ης Μαΐου 1977 (Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 31/77 R και 53/77 R, Recueil σ. 921), η τελευταία φράση του άρθρου 93 αποτελεί τη διασφάλιση του μηχανισμού ελέγχου που θεσπίζεται με το άρθρο αυτό, το οποίο είναι ουσιώδες για την εγγύηση της λειτουργίας της κοινής αγοράς. Από αυτό συνάγεται, όπως επίσης έχει καταστήσει σαφές το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση, ότι, και αν ακόμα το κράτος μέλος θεωρεί ότι το μέτρο ενισχύσεως συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, το γεγονός αυτό δεν του επιτρέπει να αγνοήσει τις σαφείς διατάξεις του άρθρου 93.
13
Όπως υπέμνησαν οι διάδικοι, το Δικαστήριο έκρινε μεταξύ άλλων με την απόφαση του της 11ης Δεκεμβρίου 1973 Lorenz, 120/73, Recueil σ. 1471) ότι, αν η Επιτροπή, αφού ενημερωθεί από ένα κράτος μέλος για ένα σχέδιο ενισχύσεως, παραλείπει να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου 93, το κράτος αυτό μπορεί, μετά την παρέλευση της προθεσμίας που αρκεί για την πρώτη εξέταση του σχεδίου από την Επιτροπή, να εφαρμόσει το σχεδιαζόμενο μέτρο ενισχύσεως. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η απαγόρευση που προβλέπει η τελευταία περίοδος του άρθρου 93 παράγει τα αποτελέσματα της ήδη καθ' όλη τη διάρκεια του προκαταρκτικού σταδίου που συνίσταται στην πρώτη εξέταση του σχεδίου ενισχύσεως, υποχρεώνοντας ταυτόχρονα την Επιτροπή να περατώσει την εξέταση αυτή εντός προθεσμίας, που το Δικαστήριο, εμπνεόμενο από τα άρθρα 173 και 175 της Συνθήκης, καθόρισε σε δύο μήνες.
14
Πρέπει, όμως, επίσης να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση του, διευκρίνισε ότι, χάριν της ασφάλειας του δικαίου, το κράτος μέλος οφείλει, μετά την παρέλευση της προθεσμίας, να απευθύνει ειδοποίηση προς την Επιτροπή πριν εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα.
15
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι δεδομένο ότι η γαλλική κυβέρνηση όχι μόνο έθεσε σε εφαρμογή, χωρίς προηγουμένως να αμφισβητήσει τη δίμηνη προθεσμία που ανέφερε η Επιτροπή γνωρίζοντας λήψη της κοινοποιήσεως και χωρίς να της ζητήσει να επιταχύνει την εξέταση της, τα μέτρα ενισχύσεως πολύ πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής αλλά και ότι δεν απηύθυνε καμιά σχετική προειδοποίηση στην Επιτροπή.
16
Χωρίς να είναι αναγκαίο, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, να κριθεί το ζήτημα κατά πόσον, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση να περατώσει την προκαταρκτική της εξέταση εντός προθεσμίας συντομότερης από εκείνη που αναφέρει η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται από την Επιτροπή δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των αιτουμένων προσωρινών μέτρων, κατά την έννοια του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας.
17
Πρέπει περαιτέρω να εξεταστεί αν η Επιτροπή επέτυχε επίσης να αποδείξει το επείγον της υποθέσεως, δηλαδή την ανάγκη της λήψεως των αιτουμένων προσωρινών μέτρων, προκειμένου να αποφευχθούν, ενόσω διαρκεί η κύρια διαδικασία, σοβαρές και ανεπανόρθωτες βλάβες που προέρχονται από τη συνέχιση των αμφισβητούμενων πρακτικών.
18
Επ' αυτού η Επιτροπή τονίζει ότι οι τομείς της κλωστοϋφαντουργίας και των ενδυμάτων γνωρίζουν δυσχέρειες σε ολόκληρη την Κοινότητα και ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών μελών στους τομείς αυτούς είναι ιδιαίτερα έντονος. Οι επιχειρήσεις των δύο αυτών τομέων στα άλλα κράτη μέλη, που δεν ωφελούνται από μέτρα ενισχύσεως παρόμοια προς τα γαλλικά μέτρα, κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες στην εθνική τους αγορά με ανταγωνισμό που νοθεύεται από τα μέτρα αυτά και οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές κινδυνεύουν να επηρεαστούν σοβαρά. Εξάλλου, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος υπερθεματισμού εκ μέρους των άλλων κρατών μελών, στα οποία ένας σημαντικός τομέας της οικονομίας θα κινδύνευε να διαταραχτεί από τα γαλλικά μέτρα.
19
Η γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί ότι, σ' αυτό το σημείο, η Επιτροπή προβαίνει σε διαβεβαιώσεις που δεν στηρίζονται στα πραγματικά περιστατικά. Στην πραγματικότητα, η Επιτροπή δεν είναι, αυτή τη στιγμή, σε θέση να εκτιμήσει τις επιπτώσεις, θετικές ή αρνητικές, οιουδήποτε καθεστώτος ενισχύσεων στον υπό εξέταση τομέα, πράγμα που αποδεικνύεται από ένα ερωτηματολόγιο που αναφέρεται στις ενισχύσεις υπέρ της βιομηχανίας κλωστοϋφαντουργίας και ενδυμάτων, το οποίο απηύθυνε η Επιτροπή στα κράτη μέλη τον Ιούνιο 1983. Από την πλευρά της, η γαλλική κυβέρνηση είναι σε θέση να αποδείξει ότι το καθεστώς ενισχύσεων, το οποίο θέσπισε το 1982, δεν επέφερε μέχρι τώρα δυσμενή αποτελέσματα στο εξωτερικό εμπόριο των άλλων κρατών μελών στον εξεταζόμενο τομέα. Ως απόδειξη, υποβάλλει στατιστικά στοιχεία επί της εξελίξεως των ανταλλαγών μεταξύ των κρατών αυτών και της Γαλλικής Δημοκρατίας στους τομείς κλωστοϋφαντουργίας/ενδυμάτων για το 1982 και για τους τέσσερις πρώτους μήνες του 1983. Άλλωστε, ο βασικός στόχος του καθεστώτος ενισχύσεων που θεσπίστηκε το 1982 ήταν η διατήρηση της απασχολήσεως και όχι η αντιστροφή των ροών των εμπορικών ανταλλαγών.
20
Προκειμένου να κριθεί αυτό το ζήτημα, ενδείκνυται να υπομνηστεί ότι, και πριν ακόμα από τη σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση, η κοινοτική βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας και ενδυμάτων συνάντησε δυσχέρειες διαρθρωτικού χαρακτήρα οφειλόμενες, ιδίως, στον ανταγωνισμό της βιομηχανίας ορισμένων τρίτων χωρών. Οι επιπτώσεις των δυσχερειών αυτών έχουν επιδεινωθεί σοβαρά, σε όλα τα κράτη μέλη, από την κρίση που προκάλεσε το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό ανεργίας στους περισσότερους τομείς της οικονομίας.
21
Ενώ μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί σε κοινοτικό επίπεδο, τουλάχιστον με έναν αποτελεσματικό συντονισμό των εθνικών μέτρων, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η Κοινότητα δεν έχει ακόμα εφαρμόσει μια πολιτική σ' αυτόν τον τομέα. Υπ' αυτές τις συνθήκες, μια στενή συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 93, αποτελεί το μοναδικό μέσο για να προληφθεί ο κίνδυνος μέτρα ενισχύσεων που θεσπίζονται μονομερώς από τα κράτη αυτά να διαταράξουν τις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές και να έχουν αντίκτυπο στις αγορές των άλλων κρατών μελών επιδεινώνοντας τα προβλήματα της δικής τους βιομηχανίας.
22
Προκειμένου να αποδειχτεί ότι τα επίδικα μέτρα αντιπροσωπεύουν έναν τέτοιο κίνδυνο, αρκεί να διαπιστωθεί το μέγεθος της χορηγούμενης ενισχύσεως, που μπορεί να ανέρχεται μέχρι 12 τοις εκατό του συνολικού ποσού των αμοιβών, το οποίο χρησιμεύει ως βάση υπολογισμού των κοινωνικών εισφορών που βαρύνουν τον εν λόγω εργοδότη, καθώς και το γεγονός ότι οι υποχρεώσεις, τις οποίες αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις, δεν αφορούν μόνο την προσωρινή διατήρηση της απασχολήσεως, αλλά και τις επενδύσεις και, συνεπώς, μέτρα αμετάκλητα που έχουν μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και που μπορούν να δυσχεράνουν ακόμα περισσότερο την εγκαθίδρυση μιας κοινοτικής πολιτικής.
23
Η ύπαρξη του κινδύνου αυτού δεν αποκρούεται, εν πάση περιπτώσει από τα στατιστικά στοιχεία που προβάλλει η γαλλική κυβέρνηση. Όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, η προθεσμία που ορίζεται για τη σύναψη συμβάσεων δυνάμει του εν λόγω καθεστώτος υπονοεί ότι τα αποτελέσματα του καθεστώτος αυτού γίνονται αισθητά με κάποια καθυστέρηση και, εξάλλου, οι επιδοτήσεις των επενδύσεων προοδευτικά μόνο παράγουν τα αποτελέσματα τους.
24
Από τα ανωτέρω έπεται ότι πληρούται η προϋπόθεση που αφορά το επείγον των αιτουμένων προσωρινών μέτρων.
25
Η γαλλική κυβέρνηση αντιτείνει ότι η λήψη των προσωρινών μέτρων θα ενείχε τον κίνδυνο να προκαλέσει σοβαρές και ανεπανόρθωτες ζημίες στις επιχειρήσεις που έχουν ήδη εκπληρώσει, εν όλω ή εν μέρει, τις υποχρεώσεις τους που υπέχουν από τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν δυνάμει του εν λόγω καθεστώτος και που θα στερούνταν, έτσι, τα αναγκαία κεφάλαια για τη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων αυτών.
26
Ενόψει αυτής της αντιρρήσεως και προκειμένου να εκτιμηθούν, στο στάδιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, τα διαφορετικά συμφέροντα που συγκρούονται, πρέπει να ληφθεί υπόψη, αφενός, το γεγονός ότι οι γαλλικές επιχειρήσεις στη διάρκεια της διαδικασίας που κινήθηκε από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, κατά του αρχικού καθεστώτος και ιδίως μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως της 12ης Ιανουαρίου 1983, δεν μπορεί να παρέμειναν εν αγνοία της προσωρινότητας του καθεστώτος αυτού, του οποίου παράταση, κατ' ουσία, αποτελούν τα αμφισβητούμενα μέτρα, και, αφετέρου, το γεγονός ότι η διατήρηση, έστω και προσωρινή, του καθεστώτος αυτού θα ενείχε τον κίνδυνο να επηρεάσει τις σχέσεις ανταγωνισμού στην κοινή αγορά, κατά τρόπο που θα γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολο να επανέλθουν τα πράγματα στην πρότερα τους κατάσταση. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η αντίρρηση της γαλλικής κυβερνήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
27
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, εν αναμονή της εκδόσεως αποφάσεως επί της κύριας υποθέσεως, πρέπει, κατά την έννοια του άρθρου 186 της συνθήκης ΕΟΚ, να αναστείλει η γαλλική κυβέρνηση κάθε ανανέωση των αμφισβητούμενων συμβάσεων και να αναστείλει, εντός προθεσμίας ενός μηνός, την εκτέλεση των συμβάσεων που έχουν ήδη ανανεωθεί.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας προσωρινώς,
διατάσσει:
1)
Εν αναμονή της αποφάσεως επί της κύριας υποθέσεως, υποχρεώνει τη γαλλική κυβέρνηση,
α)
από της κοινοποιήσεως της παρούσας διάταξης, να αναστείλει κάΦε ανανέωση των συμβάσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ κράτους και εργοδοτών, δυνάμει της ordonnance 82-204 της 1ης Μαρτίου 1982 περί αναλήψεως από το κράτος ορισμένων εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως στις βιομηχανικές επιχειρήσεις των τομέων κλωστοϋφαντουργίας και ενδυμάτων.
6)
εντός προθεσμίας ενός μηνός από της ως άνω κοινοποιήσεως να αναστείλει την εκτέλεση των συμβάσεων που έχουν ήδη ανανεωθεί.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και δημοσιεύτηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 20 Σεπτεμβρίου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy