Στην υπόδεση 297/83,
Κομμλ των Οικολογων «Les Verts», ένωση προσώπων χωρίς κερδοσκοπικό σκοπό,
προσφεύγον,
κατά
Συμβουλιου των Ευρωπαϊκων Κοινοτητων,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 1983, σχετικά με την έγκριση και τροποποίηση σε δεύτερη ανάγνωση του σχεδίου προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
1.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Δεκεμβρίου 1983, το κόμμα των Οικολόγων «Les Verts» (οι πράσινοι), ένωση προσώπων χωρίς κερδοσκοπικό σκοπό, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 1983, σχετικά με την έγκριση και τροποποίηση σε δεύτερη ανάγνωση του σχεδίου προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
2.
Το προσφεύγον προσβάλλει την προανεφερθείσα πράξη στο βαθμό που περιλαμβάνει κονδύλιο του προϋπολογισμού, το οποίο προβλέπει πιστώσεις προοριζόμενες για «την προετοιμασία της προσεχούς άμεσης εκλογής των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου». Πρόκειται για τη θέση 3708, η οποία εντάσσεται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εμφαίνεται για πρώτη φορά στον προϋπολογισμό του οικονομικού έτους 1982. Την εν λόγω διάταξη συνοδεύει σχόλιο που διευκρινίζει ότι «η πίστωση αυτή προορίζεται για κάλυψη της από κοινού χρηματοδότησης της προετοιμασίας που αφορά την ενημερωτική πληροφόρηση σχετικά με τις για δεύτερη φορά διεξαγόμενες το 1984 άμεσες εκλογές, σύμφωνα με την απόφαση του Προεδρείου (του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), της 12ης Οκτωβρίου 1982».
3.
Κατά το άρθρο 18 του δημοσιονομικού κανονισμού, της 21ης Δεκεμβρίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 77), το Κοινοβούλιο εξουσιοδοτείται να εκτελεί τον προϋπολογισμό εντός των ορίων των πιστώσεων που του έχουν εγκριθεί. Το προσφεύγον εκφράζει φόβους ότι το Κοινοβούλιο θα χρησιμοποιήσει την εξουσία αυτή για να ευνοήσει τα εκπροσωπούμενα στο εκλεγέν το 1979 Κοινοβούλιο κόμματα, εις βάρος εκείνων που δεν εκπροσωπούνταν όταν θα έλθει η στιγμή της καταβολής των εξόδων συμμετοχής στην προεκλογική εκστρατεία του 1984. Οι φόβοι αυτοί έχουν ως αφετηρία την απόφαση του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 1983 (ΕΕ C 293, σ. 1), η οποία αντικατέστησε την απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1982, με την οποία καθορίζεται η κλίμακα κατανομής των πιστώσεων που εντάσσονται στο άρθρο 3708 του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, το 31 ο/ο των εν λόγω πιστώσεων κατανέμεται μεταξύ των πολιτικών σχημάτων που θα συμμετάσχουν στις ευρωπαϊκές εκλογές του 1984, ενώ το εναπομένον 69 % κατανέμεται μεταξύ των κομμάτων που εκπροσωπούνταν στο εκλεγέν το 1979 Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
4.
Με παρεμπίπτουσα αίτηση που υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 91 κανονισμού διαδικασίας, το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου και ζήτησε από το Δικαστήριο να κρίνει επί της ενστάσεως, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.
5.
Το Συμβούλιο υποστηρίζει, πρώτον, ότι η προσφυγή δεν έχει αντικείμενο. Πράγματι, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν είχε εγκρίνει σε πρώτη ανάγνωση κανένα σχέδιο τροπολογίας του άρθρου 3708. Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο δεν μπορούσε να επιφέρει καμιά τροποποίηση σε δεύτερη ανάγνωση, σύμφωνα με το άρθρο 203, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΟΚ και τις αντίστοιχες διατάξεις των συνθηκών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ. Δεύτερο, κατά το Συμβούλιο, μόνο ο οριστικά καταρτισθείς προϋπολογισμός και η διαπίστωση της οριστικής αυτής έγκρισης από τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου, συνιστούν οριστικές πράξεις κατά των οποίων είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως.
6.
Με την προσφυγή του, το προσφεύγον ισχυρίζεται απλώς ότι το αίτημα του πρέπει να γίνει δεκτό και ότι σε αντίθετη περίπτωση θα συνέτρεχε περίπτωση αρνησιδικίας.
7.
Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συντρέχει προφανώς μία από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 173, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, το άρθρο 1 του δημοσιονομικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977, ορίζει τον προϋπολογισμό ως την «πράξη που προβλέπει και επιτρέπει εκ των προτέρων, κατ' έτος, τα προβλεπόμενα έσοδα και έξοδα των Κοινοτήτων». Η διαδικασία έγκρισης του προϋπολογισμού δεν οδηγεί τελικά παρά σε έγκριση ανάληψης των δαπανών. Άρα, σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό οι πράξεις που εμπίπτουν στο πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας να αφορούν άμεσα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να συμβεί μόνο αν επρόκειτο για πράξεις που λαμβάνονται προς εκτέλεση του προϋπολογισμού.
8.
Δεδομένου ότι η δικογραφία περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη λήψη της απόφασης του Δικαστηρίου, η ακρόαση των διαδίκων παρέλκει. Πρέπει, λοιπόν, να γίνει δεκτό, κατ' εφαρμογή των άρθρων 173 της Συνθήκης ΕΟΚ και 92, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ότι η προσφυγή ασκήθηκε από νομικό πρόσωπο, το οποίο δεν αφορούσαν άμεσα οι προσβαλλόμενες πράξεις, και που, υπό την έννοια αυτή, είναι απαράδεκτη.
Για τους λόγους αυτούς,
και αφού άκουσε την έκθεση του εισηγητή δικαστή και τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann και Υ. Galmot, προέδρους τμήματος, Α. O'Keeffe, G. Bosco, Ο. Due, U. Everling και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: P. Heim
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Καταδικάζει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 26 Σεπτεμβρίου 1984.
Ο γραμματέας
κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
Full & Egal Universal Law Academy