ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 14ης Φεβρουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η υπόθεση στην οποία αναφέρονται οι προτάσεις μου έχει ως αφετηρία αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε στο Δικαστήριο το Hessisches Finanzgericht στο πλαίσιο διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του μεταξύ του Πανεπιστημίου Johann-Wolfgang-Goethe της Φραγκφούρτης επί του Μάιν και του Hauptzollamt Frankfurt am Main-Flughafen (Κεντρικού Τελωνείου του Αεροδρομίου της Φραγκφούρτης). Το εθνικό δικαστήριο σας ζητεί, ιδίως να αποφανθείτε ως προς το κύρος μιας απόφασης της Επιτροπής περί της ατελούς, ως προς τους δασμούς του Κοινού Δασμολογίου, εισαγωγής αντικειμένων εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα. Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή αρνήθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ατελή εισαγωγή, δεδομένου ότι κατασκευάζονταν στην Κοινότητα συσκευές ισοδύναμης αξίας.
2.
Το Μάρτιο 1980 το Πανεπιστήμιο Johann-Wolfgang-Goethe της Φραγκφούρτης επί του Μάιν εισήγαγε από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μια συσκευή με την ονομασία « NDYAG Laser System DCR-1 Α με εξαρτήματα », που είχε κατασκευαστεί από την εταιρία Quanta Ray, για να τη χρησιμοποιήσει σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα σχετικά με τις « ατομικές αντιδράσεις που παράγουν χημική ακτινοβολία: αποδραστηριοποίηση διεγερθέντων ατόμων ιωδίου με χημική ή φυσική απόσβεση, σχηματισμός διεγερθέντων μορίων ιωδίου και παρατήρηση της χημικής ακτινοβολίας ».
Το Πανεπιστήμιο ζήτησε από το αρμόδιο τελωνείο (το τελωνείο του αεροδρομίου της Φραγκφούρτης επί του Μάιν) να του επιτραπεί η ατελής εισαγωγή, πράγμα που καταρχάς έγινε δεκτό, αν και προσωρινά. Στη συνέχεια όμως, ύστερα από έρευνα της υπόθεσης που πραγματοποίησε το Ίδρυμα Ερευνών και Εκπαίδευσης στη Δασμολογική Τεχνική του Βερολίνου, το τελωνείο ανακάλεσε τη χορήγηση της ατέλειας και ζήτησε από το Πανεπιστήμιο, με διορθωτική απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1980, να καταβάλει περισσότερα από 7500 μάρκα ως εισαγωγικό δασμό και 1000 περίπου μάρκα ως πρόσθετο φόρο κύκλου εργασιών. Πράγματι — ανέφερε το τελωνείο στην αιτιολογία της απόφασης του — κατασκευάζονταν στην Κοινότητα συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούσε η απόφαση 80/291 της Επιτροπής, της 18ης Φεβρουαρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 179), με την οποία, σε παρόμοια περίπτωση, η Επιτροπή είχε για τον ίδιο λόγο αρνηθεί να δεχθεί την ατελή εισαγωγή της συσκευής « Quanta-Ray-DCR Laboratory Laser System ».
To Πανεπιστήμιο υπέβαλε ένσταση και η Επιτροπή, ύστερα από αίτηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας να κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 7 του κανονισμού 2784, της 12ης Δεκεμβρίου 1979 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 8), εξέδωσε την απόφαση 82/83 στις 23 Δεκεμβρίου 1981. Στην απόφαση αυτή η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το επίμαχο αντικείμενο δεν μπορεί να εισαχθεί ατελώς, δεδομένου ότι κατασκευάζονται στην Κοινότητα « συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας και (κατάλληλες) να χρησιμοποιηθούν για τις ίδιες χρήσεις... ( όπως )... » η συσκευή Laser à YAG 10 HZ της γαλλικής επιχείρησης Quantel ( EE 1982, L 41, σ. 50)
Κατά της απόφασης που εξέδωσαν οι γερμανικές τελωνειακές αρχές και η οποία ήταν σύμφωνη με την απόφαση της Επιτροπής, το Πανεπιστήμιο άσκησε τότε προσφυγή ενώπιον του Hessisches Finanzgericht, προσβάλλοντας την ακυρότητα της απόφασης. Το Πανεπιστήμιο επισήμανε ότι:
α)
η γαλλική συσκευή Laser που ανέφερε η ομάδα εμπειρογνωμόνων είναι κατώτερης επιστημονικής αξίας από την αντίστοιχη αμερικανική συσκευή και δεν επιτρέπει την εκτέλεση του προγράμματος ερευνών
β)
από την επίδικη απόφαση δεν συνάγεται με βεβαιότητα αν, κατά το χρόνο της παραγγελίας της συσκευής Laser ( 19 Νοεμβρίου 1979), κατασκευάζονταν στην Κοινότητα συσκευές ισοδύναμης αξίας. Η προσφεύγουσα, προς στήριξη της άποψης της, προσκόμισε γνωμοδότηση του καθηγητή Η. Walther του Πανεπιστημίου του Μονάχου, σύμφωνα με την οποία μόνο η συσκευή Laser της Quanta Ray ήταν κατάλληλη για τα πολύπλοκα πειράματα που προέβλεπε το πρόγραμμα ερευνών. Πράγματι, η συσκευή αυτή, αντίθετα με άλλες συσκευές Laser, μεταξύ των οποίων η Laser της επιχείρησης Quantel, εγγυάται « την εξάλειψη όλων των φαινομένων παρεμβολής ».
Με Διάταξη της 21ης Δεκεμβρίου 1983, το έβδομο τμήμα του Finanzgericht ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, υπέβαλε στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα :
« είναι άκυρη η απόφαση 82/83 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1981, σχετικά με τη συσκευή “Quanta Ray ND: YAG Laboratory Laser System; Model DCR l-Α”, δεδομένου ότι, μολονότι παρόμοιες συσκευές κατασκευάζονται στην Κοινότητα — γεγονός που επικαλείται η Επιτροπή — οι συσκευές αυτές είναι κατώτερες ως προς την απόδοση από την εισαχθείσα συσκευή ενόψει ιδίως του ειδικού σκοπού για τον οποίο προορίζεται; »
3.
Όπως είναι γνωστό, οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να εκτιμάται το ισοδύναμο της επιστημονικής αξίας των επιστημονικών συσκευών περιλαμβάνονται στον κανονισμό του Συμβουλίου 1798/75, της 10ης Ιουλίου 1975, περί της ατελούς, ως προς τους δασμούς του Κοινού Δασμολογίου, εισαγωγής αντικειμένων εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 87 ). Ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε κατόπιν από τον κανονισμό του Συμβουλίου 1027/79 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 223), ο οποίος συμπληρώθηκε από τον εκτελεστικό κανονισμό 2784/79 που εξέδωσε η Επιτροπή στις 12 Δεκεμβρίου 1979 και ο οποίος άρχισε να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1980 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 8 ).
Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1798/75 (όπως τροποποιήθηκε), το ισοδύναμο της επιστημονικής αξίας εκτιμάται « διά συγκρίσεως μεταξύ των χαρακτηριστικών και των ιδιαιτέρων γνωρισμάτων του οργάνου... που αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως ατέλειας... και εκείνων του αντίστοιχου οργάνου... που κατασκευάζεται στην Κοινότητα, για να προσδιορισθεί αν το τελευταίο τούτο δύναται να χρησιμοποιηθεί για τους ίδιους επιστημονικούς σκοπούς με εκείνους για τους οποίους προορίζεται το όργανο... που αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως ατέλειας και αν δύναται να αποδώσει συγκρίσιμες με τις αναμενόμενες από το τελευταίο αυτό υπηρεσίες ». Περαιτέρω, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού ορίζει ότι « για την πραγματοποίηση της... συγκρίσεως, θεωρούνται ως ουσιώδη μόνο τα τεχνικά χαρακτηριστικά τα οποία δύνανται να ασκήσουν αποφασιστική επιρροή στο αποτέλεσμα των προς πραγματοποίηση ειδικών εργασιών ». Αντίθετα, είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι το όργανο του οποίου ζητείται η ατελής εισαγωγή είναι ικανό να « πραγματοποιήσει επιδόσεις ανώτερες από εκείνες που είναι αναγκαίες για την καλή εκτέλεση » των σχετικών εργασιών.
Το προαναφερθέν άρθρο 3, το οποίο δεν υπέστη τροποποιήσεις ως προς αυτό το σημείο, ορίζει επίσης πότε ένα όργανο είναι δυνατό να θεωρηθεί ως « κατασκευαζόμενο επί του παρόντος στην Κοινότητα ». Για το σκοπό αυτό αποφασιστικό στοιχείο αποτελεί η προθεσμία παραδόσεως του: η οποία, εξεταζόμενη κατά το χρόνο της παραγγελίας και λαμβανομένων υπόψει των εμπορικών συνηθειών στο σχετικό τομέα, δεν πρέπει να υπερβαίνει την προθεσμία παραδόσεως της συσκευής που αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως ατέλειας τόσο ώστε να « επηρεάζεται... αισθητά » ο « αρχικά προβλεπόμενος » προορισμός ή χρήση της συσκευής.
Μέχρι τώρα αναφέρθηκα στην κοινοτική νομοθεσία. Το Δικαστήριο, εξάλλου, έχει θεσπίσει ορισμένες αρχές για την ερμηνεία των κανόνων αυτών. Η σημαντικότερη απ' αυτές τις αρχές καθορίζει τα όρια εντός των οποίων πρέπει να διενεργείται ο δικαστικός έλεγχος του κύρους των πράξεων στις οποίες υπάγεται η υπό κρίση απόφαση. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η τεχνική φύση της εξέτασης που ανατέθηκε στην Επιτροπή Τελωνειακών Ατελειών — αποκλείει την υπό του Δικαστηρίου « εκ νέου εξέταση του αν πράγματι υφίσταται ισοδυναμία των οικείων συσκευών». Επομένως έργο του είναι να καθορίσει « μήπως η επίδικη απόφαση ( εννοώ την απόφαση που εκδόθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με τη γνώμη της Επιτροπής Τελωνειακών Ατελειών) εκδόθηκε κατά πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα ή περί το δίκαιο ή κατά κατάχρηση εξουσίας, που εμφιλοχώρησε κατά την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 7 του κανονισμού 2784/79, δηλαδή επί της ουσίας » ( απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1984, υπόθεση 185/83, Interfacultair Instituut Electronenmicroscopie der Rijksuniversiteit του Groningen κατά Inspecteur der Invoerrechten en Accijnzen του Groningen, 15η σκέψη, Συλλογή 1984, σ. 3623· βλέπε επίσης την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1983, υπόθεση 216/82, Universität Hamburg κατά Hauptzollamt Hamburg-Kehrwieder, Συλλογή 1983, σ. 2771, σκέψη 14).
Μια άλλη αρχή που θέσπισε το Δικαστήριο αφορά τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να λαμβάνεται η απόφαση για το ισοδύναμο της αξίας. Η απόφαση αυτή δεν πρέπει να λαμβάνεται — αναφέρει ακόμα η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 185/83, σκέψη 29 — « μόνο βάσει των τεχνικών προδιαγραφών των συσκευών αυτών, τις οποίες ο χειριστής τους χαρακτήρισε — στην αίτηση του — ως αναγκαίες για την έρευνα του, αλλά, κατά κύριο λόγο, βάσει αντικειμενικής εκτιμήσεως της καταλληλότητας των συσκευών για την πραγματοποίηση των πειραμάτων για τα οποία ο χειριστής προορίζει την εισαγόμενη συσκευή ».
4.
Έχω ήδη αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης όπως προκύπτουν από την έγγραφη διαδικασία. Κατά τη διάρκεια όμως της επ' ακροατηρίου συζήτησης προέκυψαν νέα στοιχεία που είναι χρήσιμο να ληφθούν υπόψη αφενός λόγω του ότι φωτίζουν το επίμαχο θέμα και αφετέρου λόγω του ότι συμβάλλουν, έστω και έμμεσα, στην επίλυση της διαφοράς.
Συγκεκριμένα, η Επιτροπή ανέφερε στο Δικαστήριο ότι οι εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, όταν συνήλθαν για πρώτη φορά για να εξετάσουν την προκειμένη υπόθεση, δεν μπόρεσαν να βρουν κοινοτικές συσκευές επιστημονικής αξίας ισοδύναμης προς την αξία του οργάνου που εισήγαγε το Πανεπιστήμιο Goethe. Ο γάλλος αντιπρόσωπος υποστήριξε όμως ότι η επιχείρηση Quantel θα μπορούσε ίσως να τροποποιήσει μια κοινή συσκευή Laser ώστε να την προσαρμόσει στις ανάγκες των ερευνών που σχεδιάζει το Πανεπιστήμιο. Η συνεδρίαση τότε διακόπηκε και, κατά την επόμενη σύσκεψη, ο ίδιος εμπειρογνώμονας, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε έλθει σε επαφή με την εν λόγω επιχείρηση, επιβεβαίωσε τη δυνατότητα στην οποία είχε αναφερθεί. Βάσει της γνωματεύσεως του αυτής επομένως η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση και, πάντα βάσει της παραπάνω γνωματεύσεως, η πράξη αυτή αναφέρει τη συσκευή Laser ισοδύναμης αξίας όχι με συγκεκριμένη ονομασία (προφανώς ανύπαρκτη, αφού πρόκειται για προσαρμοσμένο όργανο) αλλά με την ονομασία που χαρακτηρίζει γενικά τις συσκευές της εταιρίας Quantel. Ύστερα από αίτημα του Δικαστηρίου, η Επιτροπή προσκόμισε δήλωση της ίδιας εταιρίας από την οποία προκύπτει ότι κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών η εταιρία αυτή ήταν σε θέση να παραδώσει εντός τριών ή τεσσάρων μηνών από το χρόνο της παραγγελίας (και, κατά συνέπεια, εντός των προθεσμιών που προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 1798/75 ) μια συσκευή Laser που να ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά που απαιτούσε το Πανεπιστήμιο.
Η εκδοχή που ανέπτυξε εγγράφως το Πανεπιστήμιο είναι πολύ διαφορετική. Κατά τη γνώμη του, τα στοιχεία που περιέχει το έγγραφο της εταιρίας Quantel δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πράγματι, πριν παραγγελθεί η αμερικανικής κατασκευής συσκευή Laser, ο υπεύθυνος του προγράμματος ερευνών επισκέφθηκε την έδρα της εταιρίας και περιέγραψε στους τεχνικούς της τόσο τους στόχους του σχεδιαζόμενου πειράματος όσο και τα χαρακτηριστικά του οργάνου που ήσαν αναγκαία για την επιτυχία του. Οι τεχνικοί όμως ποτέ δεν ανέφεραν ότι υπήρχε δυνατότητα τροποποίησης των συσκευών Laser που κατασκευάζουν ώστε να αποκτήσουν τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά. 'Αλλωστε δεν θα μπορούσαν να αναλάβουν καμιά τέτοια υποχρέωση. Πράγματι υπάρχει ένα χαρακτηριστικό που είναι ουσιώδες για την εκτέλεση του εν λόγω πειράματος και που οι δικές τους συσκευές Laser, οποιαδήποτε τροποποίηση Kat αν τους επέφεραν, δεν θα αποκτούσαν ποτέ: την επαναλαμβανόμενη συχνότητα των 20 ακτινοβολιών ανά δευτερόλεπτο, που είναι απαραίτητη για την επίτευξη της χημικής ακτινοβολίας που είναι αναγκαία για την ανάλυση του φάσματος. Επομένως, αυτό είναι το στοιχείο το οποίο διακρίνει την αμερικανική συσκευή Laser από τα παρόμοια όργανα που κατασκευάζονται στην Κοινότητα και το οποίο δικαιολογεί την ατελή εισαγωγή της.
5.
Είναι προφανές ότι δεν είμαι σε θέση να αποφανθώ κατά πόσο η άποψη αυτή είναι βάσιμη από τεχνική άποψη· ούτε άλλωστε μπορώ να κρίνω αν είναι βάσιμο το αντίθετο συμπέρασμα των εμπειρογνωμόνων ( έστω και αν τα γεγονότα που ανέφερα προηγουμένως δημιουργούν, εν προκειμένω, πολλές και σημαντικές αμφιβολίες). Όπως όμως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί σχετικά. Έργο του Δικαστηρίου είναι να κρίνει αν η Επιτροπή, συγκρίνοντας τις δύο συσκευές Laser, έλαβε ορθώς υπόψη το χαρακτηριστικό που το Πανεπιστήμιο Goethe θεωρούσε απαραίτητο για την πραγματοποίηση του προγράμματος του και, σε περίπτωση που αυτό δεν συνέβη, αν έλαβε μια άκυρη απόφαση.
Και πιστεύω ότι πρέπει πράγματι να γίνει λόγος περί ακυρότητας στην υπό κρίση υπόθεση. Ειδικότερα, νομίζω ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομική πλάνη ερμηνεύοντας εσφαλμένα τη σχετική με τη δασμολογική ατέλεια ρύθμιση. Η ρύθμιση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται — βεβαιώνει πράγματι η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της — κατά τρόπο ώστε οι τελωνειακές αρχές να μπορούν να την εφαρμόζουν εύκολα. Αυτό σημαίνει ότι σημείο αναφοράς για τη σύγκριση μεταξύ των συσκευών δεν αποτελεί το συγκεκριμένο πρόγραμμα σε όλες του τις λεπτομέρειες, αλλά « η φύση του προγράμματος »· διαφορετικά, θα ήταν πολύ εύκολο να παρουσιαστεί το ερευνητικό πρόγραμμα με τέτοιες λεπτομέρειες ώστε να καταστεί υποχρεωτική η επιλογή μόνο του εισαχθέντος οργάνου. Σε τελευταία ανάλυση — με τον τρόπο αυτό η Επιτροπή συνοψίζει το συλλογισμό της στη σ. 7 — « οι αποφάσεις σχετικά με τη δασμολογική ατέλεια πρέπει ασφαλώς να λαμβάνουν υπόψη... τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, αλλά... πρέπει, πάντοτε, να έχουν γενικό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται βάσει γενικών κριτηρίων και ότι είναι αδύνατο να μελετάται κάθε πρόγραμμα ερευνών σε όλες του τις λεπτομέρειες ».
Όπως έχω ήδη αναφέρει, δεν είμαι σύμφωνος με αυτή την άποψη. Κατά τη γνώμη μου, στην άποψη αυτή αντίκεινται τόσο το γράμμα της ρύθμισης που επιβάλλει την εξέταση των. ιδιαίτερων χαρακτηριστικών μιας συσκευής σε αναφορά με το συγκεκριμένο έργο που πρόκειται να επιτελέσει όσο και ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε αυτή η ρύθμιση. Πράγματι, στόχος του κανονισμού 1798/75 είναι να διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών, η άσκηση μορφωτικών δραστηριοτήτων και η επιστημονική έρευνα στην Κοινότητα, με την κατά « το μέτρο του δυνατού » ατελή εισαγωγή οργάνων. Επομένως, μπορεί με βεβαιότητα να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι οι συντάκτες του θεώρησαν θεμιτή ή υποχρεωτική τη συνοπτική εξέταση των προγραμμάτων έρευνας για να απλουστεύσουν το έργο των τελωνειακών. Αντιθέτως, όλα δείχνουν ότι είχαν κατά νου μια άκρως επισταμένη εξέταση για το λόγο αυτό άλλωστε πρόβλεψαν τη δυνατότητα προσφυγής στους εμπειρογνώμονες της Επιτροπής Τελωνειακών Ατελειών στην περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές θεωρούν ότι δεν μπορούν να καταλήξουν σε ικανοποιητική απόφαση έστω και μετά από συνεννόηση με τους « ενδιαφερόμενους οικονομικούς κύκλους » ( άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού 2784/79 ).
Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Ας εξετάσουμε τους κανόνες που ορίζουν τα στοιχεία με τα οποία το επιστημονικό ίδρυμα πρέπει να συνοδεύει την αίτηση του περί δασμολογικής ατέλειας. Γιατί να του ζητείται να προσκομίσει κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετικά με τα τεχνικά χαρακτηριστικά του οργάνου που εισάγει; Να αναφέρει το όνομα και την εταιρική επωνυμία των κοινοτικών επιχειρήσεων στις οποίες απευθύνθηκε για να αγοράσει ένα ισοδύναμο όργανο; Να εξηγήσει τους λόγους βάσει των οποίων θεωρεί ότι τα όργανα που κατασκευάζονται στην Κοινότητα είναι ακατάλληλα για τις « ειδικές έρευνες » που πρόκειται να πραγματοποιήσει; Για ποιο λόγο — επαναλαμβάνω — να απαιτούνται τόσα πολλά και τόσο λεπτομερή στοιχεία, αν όχι για να διευκολύνονται οι εμπειρογνώμονες στην πραγματοποίηση της σύγκρισης ύστερα από εξέταση των ερευνών σε όλες τους τις λεπτομέρειες; Εξάλλου, δεν συμφωνείτε ότι μόνο με τη λεπτομερή εξέταση τους, όπως το ίδιο το Δικαστήριο ζήτησε,
είναι δυνατό να εκτιμηθεί « η καταλληλότητα των συσκευών για την πραγματοποίηση των πειραμάτων για τα οποία ο χειριστής προορίζει την εισαγόμενη συσκευή »;
6.
Κατ' αυτόν τον τρόπο διαπιστώθηκε ότι η εσφαλμένη ερμηνεία της ρύθμισης περί δασμολογικών ατελειών οδήγησε την Επιτροπή στο να στηρίξει την εκτίμηση της περί του ισοδυνάμου της αξίας όχι επί των συγκεκριμένων στοιχείων, αλλά απλώς επί της φύσεως του προγράμματος που παρουσίασε το Πανεπιστήμιο Goethe. Επομένως, δεν έδωσε την απαιτούμενη σημασία στο ειδικό χαρακτηριστικό της εισαχθείσας συσκευής Laser που το Πανεπιστήμιο θεωρούσε απαραίτητο για την επιτυχή εκτέλεση του εν λόγω προγράμματος.
Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι το επίμαχο μέτρο πάσχει από νομική πλάνη. Επομένως, στο ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο, με Διάταξη της 21ης Δεκεμβρίου 1983, το έβδομο τμήμα του Hessisches Finanzgericht προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση:
Η απόφαση 82/83 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1981, η οποία ορίζει ότι η εισαγωγή της συσκευής « Quanta Ray ND : YAG Laboratory Laser System, Model DCR-1 A » δεν μπορεί να γίνει ατελώς ως προς τους δασμούς του Κοινού Δασμολογίου, είναι άκυρη.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy