ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ Κ.
G. FEDERICO MANCINI
της 12ης Μαρτίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαατές,
1.
Με την υπό κρίση προσφυγή που κατατέθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1984 και ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία ότι παραβίασε την απαγόρευση θεσπίσεως μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών.
Το άρθρο 80 του δημοσιονομικού νόμου για το έτος 1980 [αριθ. 80-30, 18 Ιανουαρίου 1980, JORF της 19.1.1980 ], ορίζει ότι: « στις επιχειρήσεις τύπου οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 39α του γενικού κώδικα φορολογίας (δηλαδή στις επιχειρήσεις που δημοσιεύουν εφημερίδες ή μηνιαία ή δεκαπενθήμερα περιοδικά που απασχολούνται κατά μεγάλο μέρος με την πολιτική πληροφόρηση ) επιτρέπεται να συστήσουν απηλλαγμένη από φόρο, με ανάληψη από τα φορολογητέα αποτελέσματα των οικονομικών ετών 1980 και 1981, πρόβλεψη η οποία να διατεθεί αποκλειστικά στην απόκτηση υλικού και οικοδομών απολύτως αναγκαίων για την εκμετάλλευση της εφημερίδας ή να αφαιρέσουν από τα εν λόγω αποτελέσματα τα έξοδα στα οποία θα υποβληθούν γι' αυτό τον σκοπό... ». Η πέμπτη παράγραφος του ίδιου άρθρου διευκρίνισε εξάλλου — και εδώ συνίσταται ο σημαντικός νεωτερισμός σε σχέση με το προηγούμενο άρθρο 39α — ότι « οι επιχειρήσεις τόπου δεν απολαύουν (των προαναφερθεισών φορολογικών διευκολύνσεων) για τα δημοσιεύματα που εκτυπώνουν στο εξωτερικό ».
Η Επιτροπή διαβλέπει στο νέο αυτό κανόνα, ο οποίος υποχρεώνει τους γάλλους εκδότες να χρησιμοποιούν εθνικά τυπογραφεία αν επιθυμούν να απολαύουν των προβλεπόμενων διευκολύνσεων, παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ- ζήτησε επομένως δύο φορές από τη γαλλική κυβέρνηση να της παράσχει επεξηγήσεις. Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση, διαβίβασε, στις 5 Μαίου 1983, στην εν λόγω κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη με την οποία την καλούσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να θέσει τέρμα εντός προθεσμίας ενός μηνός στην παράβαση των υποχρεώσεων της. Επειδή η εν λόγω προθεσμία παρήλθε χωρίς αποτέλεσμα, η Επιτροπή απευθύνθηκε στο Δικαστήριο προσάπτοντας στη γαλλική κυβέρνηση ότι θέσπισε νομοθετικό μέτρο κατά το οποίο οι εκδοτικές εθνικές επιχειρήσεις δεν απολαύουν ορισμένων φορολογικών διευκολύνσεων για τα δημοσιεύματα που εκτυπώνουν σε άλλα κράτη μέλη και ότι με τον τρόπο αυτό παρέβη το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2.
Η γαλλική κυβέρνηση επομένως μόνο κατά τη διαδικασία της προσφυγής προέβαλε για πρώτη φορά την επιχειρηματολογία της για να υπερασπιστεί τον επίμαχο κανόνα. Το κύριο επιχείρημά της είναι πολύ απλό: ισχυρίζεται ότι ο κανόνας δεν έχει καμία σχέση με το άρθρο 30. Πράγματι, κατά τη δημιουργία και τη διάθεση στο εμπόριο ενός δημοσιεύματος σχηματικά διακρίνονται τρεις φάσεις: η προμήθεια του χάρτου, η εκτύπωση και η διανομή του προϊόντος της εκτυπώσεως. Η πρώτη και η τελευταία φάση έχουν ως αντικείμενο εμπόρευμα το οποίο πρέπει να μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα. Αυτό δεν ισχύει για την ενδιάμεση φάση διότι η εκτύπωση δεν μπορεί ασφαλώς να θεωρηθεί ως υλικό αγαθό. Συνίσταται σε υπηρεσία και επομένως υπόκειται στους κανόνες της Συνθήκης περί παροχής υπηρεσιών. Από αυτό έπεται ότι η κατηγορία περί παραβάσεως του άρθρου 30, το οποίο αποσκοπεί στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και όχι και των υπηρεσιών, δεν είναι βάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Στο εν λόγω επιχείρημα η Επιτροπή απαντά παρατηρώντας: α) κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 60 της Συνθήκης: ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές που προσφέρονται... αντί αμοιβής, εφόσον δεν διέπονται από τις διατάξεις τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων , β ) ότι, κατά συνέπεια, η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών έχει χαρακτήρα υπολειμματικό σε σχέση με τις τρεις άλλες μεγάλες κοινοτικές ελευθερίες. Ασφαλώς, είναι δυνατό — προσθέτει η Επιτροπή — ένα εθνικό μέτρο να ελέγχεται βάσει είτε του άρθρου 30 είτε του άρθρου 59' πάντως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προέχει ο κανόνας που αφορά τα εμπορεύματα. Πράγματι, οι τρεις αναφερόμενες από την καθής κυβέρνηση φάσεις καταλήγουν σε μία μόνο διαδικασία που αρχίζει με την εντολή που δίδει η εκδοτική επιχείρηση στο τυπογραφείο της και τελειώνει με την αποστολή των εντύπων από το τελευταίο. Με άλλα λόγια, η υπηρεσία του τυπογράφου κατά κάποιο τρόπο « απορροφάται » στην ειδική προμήθεια των αντιγράφων που έχει παραγγείλει ο εκδότης' από αυτό έπεται ότι στις συμβατικές σχέσεις μεταξύ αυτών των υποκειμένων, το « υλικό » στοιχείο υπερέχει του « άυλου » στοιχείου της παροχής υπηρεσίας, που επομένως στερείται αυτόνομης οικονομικής σημασίας.
Η γαλλική κυβέρνηση απαντά πρώτον υπενθυμίζοντας ότι η εν λόγω άποψη — η παροχή υπηρεσίας μπορεί να θεωρηθεί ότι « απορροφάται » από την προμήθεια των εμπορευμάτων που αποτελούν το υλικό της υπόθεμα — δεν έγινε ποτέ δεκτή από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, στην απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, υπόθεση 155/73, Sacchi ( Rac. 1974, σ.409), έγινε σαφής διάκριση των δύο καταστάσεων. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι εν λόγω δημοσιεύσεις, που θεωρούνται ως υπόθεμα της παροχής υπηρεσιών, αποτελούν οι ίδιες αντικείμενο ποσοτικού περιορισμού κατά το άρθρο 30.
3.
Παρόλον ότι τα εκατέρωθεν επιχειρήματα περιέχουν δόση αλήθειας, είμαι της γνώμης ότι είναι αρκετά εύθραυστα. Δεν παρίσταται ανάγκη να γίνει επίκληση του αριστουργήματος της τυπογραφίας της Αναγεννήσεως — της περίφημης βίβλου του Mayence — ούτε να γίνει υπόμνηση της δικαστικής υπόθεσης της οποίας υπήρξε θύμα ο δημιουργός του, Johann Gutenberg, για να αναγνωριστεί ότι η τυπογραφία δεν είναι μόνο παροχή υπηρεσίας, αλλά τέχνη λεπτή και δύσκολη, ακόμα και όταν πρόκειται να εκτυπωθεί ένα περιοδικό. Εξάλλου, είναι αναντίρρητο ότι το δημοσίευμα είναι αγαθό ή εμπόρευμα εφόσον, όπως είναι αναμφισβήτητο, αναφέρεται στη δασμολογική κλάση 49.02 του κοινού δασμολογίου. Ωστόσο, το πρόβλημά μας δεν συνίσταται στο να αποδειχθεί πώς χαρακτηρίζει το κοινοτικό δίκαιο τα δημοσιεύματα που αφορά το άρθρο 80 του γαλλικού δημοσιονομικού νόμου. Το πρόβλημα είναι αν, περιορίζοντας όπως είναι γνωστό τη χορήγηση ορισμένων φορολογικών διευκολύνσεων στους γάλλους εκδότες, ο εν λόγω κανόνας συνιστά μέτρο ικανό να θίξει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο των περιοδικών που εκδίδουν.
Προς το σκοπό αυτό, παρατηρώ καταρχάς ότι η καθής κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το περιοριστικό αποτέλεσμα της αναφερθείσας διάταξης' μάλιστα κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας η καθής κυβέρνηση το ομολόγησε ρητώς χαρακτηρίζοντας την εν λόγω διάταξη ως « αποτέλεσμα συνεπαγόμενο εμπόδιο (στην ελεύθερη) παροχή υπηρεσιών ». Κατόπιν αυτού ενδείκνυται να διαπιστωθεί αν ο περιορισμός που προβλέπει το άρθρο 80 προκαλεί συγκεκριμένη βλάβη στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ή αν συνιστά, όπως υποστηρίζει η γαλλική κυβέρνηση, εμπόδιο στην κυκλοφορία των υπηρεσιών και για να γίνει αυτό, αρκεί να εξεταστεί από κοντά το περιεχόμενο του επίμαχου κανόνα με την υποβολή του ερωτήματος ποιο είναι το πρακτικό αποτέλεσμα του περιορισμού που προκαλεί.
Όπως ανέφερα υπό τον αριθμό 1, οι φορολογικές διευκολύνσεις που προβλέπει το άρθρο 80 μπορούν να συνίστανται είτε στη σύσταση αποθεματικού κεφαλαίου που τροφοδοτείται από μέρος των κερδών της επιχείρησης, είτε στην αφαίρεση από τα κέρδη αυτά των εξόδων που έγιναν για την εμπορική εκμετάλλευση της εφημερίδας ή του περιοδικού. Και στις δύο περιπτώσεις, κατά συνέπεια, η χορηγούμενη στις επιχειρήσεις φορολογική διευκόλυνση έχει ως αποτέλεσμα να απαλλάσσεται από το φόρο μέρος των κερδών που αποκομίζουν από την πώληση των δημοσιευμάτων του. Επομένως, οι συνέπειες που απορρέουν από αυτή τη βεβαίωση είναι προφανείς: ορίζοντας ότι οι εκδότες « δεν απολαύουν ( της φορολογικής αυτής διευκόλυνσης) για τα δημοσιεύματα που εκτυπώνουν στο εξωτερικό », ο γάλλος νομοθέτης θέλησε στην πραγματικότητα να αρνηθεί την απαλλαγή από το φόρο του μέρους των κερδών που πραγματοποιούνται από την πώληση των οημοσιευμάτων που εκτυπώνονται στο έδαφος άλλων χωρών.
Αλλά, αν αυτό συμβαίνει, σαφώς διαφαίνεται ότι « το πρακτικό αποτέλεσμα » του κανόνα δεν συνίσταται στο να παρεμβάλει εμπόδια στην ελευθερία παροχής τυπογραφικών υπηρεσιών εφόσον αυτή δεν συνεπάγεται κέρδη για τον εκδότη' συνίσταται αντιθέτως στο να εμποδίζει ώστε η φορολογική διευκόλυνση να μπορεί να χορηγηθεί επίσης στα κέρδη που αποκομίζονται, ενόλω ή εν μέρει, από την πώληση γαλλικών εφημερίδων που εκτυπώνονται στο εξωτερικό και εισάγονται από το εξωτερικό στη Γαλλία για να διατεθούν στο εμπόριο. Από αυτή την άποψη, το ισοδύναμο αποτέλεσμα — και κατά συνέπεια περιοριστικό — του μέτρου είναι άμεσο και πραγματικό. Προσθέτω ότι το μέτρο εισάγει διακρίσεις. Πράγματι, παρόλον ότι διευκρινίστηκε στη συνεδρίαση ότι τα δημοσιεύματα για τα οποία πρόκειται διατίθενται κατά το μεγαλύτερο μέρος στη Γαλλία, η καθής κυβέρνηση δεν απέκλεισε ότι πωλούνται επίσης σε άλλες αγορές της Κοινότητας. Επομένως, αν το περιοδικό εκτυπώθηκε στη Γαλλία, η πώληση του στο εξωτερικό θα προσκομίσει οπωσδήποτε στην επιχείρηση κέρδος που απαλλάσσεται από το φόρο' αντιστρόφως, δεν θα της προσκομίσει τέτοιο κέρδος αν τα αντίτυπα του ίδιου περιοδικού, εκτυπούμενα στο εξωτερικό, εισάγονται και πωλούνται στη Γαλλία ή επανεξάγονται από τη Γαλλία σε άλλες κοινοτικές αγορές.
4.
Στο σημείο που κατέληξα, η εξέταση της διάταξης που μας απασχολεί μπορεί και πρέπει να τερματιστεί. Πράγματι, η Επιτροπή διευκρίνισε πολλές φορές ότι με την υπό κρίση προσφυγή είχε την πρόθεση να καταγγείλει αποκλειστικά ότι το άρθρο 80, παράγραφος 5, του νόμου 80/30 της 18ης Ιανουαρίου 1980 εισάγει περιορισμούς και διακρίσεις και δεν είχε πρόθεση να καταγγείλει όλο το σύστημα φορολογικών διευκολύνσεων που προβλέπει το άρθρο 39α του γενικού κώδικα φορολογίας. Επομένως, η συζήτηση μεταξύ των διαδίκων επί της δυνατότητας να χαρακτηριστεί η επίδικη ρύθμιση ως ενίσχυση κατά την έννοια των άρθρων 92 έως 94 της Συνθήκης και επί των διαδικαστικών συνεπειών που θα απέρρεαν είναι ανωφελείς: πρόκειται περί ενδιαφέρουσας φιλονικίας ως προς την ερμηνεία, πλην ξένης προς το αντικείμενο της διαφοράς όπως καθορίστηκε από την προσφεύγουσα.
5.
Βάσει των σκέψεων που ανέπτυξα μέχρι εδώ, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας ότι οι επιχειρήσεις τύπου δεν απολαύουν ορισμένων φορολογικών διευκολύνσεων για τα δημοσιεύματα που εκτυπώνουν σε άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Βάσει του κριτηρίου που έχει εφαρμογή σε περίπτωση απώλειας της δίκης, η καθής κυβέρνηση πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy