ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 9ης Μαΐου 1985 ( *1 )
Περιεχόμενα
1. Εισαγωγή ( ομοιότητες και διαφορές μεταξύ των τριών υποθέσεων )
1.1. Ο κανονισμός στον οποίο αναφέρονται οι τρεις υποθέσεις
1.2. Η έκταση της αντικειμενικής ευθύνης που υπέχουν οι υπερθεματιστές
1.3. Η σχέση μεταξύ της ελευθέρωσης των ασφαλειών και της ύπαρξης ή όχι συμβατικών υποχρεώσεων που δεν έχουν ακόμη εκπληρωθεί
1.4. Επίκληση γενικών αρχών του δικαίου
1.5. Ειδικά προβλήματα στις διάφορες υποθέσεις
2. Προσωρινή ανάλυση των σχετικών κανονισμών
2.1. Ο κανονισμός 232/75
2.2. Ο κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου
3. Η υπόθεση 124/83 ( η δανική υπόθεση )
3.1. Τα πραγματικά περιστατικά και τα υποβληθέντα ερωτήματα
3.2. Συνεξέταση των ερωτημάτων
3.3. Τα ερωτήματα 1 ώς 5 και 8
3.4. Τα ερωτήματα 6, 7 και 9
3.5. Συμπέρασμα
4. Η υπόθεση 125/83 ( η βελγική υπόθεση )
4.1. Τα πραγματικά περιστατικά και τα υποβληθέντα ερωτήματα
4.2. Το πρώτο ερώτημα ( έννοια « της ημερομηνίας αναλήψεως » )
4.3. Το δεύτερο ερώτημα ( έννοια της « ανώτερης βίας » )
4.4. Το τρίτο ερώτημα ( επαλήθευση του άρθρου 19, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ενόψει της αρχής της αναλογικότητας )
4.5. Συμπέρασμα
5. Η υπόθεση 20/84 ( η ολλανδική υπόθεση )
5.1. Τα πραγματικά περιστατικά και οι σχετικές διατάξεις
5.2. Η διαφορά στην κύρια δίκη και το υποβληθέν ερώτημα
5.3. Απάντηση στο ερώτημα
5.4. Συμπέρασμα
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή (ομοιότητες και διαφορές μεταξύ των τριών υποθέσεων )
1.1. Ο κανονισμός στον οποίο αναφέρονται οι τρεις υποθέσεις
Οι τρεις υποθέσεις, τις οποίες θα εξετάσω σήμερα, παρόλο που δεν συνεκδικάζονται, είναι συναφείς ώστε, παρά τις διαφορές τους, μου φαίνεται χρήσιμο να τις εξετάσω συγχρόνως.
Πρώτον, όλες αφορούν την εφαρμογή ενός κανονισμού γνωστού ήδη στο Δικαστήριο από μια σειρά προηγούμενων υποθέσεων, δηλαδή του κανονισμού 232/75 της Επιτροπής, της 30ής Ιανουαρίου 1975, περί πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου προοριζόμενου για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής και παγωτών ( PB 1975, L 24, σ. 45 ). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, μετά τις παρούσες εισαγωγικές παρατηρήσεις, θα αναλύσω καταρχάς το σύστημα του κανονισμού αυτού, καθόσον είναι αναγκαίο για την καλή κατανόηση των τριών υποθέσεων.
1.2. Η έκταση αντικειμενικής ευθύνης που υπέχουν οι υπέρ ων η κατακύρωση
Δεύτερον, το κεντρικό σημείο σε καθεμιά από τις τρεις υποθέσεις είναι η ειδική όψη της έκτασης της αντικειμενικής ευθύνης που υπέχουν οι υπέρ ων η κατακύρωση για την ορθή, σύμφωνα με τον κανονισμό, μεταποίηση των ποσοτήτων βουτύρου που πωλήθηκαν σε μειωμένη τιμή από τον οικείο οργανισμό παρεμβάσεως, και αγοράστηκαν από αυτούς. Η αντικειμενική αυτή ευθύνη αναφέρεται αποκλειστικά, στις τρεις αυτές υποθέσεις, στη μεταποίηση σε ένα από τα τελικά προϊόντα που αφορά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ ) (προϊόντα ζαχαροπλαστικής ή παγωτά). Η ύπαρξη μιας τέτοιας ευθύνης έχει ήδη αναγνωριστεί καταρχήν από το Δικαστήριο, με την απόφαση του της 11ης Μαΐου 1977 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις « De Beste Boter » ( υποθέσεις 99 και 100/76, Jurispr. 1977, σ. 861 ), αφού έλαβε υπόψη κυρίως το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία γ), δ) και ε), το άρθρο 9, το άρθρο 10, παράγραφος 5, το άρθρο 12 και το άρθρο 18 του κανονισμού 1259/72 που, εν προκειμένω, περιέχει παρόμοιες διατάξεις. Σχετικώς, παραπέμπω ειδικά στις σκέψεις 7 και 11 της απόφασης αυτής. Πάντως, η απόφαση αυτή αφορούσε μόνο κατά γενικό τρόπο την ευθύνη του υπέρ ου η κατακύρωση για την παράλειψη ενός ή περισσοτέρων τελικών μεταποιητών του συμπυκνωμένου βουτύρου, εφόσον ο υπέρ ου η κατακύρωση είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται με το άρθρο 6, παράγραφος 1, και εφόσον ήταν ιδίως βέβαιο ότι οι εν λόγω τελικοί μεταποιητές είχαν αποδεχθεί με τις συμβάσεις πωλήσεως τις υποχρεώσεις μεταποιήσεως που ορίζονται με το παρόν άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ). Αντίθετα, στις υπό κρίση υποθέσεις πρόκειται συνεχώς για μια διαφορετική όψη της έκτασης της αντικειμενικής ευθύνης του υπέρ ου η κατακύρωση που έχει ουσιαστική σημασία από τη μια ή την άλλη μορφή. Η όψη αυτή αφορά το ζήτημα μέχρι ποίου σημείου ο υπέρ ου η κατακύρωση μπορεί επίσης να θεωρηθεί υπεύθυνος εκ των υστέρων για τις παραλείψεις των επιφορτισμένων με τον έλεγχο αρχών των κρατών μελών, παραλείψεις που εμφανίστηκαν μεταγενέστερα και οι οποίες είχαν ως συνέπεια την αντικανονική έκδοση αποδεικτικών εγγράφων κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού, προκαλώντας έτσι την ελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως. Από τη μέχρι τώρα νομολογία και καθόσον μπόρεσα να εξακριβώσω, το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε ακόμη με ζήτημα εντελώς όμοιο με αυτό. Μόνο η απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1983 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 205 μέχρι 215/82 (Deutsche Milchkontor και λοιποί κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Συλλογή 1983, σ. 2633) μου φαίνεται να εμφανίζει κάποια ομοιότητα. Η απόφαση αυτή είχε ως αντικείμενο ενίσχυση που είχε καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία, μετά από ελλιπή έλεγχο στους προμηθευτές αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη, σε παραγωγούς σύνθετων ζωοτροφών βάσει του κανονισμού 804/68, και στη συνέχεια ζητήθηκε η επιστροφή της. Σχετικά, το Δικαστήριο έκρινε μεταξύ άλλων ότι: «Δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο το να λαμβάνονται υπόψη από σχετική εθνική νομοθεσία, για να αποκλειστεί η αναζήτηση ενισχύσεων που έχουν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία, κριτήρια, όπως η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η έκλειψη του πλουτισμού, η παρέλευση προθεσμίας ή το γεγονός ότι η διοίκηση εγνώριζε ή λόγω βαριάς αμέλειας αγνοούσε ότι κακώς προέβαινε στη χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων, με την επιφύλαξη, πάντως, ότι οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις είναι οι ίδιες με τις προϋποθέσεις για την ανάκτηση οικονομικών παροχών αμιγώς εθνικών και ότι λαμβάνεται πλήρως υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας » ( παράγραφος 3 του διατακτικού ). Το ότι « λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας» διατυπώνεται σαφέστερα στη σκέψη 19 της ίδιας απόφασης σε σχέση με άλλο ερώτημα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο και, με αναφορά στην προηγούμενη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, ως εξής: « οι κανόνες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο δεν μπορούν να καταλήγουν στο να καθιστούν πρακτικά αδύνατη την εφαρμογή της κοινοτικής ρύθμισης ».
Καθόσον τα πραγματικά περιστατικά και οι κοινοτικές διατάξεις στις υπό κρίση υποθέσεις φαίνονται υπό την έποψη αυτή να ομοιάζουν αρκετά με τα περιστατικά και τις διατάξεις στις υποθέσεις Milchkontor, είναι εύκολο να συναχθεί το συμπέρασμα ότι άρνηση υπάρξεως ευθύνης των υπέρ ων η κατακύρωση για τις παραβάσεις των υποχρεώσεων μεταποιήσεως που διαπιστώθηκαν μετά την ελευθέρωση των ασφαλειών θα καθιστούσε οπωσδήποτε την εφαρμογή της σχετικής κοινοτικής ρύθμισης πρακτικά αδύνατη. Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), τα κράτη μέλη που επέδειξαν έτσι αμέλεια στον έγκαιρο έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων μεταποιήσεως διατρέχουν πράγματι τον κίνδυνο να υποστούν τα ίδια τις οικονομικές συνέπειες των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν όψιμα. Ο κίνδυνος αυτός αποτρέπει ασφαλώς τα κράτη μέλη από το να διενεργούν εκ των υστέρων εμπεριστατωμένους ελέγχους ως προς την τήρηση του κανονισμού, συμπληρώνοντας τους κατ' ανάγκη περισσότερο γενικούς ελέγχους που διενεργούνται με δειγματοληψία και που συνήθως γίνονται πριν από την έκδοση των αποδεικτικών εγγράφων που ορίζει το άρθρο 18, παράγραφος 2, του επίδικου κανονισμού. Πράγματι, η τήρηση του κανονισμού δεν θα εξασφαλιζόταν ουσιαστικά και σε ικανοποιητικό βαθμό ώστε να ανταποκρίνεται στο σκοπό του. Κατά την εξέταση των διαφόρων υποθέσεων θα επιμείνω, επομένως, ειδικότερα στο ζήτημα μέχρι ποίου σημείου τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία διαφέρουν εν προκειμένω από τη μια υπόθεση στην άλλη, καθώς και το περιεχόμενο των σχετικών κοινοτικών διατάξεων δικαιολογούν διαφορετικό συμπέρασμα όσον αφορά το κεντρικό αυτό ζήτημα.
1.3. Η οχέοη μεταξύ της ελευθέρωσης των ασφαλειών Kat της ύπαρξης ή όχι συμβατικών υποχρεώσεων που δεν έχουν ακόμη εκπληρωθεί
Ένα δεύτερο ζήτημα, το οποίο διαδραματίζει ρόλο υπό διαφορετικές μορφές σε καθεμιά από τις τρεις υποθέσεις, είναι εκείνο της σχέσης μεταξύ των βασικών υποχρεώσεων που ανέλαβαν οι υπέρ ων η κατακύρωση και των ασφαλειών που έχουν συσταθεί για να εξασφαλιστεί η εκτέλεση των βασικών αυτών υποχρεώσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των ασφαλειών γενικά, πρέπει κατά τη γνώμη μου να ληφθεί προσωρινά ως υπόθεση εργασίας ότι η ελευθέρωση της ασφάλειας καταρχήν δεν εξαφανίζει συγχρόνως τις βασικές υποχρεώσεις συμβατικού ή άλλου χαρακτήρα, για τις οποίες παρέχεται η ασφάλεια. Επίσης, πρέπει εν προκειμένω να εξεταστεί μέχρι ποίου σημείου τα διαφορετικά πραγματικά περιστατικά επί του ζητήματος αυτού στις τρεις υποθέσεις, καθώς και οι διατάξεις του επίδικου κανονισμού, επιβάλλουν τη συναγωγή διαφορετικών ή συμπληρωματικών συμπερασμάτων.
1.4. Επίκληση γενικών αρχών του δικαίου
Τρίτον, σε καθεμιά από τις τρεις υποθέσεις γίνεται επίκληση, καίτοι και πάλι κατά τρόπο διαφορετικό, γενικών αρχών του δικαίου, όπως η ανώτερη βία, η καλή πίστη, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και η αρχή της αναλογικότητας.
1.5. Ειδικά προβλήματα στις διάφορες υποθέσεις
Τέλος, σε καθεμιά από τις τρεις υποθέσεις υπάρχουν ειδικά διαφορετικά περιστατικά, ενώ η βελγική υπόθεση (υπόθεση 125/83) θέτει εξάλλου ορισμένα ιδιαίτερα νομικά ζητήματα (χρονικό όριο ανάληψης του βουτύρου και εξέταση του άρθρου 19, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ενόψει της αρχής της αναλογικότητας ). Το διαφορετικό περιεχόμενο των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο στις τρεις υποθέσεις, καθώς και τα ειδικά περιστατικά και τα διαφορετικά νομικά ζητήματα, ή το διαφορετικό πλαίσιο στο οποίο τίθενται τα νομικά αυτά ζητήματα, αποκλείουν φυσικά ομοιόμορφες απαντήσεις. Πάντως, τα βασικά κοινά προβλήματα που έχουν ήδη επισημανθεί θα αναφερθούν στην ακολουθούσα ανάλυση του επίδικου κανονισμού και ορισμένων άλλων σχετικών κανονισμών. Αμέσως μετά, θα εξετάσω διαδοχικά τις τρεις υποθέσεις. Σχετικά, η χρονολογική σειρά των υποθέσεων αυτών μου φαίνεται ότι συνιστά τη λογικότερη σειρά για τις χωριστές αυτές αναλύσεις.
2. Προσωρινή ανάλυση των σχετικών κανονισμών
2.1. Ο κανονισμός 232/75
α)
Σκοποί του κανονισμού. Μετά τις δύο πρώτες αιτιολογικές σκέψεις, οι οποίες αναφέρονται στην ύπαρξη αποθεμάτων βουτύρου και στη σκοπιμότητα να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για να ευνοηθεί η διάθεση του βουτύρου, οι δύο επόμενες αιτιολογικές σκέψεις εκθέτουν τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού, ως ακολούθως:
« εκτιμώντας ότι η πώληση βουτύρου σε μειωμένη τιμή σε ορισμένες επιχειρήσεις μεταποιήσεως της Κοινότητας με το σκοπό παρασκευής προϊόντων ζαχαροπλαστικής και παγωτών συνιστά ένα τέτοιο μέτρο· ότι, για να εξασφαλιστεί η ισότης προσβάσεως στο βούτυρο όλων των αγοραστών και ο έλεγχος των διατιθεμένων ποσοτήτων, πρέπει να εφαρμοστεί η διαδικασία του διαρκούς διαγωνισμού·
εκτιμώντας ότι πρέπει να εφαρμοστεί ένα σύστημα ελέγχου που να εξασφαλίζει ότι το βούτυρο δεν εκτράπηκε από τον προορισμό του· ότι ο έλεγχος αυτός πρέπει να διενεργείται αμέσως μετά την έξοδο του αποθεματο· ποιηθέντος βουτύρου και έως την πραγματοποίηση της μεταποιήσεώς του· ότι, εκτός από τη σύσταση ασφάλειας, η τήρηση λογιστικής αποθήκης καθ' όλα τα στάδια εμπορίας, καθώς και η προσθήκη ιχνηθέτη στο βούτυρο που προορίζεται για τη μεταποίηση μπορούν να συμβάλλουν στο σκοπό αυτό ».
Οι αιτιολογικές αυτές σκέψεις δείχνουν κυρίως ότι το σύστημα ελέγχου που θεπίστηκε με τον κανονισμό αποβλέπει στο να εξασφαλίζει « ότι το βούτυρο δεν εκτρέπεται από τον προορισμό του », ο οποίος είναι « η παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής και παγωτών ».
β)
Βασικές υποχρεώσεις των υπέρ ων η κατακύρωση. Τόσο από τη διατύπωση της τέταρτης αιτιολογικής σκέψεως όσο και από το ίδιο το γράμμα του κανονισμού προκύπτει ότι, εκτός από την υποχρέωση που το άρθρο 5 επιβάλλει στον οργανισμό παρεμβάσεως να ενημερώνει και να θέτει στη διάθεση των ενδιαφερομένων έναν κατάλογο των ψυκτικών εγκαταστάσεων και των ποσοτήτων βουτύρου που είναι αποθηκευμένες σ' αυτές, και εκτός από τις υποχρεώσεις ελέγχου που το άρθρο 15 επιβάλλει στα κράτη μέλη, ελήφθησαν επίσης υπόψη, μεταξύ άλλων, κατά τη θέσπιση αυτού του συστήματος ελέγχου από τον κανονισμό, οι συμβατικές υποχρεώσεις τις οποίες ο υπέρ ου η κατακύρωση οφείλει να αναλάβει δυνάμει του 6 του κανονισμού. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις αυτές, θα αναφερθώ ειδικότερα για τις υπό κρίση υποθέσεις στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία γ ), δ ), ε ) και στ ). Το προαναφερόμενο άρθρο, στοιχείο γ), ορίζει, καθόσον έχει σημασία εν προκειμένω, ότι ο υπέρ ου η κατακύρωση οφείλει να αναλάβει την υποχρέωση να μεταποιήσει το αγοραζόμενο βούτυρο μόνο σε προϊόντα ζαχαροπλαστικής ή παγωτά. Από το στοιχείο δ) συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο υπέρ ου η κατακύρωση οφείλει να αναλάβει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει τη μεταποίηση που αναφέρεται στο στοιχείο γ) εντός προθεσμίας 6 μηνών από την ημέρα αναλήψεως, που αναφέρεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2. Η προθεσμία αυτή έχει κυρίως σημασία για τη βελγική υπόθεση ( υπόθεση 125/83 ). Με το στοιχείο ε) ορίζεται ότι ο υπέρ ου η κατακύρωση οφείλει να αναλάβει την υποχρέωση «να τηρεί λογιστική αποθήκης εμφαίνουσα για κάθε παράδοση τα ονοματεπώνυμα και τις διευθύνσεις των αγοραστών του προϊόντος που προκύπτει από τις ενέργειες που αναφέρονται στα στοιχεία α ) και β ) » ( δηλαδή του συμπυκνωμένου βουτύρου με προσθήκη ιχνηθετών ) « και τις αντίστοιχες ποσότητες, καθορίζοντας τον προορισμό τους » ( προϊόντα ζαχαροπλαστικής ή παγωτά ). Τέλος, με το στοιχείο στ ) θεσπίζεται η υποχρέωση για τον υπέρ ου η κατακύρωση να φροντίζει ώστε σε κάθε περίπτωση μετέπειτα πωλήσεως του προϊόντος αυτού να αναλαμβάνονται οι ίδιες υποχρεώσεις στις συμβάσεις πωλήσεως με εκείνες που προβλέπονται με τα στοιχεία γ) και δ). Πρέπει να παρατηρηθεί, και είναι σημαντικό για τις υπό κρίση υποθέσεις, ότι αυτή η επιβαλλόμενη « αλυσιδωτή ρήτρα » δεν αφορά επομένως την υποχρέωση τηρήσεως λογιστικής αποθήκης. Η παράλειψη αυτή δεν διευκολύνει ασφαλώς τον έλεγχο των αναληφθεισών υποχρεώσεων σε περίπτωση μεταπωλήσεως του βουτύρου. Στην περίπτωση αυτή, η τελευταία αυτή διαπίστωση ισχύει επίσης τόσο για το καθήκον ελέγχου του υπέρ ου η κατακύρωση, όπως αυτό απορρέει από τον κανονισμό ( ιδίως υπό το φως της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση « De Beste Boter » που έχει ήδη παρατεθεί), όσο και για την υποχρέωση ελέγχου των ίδιων των κρατών μελών, όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 και το άρθρο 15 του υπό εξέταση κανονισμού. Οι ελλείψεις που αποκάλυψαν οι υπό κρίση υποθέσεις, όσον αφορά την εκπλήρωση των δύο αυτών υποχρεώσεων ελέγχου, μεταξύ των οποίων πρέπει βεβαίως να γίνεται σαφής διάκριση, εξηγούνται ασφαλώς, μεταξύ άλλων, από την παράλειψη αυτή. Πάντως, από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση « De Beste Boter » πρέπει να συναχθεί ότι στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο δεν θεώρησε την έλλειψη αυτή ως λόγο που να αποκλείει την ευθύνη του υπέρ ου η κατακύρωση για την αντικανονική χρήση του συμπυκνωμένου βουτύρου από τους ίδιους τους αγοραστές του ή από τους τελικούς αγοραστές. Το συμπέρασμα αυτό φαίνεται εξάλλου αναπόφευκτο αν ληφθεί υπόψη το άρθρο 10, παράγραφος 5, του κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την κατακύρωση δεν μεταβιβάζονται. Επομένως, εκτός από την εφαρμογή του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού, τα κράτη μέλη δεν έχουν δυνατότητα να επιβάλλουν απευθείας κυρώσεις στους τελικούς αγοραστές και σε καμιά περίπτωση δεν έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν την επιστροφή των ποσών αυτών από τους εν λόγω αγοραστές.
γ )
Οι κανόνες σχετικά με την ασφάλεια. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού ορίζει: « Ταυτόχρονα με τις ελάχιστες τιμές πωλήσεως και σύμφωνα με την ίδια διαδικασία, καθορίζεται το ποσό των ασφαλειών που προβλέπεται με το άρθρο 12, ανά 100 χιλιόγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά μεταξύ της τιμής που ισχύει στην αγορά βουτύρου και των ελαχίστων τιμών ». Όταν η πραγματική τιμή προσφοράς είναι υψηλότερη από την ελάχιστη τιμή, αυτό σημαίνει ότι η ασφάλεια μπορεί να ανέλθει σε υψηλότερο ποσό από την πραγματική διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς του βουτύρου και της τρέχουσας τιμής. Η διαπίστωση αυτή έχει ορισμένη σημασία για την εκτίμηση του ζητήματος αν, μετά από αντικανονική ελευθέρωση της ασφάλειας μπορεί να αναζητηθεί από τον υπέρ ου η κατακύρωση το ποσό της εν λόγω ασφάλειας ή μόνο η προαναφερθείσα πραγματική διαφορά μεταξύ της τιμής πωλήσεως του βουτύρου και της αγοραίας τιμής. Ο δανικός οργανισμός παρεμβάσεως (υπόθεση 124/83) φαίνεται ότι επί του σημείου αυτού άσκησε διαφορετική πολιτική από εκείνη του βελγικού οργανισμού παρεμβάσεως ( υπόθεση 125/83 ). Στην ολλανδική υπόθεση ( υπόθεση 20/84 ), η επιλεγείσα νομική οδός φαίνεται να είναι ακόμη πιο διαφορετική λόγω της ολλανδικής ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλεια.
Το άρθρο 12 ( στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 9, παράγραφος 2) ορίζει στην παράγραφο 1 ότι ο υπέρ ου η κατακύρωση οφείλει να συστήσει, πριν από την ανάληψη του βουτύρου, ασφάλεια μεταποιήσεως, της οποίας το ύψος καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 2, στο οποίο μόλις αναφέρθηκα. Η παράγραφος 2 του άρθρου 12 ορίζει ότι η ασφάλεια μεταποιήσεως συνιστάται σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, δηλαδή « κατ' επιλογή του κράτους μέλους, είτε υπό μορφή επιταγής επ' ονόματι του οργανισμού παρεμβάσεως είτε υπό μορφή εγγυήσεως, η οποία ανταποκρίνεται στα κριτήρια που καθορίζει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ». Το γεγονός ότι στην ολλανδική υπόθεση τα ερωτήματα υποβλήθηκαν από το Hoge Raad εξηγείται από το ότι οι Κάτω Χώρες δεν επέλεξαν εν προκειμένω ούτε την επιταγή ούτε την τραπεζική εγγύηση, αλλά την προσωπική εγγύηση. Όταν ο εγγυητής αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό της ασφάλειας, το ποσό αυτό αποτέλεσε αντικείμενο δίκης ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων. Στην περίπτωση της επιταγής ή της τραπεζικής εγγυήσεως, το ποσό της ασφάλειας, φυσικά, όταν αυτή καταπέσει, μπορεί απλούστατα να εισπραχθεί κατά γενικό κανόνα, εκτός αν η κατάπτωση της εγγύησης αμφισβητηθεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Στις Κάτω Χώρες, το δικαστήριο αυτό ήταν εν προκειμένω το College van Beroep voor het Bedrijfsleven.
δ )
Η ρύθμιση ως προς την ελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως. Η ρύθμιση ως προς την ελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως περιέχεται, καθόσον έχει σημασία για τις υπό κρίση υποθέσεις, στο άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού. Η παράγραφος αυτή έχει ως εξής:
« Πλην της περιπτώσεως ανωτέρας βίας και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 19, παράγραφος 2, η ασφάλεια μεταποιήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 12 ελευθερώνεται μόνο για τις ποσότητες για τις οποίες ο υπέρ ου η κατακύρωση προσκομίζει την απόδειξη ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 τηρήθηκαν.
Η απόδειξη αυτή προσκομίζεται, αναλόγως των περιπτώσεων, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
όταν οι ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ) ή στο άρθρο 6, παράγραφος 2, έγιναν στο κράτος μέλος πωλητή, η απόδειξη συνίσταται στην προσκόμιση εγγράφου που καθορίζει το κράτος μέλος πωλητής·
β)
όταν οι ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β ), γίνονται στο κράτος μέλος πωλητή, οι ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), σε άλλο κράτος μέλος, ή η ενέργεια που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, έγινε σε διαφορετικό κράτος μέλος από το κράτος μέλος πωλητή, η απόδειξη συνίσταται στην προσκόμιση του ή των αντιτύπων ελέγχου που ορίζονται στο παράρτημα III, περίπτωση II, και στο παράρτημα IV·
γ)
όταν οι ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ ), έγιναν στο ίδιο κράτος μέλος, το οποίο δεν είναι το κράτος μέλος πωλητής, η απόδειξη συνίσταται στην προσκόμιση εγγράφου που καθορίζεται από το κράτος μέλος όπου πραγματοποιήθηκε η μεταποίηση·
δ)
όταν οι ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β ), γίνονται σε διαφορετικό κράτος μέλος από το κράτος μέλος πωλητή και η ενέργεια που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), γίνεται σε διαφορετικό κράτος μέλος από εκείνο, στο οποίο έγιναν οι ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), η απόδειξη συνίσταται στην προσκόμιση του ή των αντιτύπων ελέγχου που ορίζονται στο παράρτημα III, περίπτωση Ι, στοιχείο γγ ) ».
ε )
Ειδικές διατάξεις για τις περιπτώσεις ανώτερης βίας και μικρής υπερβάσεως της προθεσμίας. Για τις περιπτώσεις ανώτερης βίας και μικρής υπερβάσεως της προθεσμίας μεταποιήσεως, το άρθρο 19 ορίζει τα εξής:
« 1.
Σε περίπτωση ανώτερης βίας, ο οργανισμός παρεμβάσεως καθορίζει τα μέτρα που κρίνει αναγκαία σε σχέση με την προβαλλόμενη περίσταση.
2.
Στις άλλες περιπτώσεις που δεν μπορούν να θεωρηθούν ως περιπτώσεις ανώτερης βίας και στις οποίες
—
οι προθεσμίες μεταποιήσεως που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ) ή η προθεσμία μεταποιήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεν έχουν παραβιαστεί παρά μόνο κατά 30ημέρες συνολικά
και όπου
—
η υπέρβαση αυτή δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια του ενδιαφερομένου,
η καταπίπτουσα ασφάλεια δεν ανέρχεται, κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως του ενδιαφερομένου, παρά μόνο σε δύο λογιστικές μονάδες ανά τόνο και ανά ημέρα υπερβάσεως των καθορισμένων προθεσμιών.
Η σχετική αίτηση γίνεται δεκτή μόνο εάν κατατεθεί στο συγκεκριμένο οργανισμό παρεμβάσεως εντός προθεσμίας 30ημερών από την ημερομηνία λήξεως της σχετικής προθεσμίας.
3.
Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή κάθε τρίμηνο τις περιπτώσεις στις οποίες εφάρμοσαν την παράγραφο 1 ή την παράγραφο 2 διευκρινίζοντας τις προβαλλόμενες περιστάσεις, τη συγκεκριμένη ποσότητα και τα ληφθέντα μέτρα. »
Η διάταξη αυτή έχει ιδίως σημασία για τη βελγική υπόθεση ( υπόθεση 125/83 ).
στ)
Σημαντικές διατάξεις για τον υπολογισμό της προθεσμίας μεταποιήσεως. Ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να υπολογιστεί η προθεσμία μεταποιήσεως είναι επίσης σημαντικός, ιδίως για τη βελγική υπόθεση ( υπόθεση 125/83). Ως προς το ζήτημα αυτό, θα αναφερθώ ειδικότερα στα άρθρα 11 και 13 του κανονισμού, τα οποία έχουν ως εξής:
Άρθρο 11
« 1.
Κάθε διαγωνιζόμενος ενημερώνεται αμέσως από τον οργανισμό παρεμβάσεως για το αποτέλεσμα της συμμετοχής του στην ειδική δημοπρασία.
2.
Ο υπέρ ου η κατακύρωση καταβάλλει στον οργανισμό παρεμβάσεως, πριν από την παραλαβή του βουτύρου, για κάθε ποσότητα που προτίθεται να αναλάβει, το ποσό που αντιστοιχεί στην προσφορά του.
Εντούτοις, όσον αφορά τους υπέρ ων η κατακύρωση που έχουν αναλάβει την υποχρέωση να τηρήσουν τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία α ), β ) και γ ), η τιμή μειώνεται κατά 10 λογιστικές μονάδες ανά 100 χιλιόγραμμα.»
Άρθρο 13
« 1.
Όταν πραγματοποιηθεί η καταβολή που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, και συσταθεί η ασφάλεια μεταποιήσεως που προβλέπει το άρθρο 12, ο οργανισμός παρεμβάσεως χορηγεί δελτίο παραλαβής που αναφέρει:
α )
την ποσότητα για την οποία πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στην αρχή·
β)
την ψυκτική αποθήκη στην οποία έχει αποθηκευθεί αυτή η ποσότητα·
γ )
το χρονικό όριο αναλήψεως του βουτύρου·
δ )
την τελευταία ημέρα υποβολής προσφορών για τον ειδικό διαγωνισμό βάσει του οποίου πωλήθηκε το βούτυρο.
2.
Ο υπέρ ου η κατακύρωση, εντός προθεσμίας 30ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 11, παράγραφος 1, παραλαμβάνει το βούτυρο που του κατακυρώθηκε. Η ανάληψη μπορεί να γίνει τμηματικά.
Εκτός περιπτώσεως ανώτερης βίας, αν ο υπέρ ου η κατακύρωση δεν ανέλαβε το βούτυρο εντός της καθορισμένης προθεσμίας, η πώληση ακυρώνεται για τις απομένουσες ποσότητες. »
Από το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ), στο οποίο μόλις αναφέρθηκα, προκύπτει ότι η προθεσμία μεταποιήσεως των 6 μηνών που ορίζεται με τη διάταξη αυτή αρχίζει από την ημέρα αναλήψεως του βουτύρου στην οποία αναφέρεται το άρθρο 13, παράγραφος 2. Σ' αυτή ακριβώς την έννοια της « ημέρας αναλήψεως του βουτύρου » αναφέρεται το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το παραπέμπον βελγικό δικαστήριο. Από το άρθρο 13, παράγραφος 1, προκύπτει ότι η ημέρα αυτή δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να βρίσκεται πριν από την ημέρα πληρωμής του βουτύρου από τον υπέρ ου η κατακύρωση, ούτε πριν από την ημέρα συστάσεως της ασφάλειας μεταποιήσεως. Πάντως, από το παρατιθέμενο κείμενο του άρθρου 13, παράγραφος 1, φαίνεται να προκύπτει επίσης ότι η ημέρα αναλήψεως δεν μπορεί να τοποθετείται πριν από την ημέρα, κατά την οποία ο οργανισμός παρεμβάσεως χορήγησε το δελτίο αναλήψεως. Πράγματι, η διάταξη αυτή αναφέρει ότι το δελτίο αυτό αναλήψεως πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρει: «γ) το χρονικό όριο αναλήψεως του βουτύρου ». Εξάλλου, η εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 2, μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Επί του αποφασιστικού αυτού σημείου για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα του παραπέμποντος βελγικού δικαστηρίου, θα επανέλθω λεπτομερέστερα κατά την εξέταση του ερωτήματος αυτού και των διαφόρων απόψεων που διατυπώθηκαν σχετικά με αυτό.
ζ )
Η νποχρέωοη ελέγχου των κρατών μελών. Τέλος, σχετικά με την υποχρέωση ελέγχου των κρατών μελών, το άρθρο 15 του κανονισμού ορίζει τα εξής: « Από της εξόδου του από την αποθήκη και μέχρι τη μεταποίηση του σε ένα από τα προϊόντα που ορίζονται στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), το βούτυρο υπόκειται σε τελωνειακό ή διοικητικό έλεγχο που εξασφαλίζει ισότιμες εγγυήσεις ». Η διάταξη αυτή έχει επίσης σημασία για καθεμιά από τις τρεις υποθέσεις.
2.2. Ο κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου
Όπως έχω ήδη παρατηρήσει, το σύστημα ελέγχου που θέσπισε ο κανονισμός 232/75 (πρβλ. την προαναφερθείσα τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού) ρυθμίζει κυρίως τις υποχρεώσεις των υπέρ ων η κατακύρωση. Ot υποχρεώσεις ελέγχου αυτών των ίδιων των κρατών μελών ρυθμίζονται με το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ). Ο κανονισμός αυτός έχει γενικό χαρακτήρα. Αφορά τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής στο σύνολο της. Αυτό ισχύει επίσης για τις υποχρεώσεις ελέγχου των κρατών μελών, όπως καθορίζονται με το άρθρο 8. Οι υποχρεώσεις αυτές είναι φυσικά απολύτως ουσιώδεις για την πρόληψη των καταδολιεύσεων. Εξάλλου, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο διασαφηνίζονται για μια ακόμα φορά, όπως έχω ήδη αναφέρει, με το άρθρο 15 του κανονισμού 232/75, για το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού κανονισμού. Η σχετική βασική διάταξη του κανονισμού 729/70 έχει ως εξής:
« 1)
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
—
εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμενων από το ταμείο πράξεων,
—
προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες ( πλημμέλειες ),
—
ανακτήσουν τα απωλεσθέντα εξαιτίας ανωμαλιών (πλημμελειών) ή αμελειών ποσά.
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα ληφθέντα μέτρα προς το σκοπό αυτό και ιδίως για την πορεία των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.
2)
Σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, οι οικονομικές συνέπειες των ανωμαλιών (πλημμελειών) ή αμελειών αναλαμβάνονται από την Κοινότητα, εκτός εκείνων που προκύπτουν από ανωμαλίες ( πλημμέλειες) ή αμέλειες καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα ή οργανισμούς των κρατών μελών.
Τα ανακτηθέντα ποσά καταβάλλονται στις υπηρεσίες ή οργανισμούς που ενεργούν πληρωμές, οι οποίοι τα εγγράφουν ως απομείωση των χρηματοδοτουμενων από το ταμείο δαπανών.
3)
Το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής θεσπίζει τους γενικούς κανόνες εφαρμογής του παρόντος άρθρου. »
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση ( διαπιστώσεως και ) διώξεως των πλημμελειών, αλλά και η υποχρέωση να « ανακτήσουν τα απωλεσθέντα εξαιτίας ανωμαλιών (πλημμελειών) ή αμελειών ποσά ». Κατά την άποψη μου, από αυτό έπεται ότι το σύστημα ελέγχου ιδιωτικού δικαίου που θέσπισε ο κανονισμός 232/75 (υποχρεώσεις του υπέρ ου η κατακύρωση) είναι αυτοτελές σε σχέση με το σύστημα ελέγχου δημοσίου δικαίου που προβλέπει ο κανονισμός 729/70 και το άρθρο 15 του πρώτου αναφερόμενου κανονισμού ( υποχρεώσεις ελέγχου και διώξεως από τα κράτη μέλη ). Περαιτέρω, η αυτοτέλεια αυτή συνεπάγεται, κατά την άποψη μου, ότι η ελλιπής ή όψιμη λειτουργία του συστήματος ελέγχου δημοσίου δικαίου μπορεί ασφαλώς να έχει πρακτικές συνέπειες αλλά όχι, καταρχήν, έννομες συνέπειες για την εφαρμογή του συστήματος ελέγχου ιδιωτικού δικαίου. Ενόψει του ότι ο κανονισμός για τον οποίο επρόκειτο στις υποθέσεις Milchkontor και τον οποίο εξέτασα προηγουμένως (πρβλ. παράγραφο 1.2 αυτών των προτάσεων) δεν προέβλεπε παρόμοιο σύστημα ελέγχου ιδιωτικού δικαίου καθοριζόμενο συμβατικώς, η εκδοθείσα σχετικώς απόφαση δεν μπορεί να παράσχει επιχείρημα προς στήριξη ενδεχομένων παρεκκλίσεων από την αρχή αυτή. Πάντως, το συμπέρασμα αυτό δεν αποκλείει το ότι θα πρέπει να εξεταστεί λεπτομερέστερα η δυνατότητα επικλήσεως ανώτερης βίας και άλλων γενικών αρχών του δικαίου.
Για την εφαρμογή του κανονισμού 729/70 για περιστατικά που συνδέονται με διέλευση συνόρων, όπως συμβαίνει στις υπό κρίση υποθέσεις, πρέπει ακόμα να ληφθεί υπόψη η οδηγία 76/398/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976, περί της αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων που προκύπτουν από ενέργειες οι οποίες αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, καθώς και από γεωργικές εισφορές και δασμούς ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 126 ). Τέλος, για την καλή κατανόηση των υποθέσεων αυτών, πρέπει να εξεταστεί ο κανονισμός 2315/69 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 1969, περί της χρήσεως εγγράφων στο διαμετακομιστικό κοινοτικό εμπόριο ενόψει της εφαρμογής κοινοτικών μέτρων που συνεπάγονται τον έλεγχο της χρησιμοποίησης και/ή του προορισμού των εμπορευμάτων ( PB 1969, L 295, σ. 14). Το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 232/75 φαίνεται επομένως ότι είναι προγενέστερο, ιδίως, σε περίπτωση εφαρμογής του γενικού αυτού κανονισμού. Αντίθετα, δεν νομίζω ότι μπορεί να συναχθεί από τον κανονισμό 2315/69 ότι και ο κανονισμός αυτός έχει σημασία για την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 232/75.
Τέλος, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έκρινε το ακόλουθο στοιχείο σημαντικό για την εκτίμηση της υπόθεσης, σημειώνω ακόμη ότι ο κανονισμός 232/75 τροποποιήθηκε συνολικά 23 φορές από την έκδοση του, αλλά οι τροποποιήσεις αυτές δεν έχουν άμεση σημασία για τις παρούσες υποθέσεις. Η γενική αναμόρφωση του κανονισμού και του συστήματος που θεσπίστηκε με αυτόν έγινε με τον κανονισμό 262/79 της Επιτροπής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 77 ). Πράγματι, τότε μόνο θεραπεύτηκε η παράλειψη, την οποία ανέφερα προηγουμένως σχετικά με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 232/75 (ως προς την υποχρέωση να τηρείται λογιστική αποθήκης ).
3. Η υπόθεση 124/83 ( Direktoratet for Markedsordningerne, Κοπεγχάγη, κατά SA Nicolas Corman & Fils, Βρυξέλλες )
3.1. Τα πραγματικά περιστατικά και να υποβληθέντα ερωτήματα
Περνώ τώρα σε περισσότερο κατά βάθος εξέταση της υπόθεσης 124/83. Στην υπόθεση αυτή, όσο και στις επόμενες δύο, η σαφής κατανόηση των κυριότερων περιστατικών έχει ουσιαστική σημασία για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στα υποβληθέντα ερωτήματα. Παραθέτω μια σύνοψη των πραγματικών αυτών περιστατικών από την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
α)
Κατ' εφαρμογή του κανονισμού 232/75 (PB 1975, L 24, σ. 45), η Επιτροπή, ενεργώντας επ' ονόματι του Direktoratet for Markedsordningerne (στο εξής: το ενάγον) και των αντίστοιχων οργανισμών παρεμβάσεως των άλλων κρατών μελών, δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα του 1975, C 25, σ. 1, προκήρυξη διαρκούς διαγωνισμού για το βούτυρο που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής και παγωτών.
Βάσει της προκηρύξεως αυτής, η εταιρία Corman (στο εξής: η εναγομένη) υπέβαλε προσφορά για την αγορά συνολικά 513994 χιλιόγράμμων βουτύρου που προοριζόταν για μεταποίηση σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού, προς το σκοπό παρασκευής προϊόντων ζαχαροπλαστικής. Υποβάλλοντας την προσφορά της, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να τηρεί τις διατάξεις του κανονισμού και τους όρους της προκήρυξης του διαγωνισμού που δημοσιεύτηκε σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό. Αυτό συνεπήγετο για την εναγομένη την υποχρέωση να μεταποιήσει το βούτυρο σε βουτυρικό λίπος ( « συμπυκνωμένο βούτυρο » ), με προσθήκη διαφόρων ιχνηθετών, και να μεταποιήσει το συμπυκνωμένο αυτό βούτυρο αποκλειστικά για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής. Με έγγραφο της 20ής Φεβρουαρίου 1975, το ενάγον αποδέχθηκε την προσφορά. Το ποσό των 3318582,22 δανικών κορονών, που αντιστοιχούσε στην προσφορά αγοράς, καταβλήθηκε στο ενάγον, το οποίο αφού πληροφορήθηκε γραπτώς από το βελγικό οργανισμό παρεμβάσεως ( L'Office belge de l'économie et de l'agriculture, στο εξής: OBEA ) ότι η εναγομένη συνέστησε την ασφάλεια μεταποιήσεως που απαιτείται από τον κανονισμό, χορήγησε τα δελτία αναλήψεως του βουτύρου. Η εναγομένη ανέλαβε τότε το βούτυρο κατά την περίοδο μεταξύ της 6ης και της 21ης Μαρτίου 1975.
Εν συνεχεία πωλήθηκαν, κατόπιν μεταποιήσεως και προσθήκης από την εναγομένη στο Βέλγιο ιχνηθετών, ορισμένες παρτίδες συνολικής ποσότητας 53730 χιλιογράμμων βουτυρικού λίπους, που αντιστοιχούν σε 65101 χιλιόγραμμα βουτύρου, στη γερμανική εταιρία Sahne-Heinrich, Frankenthal, η οποία τις μεταπώλησε στην εταιρία Scheunemann, Bad-Kreuznach, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η εταιρία Sahne-Heinrich υπέγραψε δήλωση με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να χρησιμοποιήσει το βούτυρο αποκλειστικά για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, σύμφωνα με τον κανονισμό 232/75.
Οι παρτίδες διοχετεύτηκαν εν συνεχεία προς διάφορες διαμετακομιστικές αποθήκες στη Βόρεια Γερμανία για να καταλήξουν τελικά σε γερμανούς παραγωγούς τροφίμων. Για την πώληση του βουτυρικού λίπους από την εναγομένη, εκδόθηκαν τα απαραίτητα δικαιολογητικά ελέγχου (έντυπα Τ5), τα οποία απεστάλησαν εν συνεχεία στο βελγικό οργανισμό παρεμβάσεως ΟΒΕΑ, συνοδευόμενα από πιστοποιητικό των γερμανικών τελωνειακών αρχών, επιφορτισμένων με τον έλεγχο, που ανέφεραν ότι το βουτυρικό λίπος είχε χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον προορισμό του. Βάσει των πιστοποιητικών αυτών, ο ΟΒΕΑ ελευθέρωσε την ασφάλεια που είχε συστήσει η εναγομένη.
Εντούτοις, μεταγενέστερη έρευνα που διενήργησαν οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές της Φραγκφούρτης επί του Μάιν στην εταιρία Scheunemann απεκάλυψε ότι συμπυκνωμένο βούτυρο, το οποίο η εταιρία Sahne-Heinrich είχε παραδώσει στη Scheunemann μεταξύ του τέλους του έτους 1975 και των αρχών του 1976, χρησιμοποιήθηκε από τους τελικούς καταναλωτές για την παρασκευή άλλων προϊόντων και όχι για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής.
β)
Με δικόγραφο της 18ης Ιανουαρίου 1980, το ενάγον άσκησε αγωγή κατά της Corman ενώπιον του Østre Landsret της Κοπεγχάγης, ζητώντας να καταδικαστεί η Corman να του καταβάλει 485382,90 κορόνες, νομιμοτόκως από την ημέρα ασκήσεως της αγωγής, ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της τιμής παρεμβάσεως κατά την ημέρα της αγοράς και της τιμής αγοράς 65101 χιλιογράμμων βουτύρου. Το ενάγον προβάλλει ότι η εναγομένη δεν τήρησε τους όρους από τους οποίους εξηρτάτο η αγορά του εν λόγω βουτύρου σε πολύ μειωμένη τιμή και ζητεί να γίνει δεκτό, κυρίως, ότι η υποχρέωση καταβολής του ποσού προκύπτει απευθείας από τις ρήτρες της συναφθείσας σύμβασης και, επικουρικώς, ότι το ποσό αποτελεί αποζημίωση για τη μη τήρηση της εν λόγω σύμβασης.
Η εναγομένη ζήτησε, κυρίως, την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης και, επικουρικώς, ως αβάσιμης. Προς στήριξη του αιτήματός της για την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, αμφισβήτησε την αρμοδιότητα του δανικού δικαστηρίου και ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς. Κατά την εναγομένη, η αγωγή έπρεπε να ασκηθεί στο Βέλγιο από τον ΟΒΕΑ, ο οποίος αποδέχτηκε και εν συνεχεία ελευθέρωσε τη συσταθείσα ασφάλεια μεταποιήσεως. Με απόφαση της 6ης Μαρτίου 1981, το Østre Landsret απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου, για το λόγο ότι η ρήτρα δικαιοδοσίας που περιέχεται στην παράγραφο VII της προκήρυξης της δημοπρασίας είχε εφαρμογή στους διαδίκους. Η εναγομένη εφεσίβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Højesteret, το οποίο πάντως επικύρωσε την απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1982.
Προς στήριξη των ισχυρισμών της επί της ουσίας για την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης, η εναγομένη προέβαλε κυρίως ότι ενήργησε σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανονισμούς και με καλή πίστη. Εξάλλου, υποστήριξε ότι υπήρξε ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 2,του προαναφερθέντος κανονισμού, λόγω του ότι η έλλειψη ελέγχου από τις γερμανικές αρχές κατέστησε εν προκειμένω πρακτικά αδύνατη την προσκόμιση από αυτήν οποιασδήποτε αποδείξεως.
γ)
Το Østre Landsret, κρίνοντας ότι ήταν αναγκαίο πριν από την έκδοση της απόφασης του να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, υπέβαλε με απόφαση της 30ής Ιουνίου 1983 τα ακόλουθα ερωτήματα:
« 1)
Συνάγεται από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, ιδίως από τον κανονισμό 232/75 της Επιτροπής, ότι ο αγοραστής βουτύρου, ο οποίος έχει αναλάβει την υποχρέωση να τηρήσει τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), τύπος Α, απαλλάσσεται από αυτή την υποχρέωση, εφόσον η ασφάλεια μεταποιήσεως που συνέστησε ελευθερώθηκε βάσει ενός αντιτύπου ελέγχου που συμπληρώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού, που το περιεχόμενο του όμως αποδεικνύεται στη συνέχεια εσφαλμένο;
2)
Το γεγονός ότι το εσφαλμένο περιεχόμενο του αντιτύπου ελέγχου οφείλεται στην παράλειψη διενεργείας ελέγχου από τις τελωνειακές αρχές κατά τις μεταγενέστερες φάσεις της εμπορίας έχει σημασία ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα 1 ;
3)
Το γεγονός ότι η επιχείρηση που αγόρασε το βούτυρο από τον οργανισμό παρεμβάσεως βρισκόταν σε καλή πίστη όσον αφορά τη σύμφωνα με τις υφιστάμενες διατάξεις χρησιμοποίηση του βουτύρου τη στιγμή που ελευθερώθηκε η ασφάλεια μεταποιήσεως έχει σημασία εν προκειμένω;
4)
Έχει σημασία για την απάντηση που πρέπει να δοθεί το γεγονός ότι οι ασφάλειες μεταποιήσεως ελευθερώθηκαν προηγουμένως έναντι αγοραστού, ο οποίος συνδέεται με τη μεταπώληση του βουτύρου, βάσει εσφαλμένων αντιτύπων ελέγχου ως προς το περιεχόμενο τους;
5)
Οι περιστάσεις που αναφέρονται στα ανωτέρω ερωτήματα 1 έως 4 έχουν σημασία όσον αφορά την εξαίρεση λόγω ανώτερης βίας που αναφέρεται στο άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 232/75;
6)
Αν οι απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ο αγοραστής δεν απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του, μπορεί ένα κράτος μέλος να απαιτήσει από αυτόν, ο οποίος αγόρασε από τον οργανισμό παρεμβάσεως, να καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του ύψους της τιμής αγοράς που καταβλήθηκε προηγουμένως και της τιμής παρεμβάσεως της ημέρας, κατά την οποία ο αγοραστής είχε υποβάλει την προσφορά του;
7)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 6, αντιβαίνει προς τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις κράτους μέλους που διέπουν την πώληση παράγουν τα έννομα αποτελέσματα που αναφέρονται στο ερώτημα 6;
8)
Αν υποτεθεί ότι ο αγοραστής δεν απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του απορρέει από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, ιδίως, όσον αφορά την ασφάλεια του δικαίου, ότι το γεγονός ακριβώς ότι η ασφάλεια μεταποιήσεως ελευθιρώθηκε καθιστά αδύνατη την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου κατά του αγοραστή;
9)
Αν η ελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως είναι αποτέλεσμα πλάνης ως προς το περιεχόμενο του σχετικού με τον έλεγχο εγγράφου Kat υπό τις περιστάσεις που διευκρινίζονται ανωτέρω, περιέχει το κοινοτικό δίκαιο διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό του προσώπου που έχει το βάρος της αποδείξεως ως προς το ότι το βούτυρο που αγοράστηκε χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τις υφιστάμενες διατάξεις; »
3.2. Σννεξέταοη των ερωτημάτων
Βάσει των προηγουμένων μου αναλύσεων των τριών αυτών υποθέσεων και του συστήματος των κανονισμών 729/70 και 232/75, συμμερίζομαι την άποψη του ενάγοντος στην κύρια δίκη, της Επιτροπής και της κυβέρνησης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι τα πέντε πρώτα ερωτήματα του παραπέ-μποντος δικαστηρίου, καθώς και το όγδοο ερώτημα, το οποίο συνδέεται άμεσα με τα πρώτα, μπορούν κάλλιστα να εξεταστούν συγχρόνως.
Στη συνέχεια, θα εξετάσω το έκτο, έβδομο και ένατο ερώτημα, μεταξύ των οποίων υπάρχει επίσης σχέση και που αφορούν το αντικείμενο και την απαίτηση αποδόσεως της ασφάλειας, καθώς και το βάρος της αποδείξεως εν προκειμένω.
3.3. Τα ερωτήματα Ι ώς 5 και 8
α)
Η εναγομένη στην κύρια δίκη (η SA Corman ) έκανε εξαρχής σειρά συγκεκριμένων σημαντικών παρατηρήσεων ως προς τις ελλείψεις του γερμανικού συστήματος ελέγχου και ως προς την προέλευση του ένδικου βουτύρου. Το βούτυρο δεν είχε κατά κανένα τρόπο αγοραστεί αποκλειστικά στη Δανία, αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος από οργανισμούς παρεμβάσεως στο Βέλγιο, τη Γερμανία, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες, μόνο δε ο δανικός οργανισμός παρεμβάσεως άσκησε αγωγή αποδόσεως της ασφάλειας. Εξάλλου, θεωρεί ότι ο βελγικός οργανισμός παρεμβάσεως είναι αυτός που έπρεπε εν προκειμένω να ασκήσει την αγωγή για την απόδοση της ασφάλειας, εφόσον αυτός ελευθέρωσε την επίδικη ασφάλεια. Πάντως, οι πραγματικές και νομικές αυτές πλευρές δεν μου φαίνεται να έχουν αποφασιστική σημασία για την απάντηση του Δικαστηρίου στα υποβληθέντα ερωτήματα.
Σχετικά με τα ερωτήματα 1 έως 5 και 8 του παραπέμποντος δικαστηρίου, η εναγομένη υποστηρίζει ( κυρίως με το δεύτερο υπόμνημα της) ότι ο κανονισμός 232/75 δεν προβλέπει άλλη κύρωση εκτός από την κατάπτωση της ασφάλειας, όταν το βούτυρο χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους προοριζόταν. Υπέρ της αποκλειστικής ευθύνης των ίδιων των κρατών μελών για τις παραβάσεις της υποχρέωσης μεταποιήσεως που σημειώθηκαν μετά την κανονική ελευθέρωση της ασφάλειας συνηγορούν επίσης σκέψεις σχετικές με την ασφάλεια του δικαίου και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των υπέρ ων η κατακύρωση στην τήρηση των υποχρεώσεων ελέγχου των κρατών μελών. Αν η ασφάλεια μεταποιήσεως έπρεπε να θεωρηθεί αποκλειστικά ως εγγύηση για μια άλλη οικονομική κύρωση, αυτό θα έπρεπε να είχε προβλεφθεί ρητά με τον κανονισμό 232/75 και οι ενστάσεις λόγω ανώτερης βίας έπρεπε να ισχύουν επίσης για τις άλλες κυρώσεις, και όχι μόνο για την ασφάλεια. Η αντικανονική χρησιμοποίηση του βουτύρου, όταν αυτή προκύπτει από ανακρίβειες στα προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα, ανακρίβειες που εμφανίστηκαν μόνο μετά την ελευθέρωση της εγγύησης και που οφείλονται σε ελλιπείς ελέγχους, συνιστά ασφαλώς περίπτωση ανώτερης βίας για τον υπέρ ου η κατακύρωση. Κατά την εναγομένη, τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 18, παράγραφος 2, έχουν εξάλλου απόλυτο χαρακτήρα. Σχετικώς αναφέρεται κυρίως στο άρθρο 1 του κανονισμού 2315/69 που ανέφερα προηγουμένως. Όταν έχουν προσκομιστεί τυπικά νόμιμες αποδείξεις σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, ο οργανισμός παρεμβάσεως προς τον οποίο παρασχέθηκε η ασφάλεια δεν δικαιούται να εξακριβώσει με δική του πρωτοβουλία αν το βούτυρο χρησιμοποιήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Υποχρεούται να ελευθερώσει την ασφάλεια. Ούτε και στον οργανισμό παρεμβάσεως που πώλησε το βούτυρο, εν προκειμένω το ενάγον στην κύρια δίκη, επιτρέπεται να προσκομίσει την απόδειξη περί του αντιθέτου. Όταν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος κάνει χρήση της ευχέρειας που του παρέχει το άρθρο 18, παράγραφος 3, η ευθεία αγωγή κατά των τελικών αγοραστών είναι δυνατή. Αν ληφθεί υπόψη ο σημαντικός κίνδυνος που οφείλει να αναλάβει ο υπέρ ου η κατακύρωση δυνάμει του κανονισμού 232/75 σε περίπτωση μη εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 3, καθόσον ευθύνεται επίσης για τις παραβάσεις μεταγενέστερων αγοραστών, μπορεί και θα πρέπει να μπορεί να υπολογίζει στην αποτελεσματικότητα του τελωνειακού ελέγχου. Μεταξύ άλλων, θα πρέπει να μπορεί να θεωρεί ότι η συμβατική του ευθύνη παύει από τη στιγμή που η κατά το άρθρο 18, παράγραφος 2, απόδειξη έχει προσκομιστεί. Μόνο σε περίπτωση προφανούς κακής πίστης του υπέρ ου η κατακύρωση, και όχι σε περίπτωση αμέλειας των τελωνειακών υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με τον έλεγχο, το συμφέρον των οργανισμών παρεμβάσεως μπορεί να υπερισχύσει των συμφερόντων του υπέρ ου η κατακύρωση και να δικαιολογείται άσκηση αγωγής κατ' αυτού. Ούτε το άρθρο 15 του εν λόγω κανονισμού ούτε οι γερμανικές εκτελεστικές διατάξεις προβλέπουν έλεγχο εκ των υστέρων. Όσον αφορά την αρχή δυνάμει της οποίας η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της επιχείρησης αξίζει επίσης προστασίας από το κοινοτικό δίκαιο, η εναγομένη παραπέμπει στις αποφάσεις του Δικαστηρίου, στις υποθέσεις 44/59 (προσφυγή υπαλλήλου, Fiddelaar, Jurispr. 1960, σ. 1117), 78/74 (Deuka, Jurispr. 1975, σ. 421, ασφάλεια του δικαίου σε περίπτωση τροποποιήσεως διατάξεων) και18/76 ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής, Jurispr. 1979, σ. 343, εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεων στον τομέα της γεωργικής πολιτικής, βασιζόμενη σε καλόπιστη ερμηνεία των εθνικών αρχών ).
Για το λόγο αυτό, η εναγομένη προτείνει στα τρία πρώτα ερωτήματα να δοθεί η ακόλουθη απάντηση: « Αν η ασφάλεια μεταποιήσεως ελευθερωθεί βάσει αντιτύπου ελέγχου που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, και αν ο υπέρ ου η κατακύρωση ήταν καλόπιστος ως προς την κανονική χρησιμοποίηση του βουτύρου εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ο υπέρ ου η κατακύρωση, σε περίπτωση που θα αποδεικνυόταν εν συνεχεία ότι το αντίτυπο ελέγχου περιέχει σφάλμα, εν πάση περιπτώσει απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε με τη σύμβαση πωλήσεως που συνήψε με τον οργανισμό παρεμβάσεως, εφόσον το εσφαλμένο περιεχόμενο του αντιτύπου ελέγχου συνδέεται με το γεγονός ότι η τελωνειακή αρχή που προέβη στον έλεγχο παρέλειψε, πλήρως ή εν μέρει, να προβεί στον τελωνειακό έλεγχο που επιβάλλει το άρθρο 15 του κανονισμού 232/75. »
Όσον αφορά το τέταρτο ερώτημα, το οποίο θεωρεί περιττό μετά την απάντησή της στα τρία πρώτα ερωτήματα, η εναγομένη προτείνει, αναφερόμενη στην αρχή που απορρέει από το γερμανικό δίκαιο ( απόφαση του Finanzgericht του Ντύσσελντορφ, της 14ης Μαΐου 1980, στην υπόθεση IV 270/77 Ζ ), και η οποία εφαρμόζεται επίσης στο κοινοτικό δίκαιο, να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
« Αν η ασφάλεια μεταποιήσεως ελευθερωθεί βάσει αντιτύπου ελέγχου που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, και αν ο υπέρ ου η κατακύρωση ήταν καλόπιστος ως προς την κανονική χρησιμοποίηση του βουτύρου εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ο υπέρ ου η κατακύρωση, σε περίπτωση που θα αποδεικνυόταν εν συνεχεία ότι το αντίτυπο ελέγχου περιέχει σφάλμα, εν πάση περιπτώσει απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε με τη σύμβαση πωλήσεως που συνήψε με τον οργανισμό παρεμβάσεως, εφόσον το εσφαλμένο περιεχόμενο του αντιτύπου ελέγχου συνδέεται με το γεγονός ότι η τελωνειακή αρχή που προέβη στον έλεγχο παρέλειψε, πλήρως ή εν μέρει, να προβεί στον τελωνειακό έλεγχο που επιβάλλει το άρθρο 15 του κανονισμού 232/75, ο δε υπέρ ου η κατακύρωση έχει ήδη επιτύχει στο παρελθόν την ελευθέρωση ασφαλειών μεταποιήσεως σε παρόμοιες υποθέσεις, στις οποίες οι τελωνειακές αρχές που διενεργούν τον έλεγχο επέδειξαν παρόμοια συμπεριφορά. »
Κατά την εναγομένη, το πέμπτο ερώτημα έχει επίσης επικουρικό χαρακτήρα. Παρά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 42/79 ( Milch-, Fett- und Eierkontor, Jurispr. 1979, σ. 3703), ειδικότερα την πρώτη φράση της σκέψης 10, με την οποία ορίζεται η έννοια της ανώτερης βίας που περιέχεται στον οικείο κανονισμό, έννοια που το ενάγον θεωρεί ότι δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, η εναγομένη προτείνει μια λιγότερο απόλυτη απάντηση, αναφερόμενη ση διαφορετική νομολογία ( σχετικά με τις άδειες εξαγωγής) που ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας Capotorti στην εν λόγω υπόθεση. Λόγω της εμπιστοσύνης που ο υπέρ ου η κατακύρωση μπορεί να έχει στην αποτελεσματικότητα του τελωνειακού ελέγχου, βάσει του άρθρου 15 του κανονισμού, η εναγομένη προτείνει τελικά την ακόλουθη απάντηση στο πέμπτο ερώτημα:
« Από τους σκοπούς και τις διατάξεις του κανονισμού 232/75 προκύπτει ότι η έννοια της ανώτερης βίας, κατά το άρθρο 18, παράγραφος 2, δεν περιλαμβάνει μόνο την περίπτωση απόλυτης αδυναμίας, αλλά πρέπει επίσης να περιλαμβάνει εξαιρετικές περιστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχο του αγοραστή αποθεμάτων βουτύρου και των οποίων οι συνέπειες — παρά κάθε επιδειχθείσα επιμέλεια — δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρά μόνο με υπερβολικές Ουσίες.
Ο υπέρ ου η κατακύρωση μπορεί να επικαλεστεί την ανώτερη βία, όταν η μη σύμφωνη χρησιμοποίηση του βουτύρου σε μεταγενέστερα στάδια εμπορίας κατέστη δυνατή λόγω ελλείψεως ελέγχου από την επιφορτισμένη με τον έλεγχο τελωνειακή αρχή η οποία παρέλειψε να επαληθεύσει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 του κανονισμού, την οριστική μεταποίηση και, παρά την παράλειψη αυτή, επιβεβαίωσε ότι το βούτυρο χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον προορισμό του και εντός της επιβαλλόμενης προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και ως εκ τούτου εμπόδισε τον υπέρ ου η κατακύρωση να λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα για να προλάβει χρησιμοποίηση αντίθετη προς το σκοπό του κοινοτικού κανονισμού. »
Όσον αφορά το όγδοο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου, η εναγομένη προτείνει βάσει της επιχειρηματολογίας που συνοψίστηκε προηγουμένως την ακόλουθη απάντηση:
«Αν η ασφάλεια μεταποιήσεως ελευθερωθεί βάσει αντιτύπου ελέγχου που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, και αν ο υπέρ ου η κατακύρωση ήταν καλόπιστος ως προς την κανονική χρησιμοποίηση του βουτύρου εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ο υπέρ ου η κατακύρωση, σε περίπτωση που θα αποδεικνυόταν εν συνεχεία ότι το αντίτυπο ελέγχου περιέχει σφάλμα, εν πάση περιπτώσει απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε με τη σύμβαση πωλήσεως που συνήψε με τον οργανισμό παρεμβάσεως, εφόσον το εσφαλμένο περιεχόμενο του αντιτύπου ελέγχου συνδέεται με το γεγονός ότι η τελωνειακή αρχή που προέβη στον έλεγχο παρέλειψε, πλήρως ή εν μέρει, να προβεί στον τελωνειακό έλεγχο που επιβάλλει το άρθρο 15 του κανονισμού 232/75. »
Η απάντηση αυτή μπορεί ενδεχομένως να συμπληρωθεί ως εξής:
« και αν ο υπέρ ου η κατακύρωση έχει ήδη επιτύχει στο παρελθόν την ελευθέρωση ασφαλειών μεταποιήσεως σε παρόμοιες υποθέσεις, στις οποίες οι τελωνειακές αρχές που διενεργούν τον έλεγχο επέδειξαν παρόμοια συμπεριφορά ».
Καίτοι το όγδοο ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το παραπέμπον δικαστήριο δεν αφορά αυτή την πλευρά της υπόθεσης, θα αναφέρω ακόμη, για να είναι πλήρης η ανάλυση μου, την απάντηση που η εναγομένη προτείνει να δοθεί στο όγδοο ερώτημα, στην περίπτωση κατά την οποία η αρχή της καλής πίστης, που αναγνωρίζεται από το εθνικό δίκαιο, θα είχε ενδεχομένως εφαρμογή. Η απάντηση αυτή είναι η ακόλουθη:
« Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του, το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως οι διατάξεις του κανονισμού 232/75, δεν εμποδίζει την εφαρμογή της αρχής, που αναγνωρίζεται από το εθνικό δίκαιο, της προστασίας της καλής πίστης, στο πλαίσιο διαφορών για οφειλή που ο οργανισμός παρεμβάσεως αξιώνει από τον υπέρ ου η κατακύρωση, για ποσό που καλύπτει τη διαφορά μεταξύ της τιμής προσφοράς και της τιμής παρεμβάσεως, έτσι ώστε η οφειλή αυτή δεν μπορεί να εισπραχθεί όταν η ασφάλεια μεταποιήσεως ελευθερώθηκε μετά την επιβεβαίωση της τελωνειακής αρχής, η οποία διενήργησε τον έλεγχο, ότι το βούτυρο χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον επιβαλλόμενο προορισμό και εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, και όταν ο υπέρ ου η κατακύρωση έχει ήδη επιτύχει την ελευθέρωση ασφαλειών μεταποιήσεως στο παρελθόν, σε παρόμοιες υποθέσεις, στις οποίες η διενεργούσα τον έλεγχο τελωνειακή αρχή επέδειξε την ίδια συμπεριφορά. »
Τέλος, με τις γραπτές της παρατηρήσεις η εναγομένη υπογράμμισε λεπτομερώς τη σημασία της παραγραφής του δικαιώματος αναγωγής των υπέρ ων η κατακύρωση κατά των μεταγενέστερων αγοραστών και μεταποιητών (στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα δεχόταν, αντίθετα από τα αιτήματα της εναγομένης, την κατ' αρχή συμβατική τους ευθύνη ). Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που η εναγομένη έδωσε επί του σημείου αυτού στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, το να αξιώνεται από τα επόμενα κατά σειρά αυτά πρόσωπα τραπεζική εγγύηση ή άλλη ισοδύναμη ασφάλεια, θα ήταν επίσης πρακτικά αδύνατο λόγω της βραχυπρόθεσμης κατά γενικό κανόνα παραγραφής. Λαμβάνοντας υπόψη τη σκέψη αυτή, προτείνει στο Δικαστήριο να συμπληρώσει εν πάση περιπτώσει την απάντηση στο όγδοο ερώτημα ως εξής:
« Αυτός ο οποίος καλοπίστως πέτυχε την ελευθέρωση της ασφάλειας μπορεί να προβάλει έναντι του οργανισμού παρεμβάσεως ότι βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση, ώστε λόγω της κακώς ελευθερωθείσας ασφάλειας μεταποιήσεως το δικαίωμα του αναγωγής έχει παραγραφεί ή ότι έχει παραιτηθεί από τις συσταθείσες εγγυήσεις. »
Σχετικά με την επιχειρηματολογία αυτή της εναγομένης στην κύρια δίκη, που συνόψισα με συντομία αμέσως παραπάνω ως προς τους κυριότερους ισχυρισμούς της, παρατηρώ από τώρα ότι όλα τα επιχειρήματα που περιέχει στηρίζονται στην υπόθεση ότι η συμβατική ευθύνη των υπέρ ων η κατακύρωση συνδέεται με τη συσταθείσα ασφάλεια, δηλαδή ότι η ευθύνη αυτή υφίσταται μόνον εφόσον η ασφάλεια δεν έχει ελευθερωθεί. Ομοίως, η επίκληση από την εναγομένη της ανώτερης βίας και των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εξαρτάται απόλυτα, κατά την άποψη μου, από τη βασική της υπόθεση, κατά την οποία οι αποδείξεις που δικαιολογούν την ελευθέρωση της ασφάλειας συνεπάγονται επίσης τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη λήξη των αναληφθεισών συμβατικών υποχρεώσεων. Όσον αφορά τις ανακρίβειες που περιέχονται στα σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα και οι οποίες καταδείχτηκαν αργότερα ότι ήταν συνέπεια ελλιπούς ελέγχου, η εναγομένη θα πρέπει τότε να μπορεί να επικαλεστεί τις παραπάνω αρχές, όχι μόνο στο πλαίσιο του συστήματος της ασφάλειας ( δηλαδή σε περίπτωση ενδεχόμενης αναζητήσεως της ασφάλειας που κακώς ελευθερώθηκε), αλλά και στο πλαίσιο διαδικασίας για την εκτέλεση των αναληφθεισών συμβατικών υποχρεώσεων ή, ενδεχομένως, στο πλαίσιο διαδικασίας για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων αυτών.
β )
Από τις γραπτές παρατηρήσεις της ολλανδικής κυβέρνησης, φαίνεται, κατά τη γνώμη μου, ότι και αυτή εκκινεί από την προαναφερόμενη βασική υπόθεση. Βάσει της υπόθεσης αυτής καταλήγει, όπως και η εναγομένη, στο συμπέρασμα ότι αν ο υπέρ ου η κατακύρωση προσκόμισε τα οικεία έγγραφα που βεβαιώνουν ότι το προϊόν χρησιμοποιήθηκε κατά τρόπο ορθό, απαλλάσσεται καταρχήν και από τη συμβατική του υποχρέωση, έστω και υπό ορισμένες επιφυλάξεις. Βάσει της συλλογιστικής αυτής, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα πρέπει να είναι θετική. Όσον αφορά το δεύτερο, τρίτο, όγδοο και ένατο ερώτημα, η ολλανδική κυβέρνηση συνάγει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( ιδίως την απόφαση στην υπόθεση 275/78, Ferwerda, Jurispr. 1980, σ. 617 ) ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει το εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει ορισμένες αρχές του δικαίου, όπως η καλή πίστη ή η ασφάλεια δικαίου, πράγμα που καθιστά αδύνατη την είσπραξη κοινοτικής επιδοτήσεως που καταβλήθηκε αχρεωστήτως. Η ολλανδική κυβέρνηση θεωρεί ότι υπάρχει εν προκειμένω αρκετός χώρος για την εφαρμογή της γενικής αρχής του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία ο πολίτης δεν μπορεί να υπέχει ευθύνη για πταίσμα στο οποίο υπέπεσε η διοίκηση, εκτός αν είναι κακόπιστος. Πρέπει πάντως να τηρηθούν τα όρια του κοινοτικού δικαίου που αναφέρονται στην απόφαση Ferwerda.
γ)
Κατά τη γνώμη μου, πάντως, ο δανικός οργανισμός παρεμβάσεως, η Επιτροπή και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατέδειξαν επαρκώς, με τις αντίστοιχες γραπτές τους παρατηρήσεις, ότι η βασική αυτή υπόθεση είναι εσφαλμένη. Βάσει της προηγούμενης αναλύσεως μου, έχω την άποψη ότι ο κανονισμός δεν αναφέρει καθόλου ότι οι διατάξεις ως προς την ασφάλεια μεταποιήσεως και την ελευθέρωση της έχουν κυρίως ως σκοπό να εξασφαλίζουν στον υπέρ ου η κατακύρωση ιδιαίτερη προστασία κατά των μεταγενέστερων αιτήσεων ρυθμίσεως της τιμής αγοράς που στηρίζονται στις αναληφθείσες από αυτό συμβατικές υποχρεώσεις, προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιβαλλόμενη μεταποίηση. Με τη σκέψη 7 της προαναφερθείσας απόφασης στην υπόθεση «De Beste Boter», το Δικαστήριο αιτιολόγησε εκτενώς γιατί οι συμβατικές αυτές υποχρεώσεις δεν εκπληρώνονται με τη μετακύλιση απλώς της υποχρέωσης μεταποιήσεως στο μεταγενέστερο αγοραστή. Έτσι, το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη το άρθρο 18, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του επίδικου κανονισμού στην υπόθεση αυτή, διάταξη που αντιστοιχούσε στο άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 232/75, το οποίο η εναγομένη στην κύρια δίκη εσφαλμένως επικαλείται στην παρούσα διαδικασία, αναφερόμενη σχετικώς σ' αυτή τη σκέψη της προαναφερθείσας απόφασης. Όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσο το ποσό της ίδιας της ασφάλειας μπορεί να εισπραχθεί για το λόγο ότι οι αποδείξεις που επιβάλλει το άρθρο 18, παράγραφος 2, αποκαλύφθηκε εν συνεχεία ότι περιείχαν ανακρίβειες, θα επανέλθω επ' αυτού όταν θα εξετάσω την υπόθεση 125/83. Στην παρούσα υπόθεση, το ζήτημα αυτό δεν τίθεται.
Σχετικά με τα πρώτα τρία ερωτήματα του παραπέμποντος δικαστηρίου, εσφαλμένως η εναγομένη ισχυρίζεται ότι αν γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής και του οργανισμού παρεμβάσεως, αυτό θα ισοδυναμούσε με το ότι ο κανονισμός, εκτός από την κατάπτωση της ασφάλειας, επιβάλλει δεύτερη « οικονομική κύρωση », την οποία δεν προβλέπει ρητά. Πράγματι, δεν πρόκειται στην παρούσα περίπτωση για « οικονομική κύρωση », αλλά απλώς για την απαίτηση τηρήσεως των συμβατικών υποχρεώσεων ή αποκαταστάσεως της προξενηθείσας ζημίας λόγω μη τηρήσεως των υποχρεώσεων αυτών ή συμψηφισμού του οφέλους το οποίο παρανόμως αποκτήθηκε λόγω κατώτερης τιμής αγοράς. Οι συμβατικές αυτές υποχρεώσεις, οι οποίες αποτελούν τη νόμιμη βάση της επίδικης ενέργειας, προβλέπονται ρητά στον κανονισμό.
Εξάλλου, ο οργανισμός παρεμβάσεως δικαίως ισχυρίζεται ότι η « αλυσιδωτή διάταξη » του άρθρου 6 επιτρέπει στους υπέρ ων η κατακύρωση να επιδιώξουν δικαστικώς τη\είσπραξη του ποσού για την αποζημίωση αυτί από τους μεταγενέστερους αγοραστές οι οποίοι, αντίθετα από τους υπέρ ων η κατακύρωση, δεν υπέχουν καμιά άμεση υποχρέωση έναντι του οργανισμού παρεμβάσεως. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προκύπτει σαφώς από το σύστημα που θέσπισε ο κανονισμός ότι ο πρώτος αγοραστής ευθύνεται απεριορίστως για τις πράξεις των μεταγενέστερων αγοραστών. Η απεριόριστη αυτή ευθύνη πρέπει επίσης να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, έστω και στη μοναδική περίπτωση, κατά τη γνώμη μου, που το δικαίωμα αναγωγής κατά των μεταγενέστερων αγοραστών είναι ακόμη δυνατό και, κυρίως, δεν έχει παραγραφεί. Όπως και η εναγομένη στην κύρια δίκη, θεωρώ ότι η τελευταία αυτή επιφύλαξη πρέπει να διατυπωθεί στην απάντηση του Δικαστηρίου στα υποβληθέντα ερωτήματα.
Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «η αναγνώριση περιπτώσεως ανώτερης βίας προϋποθέτει ότι η εξωτερική αιτία που επικαλούνται τα υποκείμενα δικαίου έχει αναπόφευκτες συνέπειες που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν, ώστε να καθιστά αντικειμενικά αδύνατη για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα την τήρηση των υποχρεώσεων τους». Παραπέμπω στις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 42/79 (Milch-, Fett-, und Eierkontor, Jurispr. 1979, σσ. 3703 και επ., ειδικότερα στην πρώτη φράση της σκέψης 10, και στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti, σ. 3723, που παραπέμπει και σε άλλες αποφάσεις ) και 154/79 επ. ( Valsabbia, Jurispr. 1980, σ. 907, ειδικότερα στη σκέψη 140 και στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti, σ. 1067 ). Όπως παρατήρησα ήδη προηγουμένως, η επιχειρηματολογία της εναγομένης επί του ζητήματος αυτού παραβλέπει την ύπαρξη της δικής του αυτοτελούς συμβατικής υποχρεώσεως να μεριμνά ώστε το φθηνό βούτυρο να χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό του. Οι ελλείψεις του ελέγχου που διενήργησαν οι αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους δεν κατέστησαν αντικειμενικά αδύνατη για την εναγομένη την τήρηση των υποχρεώσεων της. Επομένως, δεν πληρούνται τα κριτήρια που καθορίστηκαν με τη νομολογία του Δικαστηρίου ώστε να αναγνωριστεί περίπτωση ανώτερης βίας.
Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή ότι οι συμβατικές υποχρεώσεις του υπέρ ου η κατακύρωση πρέπει να διακρίνονται σαφώς από το σύστημα της ασφάλειας που έχει ως σκοπό να εξασφαλίζει την τήρηση των υποχρεώσεων αυτών, η προσκόμιση των αποδεικτικών εγγράφων από την οποία το άρθρο 18, παράγραφος 2, εξαρτά την ελευθέρωση της ασφάλειας δεν μπορεί καθαυτή να δημιουργήσει στον υπέρ ου η κατακύρωση τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι οι συμβατικές του υποχρεώσεις επίσης εκλείπουν μετά την ελευθέρωση της ασφάλειας. Ούτε και η καλή πίστη του υπέρ ου η κατακύρωση δεν μπορεί να τον απαλλάξει από την αντικειμενική ευθύνη που αναλαμβάνει, όσον αφορά τον κίνδυνο αντικανονικής χρησιμοποιήσεως από μεταγενέστερο αγοραστή. Όπως παρατήρησα προηγουμένως, οποιαδήποτε διαφορετική αντίληψη θα καθιστούσε ανεφάρμοστο το σύνολο του συστήματος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό.
Η Επιτροπή ορθώς παρατηρεί ακόμη με τις γραπτές της παρατηρήσεις ότι ούτε το άρθρο 15 του επίδικου κανονισμού ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου γενικώς επί αυτού του ζητήμαος ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 146, 192 και 193/81, BayWa, Συλλογή 1982, σ. 1503 ) κωλύουν την προβολή αξιώσεων κατά του υπέρ ου η κατακύρωση βάσει περιστατικών τα οποία εμφανίστηκαν κατόπιν μεταγενέστερων ελέγχων που έγιναν μετά την έκδοση των αποδεικτικών εγγράφων που ορίζονται με το άρθρο 18. Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με τις γραπτές της παρατηρήσεις, αναφέρεται και αυτή στην εν λόγω απόφαση και καταλήγει, εξάλλου, σε ανάλογα συμπεράσματα με τα συμπεράσματα του δανικού οργανισμού παρεμβάσεως και της Επιτροπής.
Βάσει των προηγούμενων αναλύσεων, νομίζω ότι η απάντηση του Δικαστηρίου στα ερωτήματα 1 έως 5 και 8 του παραπέμποντος δικαστηρίου θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη:
«1)
O κανονισμός 232/75 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι ο υπέρ ου η κατακύρωση εξακολουθεί να ευθύνεται για τη χρησιμοποίηση του βουτύρου που αγόρασε σε μειωμένη τιμή σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού, όταν η ασφάλεια μεταποιήσεως ελευθερώθηκε βάσει αντιτύπου ελέγχου το οποίο εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, αλλά του οποίου το περιεχόμενο αποδείχτηκε εν συνεχεία ανακριβές.
2)
Η αμέλεια ή η καθυστέρηση στη διενέργεια των ελέγχων που προβλέπει το άρθρο 15 του κανονισμού δεν μπορεί να τον απαλλάξει από την ευθύνη αυτή δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας παρά μόνο καθόσον η ανακρίβεια του περιεχομένου του σχετικού αντιτύπου ελέγχου διαπιστώθηκε τόσο όψιμα, ώστε ο υπέρ ου η κατακύρωση δεν μπορεί πλέον να ασκήσει το δικαίωμά του αναγωγής κατά των επιχειρηματιών που εμφανίστηκαν σε μεταγενέστερα στάδια εμπορίας, λόγω των διατάξεων περί παραγραφής.
3)
Ο υπέρ ου η κατακύρωση δεν δικαιούται να επικαλεστεί την καλή του πίστη ή περίπτωση ανώτερης βίας λόγω ελλείψεων στην τήρηση των υποχρεώσεων ελέγχου που θεσπίζει το άρθρο 15 του κανονισμού, λόγω του αυτοτελούς χαρακτήρα των υποχρεώσεων που ανέλαβε να μεριμνά για την ορθή χρησιμοποίηση του βουτύρου. Λόγω του αυτοτελούς αυτού χαρακτήρα των συμβατικών υποχρεώσεων του υπέρ ου η κατακύρωση, ούτε η απελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως μπορεί να εμποδίσει την προβολή αξιώσεων κατά του υπέρ ου η κατακύρωση για λόγους ασφάλειας δικαίου.
3.4. Τα ερωτήματα 6, 7 και 9
α)
Τα ερωτήματα 6 και 7 αποβλέπουν κυρίως στο να διευκρινιστεί, στην περίπτωση κατά την οποία οι συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβε ο διαγωνιζόμενος έχουν αυτοτελή χαρακτήρα, ποιο ποσό ο υπέρ ου η κατακύρωση οφείλει να καταβάλει στον οργανισμό παρεμβάσεως. Λαμβάνοντας υπόψη την ανάλυση μου ως προς τα ερωτήματα 1 έως 5 και 8, πρέπει πράγματι στα ερωτήματα αυτά να δοθούν απαντήσεις βάσει των συμβατικών υποχρεώσεων που ανέλαβε ο υπέρ ου η κατακύρωση. Εν συνεχεία, το ένατο ερώτημα αφορά το ζήτημα ποίος φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι το βούτυρο χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, σε περίπτωση αξιώσεως επιστροφής βάσει των συμβατικών υποχρεώσεων που ανέλαβε ο υπέρ ου η κατακύρωση.
β)
Η εναγομένη στην κύρια δίκη, η οποία ως γνωστόν αμφισβητεί τον αυτοτελή χαρακτήρα των υποχρεώσεων που ανέλαβε να μεριμνά για την ορθή χρησιμοποίηση του βουτύρου, συνάγει από το σύστημα που θέσπισε το άρθρο 18, παράγραφος 2, για την ελευθέρωση της ασφάλειας, ότι ούτε το κοινοτικό δίκαιο ούτε το εθνικό δίκαιο μπορούν να στηρίξουν δικαίωμα πληρωμής της διαφοράς από την τιμή αγοράς. Κατά την εναγομένη, επομένως, στα ερωτήματα 6 και 7 προσήκει αρνητική απάντηση. Πάντως, στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα υιοθετούσε διαφορετική άποψη ως προς τη σχέση μεταξύ των αναληφθεισών υποχρεώσεων και του συστήματος της ασφάλειας, η εναγομένη θεωρεί ότι η προβολή αξιώσεων από τον οργανισμό παρεμβάσεως, ο οποίος πώλησε το βούτυρο, για να επιτύχει την πληρωμή της διαφοράς από την τιμή αγοράς ή την αποκατάσταση της προξενηθείσας ζημίας λόγω της μη τηρήσεως των υποχρεώσεων, εξαρτάται από το διπλό ερώτημα αν ο οργανισμός παρεμβάσεως υπέρ του οποίου συστάθηκε η ασφάλεια μεταποιήσεως και ο οποίος την ελευθέρωσε ( εν προκειμένω ο βελγικός οργανισμός παρεμβάσεως ) μπορούσε να ανακαλέσει και πράγματι ανακάλεσε την απόφαση του ότι ο υπέρ ου η κατακύρωση είχε εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Κατά την εναγομένη, σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατή η προβολή αξιώσεων από το δανικό οργανισμό παρεμβάσεως, εφόσον ο βελγικός οργανισμός δεν ανακάλεσε την απόφαση του με την οποία ελευθερώθηκε η ασφάλεια. Κατά την εναγομένη, οποιαδήποτε διαφορετική άποψη θα συνεπήγετο τον κίνδυνο αντιφατικών αποφάσεων επί του ζητήματος αν η εναγομένη είχε ή όχι εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της κατά τη σύμβαση πωλήσεως, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτό από άποψη δημοσίου δικαίου. Οι διαφορές μεταξύ των νομικών συστημάτων των κρατών μελών θα μπορούσαν τότε να καταλήξουν σε διαφορετική μεταχείριση των υπέρ ων η κατακύρωση, αναλόγως του κράτους μέλους όπου βρίσκεται η επιχείρηση που μεταποιεί το βούτυρο. Τέλος, η εναγομένη θεωρεί ότι σε καμιά περίπτωση ο υπέρ ου η κατακύρωση δεν μπορεί να βρεθεί σε μειονεκτικότερη θέση, συνεπεία προβολής αξιώσεων, όπως αυτή που αναφέρεται στα ερωτήματα, από τη θέση στην οποία θα βρισκόταν μετά από προβολή αξιώσεων λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού συνεπεία της ελευθέρωσης των ασφαλειών. Επομένως, θα πρέπει να μπορεί να διαθέτει τα ίδια μέσα άμυνας, περιλαμβανόμενης και της δυνατότητας να επικαλεστεί την ανώτερη βία, την προστασία της ασφάλειας δικαίου και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η εναγομένη στην κύρια δίκη προτείνει τελικά στα ερωτήματα 6 και 7 να δοθούν πρωταρχικά οι εξής κυρίως απαντήσεις:
« Ο οργανισμός παρεμβάσεως πωλητής δεν μπορεί, μετά την ελευθέρωση της ασφάλειας από τον οργανισμό παρεμβάσεως, υπέρ του οποίου η ασφάλεια αυτή έπρεπε να συσταθεί, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 232/75, να αξιώσει από τον υπέρ ου η κατακύρωση τη διαφορά μεταξύ της τιμής προσφοράς και της τιμής παρεμβάσεως, όταν αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι η ελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως έγινε βάσει εσφαλμένων ως προς το περιεχόμενό τους αντιτύπων ελέγχου. »
Επικουρικώς, προτείνει την ακόλουθη διατύπωση:
« Ο οργανισμός παρεμβάσεως πωλητής δεν μπορεί να αξιώσει από τον υπέρ ου η κατακύρωση τη διαφορά μεταξύ της τιμής προσφοράς και της τιμής παρεμβάσεως παρά μόνο αν ο οργανισμός παρεμβάσεως, ο οποίος ελευθέρωσε την ασφάλεια μεταποιήσεως, συσταθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 232/75, ανακαλέσει προηγουμένως την απόφαση που είχε λάβει και κατά την οποία ο υπέρ ου η κατακύρωση έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη σύμβαση πωλήσεως. Ο υπέρ ου η κατακύρωση μπορεί στην περίπτωση αυτή να αντιτάξει τις ίδιες ενστάσεις με εκείνες που θα μπορούσε να προβάλει, αν η υπόθεση είχε ως αντικείμενο την απόδοση του πλουτισμού ο οποίος προέκυψε από την ελευθέρωση της ασφάλειας, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ της τιμής παρεμβάσεως και της τιμής προσφοράς. »
Σχετικά με το ένατο ερώτημα, η εναγομένη θεωρεί ότι η κατανομή του βάρους της αποδείξεως πρέπει να συναχθεί από τις διατάξεις του κανονισμού 232/75. Θεωρεί ότι η διαχρονική έκταση ισχύος των διατάξεων αυτών δεν υπερβαίνει πάντως την ημέρα ελευθερώσεως της ασφάλειας μεταποιήσεως. Μέχρι την ημέρα αυτή, ο υπέρ ου η κατακύρωση φέρει το βάρος της αποδείξεως, για την οποία τα έγγραφα που αναφέρει το άρθρο 18, παράγραφος 2, επαρκούν. Όσον αφορά την περίοδο μετά την ελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως, η εναγομένη συνάγει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουνίου 1964 που εκδόθηκε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 94 και 96/63, Bernusset (Jurispr. 1964, σ. 587, ειδικότερα στο τέταρτο, πέμπτο και έκτο εδάφιο της σελίδας 614) μια γενική αρχή, σύμφωνα με την οποία κοινοτικό όργανο που θεσπίζει διατάξεις ευνοϊκές για τον ενδιαφερόμενο πρέπει το ίδιο να φέρει το βάρος της αποδείξεως. Εν προκειμένω, σε περίπτωση μη αποδοχής της άποψης της ως προς την απόλυτη αξία των αποδεικτικών εγγράφων που αναφέρει το άρθρο 18, παράγραφος 2, αυτό θα ήταν απόδειξη της ανακρίβειας της δήλωσης που περιέχεται στο περιθώριο του αντιτύπου ελέγχου Τ5, ότι δηλαδή το εμπόρευμα χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Τέλος, η εναγομένη θεωρεί ότι η απάντηση στο ένατο ερώτημα εξαρτάται από την απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα 6 και 7. Εν πάση περιπτώσει, κατά την άποψή της, αυτός που φέρει όλο το βάρος της αποδείξεως ότι δεν εκπληρώθηκαν οι όροι της μεταποίησης, που θεσπίζει το άρθρο 6, είναι ο οργανισμός παρεμβάσεως, εφόσον οι επιφορτισμένες με τον έλεγχο τελωνειακές αρχές στέρησαν την εναγομένη από το μόνο αποδεικτικό μέσο που επιτρέπει το άρθρο 18, παράγραφος 2, διότι δεν συνέχισαν τον έλεγχο μέχρι αυτόν που μεταποίησε τελικά το βούτυρο.
Κατά συνέπεια, η εναγομένη προτείνει στο ένατο ερώτημα να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
« Μετά την ελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως, οι οργανισμοί παρεμβάσεως φέρουν μόνο αυτοί το βάρος της αποδείξεως ότι οι όροι μεταποιήσεως που αναφέρει το άρθρο 6 του κανονισμού 232/75 δεν έχουν τηρηθεί. »
γ )
Ο δαηκός οργανισμός παρεμβάσεως προτείνει την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα 6 και 7: « Σε περίπτωση μη σύμφωνης με τις κείμενες διατάξεις χρησιμοποιήσεως του αγορασθέντος βουτύρου και αν ο αγοραστής δεν απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του, η τιμή αγοράς που ο αγοραστής υποχρεούται να καταβάλει δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να είναι κατώτερη από την τιμή παρεμβάσεως κατά το χρόνο της αγοράς. »
Σχετικά με το ένατο ερώτημα, ο οργανισμός παρεμβάσεως θεωρεί και αυτός επίσης ότι εφόσον το τελωνείο προέβη σε δήλωση κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 2, μπορεί να απαιτηθεί από τις αρμόδιες ως προς την παρέμβαση αρχές να προσκομίσουν τις αποδείξεις σχετικά με τον ανακριβή χαρακτήρα της δήλωσης αυτής. Πάντως, αυτό δεν σημαίνει ότι όλο το βάρος της αποδείξεως που φέρει ο υπέρ ου η κατακύρωση, σύμφωνα με το θεμελιώδη κανόνα του κανονισμού, μπορεί να μετατεθεί στον οργανισμό παρεμβάσεως. Από πρακτική άποψη φαίνεται από τις συνεχείς αναφορές στην υποχρέωση αυτή ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως αποδίδει μεγάλη σημασία στο να διαπιστωθεί σχετικά με το ζήτημα αυτό ότι οι διαδοχικοί αγοραστές δεν συμμορφώθηκαν εν προκειμένω με την υποχρέωση να τηρούν λογιστική αποθήκης, όπως τους επιβάλλει ο κανονισμός, η οποία είναι απαραίτητη για τη δυνατότητα οριστικής αποδείξεως της τελικής χρησιμοποιήσεως. Τέλος, βάσει της επιχειρηματολογίας του, που ανέφερα περιληπτικά αμέσως πιο πάνω, ο οργανισμός παρεμβάσεως προτείνει στο ένατο ερώτημα να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Όταν οι αρμόδιες ως προς την παρέμβαση αρχές αποδεικνύουν περιστατικά που καθιστούν αληθοφανή την υπόθεση ότι η δήλωση των τελωνειακών αρχών που πιστοποιεί την κανονική χρησιμοποίηση του βουτύρου στηριζόταν σε εσφαλμένη βάση, εναπόκειται στον αγοραστή, ο οποίος θα ήθελε να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του, να προσκομίσει για το σκοπό αυτό λεπτομερή αποδεικτικά στοιχεία που να τείνουν να αποδείξουν ότι το βούτυρο, παρ' όλα αυτά, χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον προβλεπόμενο προορισμό. »
Από τώρα παρατηρώ, σχετικά με την άποψη αυτή του οργανισμού παρεμβάσεως, ότι η υπόθεση που περιέχει, δηλαδή ότι με το μηχανισμό της « αλυσιδωτής διατάξεως » ο κανονισμός υποχρεώνει όχι μόνο τον υπέρ ου η κατακύρωση, αλλά επίσης τους διαδοχικούς του αγοραστές να τηρούν λογιστική αποθήκης, είναι, σύμφωνα με την εισαγωγική μου ανάλυση του επίδικου κανονισμού, εσφαλμένη.
δ)
Κατά την Επιτροπή, η απάντηση στο έκτο και στο έβδομο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου προκύπτει από το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου, που έχω ήδη αναφέρει στις γενικές μου αναλύσεις ( παράγραφος 2 αυτών των προτάσεων ). Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διάταξη αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη τη ρητή υποχρέωση να αναζητούν τα ποσά που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως και αντικανονικά, χωρίς προς το σκοπό αυτό να αναγνωρίζει στους εθνικούς οργανισμούς εξουσία εκτιμήσεως ως προς τη σκοπιμότητα να αξιώνουν ή μη την απόδοση τους. Επ' αυτού, η Επιτροπή παραπέμπει εκ νέου στην ήδη αναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 192 και 193/81, BayWa. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το γεγονός ότι πρόκειται στην παρούσα περίπτωση για την εξασφάλιση της εκτέλεσης μιας συμβάσεως είναι χωρίς σημασία για την εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 8. Η διάταξη αυτή αφορά κάθε οικονομικό πλεονέκτημα που χορηγείται δυνάμει της κοινοτικής νομοθεσίας και χρηματοδοτείται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής. Επειδή ούτε το εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 ούτε ο κανονισμός 232/75 περιέχουν ειδικούς κανόνες ως προς την προβολή αξιώσεων από σύμβαση, όπως εν προκειμένω, οι διατάξεις που εφαρμόζονται σχετικώς είναι οι εθνικές διατάξεις, όπως για παράδειγμα οι διατάξεις περί παραγραφής, περί συμψηφισμού και περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Πάντως, το εθνικό δίκαιο πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να εφαρμοστεί εν προκειμένω κατά τον ίδιο τρόπο όπως στις ανάλογες καθαρά εθνικές δίκες, οι δε δικονομικοί κανόνες δεν μπορούν να εμποδίσουν την άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.
Στηριζόμενη στις σκέψεις αυτές, η Επιτροπή προτείνει στο ερώτημα 6 (και επομένως, έμμεσα, στο ερώτημα 7 ) να δοθεί η απάντηση « ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως πωλητής υποχρεούται να προβάλει αξίωση πληρωμής έναντι του υπέρ ου η κατακύρωση ( χωρίς να διαθέτει σχετικώς εξουσία εκτιμήσεως), η είσπραξη όμως πρέπει να γίνει σύμφωνα με τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου ». Η επιλογή μεταξύ μιας τέτοιας αγωγής και της αγωγής που ασκείται για την πληρωμή του ποσού που αντιστοιχεί στην ασφάλεια διέπεται επίσης από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, εξυπακουομένου ότι η τήρηση του κοινοτικού δικαίου πρέπει να διασφαλιστεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Όσον αφορά το ένατο ερώτημα, η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι λόγω της σιωπής του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, η απάντηση πρέπει να στηριχτεί στον κανονισμό 232/75. Η εξέταση του τελευταίου αυτού κανονισμού δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι εναπόκειται στον υπέρ ου η κατακύρωση να αποδείξει ότι το βούτυρο χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον κανονισμό. Στην περίπτωση κατά την οποία τα αποδεικτικά έγγραφα βάσει των οποίων ελευθερώθηκε η ασφάλεια αποδειχθούν μετά την ελευθέρωση της ασφάλειας ανακριβή, ο ενδιαφερόμενος οργανισμός παρεμβάσεως οφείλει επίσης, κατά την Επιτροπή, να αποδείξει την ανακρίβεια αυτή. Πάντως, εναπόκειται εν συνεχεία στον υπέρ ου η κατακύρωση να προσκομίσει τη θετική απόδειξη ότι τα προϊόντα χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τους όρους του κανονισμού. Η απόδειξη αυτή δεν μπορεί να προσκομιστεί παρά μόνο βάσει στοιχείων που να αναφέρουν σε ποιον πωλήθηκαν τα συγκεκριμένα προϊόντα και ότι ο τελικός αγοραστής τα χρησιμοποίησε σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού. Ο υπέρ ου η κατακύρωση θα πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο ο μεταγενέστερος αγοραστής, έναντι του οποίου γεννήθηκε, σύμφωνα με τον κανονισμό, συμβατική αξίωση υπέρ του υπέρ ου η κατακύρωση, να μην προσκομίσει τις αναγκαίες αποδείξεις. Επομένως, η Επιτροπή προτείνει στο ένατο ερώτημα να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
« Εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να αποδείξουν ότι η ελευθέρωση της ασφάλειας έγινε επί ανακριβούς βάσεως. Εναπόκειται στον υπέρ ου η κατακύρωση, ακόμη και μετά την ελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως, να προσκομίσει την απόδειξη ότι το βούτυρο χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή προϊόντων που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού. »
ε )
Η κυβέρνηοη της Ομοοπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προτείνει καταφατική απάντηση στο έκτο ερώτημα. Προβάλλει σχετικά ότι η χρησιμοποίηση που επιβάλλει ο κανονισμός συνιστά το αντάλλαγμα για την πώληση του βουτύρου σε μειωμένη τιμή. Αν η υποχρέωση μεταποιήσεως δεν εκπληρωθεί, ο υπέρ ου η κατακύρωση ευθύνεται για τις νομικές συνέπειες που συνδέονται με τη μη εκπλήρωση και θα πρέπει τελικά να καταβάλει τουλάχιστον ένα συνολικό ποσό που να αντιστοιχεί στην αγοραία τιμή του πωληθέντος βουτύρου. Αν η διαφορά μεταξύ της αγοραίας τιμής και της μειωμένης τιμής δεν μπορεί πλέον να απαιτηθεί μέσω δηλώσεως περί καταπτώσεως της ασφάλειας, θα πρέπει να ζητηθεί η επιστροφή της από τον υπέρ ου η κατακύρωση.
Όσον αφορά το ένατο ερώτημα, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, διαπιστώνοντας ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει κανόνες ως προς το βάρος της αποδείξεως, θεωρεί ότι θα πρέπει επομένως να εφαρμοστεί επί του ζητήματος αυτού το εθνικό δίκαιο, εντός των ορίων που καθόρισε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 21ης Σεπτεμβρίου 1983 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 205 μέχρι 215/82 ( Deutsche Milchkontor, Συλλογή 1983, σ. 2633 ).
στ)
Εξετάζοντας τις διάφορες απόψεις, παρατηρώ πρώτον ότι η απάντηση του Δικαστηρίου πρέπει να λάβει υπόψη, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι εσφαλμένως ο δανικός οργανισμός παρεμβάσεως ( όπως προφανώς και η Επιτροπή δέχεται σιωπηρά) εκκινεί από την υπόθεση ότι ο επίδικος κανονισμός υποχρεώνει τον υπέρ ου η κατακύρωση να επιβάλει και στους μεταγενέστερους αγοραστές την υποχρέωση να τηρούν λογιστική αποθήκης. Δεύτερον, θεωρώ ότι ο αυτοτελής χαρακτήρας των συμβατικών υποχρεώσεων του υπέρ ου η κατακύρωση συνεπάγεται ότι το βάρος της αποδείξεως που ρυθμίζεται από το άρθρο 18, παράγραφος 2, για την ελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως, δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτόματα σε περίπτωση μη τηρήσεως των συμβατικών αυτών υποχρεώσεων. Πάντως, η ρύθμιση του βάρους της αποδείξεως που προβλέπει το άρθρο 18, παράγραφος 2, θεωρώ ότι είναι σημαντική κατά το μέτρο που φαίνεται λογικό, σύμφωνα με το πρώτο μέρος της απάντησης που προτείνει η Επιτροπή, να επιβάλει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών το βάρος της αποδείξεως ως προς την ανακρίβεια των αποδεικτικών εγγράφων που προσκομίστηκαν βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 2, στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Αντίθετα, το ζήτημα μέχρι ποίου σημείου το εν λόγω βάρος της αποδείξεως εκτείνεται επίσης στην απόδειξη ως προς τη σημασία των ποσοτήτων βουτύρου που χρησιμοποιήθηκαν κατά τρόπο μη σύμφωνο με τις κείμενες διατάξεις, θεωρώ ότι η απάντηση πρέπει να στηριχτεί στο εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, σύμφωνα με τη γνώμη της κυβέρνησης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εντός των ορίων που καθόρισε το Δικαστήριο με την ήδη προαναφερθείσα απόφαση του της 21ης Σεπτεμβρίου 1983 στις υποθέσεις Deutsche Milchkontor και λοιποί. Όπως έχω ήδη παρατηρήσει με τις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις ( πρώτη παράγραφος αυτών των προτάσεων), το σημαντικότερο από τα όρια αυτά μου φαίνεται ότι είναι το κριτήριο που περιέχεται στη σκέψη 19 της απόφασης αυτής, δηλαδή ότι οι κανόνες περί επιστροφής που προβλέπει το εθνικό δίκαιο δεν μπορούν να έχουν ως συνέπεια το να καθιστούν πρακτικά αδύνατη την εφαρμογή της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης. Επιπλέον, το εθνικό δικαστήριο πρέπει φυσικά να λάβει υπόψη τη συμβατική βάση της παρούσας αγωγής, η οποία διαφέρει από τη βάση της αγωγής για την απόδοση αχρεωστήτως καταβληθέντων, για την οποία επρόκειτο στις υποθέσεις Milchkontor και λοιποί. Τέλος, συμμερίζομαι την άποψη της κυβέρνησης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι η απόδοση οφέλους που κακώς αποκτήθηκε πρέπει να θεωρείται ως κανονική συνέπεια της μη τηρήσεως συμβατικών υποχρεώσεων, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Δεν διακρίνεται κανένας έγκυρος λόγος για τον οποίο ο υπέρ ου η κατακύρωση θα μπορούσε να διατηρήσει αυτό το όφελος από τη μειωμένη τιμή αγοράς, όταν ο παράνομος χαρακτήρας αυτού του οφέλους καταφάνηκε μόνο μετά την ελευθέρωση της ασφάλειας. Οι σκέψεις αυτές έχουν επίσης σημασία για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα 6 και 7 του παραπέ-μποντος δικαστηρίου.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προτείνω στο Δικαστήριο, εν συμπεράσματι, να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα 6, 7 και 9 του παραπέμποντος δικαστηρίου, εξυπακουομένου ότι η προτεινόμενη αρίθμηση αποτελεί συνέχεια της αρίθμησης των απαντήσεων που διατύπωσα προηγουμένως για τα ερωτήματα 1 μέχρι 5 και 8.
« 4 )
Έχοντας υπόψη τις προηγούμενες απαντήσεις και δεδομένου ότι η ελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως βάσει αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 232/75, του οποίου το περιεχόμενο αποδείχτηκε εν συνεχεία ανακριβές, δεν έχει ως αποτέλεσμα να απαλλάσσει τον υπέρ ου η κατακύρωση από τις συμβατικές υποχρεώσεις που απορρέουν γι' αυτόν από το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία γ) και δ), του κανονισμού αυτού, το κράτος μέλος οφείλει να αξιώνει σε μια τέτοια περίπτωση από τον υπέρ ου η κατακύρωση να καταβάλει, για τις ποσότητες βουτύρου που δεν μεταποιήθηκαν κανονικά, τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς που συμφωνήθηκε με τη σύμβαση και έχει ήδη πληρωθεί και της αγοραίας τιμής ή της τιμής παρεμβάσεως που ίσχυε την ημέρα υποβολής της προσφοράς του.
5)
Η είσπραξη του ποσού αυτού και η κατανομή του βάρους της αποδείξεως για τις ποσότητες βουτύρου, που οι αρμόδιες εθνικές αρχές απέδειξαν ότι δεν μεταποιήθηκαν κανονικά, διέπονται από τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, οι οποίες εφαρμόζονται σε παρόμοιες αξιώσεις, εντός των ορίων που θέτει σχετικώς το κοινοτικό δίκαιο. Ειδικότερα, οι κανόνες περί εισπράξεως και η κατανομή του βάρους της αποδείξεως που εφαρμόζεται εν προκειμένω δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα το να καθιστούν πρακτικά αδύνατη την εφαρμογή της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως. »
3.5. Συμπέρασμα
Συνοψίζοντας, προτείνω επομένως, στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις:
«1)
0 κανονισμός 232/75 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι ο υπέρ ου η κατακύρωση εξακολουθεί να ευθύνεται για τη χρησιμοποίηση του βουτύρου που αγόρασε σε μειωμένη τιμή σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού, όταν η ασφάλεια μεταποιήσεως ελευθερώθηκε βάσει αντιτύπου ελέγχου το οποίο εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, αλλά του οποίου το περιεχόμενο αποδείχτηκε εν συνεχεία ανακριβές.
2)
Η αμέλεια ή η καθυστέρηση στη διενέργεια των ελέγχων που προβλέπει το άρθρο 15 του κανονισμού δεν μπορεί να τον απαλλάξει από την ευθύνη αυτή δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας παρά μόνο καθόσον η ανακρίβεια του περιεχομένου του σχετικού αντιτύπου ελέγχου διαπιστώθηκε τόσο όψιμα, ώστε ο υπέρ ου η κατακύρωση δεν μπορεί πλέον να ασκήσει το δικαίωμα του αναγωγής κατά των επιχειρηματιών που εμφανίστηκαν σε μεταγενέστερα στάδια εμπορίας, λόγω των διατάξεων περί παραγραφής.
3)
Ο υπέρ ου η κατακύρωση δεν δικαιούται να επικαλεστεί την καλή του πίστη ή περίπτωση ανώτερης βίας λόγω ελλείψεων στην τήρηση των υποχρεώσεων ελέγχου που θεσπίζει το άρθρο 15 του κανονισμού, λόγω του αυτοτελούς χαρακτήρα των υποχρεώσεων που ανέλαβε να μεριμνά για την ορθή χρησιμοποίηση του βουτύρου. Λόγω του αυτοτελούς αυτού χαρακτήρα των συμβατικών υποχρεώσεων του υπέρ ου η κατακύρωση, ούτε η απελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως μπορεί να εμποδίσει την προβολή αξιώσεων κατά του υπέρ ου η κατακύρωση για λόγους ασφάλειας του δικαίου.
4)
Έχοντας υπόψη τις προηγούμενες απαντήσεις και δεδομένου ότι η ελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως βάσει αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 232/75, του οποίου το περιεχόμενο αποδείχτηκε εν συνεχεία ανακριβές, δεν έχει ως αποτέλεσμα να απαλλάσσει τον υπέρ ου η κατακύρωση από τις συμβατικές υποχρεώσεις που απορρέουν γι' αυτόν από το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία γ) και δ), του κανονισμού αυτού, το κράτος μέλος οφείλει να αξιώνει σε μια τέτοια περίπτωση από τον υπέρ ου η κατακύρωση να καταβάλει, για τις ποσότητες βουτύρου που δεν μεταποιήθηκαν κανονικά, τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς που συμφωνήθηκε με τη σύμβαση και έχει ήδη πληρωθεί και της αγοραίας τιμής ή της τιμής παρεμβάσεως που ίσχυε την ημέρα υποβολής της προσφοράς του.
5)
Η είσπραξη του ποσού αυτού και η κατανομή του βάρους αποδείξεως για τις ποσότητες βουτύρου, που οι αρμόδιες εθνικές αρχές απέδειξαν ότι δεν μεταποιήθηκαν κανονικά, διέπονται από τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, οι οποίες εφαρμόζονται σε παρόμοιες αξιώσεις, εντός των ορίων που θέτει σχετικώς το κοινοτικό δίκαιο. Ειδικότερα, οι κανόνες περί εισπράξεως και η κατανομή του βάρους της αποδείξεως που εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα το να καθιστούν πρακτικά αδύνατη την εφαρμογή της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως. »
4. Η υπόθεση 125/83 ( Office belge de l'économie et de l'agriculture κατά SA Nicolas Corman & Fils )
4.1. Ta πραγματικά περιοτατικά και τα υποβληθέντα ερωτήματα
α)
Όπως παρατήρησα ήδη με τις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις (πρώτη παράγραφος αυτών των προτάσεων ), η ευθύνη του υπέρ ου η κατακύρωση για ενδεχόμενα υπηρεσιακά πταίσματα των αρχών των διαφόρων κρατών μελών έχει επίσης ορισμένο βάρος στη δεύτερη υπόθεση Corman. Πάντως, επί του σημείου αυτού, τα περιστατικά διαφέρουν εντελώς από εκείνα της πρώτης υποθέσεως Corman, την οποία μόλις προηγουμένως εξέτασα. Εξάλλου, η ερμηνεία άλλων περιστατικών και διατάξεων έχει πιθανόν, για την ουσιαστική επίλυση της παρούσας διαφοράς, ακόμη μεγαλύτερη πρακτική σημασία από την έκταση της αντικειμενικής ευθύνης του υπέρ ου η κατακύρωση, όπως αυτή προκύπτει από τον κανονισμό 232/75.
β)
Για την ανάλυση των διατάξεων του κανονισμού 232/75 που έχουν σημασία στην παρούσα υπόθεση παραπέμπω εκ νέου στην παράγραφο 2 αυτών των προτάσεων. Στην ίδια παράγραφο ανέλυσα επίσης τις διατάξεις που έχουν ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση.
γ)
Επανέλαβα, κατά το μεγαλύτερό τους μέρος, τα περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, όπως περιέχονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Πάντως, έχω προσθέσει ακόμη ορισμένα περιστατικά και παρατηρήσεις που, κατόπιν των όσων ειπώθηκαν κατά τη συζήτηση, φαίνονται επίσης να έχουν σημασία για την απάντηση του Δικαστηρίου στα υποβληθέντα ερωτήματα.
δ)
Τον Αύγουστο του 1975, η Société interprofessionnelle du lait et de ses dérivés « Interlait » ( στο εξής: « Interlait » ) πληροφόρησε την Corman ότι της χορηγήθηκαν 75 τόνοι βουτύρου αποθεμάτων Ploermel ( Γαλλία ), που έπρεπε να αναληφθούν το αργότερο στις 19 Σεπτεμβρίου 1975.
ε)
Αφού η Corman συνέστησε ασφάλεια υπέρ του ΟΒΕΑ στις 15 Σεπτεμβρίου 1975, συνήψε με την Interlait συμφωνία, κατά την οποία η παραλαβή του βουτύρου έπρεπε να γίνει πριν από τις 19 Σεπτεμβρίου 1975. Κατά την Επιτροπή, το τιμολόγιο της Interlait της 29ης Σεπτεμβρίου 1975, αναφέρει στη στήλη « Παραλαβή »: « μεταφέρθηκε επ' ονόματι σας στις 19 Σεπτεμβρίου 1975». Πάντως, στο αντίγραφο του τιμολογίου αυτού που κατατέθηκε στο Δικαστήριο η σημείωση αυτή είναι δυσανάγνωστη.
Το δελτίο παραλαβής που εκδόθηκε από την Interlait στις 29 Σεπτεμβρίου 1975, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 232/75, αναφέρει τα εξής: « μεταφορά επ' ονόματι του δικαιούχου στις 19 Σεπτεμβρίου 1975». Οι λέξεις αυτές φαίνονται μάλλον να αναφέρονται σε μελλοντική πράξη, πράγμα που αντιστοιχεί καλύτερα, εξάλλου, στην προηγούμενη ανάλυση μου του άρθρου 13, παράγραφος 1, όπως και στην ίδια την έννοια του « δελτίου παραλαβής ».
στ)
Το έντυπο Τ5 που εκδόθηκε στις 11 Οκτωβρίου 1975 από τις γαλλικές τελωνειακές αρχές αναφέρει ως « ημερομηνία εξόδου » του βουτύρου την 10η Οκτωβρίου 1975. Η Επιτροπή παρατηρεί επί του σημείου αυτού ότι, καίτοι έπρεπε να αναφέρεται η « ημερομηνία αναλήψεως » στο έντυπο Τ5 δυνάμει του παραρτήματος III, περίπτωση Ι, ββ), του κανονισμού 232/75, το εν λόγω έντυπο ανέφερε την « ημερομηνία εξόδου ».
ζ)
Η παρτίδα βουτύρου εισήχθη στο Βέλγιο, όπου προστέθηκαν ιχνηθέτες καροτίνης, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της εθνικής υπηρεσίας γάλακτος της 22ας Οκτωβρίου 1975. Από τη βεβαίωση αυτή προκύπτει ότι οι όροι του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), τηρήθηκαν.
η)
Από την πλευρά του, ο ΟΒΕΑ εξέδωσε δύο έγγραφα στα οποία γίνεται λόγος για δημοπρασία και ανάληψη βουτύρου στις 12 Σεπτεμβρίου 1975, για υλική παραλαβή του προς μεταποίηση βουτύρου μεταξύ της 1ης Οκτωβρίου και της 20ής Νοεμβρίου 1975 και την παρασκευή μεταποιηθέντος βουτύρου μεταξύ της 3ης Οκτωβρίου και της 20ής Νοεμβρίου 1975.
θ)
Το βούτυρο εξήχθη εν συνεχεία στο Ηνωμένο Βασίλειο κατ' εκτέλεση συμβάσεως πωλήσεως μεταξύ Corman και Ernest George Ltd, της 22ας Οκτωβρίου 1975, η οποία καθόριζε ως τελευταία ημερομηνία χρησιμοποιήσεως του βουτύρου την 23η Φεβρουαρίου 1976. Η Ernest George Ltd μεταπώλησε το βούτυρο στον αγγλικό όμιλο J. Lyons, ο οποίος με τη σειρά του το πώλησε στη θυγατρική του εταιρία Lyons Maid.
ι)
Λόγω της εξαγωγής προς το Ηνωμένο Βασίλειο, το βελγικό τελωνείο εξέδωσε στις 22 Οκτωβρίου 1975 νέα έντυπα Τ5, τα οποία, κατά την Επιτροπή, ανέφεραν ως ημερομηνία αναλήψεως την 15η Σεπτεμβρίου 1975. Το αντίτυπο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο είναι και πάλι δυσανάγνωστο επί του σημείου αυτού.
ια)
Σύμφωνα με έγγραφο του βρετανικού τελωνείου της 23ης Νοεμβρίου 1978, ένα μόνο μέρος του βουτύρου χρησιμοποιήθηκε πριν από τις 12 Μαρτίου 1976, το δε υπόλοιπο χρησιμοποιήθηκε στο σύνολό του το αργότερο την 1η Απριλίου 1976.
ιβ)
Στις 8 Απριλίου 1976, το βρετανικό τελωνείο σημείωσε επί των βελγικών τελωνειακών εντύπων Τ5 ότι το εμπόρευμα είχε χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον κανονισμό.
ιγ)
Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά, ο ΟΒΕΑ ελευθέρωσε μέρος της ασφάλειας την 31η Μαΐου 1976.
ιδ)
Μετά από έλεγχο των υπηρεσιών του ΕΓΤΠΕ στον ΟΒΕΑ, ο τελευταίος, με έγγραφο της 13ης Οκτωβρίου 1977, αξίωσε την ασφάλεια λόγω του ότι το βούτυρο δεν είχε χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον κανονισμό παρά τρεις εβδομάδες μετά τη λήξη της προθεσμίας.
ιε)
Η Corman στράφηκε τότε κατά των βρετανών αντισυμβαλλομένων της, οι οποίοι τη διαβεβαίωσαν ότι η καθυστέρηση στη χρησιμοποίηση, που οφειλόταν στο πρόγραμμα παρασκευής, είχε γνωστοποιηθεί στο βρετανικό τελωνείο, το οποίο χορήγησε προφορικά παράταση της προθεσμίας χρησιμοποιήσεως. Οι πληροφορίες αυτές διαβιβάστηκαν στον ΟΒΕΑ.
ιστ)
Με έγγραφο της 26ης Δεκεμβρίου 1977, η Corman ζήτησε από τον ΟΒΕΑ να υπαχθεί στην ευεργετική ρύθμιση του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 232/75, που επιτρέπει την ελευθέρωση της ασφάλειας, αν η υπέρβαση της προθεσμίας δεν υπερβαίνει τις 30ημέρες και δεν οφείλεται σε σοβαρή αμέλεια του επιχειρηματία.
ιζ)
Ο ΟΒΕΑ, ο οποίος με έγγραφο της 10ης Ιανουαρίου 1978 αρνήθηκε να δεχτεί την αίτηση αυτή, προσέφυγε τελικά κατά της Corman ενώπιον του Tribunal de commerce των Βρυξελλών, στις 18 Ιουνίου 1979, ζητώντας να καταδικαστεί να καταβάλει το ποσό των 1040500 βελγικών φράγκων προσαυξημένο κατά τους νομίμους τόκους και τους τόκους υπερημερίας.
ιη)
Τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου αφορούν:
α )
την ημερομηνία αναλήψεως του βουτύρου·
β )
την ύπαρξη περιπτώσεως ανώτερης βίας·
γ )
το κύρος του άρθρου 19, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 232/75, ενόψει της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως εξαρτάται από την προϋπόθεση υποβολής της αίτησης παρατάσεως της προθεσμίας μεταποιήσεως εντός προθεσμίας 30ημερών.
ιθ)
Με απόφαση της 24ης Ιουνίου 1983, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Ιουλίου του ιδίου έτους, το Tribunal de commerce των Βρυξελλών ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί των ακολούθων ερωτημάτων:
« 1)
Πώς πρέπει να ερμηνευτεί η έννοια “ ημερομηνία αναλήψεως ” που περιέχεται στο άρθρο 6, στοιχείο δ), του κανονισμού 232/75; Πρόκειται για την ημερομηνία της πραγματικής ανάληψης, όπως αναγράφεται στο παραστατικό εισαγωγής Τ5 από το τελωνείο αναχωρήσεως σύμφωνα με τις επιταγές του παραρτήματος III, Ι, ββ);
2)
Μπορεί να θεωρηθεί ως περίπτωση ανώτερης βίας υπό την έννοια των άρθρων 18 και 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 232/75η έγκριση παρατάσεως προθεσμίας που χορηγήθηκε στον τελικό μεταποιητή από τον υπεύθυνο των αρμοδίων τελωνείων για την επαλήθευση της τελικής μεταποίησης του βουτύρου και για την αναγραφή της τελικής ημερομηνίας χρησιμοποιήσεως στο παραστατικό εξαγωγής Τ5 έχοντας υπόψη τα σχετικά στοιχεία στην προκειμένη υπόθεση:
—
ο υπέρ ου η κατακύρωση είχε επιβάλει στους αντισυμβαλλομένους του την τήρηση μιας προθεσμίας προηγούμενης της κατά νόμο τελευταίας ημερομηνίας μεταποιήσεως για να είναι βέβαιος ότι η τελική μεταποίηση θα πραγματοποιηθεί εγκαίρως·
—
ο τελικός μεταποιητής του βουτύρου θα είχε μεταβάλει τα προγράμματά του παραγωγής αν ο υπεύθυνος αρμόδιος τελωνειακός δεν τον είχε διαβεβαιώσει ότι ήταν αρμόδιος για να εγκρίνει προφορικά παράταση της προθεσμίας.
3)
Το άρθρο 19, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού 232/75 είναι έγκυρο ενόψει των αρχών της αναλογικότητας κατά το μέτρο που η εφαρμογή του εξαρτάται από την προϋπόθεση καταθέσεως αιτήσεως παρατάσεως της προθεσμίας μεταποιήσεως εντός 30ημερών; »
4.2. Εξέταση τον πρώτον ερωτήματος [η έννοια της « ημερομηνίας αναλήψεως » που περιέχεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ ), του κανονισμού 232/75 ]
α)
Κατά την Corman, πρέπει να γίνει δεκτή η ημερομηνία της πραγματικής αναλήψεως, αυτό δε για τους ακόλουθους λόγους:
—
η ημερομηνία της πραγματικής αναλήψεως είναι η ημερομηνία κατά την οποία το εμπόρευμα παραλαμβάνεται πράγματι από τα αποθέματα του οργανισμού παρεμβάσεως και περιέρχεται στην κατοχή του υπέρ ου η κατακύρωση·
—
το τελωνείο « αναχωρήσεως » υποχρεούται να αναφέρει την ημερομηνία αναλήψεως στο έντυπο εισαγωγής Τ5, σύμφωνα με το παράρτημα III του κανονισμού 232/75. Δεν μπορεί να είναι άλλη από την ημερομηνία της πραγματικής αναλήψεως, εφόσον το τελωνείο « αναχωρήσεως » αγνοεί την ημερομηνία κατά την οποία ο επιχειρηματίας πληροφορήθηκε ότι η κατακύρωση έγινε υπέρ αυτού (πρβλ. άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 232/75)·
—
λαμβάνοντας υπόψη το πνεύμα του προαναφερόμενου κανονισμού και για να του δοθεί πρακτική αποτελεσματικότητα, μόνο η ημερομηνία της πραγματικής αναλήψεως μπορεί να ληφθεί υπόψη, εφόσον ο διαρκής τελωνειακός έλεγχος που ορίζει ο κανονισμός 232/75 διενεργείται μόνο « από της εξόδου από τα αποθέματα» (άρθρο 15) και ότι η έξοδος αυτή υλοποιείται με το έγγραφο εισαγωγής Τ5, στο οποίο το τελωνείο « αναχωρήσεως » αναγράφει την ημερομηνία της πραγματικής αναλήψεως του βουτύρου από τον υπέρ ου η κατακύρωση·
—
ακριβώς επειδή ο ορισμός της « ημερομηνίας αναλήψεως», που είναι ουσιαστική έννοια για την εφαρμογή του κανονισμού, δημιούργησε ορισμένα προβλήματα, η Επιτροπή αντικατέστησε την έννοια αυτή στον κανονισμό 262/79, ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 232/75, με ένα αντικειμενικό κριτήριο, δηλαδή την τελευταία ημέρα υποβολής προσφορών.
Κατά την Corman, πρέπει επομένως στο πρώτο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι « η ημερομηνία αναλήψεως », που ορίζει το άρθρο 6, στοιχείο δ ), του κανονισμού 232/75, είναι η ημερομηνία της πραγματικής αναλήψεως, όπως αυτή αναφέρεται στο έντυπο εισαγωγής Τ5 από το τελωνείο « αναχωρήσεως », σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος III, Ι, ββ ), του εντύπου εισαγωγής Τ5.
β)
Κατά την Επιτροπή, η «ημερομηνία αναλήψεως» είναι η 19η Σεπτεμβρίου 1975, που αναφέρεται στο δελτίο παραλαβής.
Αν έπρεπε να θεωρηθεί ως ημερομηνία αναλήψεως η ημερομηνία αναχωρήσεως (δηλαδή η 10η Οκτωβρίου 1975), όπως ισχυρίζεται η Corman, η πώληση θα είχε καταγγελθεί, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 232/75, λόγω του ότι ο υπέρ ου η κατακύρωση δεν ανέλαβε το βούτυρο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, έτσι ώστε το γαλλικό τελωνείο δεν θα έπρεπε να εκδώσει τα αντίστοιχα έγγραφα Τ5.
Εν πάση περιπτώσει, το ότι ένα από τα έγγραφα αναφέρει ως ημερομηνία αναχωρήσεως την 10η Οκτωβρίου 1975, δεν είναι ικανό, κατά την Επιτροπή, να αφαιρέσει την αποδεικτική τους δύναμη από τα άλλα έγγραφα, ορισμένα από τα οποία υπέγραψε η Corman και που αναφέρουν τη 12η, τη 15η ή τη 19η Σεπτεμβρίου ως ημερομηνία αναλήψεως.
Επομένως, η Επιτροπή προτείνει στο πρώτο ερώτημα να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
« H μνεία στο αντίτυπο ελέγχου που προβλέπει το παράρτημα III, Ι, ββ), του κανονισμού 232/75 της Επιτροπής, της 30ής Ιανουαρίου 1975, της “ ημερομηνίας αναχωρήσεως”, δεν προδικάζει την ημερομηνία κατά την οποία το βούτυρο που ήταν αντικείμενο διαγωνισμού προβλεπομένου από τον κανονισμό αυτό ανελήφθη πράγματι από τον υπέρ ου η κατακύρωση. »
γ)
Στα περιστατικά, όπως συνοψίζονται στην έκθεση για την επ ακροατηρίου συζήτηση και τα οποία εξέθεσα παραπάνω, η εναγομένη στην κύρια δίκη προσέθεσε ακόμη κατά την προφορική διαδικασία, χωρίς να αντικρουστεί, ότι η χορήγηση του βουτύρου στην Corman από το γαλλικό οργανισμό παρεμβάσεως έγινε στις 20 Αυγούστου 1975, επισημαίνοντας ότι η ανάληψη έπρεπε να γίνει πριν από τις 19 Σεπτεμβρίου. Διαπιστώνω σχετικά ότι η προθεσμία αυτή είναι σύμφωνη με το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού, το οποίο προσθέτει ότι « εκτός περιπτώσεως ανώτερης βίας, αν ο υπέρ ου η κατακύρωση δεν αναλάβει το βούτυρο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η πώληση καταγγέλλεται για τις απομένουσες ποσότητες ». Αντίθετα, σε περιστάσεις όπως αυτές της παρούσας υπόθεσης, η προθεσμία αυτή δύσκολα συμβιβάζεται με το άρθρο 13, παράγραφος 1. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι όταν πραγματοποιηθεί η καταβολή που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, και συσταθεί η ασφάλεια μεταποιήσεως που προβλέπεται με το άρθρο 12, ο οργανισμός παρεμβάσεως εκδίδει δελτίο παραλαβής που αναφέρει, μεταξύ άλλων: « γ ) την τελευταία ημερομηνία αναλήψεως του βουτύρου ». Δεδομένου ότι το δελτίο παραλαβής εκδόθηκε μόλις στις 29 Σεπτεμβρίου 1975, όπως προκύπτει από το αντίγραφο του δελτίου αυτού που προσκομίστηκε στη δίκη, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί λογικά ότι η ανάληψη βάσει του εγγράφου αυτού και της σημασίας του βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 1, είχε ήδη γίνει πριν από την ημερομηνία αυτή.
Πάντως, δεν μπορεί αναγκαστικά να συναχθεί από αυτό ότι η ημερομηνία της πραγματικής ανάληψης, που αναφέρει το τελωνείο « αναχωρήσεως », στο έντυπο εισαγωγής Τ5, σύμφωνα με το παράρτημα III, Ι, ββ ) ( δηλαδή η 10η Οκτωβρίου 1975 ), πρέπει πράγματι να θεωρηθεί, όπως προτείνει η εναγομένη, ως η « ημερομηνία αναλήψεως ». Η αναφορά της εναγομένης στη φράση « από της εξόδου από την αποθήκη» που περιέχει το άρθρο 15 του κανονισμού ή στη χαλαρή πρακτική που ακολούθησαν οι οργανισμοί παρεμβάσεως κατά την εφαρμογή της προθεσμίας που αναφέρει το άρθρο 13, παράγραφος 2, δεν συνεπάγεται καθαυτή επιχειρήματα αρκετά πειστικά για την προαναφερθείσα πρόταση της εναγομένης ως προς το πρώτο ερώτημα.
Απαντώντας σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή διευκρίνισε την άποψη της, λέγοντας ότι υπάρχει « ανάληψη » κατά την έννοια του άρθρου 13, όταν η κυριότητα και, επομένως, ο κίνδυνος και η εξουσία πραγματικής διαθέσεως μεταβιβάζονται στον υπέρ ου η κατακύρωση, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι ο υπέρ ου η κατακύρωση αφήνει ακόμη το βούτυρο, κατά την εν λόγω ημερομηνία, στις ψυκτικές αποθήκες όπου είναι αποθεματοποιημένο.
Δεν μου είναι δυνατό να προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί την άποψη της Επιτροπής, όπως διευκρινίστηκε αμέσως προηγουμένως. Όπως είναι γνωστό στο Δικαστήριο, οι νομικές θεωρίες ως προς το χρόνο μεταβιβάσεως της κυριότητας και του κινδύνου κατά την αγορά κινητών διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών. Επομένως, η αναφορά σε ένα τέτοιο κριτήριο αστικού δικαίου θα καθιστούσε αδύνατη την ενιαία εφαρμογή των άρθρων 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ), και 13 στο σύνολο των κρατών μελών. Όταν ο ίδιος υπέρ ου η κατακύρωση αγοράζει βούτυρο σε μεγάλο αριθμό κρατών μελών, όπως συμβαίνει στην πρώτη υπόθεση Corman, θα πρέπει τότε, ακόμη και έναντι του μοναδικού αυτού αγοραστή, να καθοριστούν ενδεχομένως διαφορετικά κριτήρια για την ανάληψη. Εν συνεχεία, σε περίπτωση αποδοχής ενός τέτοιου κριτηρίου αστικού δικαίου, οι οργανισμοί παρεμβάσεως θα αντιμετωπίζουν, για τις διεθνείς συναλλαγές, θεωρητικά προβλήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου μερικές φορές περίπλοκα που δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι τα θέλησε ο κοινοτικός νομοθέτης. Αντίθετα, ο οικονομικός νομοθέτης, καθώς και ο οικονομικός δικαστής, εφαρμόζουν γενικά τις έννοιες του αστικού δικαίου με περίσκεψη, όπως είναι γνωστό, όταν διαπιστώνουν και ερμηνεύουν πραγματικές καταστάσεις ρυθμιζόμενες από τους νομοθέτες αυτούς. Αν δεν έκαναν έτσι, θεωρητικές κατασκευές του αστικού δικαίου, χρησιμοποιούμενες από τους αποδέκτες του νομικού κανόνα, θα μπορούσαν επίσης εύκολα να καταλήξουν στην αποφυγή των συνεπειών που θέλησε ο νομοθέτης.
Η ερμηνεία της έννοιας « ημερομηνία αναλήψεως », που περιέχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ), του κανονισμού 232/75, που προτείνει η εναγομένη και που συνδέεται με την ημερομηνία της πραγματικής αναλήψεως, είναι τελικά περισσότερο σύμφωνη προς τις συνήθεις μεθόδους ερμηνείας, όσον αφορά τα πραγματικά συνδετικά στοιχεία που συνεπάγονται οι κανόνες οικονομικού δικαίου. Η ερμηνεία αυτή είναι επίσης, καταρχήν, εύκολο να ακολουθηθεί από τους οργανισμούς παρεμβάσεως και μπορεί να εφαρμοστεί κατά τρόπο ενιαίο σε όλα τα κράτη μέλη. Τέλος, η ερμηνεία αυτή συνδέεται εύκολα προς την έννοια του « δελτίου παραλαβής » του άρθρου 13, παράγραφος 1, και προς τη δυνατότητα « τμηματικής αναλήψεως », που παρέχει ρητά το άρθρο 13, παράγραφος 2.
Αν γίνει καταρχήν δεκτή η απάντηση που προτείνει η εναγομένη, θα πρέπει πάντως να βρεθεί ακόμη λύση για τις αντιφατικές συνέπειες, στις οποίες, όπως προκύπτει από τα περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, μπορεί να οδηγήσει η εφαρμογή, αφενός, του άρθρου 13, παράγραφος 1, αφετέρου, του άρθρου 13, παράγραφος 2. Υπενθυμίζω στο Δικαστήριο ότι οι πιθανές αυτές αντιφάσεις, οι οποίες προκύπτουν από τις ίδιες τις προαναφερόμενες διατάξεις, έδωσαν αφορμή για εξαιρετικά οξυδερκείς παρατηρήσεις κατά τη συζήτηση στην προφορική διαδικασία. Ειδικότερα, οι αντιφάσεις αυτές προκύπτουν από το γεγονός ότι σε περίπτωση λογικής ερμηνείας του άρθρου 13, παράγραφος 1, η ημερομηνία αναλήψεως δεν μπορεί καταρχήν να είναι προγενέστερη από την ημερομηνία εκδόσεως του δελτίου παραλαβής, ενώ δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, η ημερομηνία αναλήψεως δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη περισσότερο από τριάντα ημέρες από τη λήψη της γνωστοποίησης ( του αποτελέσματος της συμμετοχής στον ειδικό διαγωνισμό) που αναφέρει το άρθρο 11, παράγραφος 1. Η τελευταία αυτή διάταξη εξηγεί ασφαλώς γιατί όλα τα έντυπα που εκδόθηκαν πριν από την τελευταία αναφερόμενη ημερομηνία αναφέρουν ως προβλεπόμενη ημερομηνία αναλήψεως διαφορετικές ημερομηνίες και προγενέστερες της λήξης της προθεσμίας του άρθρου 13, παράγραφος 2. Πάντως, οι αναφορές αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απόδειξη ότι η πραγματική ανάληψη έγινε όντως σε μια από τις προβλεπόμενες αυτές ημερομηνίες. Εν συνεχεία, το δελτίο παραλαβής που ρυθμίζεται με το άρθρο 13, παράγραφος 1, δεν μπορεί λογικά να αναφέρει ημερομηνία αναλήψεως προγενέστερη της ημερομηνίας εκδόσεως του εν λόγω δελτίου παραλαβής, εκτός αν πράγματι η πραγματική ανάληψη έγινε στην προγενέστερη αυτή ημερομηνία.
Για να ληφθούν επίσης υπόψη οι πιθανές αυτές αντιφάσεις του άρθρου 13 του κανονισμού, όπως εξάλλου συγκεκριμενοποιήθηκαν εν προκειμένω, προτείνω τελικά στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο πρώτο ερώτημα:
« Ως “ ημερομηνία αναλήψεως ” κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ), του κανονισμού 232/75, νοείται η ημερομηνία της πραγματικής αναλήψεως, η οποία μπορεί για παράδειγμα να αναφέρεται, σε περίπτωση διεθνούς συναλλαγής, στο έντυπο εισαγωγής Τ5 που προσκομίζεται. Πάντως, η ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη της λήξης της προθεσμίας του άρθρου 13, παράγραφος 2, του προαναφερόμενου κανονισμού, παρά μόνο αν το δελτίο παραλαβής που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 1, εκδόθηκε επίσης μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία του άρθρου 13, παράγραφος 2, πρέπει να θεωρηθεί ως παραταθείσα κατά ορισμένο αριθμό ημερών αναλόγως των πραγματικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως και που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράλογος για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αναλήψεως το συντομότερο δυνατό μετά την αποδοχή του δελτίου παραλαβής. »
4.3. Εξέταση του δεύτερον ερωτήματος (η έννοια της ανώτερης βίας κατά τα άρθρα 18 και 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 232/75 )
α )
Η Corman υποστηρίζει ότι κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου η έννοια της « ανώτερης βίας » στο κοινοτικό δίκαιο στον τομέα της γεωργίας δεν περιορίζεται στην απόλυτη αδυναμία και πρέπει να νοηθεί ως περιλαμβάνουσα τις εξαιρετικές περιστάσεις, άσχετες προς τον επιχειρηματία, οι οποίες επήλθαν παρά το γεγονός ότι ο εν λόγω επιχειρηματίας έλαβε όλες τις προφυλάξεις που απαιτούνται από ένα σώφρονα και επιμελή επιχειρηματία.
Η Corman ισχυρίζεται ότι έλαβε όλες τις προφυλάξεις που βαρύνουν ένα σώφρονα και επιμελή επιχειρηματία. Ειδικότερα, περιέλαβε στις συμβάσεις της την υποχρέωση να τηρείται ο κανονισμός 232/75 και ανέφερε στα τιμολόγια της την 23η Φεβρουαρίου 1976 ως τελευταία ημερομηνία μεταποιήσεως, για να είναι βέβαιη ότι η μεταποίηση θα γινόταν εντός των κανονιστικών προθεσμιών. Διαβεβαιώνει ότι παρακολουθούσε το εμπόρευμα καθημερινά με τηλεφωνικές επαφές με τον άγγλο αγοραστή, την Ernest George Ltd, η οποία δεν της επισήμανε καμιά καθυστέρηση που να μπορεί να προβλεφτεί, δεδομένου ότι δεν πληροφορήθηκε προφανώς για την πρόσθετη προθεσμία που χορήγησε το αγγλικό τελωνείο στην εταιρία Lyons Maid.
Κατά την Corman, εξάλλου, ο επιχειρηματίας δικαιολογημένα δικαιούται να εμπιστεύεται τις τελωνειακές υπηρεσίες, περισσότερο δε ακόμη όταν το σύστημα στηρίζεται στην παρέμβαση τους. Επομένως, όταν οι αρμόδιες υπηρεσίες δίνουν εσφαλμένη ερμηνεία στην εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση, πρόκειται, για το σώφρονα και επιμελή επιχειρηματία, για περίπτωση ανώτερης βίας.
Ως παράδειγμα, η Corman προβάλλει ότι στο βελγικό δίκαιο η εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά της ανώτερης βίας και συνιστά εξωτερική αιτία απαλλαγής από την ευθύνη.
Αυτό είναι ακόμη περισσότερο αληθές, εφόσον αποδεικνύεται ότι, χωρίς την εσφαλμένη αυτή ερμηνεία, ο τελικός καταναλωτής θα είχε μεταβάλει το χρονοδιάγραμμα παραγωγής, ώστε να τηρήσει τις κανονιστικές προθεσμίες χρησιμοποιήσεως.
Επομένως, η απάντηση που προτείνει η Corman στο δεύτερο ερώτημα είναι η εξής:
« Μπορεί να θεωρηθεί ως περίπτωση ανώτερης βίας κατά την έννοια των άρθρων 18 Kat 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 232/75η εσφαλμένη ερμηνεία δεδομένης κανονιστικής διατάξεως από την αρμόδια αρχή, όταν:
—
ο επιχειρηματίας συμπεριφέρθηκε ως σώφρων και επιμελής έμπορος·
—
η εσφαλμένη ερμηνεία αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα, εφόσον ο τελικός μεταποιητής του βουτύρου, χωρίς την πληροφορία αυτή, θα μετέβαλλε το χρονοδιάγραμμά του παραγωγής. »
β )
Η Επιτροπή αναφέρεται στη νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση 42/79, Eierkontor (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1979, Jurispr. 1979, σσ. 3703, 3716 ), σύμφωνα με την οποία η έννοια της ανώτερης βίας « περιλαμβάνει την περίπτωση απόλυτης αδυναμίας που οφείλεται σε εξαιρετικές περιστάσεις άσχετες προς τον αγοραστή αποθεμάτων βουτύρου και των οποίων οι συνέπειες, παρά κάθε επιδειχθείσα επιμέλεια, δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρά μόνο με υπερβολικές θυσίες ».
Η Corman επικαλείται δύο ειδών περιστάσεις.
Πρώτον, αναφέρεται στη φύση των σχέσεων της με τον τελικό μεταποιητή, στον οποίο εντούτοις έδωσε οδηγίες, ως υπέρ ου η κατακύρωση, να τηρήσει τον κανονισμό 232/75 και, ιδίως, την τελευταία ημερομηνία μεταποιήσεως.
Ήδη, με την προαναφερόμενη απόφαση του 42/79, το Δικαστήριο δεν δέχτηκε εφαρμογή της έννοιας της ανώτερης βίας στην περίπτωση κατά την οποία το βούτυρο, το οποίο μεταπωλήθηκε από τον αρχικό αγοραστή σε τρίτο, εκτρέπεται από τον τελευταίο αυτό από το νόμιμο προορισμό του κατόπιν καταδολιεύσεων.
Η απόφαση αυτή συνιστά, κατά την Επιτροπή, τη λογική προέκταση της απόφασης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 99 και 100/76 ( Hoche, Jurispr. 1977, σ. 861 ), με την οποία το Δικαστήριο τόνισε ότι οι υποχρεώσεις σε σχέση με την ασφάλεια βαρύνουν τον πρώτο αγοραστή του εμπορεύματος και δεν μπορούν να μεταβιβαστούν σε τρίτο.
Η συμπεριφορά επιχειρηματία διαφορετικού από τον υπέρ ου η κατακύρωση, ο οποίος συμμετείχε στη μεταποίηση του βουτύρου, δεν μπορεί επομένως να αποτελεί αιτία ανώτερης βίας, η οποία να επιτρέπει την απαλλαγή αυτού του τελευταίου από τις υποχρεώσεις του έναντι του οργανισμού παρεμβάσεως.
Δεύτερον, ο ισχυρισμός της Corman ότι ο τελικός μεταποιητής του βουτύρου (η Lyons Maid) θα μετέβαλλε το χρονοδιάγραμμά του παραγωγής, αν ο υπεύθυνος των βρετανικών τελωνείων δεν τον είχε διαβεβαιώσει ότι ήταν αρμόδιος να χορηγεί προφορικά παράταση της προθεσμίας, δεν μπορεί, ούτε αυτός, κατά την Επιτροπή, να γίνει δεκτός ως περίπτωση ανώτερης βίας.
Πράγματι, κατ' εφαρμογή της αρχής της αποκλειστικής ευθύνης του υπέρ ου η κατακύρωση, η περίσταση αυτή πρέπει να εκτιμηθεί ως αναφερόμενη απευθείας σ' αυτόν υπέρ του οποίου έγινε αρχικά η κατακύρωση.
Πάντως, αυτό δεν αλλάζει σε τίποτε το γεγονός ότι ο επιμελής επιχειρηματίας πρέπει να γνωρίζει ότι δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 2, εναπόκειτο αποκλειστικά στο βελγικό οργανισμό παρεμβάσεως να δεχθεί την αίτηση παρατάσεως της προθεσμίας.
Επομένως, η Επιτροπή υποβάλλει στην εκτίμηση του Δικαστηρίου την ακόλουθη απάντηση στο δεύτερο ερώτημα:
«Όταν ο αγοραστής αποθέματος βουτύρου που προβλέπει ο κανονισμός 232/75 αναθέτει σε τρίτο τη μεταποίηση ή τη χρησιμοποίηση του βουτύρου αυτού, η υπέρβαση από τον εν λόγω τρίτο των τασσόμενων από τον κανονισμό προθεσμιών δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας υπό την έννοια των άρθρων 18 και 19, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού.
Το γεγονός ότι η τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια να εξασφαλίζει τον έλεγχο της χρησιμοποίησης του πωληθέντος βουτύρου επιτρέπει την υπέρβαση των προβλεπόμενων από τον εν λόγω κανονισμό προθεσμιών, ενώ η εξουσία αυτή ανήκει αποκλειστικά στον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας υπό την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων του εν λόγω κανονισμού. »
γ)
Οι γραπτές παρατηρήσεις, οι οποίες συνοψίστηκαν στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν συμπληρώθηκαν με νέα ουσιαστικά επιχειρήματα κατά την προφορική διαδικασία. Η εναγομένη στην κύρια δίκη εξήγησε λεπτομερέστερα το επιχείρημά της ως προς την προφορική έγκριση των βρετανικών τελωνειακών αρχών για την παράταση της προθεσμίας μεταποιήσεως, την οποία είχε ζητήσει ο τελικός μεταποιητής. Σχετικά μ' αυτό, η προβολή της αδυναμίας που προβλέπει ο κανονισμός 797/79 ( PB 1979, L 101, σ. 7 ) να ζητηθεί η απόδοση των δασμών αν η αρχική επιβολή τους στηρίζεται σε εσφαλμένα στοιχεία των αρμοδίων αρχών δεν μου φαίνεται πειστική. Πράγματι, είναι βέβαιο ότι το βρετανικό τελωνείο δεν είχε εν προκειμένω καμιά αρμοδιότητα να παρατείνει την τασσόμενη προθεσμία μεταποιήσεως.'Εξάλλου, δεν πρόκειται εδώ για είσπραξη δασμών και δεν είναι προφανές ότι ο εν λόγω κανόνας του κανονισμού 797/79 μπορεί να έχει ανάλογη εφαρμογή στο εντελώς διαφορετικό αντικείμενο του κανονισμού 232/75. Το επιχείρημα που η εναγομένη άντλησε κατά την προφορική διαδικασία από την αδυναμία της να πληροφορηθεί τα διαβήματα στα οποία προέβη προς τα βρετανικά τελωνεία ο τελικός μεταποιητής και από τον ακριβή προορισμό που έδωσε στο βούτυρο ο τελικός μεταποιητής, έστω και με καθυστέρηση κατόπιν εγκρίσεως των βρετανικών τελωνείων, δεν μου φαίνεται καθοριστικό για την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επίσης, βάσει των αναλύσεων μου ως προς την οικονομία του κανονισμού 232/75 στην υπόθεση 124/83, συμμερίζομαι τελικά την απάντηση που προτείνει η Επιτροπή στο δεύτερο ερώτημα. Η αντικειμενική ευθύνη του υπέρ ου η κατακύρωση, που θέσπισε ο κανονισμός, έχει ως αποτέλεσμα ότι ο υπέρ ου η κατακύρωση δεν μπορεί, για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, να επικαλεστεί πλημμέλειες ενός από τους διαδοχικούς αγοραστές του βουτύρου. Αν, σύμφωνα με τις αναλύσεις μου στην υπόθεση 124/83, δεν μπορεί να επικαλεστεί ούτε τους ελλιπείς ελέγχους των αρμόδιων υπηρεσιών ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να επικαλεστεί, άμεσα ή έμμεσα, ανακοινώσεις οι οποίες έγιναν χωρίς εντολή από αναρμόδια προς το σκοπό αυτό τελωνειακή υπηρεσία.
Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο, στο δεύτερο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου, να απαντήσει σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής. Σχετικά, έλαβα επίσης εμμέσως υπόψη τις περιστάσεις που σημειώνει το παραπέμπον δικαστήριο, από τις οποίες προκύπτει η καλή πίστη του υπέρ ου η κατακύρωση και του τελικού μεταποιητή, όσον αφορά την υπέρβαση της προθεσμίας. Όπως και η Επιτροπή, θεωρώ ότι η εν λόγω καλή πίστη δεν είναι κρίσιμη για την έννοια της « ανώτερης βίας » στο σύστημα του επίδικου κανονισμού. Επομένως, η πρόταση μου για την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα έχει ως εξής:
« Η υπέρβαση των τασσομένων προθεσμιών από τρίτο, στον οποίο ο υπέρ ου η κατακύρωση για αποθέματα βουτύρου που αναφέρονται στον κανονισμό 232/75 ανέθεσε τη μεταποίηση ή τη χρησιμοποίηση του βουτύρου αυτού, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας κατά την έννοια των άρθρων 18 και 19, παράγραφος 1, του προαναφερόμενου κανονισμού.
Το γεγονός ότι η τελωνειακή αρχή που υποχρεούται να εξασφαλίζει τον έλεγχο της χρησιμοποίησης του πωληθέντος βουτύρου επιτρέπει την υπέρβαση των προβλεπόμενων από τον εν λόγω κανονισμό προθεσμιών, ενώ η εξουσία αυτή ανήκει αποκλειστικά στον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας υπό την έννοια του προαναφερθέντος κανονισμού. »
4.4. Εξέταοη του τρίτου ερωτήματος ( επαλήθευση του άρθρου 19, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 232/75 ενόψει της αρχής της αναλογικότητας )
α)
Όσον αφορά το κύρος του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 232/75 ενόψει της αρχής της αναλογικότητας, η Corman θεωρεί ότι, κατά τη συζήτηση επί του άρθρου αυτού στην υπόθεση 66/82, Fromançais ( απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983, Συλλογή 1983, σ. 395 ) το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος αυτού, όσον αφορά, ειδικότερα, τη δεύτερη προθεσμία ενός μηνός για την υποβολή της αιτήσεως παρατάσεως της προθεσμίας. Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο για την πρώτη συμπληρωματική προθεσμία, η οποία, κατά το Δικαστήριο, απέβλεπε στην εκπλήρωση του σκοπού που επιδίωκε η Επιτροπή, δηλαδή στο να εμποδίσει την κερδοσκοπία εκ μέρους των επιχειρηματιών.
Κατά την Corman, με τη δεύτερη προθεσμία επιδιώκεται στόχος διοικητικής φύσεως, ο οποίος δεν έχει τίποτε το κοινό με το στόχο που συνίσταται στην παρεμπόδιση της κερδοσκοπίας.
Η καθαρά τυπική και διοικητική αυτή προθεσμία έχει βαρύτατες συνέπειες, εφόσον η υπέρβαση της κατά μία μόνο μέρα συνεπάγεται σημαντικότατα πρόστιμα για τον επιχειρηματία. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, η εφαρμογή του άρθρου 19, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, συνεπάγεται για την Corman πρόστιμο 55447 βελγικών φράγκων, ενώ η υπέρβαση της προθεσμίας που ορίζεται με το δεύτερο εδάφιο συνεπάγεται την κατάπτωση της ασφάλειας, δηλαδή 1040350 βελγικά φράγκα.
Ο επιχειρηματίας, όμως, δεν λαμβάνει κανονικά γνώση της υπέρβασης των προθεσμιών μεταποιήσεως κατά τη διάρκεια της προθεσμίας των 30ημερών, κατά την οποία μπορεί να υποβάλει αίτηση στον εθνικό του οργανισμό παρεμβάσεως. Πράγματι, ο τελικός μεταποιητής του βουτύρου σπάνια είναι άμεσος πελάτης του υπέρ ου η κατακύρωση.
Η Corman προβάλλει ότι για να εκτιμηθεί η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεως, που αναφέρεται στο άρθρο 19, παράγραφος 2, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η γεωγραφική απόσταση του μεταποιητή, ο οποίος σπάνια είναι εγκατεστημένος στο ίδιο κράτος μέλος με τον υπέρ ου η κατακύρωση.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο υπέρ ου η κατακύρωση πληροφορείται την υπέρβαση της προθεσμίας μετά τον έλεγχο που διενεργούν οι επιφορτισμένες με αυτόν τελωνειακές αρχές, ο οποίος τερματίζεται συχνά περισσότερο από ένα μήνα μετά τη λήξη της προθεσμίας, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
Κατά συνέπεια, το να επιβάλλεται στον υπέρ ου η κατακύρωση προθεσμία τόσο σύντομη όπως η προθεσμία των 30ημερών, ώστε να είναι σε θέση να υποβάλλει την αίτηση κατά το άρθρο 19, παράγραφος 2, δεν είναι ανάλογο με το στόχο διοικητικής απλώς φύσεως που επιδιώκεται με τη διάταξη αυτή.
Βάσει των προηγούμενων σκέψεων, η Corman καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 19, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 232/75 στερείται κύρους ενόψει της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον η εφαρμογή του εξαρτάται από την προϋπόθεση υποβολής της αίτησης για παράταση της προθεσμίας μεταποιήσεως εντός 30ημερών.
β)
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το Δικαστήριο απάντησε ήδη στο ερώτημα αυτό στην προαναφερθείσα υπόθεση 66/82, κρίνοντας ότι « η μη ελευθέρωση όλης της ασφάλειας σε περίπτωση υπερβάσεως των προθεσμιών που προβλέπει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση αποτελεί μέτρο που είναι ανάλογο με τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός 232/75 ».
Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή προβάλλει ότι τα διαπιστωθέντα από το Δικαστήριο επιτρέπουν, κατά τον ίδιο τρόπο, να επαληθευθεί αν τα μέσα που χρησιμοποιεί η επίδικη διάταξη για την πραγματοποίηση του σκοπού που επιδιώκει συνάδουν με τη σημασία του σκοπού αυτού και είναι αναγκαία για την επίτευξη του ( σκέψη 8 ). Πράγματι, οι διατάξεις του άρθρου 19 έχουν σκοπό « να εμποδίσουν τους υπέρ ων οι κατακυρώσεις βουτύρου που πωλείται σε μειωμένες τιμές να δημιουργήσουν αποθέματα χάριν κερδοσκοπίας » ( σκέψεις 9 μέχρι 13 ).
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ύπαρξη της δεύτερης προθεσμίας των 30ημερών για την υποβολή της αίτησης παρατάσεως της προθεσμίας είναι τόσο σημαντική όσο και η προθεσμία των έξι μηνών. Πράγματι, αν η προθεσμία αυτή δεν είχε προβλεφθεί, ο υπέρ ου η κατακύρωση θα απέφευγε την απώλεια της -ασφάλειας καταβάλλοντας ένα μειωμένο ποσό.
Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η προθεσμία δεν παρατείνεται αυτοδικαίως. Η αίτηση παρατάσεως πρέπει να είναι αιτιολογημένη και υπόκειται στην έγκριση του οργανισμού παρεμβάσεως, ο οποίος εκτιμά αν βρίσκεται προ μικρής υπερβάσεως που δεν οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του υπέρ ου η κατακύρωση ή προ υπερβάσεως για την οποία ευθύνεται ο υπέρ ου η κατακύρωση. Είναι λογικό η εξέταση αυτή να τερματίζεται εντός ορισμένης προθεσμίας. Στην αντίθετη περίπτωση, ο οργανισμός παρεμβάσεως θα έπρεπε να την εξετάζει κατά το χρόνο που ο υπέρ ου η κατακύρωση θα κρίνει σκόπιμο — δηλαδή, ενδεχομένως, πολύ αργότερα — αν είχε ή όχι δικαίωμα να παρατείνει την προθεσμία και να παρακρατήσει την ασφάλεια.
Ανεξάρτητα από το ότι η διοίκηση έχει συμφέρον να κρατήσει τη διοικητική επιβάρυνση εντός ορισμένων ορίων, η παρακράτηση της ασφάλειας σε περίπτωση υπερβάσεως της προθεσμίας αυτής πρέπει να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο στοιχείο της υποχρέωσης μεταποιήσεως.
Δεδομένου ότι η υποχρέωση αυτή δεν εκπληρώθηκε εντός της προθεσμίας των έξι μηνών, η Επιτροπή θεωρεί ότι καλώς απαιτείται η ασφάλεια.
Επομένως, η χορήγηση περιόδου χάριτος 30ημερών συνιστά παράταση σε 7 μήνες της εξάμηνης προθεσμίας και μετριασμό κύρωσης που δικαιολογείται απολύτως.
Ο μετριασμός αυτός δείχνει ότι η αρχή της αναλογικότητας τηρήθηκε. Αποτελεί διευκόλυνση που πρέπει να ζητήσει ο ενδιαφερόμενος. Δεν είναι υπερβολικό το να απαιτείται από τον υπέρ ου η κατακύρωση να υποβάλει την αίτηση το αργότερο μέχρι τη λήξη της συμπληρωματικής προθεσμίας που ζητεί να του χορηγηθεί.
Η χορήγηση συμπληρωματικής προθεσμίας δείχνει ότι η παράβαση της υποχρέωσης μεταποιήσεως εκτιμήθηκε λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας. Η κύρωση που αφορά την υπέρβαση της προθεσμίας για την υποβολή της αίτησης παρατάσεως πρέπει να εκτιμηθεί λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προβλεπομένων κυρώσεων η απώλεια της ασφάλειας αποτελεί μόνο απώλεια ενός οικονομικού οφέλους, εφόσον η ασφάλεια είναι ίση με τη διαφορά μεταξύ της αγοραίας τιμής του βουτύρου και της μειωμένης τιμής της κατακύρωσης· περιορίζεται μόνο στις ποσότητες, για τις οποίες δεν έχει προσκομιστεί η απόδειξη της μεταποίησης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας· τέλος, η απόδειξη της ανώτερης βίας παραμένει πάντα δυνατή.
Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί αβάσιμο το επιχείρημα της Corman ότι η απόσταση των επιχειρηματιών που μετέχουν στη μεταποίηση του βουτύρου δεν επέτρεψε στον υπέρ ου η κατακύρωση να πληροφορηθεί εγκαίρως την υπέρβαση της προθεσμίας. Πράγματι:
—
εφόσον οι πληροφορίες διαβιβάζονται με σύγχρονα μέσα επικοινωνίας, η απόσταση δεν παίζει πλέον κανένα ρόλο·
—
το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι επέλεξαν ελευθέρως να προβούν από κοινού στη μεταποίηση, είναι εγκατεστημένοι σε διαφορετικά κράτη μέλη δεν μεταβάλλει προφανώς κατά τίποτε τη διαπίστωση αυτή·
—
το γεγονός ότι οι επιφορτισμένες με τον έλεγχο αρχές υπήρξαν η αφορμή για την υπέρβαση της εξάμηνης προθεσμίας δεν αίρει την ευθύνη του υπέρ ου η κατακύρωση για την υπέρβαση της εν λόγω προθεσμίας.
Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή καταλήγει ότι το άρθρο 19 του κανονισμού 232/75 είναι έγκυρο.
γ )
Αφήνοντας προσωρινά μετέωρο το ζήτημα αν το συμπέρασμα αυτό προκύπτει ή όχι από την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Fromançais (υπόθεση 66/82, Συλλογή 1983, σ. 395 ), την οποία και τα δύο μέρη ερμηνεύουν διαφορετικά, θεωρώ πράγματι, μαζί με την Επιτροπή, ότι ο καθορισμός της εν λόγω προθεσμίας για την υποβολή της αίτησης παρατάσεως της προθεσμίας μεταποιήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί άκυρη για το λόγο που ανέφερε το παραπέμπον δικαστήριο. Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή προς στήριξη του συμπεράσματος αυτού μου φαίνονται αρκούντως πειστικά καθαυτά. Προς στήριξη της άποψης ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού με την προαναφερθείσα απόφαση μπορεί να αναφερθεί κυρίως η τελευταία φράση της σκέψης 4 και η διατύπωση της σκέψης 18 της απόφασης αυτής, όπου γίνεται λόγος πολύ γενικά για « τις προθεσμίες που προβλέπει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση », πράγμα που φαίνεται ότι περιλαμβάνει ομοίως και την προθεσμία του άρθρου 19, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο. Αντίθετα, πρέπει να δεχτώ την άποψη της εναγομένης στην κύρια δίκη ότι η πραγματική αιτιολογία της απόφασης αυτής, που περιέχεται στις σκέψεις 9 μέχρι 17 αφορά εξ ολοκλήρου την υπέρβαση αυτής καθαυτής της προθεσμίας μεταποιήσεως. Αντίθετα από ό, τι νομίζει η Επιτροπή, δεν μου φαίνεται επομένως βέβαιο ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, με την εν λόγω απόφαση, επί του ερωτήματος αυτού του παραπέμποντος δικαστηρίου.
Επομένως, καίτοι θεωρώ ότι η προθεσμία που ανέφερε εν προκειμένω το παραπέμπον δικαστήριο, για ορισμένους λόγους που προέβαλε η Επιτροπή, δεν στερείται κύρους, αυτό δεν είναι, κατά την άποψη μου, το πραγματικό ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω. Θεωρώ ότι πρόκειται μάλλον για το ζήτημα ποιες νομικές συνέπειες πρέπει να αποδοθούν στην υπέρβαση της προθεσμίας αυτής ενόψει της αρχής της αναλογικότητας. Πρώτον, από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 44/81 (Γερμανία και Bundesanstalt für Arbeit κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1855 ) προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν αναγνωρίζει εύκολα σε μια τέτοια προθεσμία το χαρακτήρα αποκλειστικής προθεσμίας, που αποκλείει πλήρως οικονομικά δικαιώματα. Ως προς το ζήτημα αυτό, παραπέμπω ειδικότερα στις σκέψεις 16 και 17 της απόφασης αυτής. Στη σκέψη 16, το Δικαστήριο έκρινε ότι « η αρχή τη ασφαλείας δικαίου απαιτεί, προκειμένου για διάταξη που τάσσει αποκλειστική προθεσμία, ιδίως μάλιστα όταν δύναται να έχει ως συνέπεια να στερήσει ένα κράτος μέλος από την καταβολή μιας οικονομικής ενισχύσεως, της οποίας η αίτηση είχε εγκριθεί..., να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ακριβή ώστε τα κράτη μέλη να δύνανται να εκτιμήσουν με πλήρη επίγνωση τη σημασία που έχει γι' αυτά η τήρηση της προθεσμίας». Στη σκέψη 17, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι « ούτε στην επίδικη διάταξη ούτε στην αιτιολογική έκθεση της αποφάσεως που αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη περιέχεται κάποια διευκρίνιση περί της υπάρξεως και της φύσεως των κυρώσεων που θα συνεπήγετο η υπέρβαση της προθεσμίας ». Αν γίνει ανάλογη εφαρμογή των σκέψεων αυτών στην επίδικη διάταξη, θεωρώ ότι η τελευταία συγκεντρώνει καθαυτή τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις σαφήνειας και ότι πρέπει σχετικά να γίνει λόγος για αποκλειστική προθεσμία, έστω και διοικητικού χαρακτήρα. Αντίθετα, οι οικονομικές συνέπειες της υπέρβασης των εν λόγω προθεσμιών δεν ρυθμίζονται, κατά την άποψη μου, με τόση σαφήνεια, ώστε η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό των οικονομικών συνεπειών να καθίσταται αδύνατη.
Γι' αυτό θεωρώ σημαντικότερο τον ισχυρισμό που προέβαλε κατά την προφορική διαδικασία η εναγομένη στην κύρια δίκη ως προς τη σημασία εν προκειμένω των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Buitoni ( υπόθεση 122/78, Jurispr. 1979, σ. 677) και Atalanta ( υπόθεση 240/78, Jurispr. 1979, σ. 2137 ). Το Δικαστήριο έκρινε, ιδίως με την απόφαση Buitoni, ότι η κατ' αποκοπή κύρωση της ολικής απώλειας της ασφάλειας λόγω μη τηρήσεως της διοικητικής προθεσμίας για την προσκόμιση ορισμένων αποδείξεων πρέπει να θεωρηθεί ως πάρα πολύ αυστηρή σε σχέση με το σκοπό της χρηστής διοικήσεως. Στη σκέψη 20 της ίδιας αποφάσεως μια τέτοια παράβαση διοικητικής προθεσμίας κρίθηκε σαφώς « λιγότερο σοβαρή από εκείνη που τιμωρείται με κύρωση αναλογικού ουσιαστικά χαρακτήρα με τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης, την οποία η ίδια η ασφάλεια προορίζεται να εξασφαλίσει ».
Καίτοι, επομένως, ο καθορισμός της προθεσμίας στην παρούσα υπόθεση μου φαίνεται καταρχήν έγκυρος, θα πρέπει, κατά τον προσδιορισμό των οικονομικών συνεπειών από την υπέρβαση της εν λόγω προθεσμίας να ληφθεί, κατά την άποψη μου, υπόψη, βάσει της απόφασης Buitoni, η σοβαρότητα της εν λόγω υπερβάσεως, περιλαμβανομένων και των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 19, παράγραφος 1.
Επομένως, στο τρίτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
« Καίτοι το άρθρο 19, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 232/75 πρέπει να θεωρηθεί καθαυτό έγκυρο, πρέπει κατά τον προσδιορισμό των οικονομικών συνεπειών από τη μη τήρηση της προθεσμίας που προβλέπεται με το εν λόγω προαναφερόμενο άρθρο να λαμβάνονται υπόψη, βάσει της αρχής της αναλογικότητας, όλες οι πραγματικές περιστάσεις, οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν σημαντικές για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης της διοικητικής αυτής προθεσμίας, σύμφωνα με τη φύση και το σκοπό της διάταξης αυτής και της νομολογίας του Δικαστηρίου. »
4.5. Συμπέρασμα
Συνοψίζοντας, προτείνω κατά συνέπεια στα τρία ερωτήματα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο, να δοθούν οι εξής απαντήσεις:
« 1)
Ως “ ημερομηνία αναλήψεως ” κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ), του κανονισμού 232/75, νοείται η ημερομηνία της πραγματικής αναλήψεως, η οποία μπορεί για παράδειγμα να αναφέρεται, σε περίπτωση διεθνούς συναλλαγής, στο έντυπο εισαγωγής Τ5 που προσκομίζεται. Πάντως, η ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη της λήξης της προθεσμίας του άρθρου 13, παράγραφος 2, του προαναφερόμενου κανονισμού, παρά μόνο αν το δελτίο παραλαβής που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 1, εκδόθηκε επίσης μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία του άρθρου 13, παράγραφος 2, πρέπει να θεωρηθεί ως παραταθείσα κατά ορισμένο αριθμό ημερών αναλόγως των πραγματικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως και που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράλογος για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αναλήψεως το συντομότερο δυνατό μετά την αποδοχή του δελτίου παραλαβής.
2)
Η υπέρβαση των τασσομένων προθεσμιών από τρίτο, στον οποίο ο υπέρ ου η κατακύρωση για αποθέματα βουτύρου που αναφέρονται στον κανονισμό 232/75 ανέθεσε τη μεταποίηση ή τη χρησιμοποίηση του βουτύρου αυτού, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας κατά την έννοια των άρθρων 18 και 19, παράγραφος 1, του προαναφερόμενου κανονισμού.
Το γεγονός ότι η τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια να εξασφαλίζει τον έλεγχο της χρησιμοποίησης του πωληθέντος βουτύρου επιτρέπει την υπέρβαση των προβλεπόμενων από τον εν λόγω κανονισμό προθεσμιών, ενώ η εξουσία αυτή ανήκει αποκλειστικά στον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας υπό την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων του εν λόγω κανονισμού.
3)
Καίτοι το άρθρο 19, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 232/75 πρέπει να θεωρηθεί καθαυτό έγκυρο, πρέπει κατά τον προσδιορισμό των οικονομικών συνεπειών από τη μη τήρηση της προθεσμίας που προβλέπεται με το εν λόγω προαναφερόμενο άρθρο, να λαμβάνονται υπόψη, βάσει της αρχής της αναλογικότητας, όλες οι πραγματικές περιστάσεις, οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν σημαντικές για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης της διοικητικής αυτής προθεσμίας, σύμφωνα με τη φύση και το σκοπό της διάταξης αυτής και της νομολογίας του Δικαστηρίου. »
5. Η υπόθεση 20/84 ( NV De Jong Verenigde και Coöperatieve Melkprodukten Bedrijven « Domo-Bedum » GA κατά Voedselvoorzienings in- en verkoopbureau ( VIB )
5.1. Τα πραγματικά περιοτανικά και οι σχετικές διατάξεις
Τα σημαντικότερα περιστατικά για την εκτίμηση των ερωτημάτων, όπως εκτίθενται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αντιστοιχούν, εκτός από ένα σημείο το οποίο διασαφήνισα, στα κύρια περιστατικά στα οποία το Hoge Raad στηρίχτηκε σύμφωνα με την απόφαση του περί παραπομπής. Επομένως, τα επαναλαμβάνω εδώ με την επιφύλαξη της διασαφήνισης αυτής. Για περισσότερες λεπτομέρειες παραπέμπω στο σημείο 3.1 της απόφασης περί παραπομπής.
Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος συστήματος, η εταιρία De Jong Verenigde, με έδρα το Noordwijk, Κάτω Χώρες, παρέδωσε από το 1974 στην εταιρία Sahne-Heinrich KG, με έδρα το Frankenthal, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, συμπυκνωμένο βούτυρο, το οποίο μεταποίησε η ίδια στις Κάτω Χώρες από βούτυρο που αγόρασε σε μειωμένη τιμή από τον ολλανδικό και γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως. Οι ασφάλειες μεταποιήσεως συστάθηκαν υπέρ του Voedselvoorzienings inen verkoopbureau (VIB) του ολλανδικού οργανισμού παρεμβάσεως. Η De Jong επέβαλε στη Sahne-Heinrich την υποχρέωση να μεταποιήσει αργότερα το βούτυρο που αγόρασε σε είδη ζαχαροπλαστικής ή παγωτά, σύμφωνα με τις προσφορές της στο διαγωνισμό. Η Sahne-Heinrich μεταπώλησε το συμπυκνωμένο βούτυρο στην επιχείρηση W. F. Scheunemann, με έδρα το Bad Kreuznach, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Αυτή μεταπώλησε το εν λόγω συμπυκνωμένο βούτυρο χωρίς να τηρήσει τους προαναφερόμενους όρους ως προς τη μεταποίηση.
Μέχρι το φθινόπωρο του 1975, ο VIB έλαβε εγκαίρως τα αντίτυπα ελέγχου Τ5 που περιείχαν βεβαίωση των γερμανικών αρχών ότι η μεταποίηση έγινε σύμφωνα με τους προαναφερόμενους όρους, κατόπιν δε αυτού ο VIB ελευθέρωσε τις ασφάλειες μεταποιήσεως που είχε συστήσει η De Jong.
ΤΟ 1975, σημειώθηκε καθυστέρηση στην αποστολή ορισμένου αριθμού αντιτύπων ελέγχου Τ5 από τις γερμανικές αρχές. Η De Jong ζήτησε από το τελωνείο του Frankenthal που ήταν επιφορτισμενο με τον έλεγχο τους λόγους της καθυστέρησης αυτής. Το τελωνείο απάντησε με έγγραφο της 4ης Νοεμβρίου 1975 ότι η αποστολή μπορούσε να γίνει το ενωρίτερο μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταποιήσεως, εφόσον ήταν εντελώς αδύνατο να εξακριβωθεί προηγουμένως αν οι τελικοί καταναλωτές χρησιμοποίησαν το βούτυρο εντός των καθορισμένων προθεσμιών και σύμφωνα με τον προβλεπόμενο προορισμό, εκτός αν οι αρχές παραιτούνταν από τη διενέργεια ελέγχου στους τελικούς καταναλωτές.
Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του εθνικού δικαστηρίου, είναι δεδομένο ότι, αντίθετα από τις οδηγίες που εξέδωσαν οι γερμανικές αρχές σχετικά με τον έλεγχο στον τομέα αυτό, το τελωνείο του Frankenthal είχε μέχρι το φθινόπωρο του 1975 παραλείψει να διενεργήσει ικανοποιητικό έλεγχο σχετικά με την πώληση και τη μεταγενέστερη μεταποίηση των παρτίδων συμπυκνωμένου βουτύρου, για τις οποίες είχε αποστείλει τα αντίτυπα ελέγχου.
Ο VIB αρνήθηκε να ελευθερώσει τις ασφάλειες που αφορούσαν τις παρτίδες, για τις οποίες τα αντίτυπα Τ5 δεν είχαν επιστραφεί' επρόκειτο για 2561714,13 φιορίνια για ποσότητα 611661 χιλιόγράμμων βουτύρου.
Για την ανάλυση των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 232/75, παραπέμπω εκ νέου στην ανάλυση μου του κανονισμού αυτού στην παράγραφο 2 αυτών των προτάσεων. Εν προκειμένω, σημασία έχουν ειδικότερα τα άρθρα 6, 10, παράγραφος 5, 12, 15 και 18, παράγραφος 2. Περαιτέρω, στην παρούσα υπόθεση σημασία έχει επίσης ο κανονισμός 2315/69, τον οποίο ανέφερα στην ίδια παράγραφο 2 αυτών των προτάσεων, και δυνάμει του οποίου πρέπει να προσκομίζεται η απόδειξη κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 232/75, σε περιπτώσεις συναλλαγών όπως αυτές για τις οποίες γίνεται λόγος εν προκειμένω, με τα έντυπα που αποκαλούνται « αντίτυπα ελέγχου Τ5 ».
5.2. Η διαφορά στην κύρια δίκη και το υποβληθέν ερώνημα
Όπως έχω ήδη παρατηρήσει προηγουμένως, η παρούσα διαφορά επί της ουσίας πιθανότατα δεν θα υποβαλλόταν ποτέ στα αστικά δικαστήρια, αν ο οργανισμός παρεμβάσεως δεν είχε αποδεχθεί τελικά ασφάλεια υπό τη μορφή προσωπικής εγγυήσεως. Σε απάντηση ερωτήσεως που έθεσα κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν θεωρούσε τη μορφή αυτή εγγυήσεως ως αντίθετη προς το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 232/75, παρόλο που είναι ασφαλώς λιγότερο αποτελεσματική από την τραπεζική εγγύηση, για παράδειγμα, ή από την « επιταγή που εκδίδεται επ' ονόματι του οργανισμού παρεμβάσεως », για την οποία γίνεται λόγος στο προαναφερόμενο άρθρο και η οποία προκάλεσε εν προκειμένω αισθητή απώλεια χρόνου για τον οργανισμό παρεμβάσεως, όσον αφορά το κλείσιμο του φακέλου. Δανείζομαι και πάλι από την έκθεση της επ' ακροατηρίου συζήτησης το σύντομο ιστορικό της διαφοράς στην κύρια δίκη και τα υποβληθέντα ερωτήματα.
Επειδή η De Jong και η Coöperatieve Melkprodukten Bedrijven « Domo-Bedum » GA, η οποία εγγυήθηκε την υποχρέωση της De Jong, αρνήθηκαν να καταβάλουν το προαναφερόμενο ποσό λόγω καταπτώσεως της ασφάλειας, ο VIB προσέφυγε κατ' αυτών ενώπιον του Arrondissementsrechtbank του Άμστερνταμ. Οι εταιρίες De Jong και Domo-Bedum επικαλέστηκαν προς υπεράσπισή τους την ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 232/75 προβάλλοντας ότι η De Jong έδωσε εμπιστοσύνη στους ελέγχους που διενήργησαν οι γερμανικές αρχές: αν το Hauptzollamt ( κεντρικό τελωνείο) Frankenthal διενεργούσε κανονικά τον προβλεπόμενο έλεγχο, θα καταφαινόταν ενωρίτερα ότι το συμπυκνωμένο βούτυρο δεν είχε μεταποιηθεί από τους αγοραστές της Sahne-Heinrich σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις' επομένως, η De Jong θα έπαυε να αγοράζει βούτυρο σε μειωμένη τιμή και να παραδίδει συμπυκνωμένο βούτυρο στη Sahne-Heinrich, την οποία δεν μπορούσε πλέον να εμπιστευθεί. Επομένως, οι ασφάλειες μεταποιήσεως για τις μεταγενέστερες παραδόσεις δεν θα κατέπιπταν.
Το Arrondissementsrechtbank απέρριψε την επιχειρηματολογία αυτή και δέχτηκε την αγωγή με απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1981, η οποία επικυρώθηκε κατόπιν εφέσεως με απόφαση του Gerechtshof του Άμστερνταμ της 6ης Ιανουαρίου 1983.
Το Hoge Raad των Κάτω Χωρών, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αναίρεση κατά της απόφασης του Gerechtshof του Άμστερνταμ, έκρινε ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από το ζήτημα αν, βάσει των περιστάσεων που επικαλείται η De Jong και η Domo-Bedum, οι ασφάλειες μεταποιήσεως έπρεπε να ελευθερωθούν, καίτοι τα αντίτυπα ελέγχου δεν είχαν προσκομιστεί. Επομένως, με απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1984 αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Απαλλάσσεται ο πρώτος αγοραστής, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση να συμμορφωθεί με τους όρους του άρθρου 6, παράγραφος 6, εδάφιο γ ), του κανονισμού 232/75, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα δυνάμει των γενικών αρχών του δικαίου ή του εν λόγω κανονισμού, από τις υποχρεώσεις του — με αποτέλεσμα οι εγγυήσεις μεταποίησης να πρέπει να ελευθερωθούν μολονότι τα σχετικά αντίγραφα ελέγχου δεν έχουν προσκομιστεί — όταν ο αγοραστής ενήργησε σύμφωνα με την κατάλληλη άσκηση της εποπτείας επί προηγούμενων συναλλαγών, που εν συνεχεία οδήγησε στην έκδοση των τελωνειακών διασαφήσεων — οι οποίες εκ των υστέρων αποδείχτηκαν κατ' ουσίαν ανακριβείς — και στην ελευθέρωση των εγγυήσεων μεταποίησης σχετικά με τις παρτίδες του βουτύρου που αναφέρονται στις εν λόγω διασαφήσεις, στην περίπτωση που ο αγοραστής αυτός δεν θα προέβαινε στις εν λόγω συναλλαγές αγοράς και προμήθειας, αν οι αρμόδιες εποπτεύουσες αρχές είχαν ασκήσει τη δέουσα εποπτεία επί των προηγούμενων παρτίδων; »
5.3. Η απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα
α )
Σύμφωνα με το σημείο 3.3 της απόφασης περί παραπομπής, οι αναιρεοείονοες προέβαλαν κυρίως, κατά την κατ' αναίρεση διαδικασία, ότι:
« α)
Ο έλεγχος για τον οποίο γίνεται λόγος στα άρθρα 15 και 16 του κανονισμού προβλέπεται προς το συμφέρον του πρώτου αγοραστή.
β)
Ο πρώτος αγοραστής μπορεί να προσδοκά θεμιτώς ότι ο εν λόγω έλεγχος θα διενεργηθεί σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και ότι ο πρώτος αγοραστής που ενεργεί σύμφωνα με την προσδοκία αυτή μπορεί να επικαλεστεί την ανώτερη βία κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού ή ότι βρίσκεται τουλάχιστον σε μια κατάσταση, κατά την οποία ο οργανισμός παρεμβάσεως δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί κατ' αυτού το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να προσκομίσει την απόδειξη (μόνη δυνατότητα ) που αναφέρεται στην προαναφερόμενη διάταξη ή το γεγονός ότι το βούτυρο δεν μεταποιήθηκε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
γ)
Δεν έχει καθαυτό αποφασιστική σημασία το ότι ο πρώτος αγοραστής “ ευθύνεται ” για την κατάλληλη μεταποίηση, όπως δέχτηκε στη σκέψη 4 το Gerechtshof.
δ)
Αντίθετα προς ό, τι φαίνεται να δέχεται στη σκέψη 8 το Gerechtshof, δεν έχει σημασία το αν ο ολλανδικός οργανισμός παρεμβάσεως γνώριζε τους “λόγους” που ώθησαν την De Jong να αγοράσει το βούτυρο από τον ολλανδικό οργανισμό παρεμβάσεως και να το μεταπωλήσει στη Sahne-Heinrich, δηλαδή εμπιστευόμενη στο ότι είχαν προσηκόντως διενεργηθεί οι προηγούμενοι έλεγχοι.
ε)
Οι διενεργούσες τον έλεγχο αρχές ( στην προκειμένη περίπτωση οι γερμανικές τελωνειακές αρχές ) πρέπει να θεωρηθούν ως επικουρικές υπηρεσίες που καθορίζονται από τον οργανισμό παρεμβάσεως ( στην προκειμένη περίπτωση τον ολλανδικό VIB) στον οποίο ο πρώτος αγοραστής οφείλει να απευθυνθεί κατά την εκτέλεση της συμφωνίας. »
Με τις γραπτές τους παρατηρήσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ειδικότερα ότι κατά την ολλανδική επιστήμη η έννοια της « ανώτερης βίας » περιλαμβάνει επίσης για τον οφειλέτη την « υπερημερία του δανειστή » ( mora créditons ). Εξετάζουν δε την έννοια της ανώτερης βίας κατά τα άρθρα 18 και 19 του κανονισμού 232/75 εκκινώντας κυρίως από αυτή τη θεώρηση. Εν συνεχεία, η αρχή της αναλογικότητας και η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης θα είχαν ως αποτέλεσμα, στο σύστημα του κανονισμού, ότι ο πρώτος αγοραστής πρέπει να μπορεί να στηρίζεται στο ότι οι αρχές που επέχουν θέση « κοσμικής εξουσίας» της Κοινότητας εφαρμόζουν πράγματι τους καθορισμένους κανόνες (ειδικότερα στο άρθρο 15). Εξάλλου, το Δικαστήριο δέχτηκε την αντίληψη αυτή με την απόφαση του της 21ης Σεπτεμβρίου 1983 ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 205-215/82, Deutsche Milchkontor, Συλλογή 1983, σ. 2633 ).
Εν συνεχεία, όσον αφορά την έννοια της « ανώτερης βίας » κατά το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 232/75, ισχυρίζονται ακόμη ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη φύση των σχέσεων δημοσίου δικαίου μεταξύ των επιχειρηματιών και της εθνικής διοικήσεως, καθώς και ο σκοπός της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Υπάρχει, αφενός μεν, ένα αντικειμενικό στοιχείο που συνίσταται στην επέλευση « εξαιρετικού γεγονότος » στο οποίο ο ιδιώτης δεν άσκησε καμιά επίδραση — δηλαδή, εν προκειμένω, η σοβαρή αμέλεια των γερμανικών αρχών —, αφετέρου δε, ένα υποκειμενικό στοιχείο που συνίσταται στην αδυναμία αποφυγής του γεγονότος αυτού. Οι αναιρεσείουσες θεωρούν ότι οι προϋποθέσεις αυτές της ανώτερης βίας συντρέχουν εν προκειμένω, ενώ θα έπρεπε εξάλλου να γίνει δεκτή η ύπαρξη εν προκειμένω των προϋποθέσεων της « mora créditons », η οποία περιλαμβάνεται στην έννοια της ανώτερης βίας.
Το σύστημα παροχής ασφάλειας του κανονισμού δεν θα πρέπει να είναι τόσο αυστηρό, ώστε να μην παρέχεται στον πρώτο αγοραστή καμιά δυνατότητα προσφυγής κατά σοβαρών υπηρεσιακών πταισμάτων.
Βάσει των παρατηρήσεων τους, στις οποίες αναφέρθηκα συνοπτικά αμέσως προηγουμένως, οι αναιρεσείουσες προτείνουν στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο υποβληθέν ερώτημα:
«Το κοινοτικό δίκαιο γενικά και ο κανονισμός 232/75, ειδικότερα, πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι ο πρώτος αγοραστής βουτύρου παρεμβάσεως μπορεί να υπολογίζει ότι οι εθνικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία και τον έλεγχο της μεταποίησης θα εκπληρώσουν κανονικά την αποστολή αυτή, ώστε να πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη πλημμελειών στη μεταποίηση και ότι σε περίπτωση παραλείψεων από τις αρχές αυτές, η έννοια της ανώτερης βίας, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού, ή μια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, εμποδίζουν τις εθνικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εκτέλεση του κανονισμόυ να εισπράξουν τη συσταθείσα ασφάλεια μεταποιήσεως.
Οι έλεγχοι που είναι αναγκαίοι για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής ενός κοινοτικού κανονισμού πρέπει να διενεργούνται εγκαίρως από τις αρχές που ορίστηκαν προς το σκοπό αυτό και να είναι πραγματικοί.
Η ζημία που προκλήθηκε ως ορατή συνέπεια εσωτερικού υπηρεσιακού πταίσματος των αρχών που είναι επιφορτισμένες με τη διενέργεια ελέγχων για την τήρηση κοινοτικού κανονισμού, συνέπεια την οποία ο πρώτος αγοραστής δεν μπορούσε ούτε να γνωρίζει ούτε να προβλέψει, δεν μπορεί να βαρύνει άνευ ετέρου τον πρώτο αγοραστή, εξυπακουομένου ότι το δικαστήριο — λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς εθνικούς κανόνες περί υποχρεωτικής δηλώσεως και κατανομής του βάρους της αποδείξεως, εφόσον δεν περιορίζονται από το κοινοτικό συμφέρον — πρέπει να εξακριβώνει αν και κατά πόσο το διαπιστωθέν υπηρεσιακό πταίσμα μπορούσε επίσης να είναι καθοριστικό για τις αποφάσεις του πρώτου αγοραστή » ( 1 ).
Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος των αναιρεσειουσών διευκρίνισε ειδικότερα την επιχειρηματολογία που συνοψίζεται στο σημείο 3.3, στοιχείο α), της απόφασης περί παραπομπής, δηλαδή η άποψη ότι « ο έλεγχος που αναφέρεται στα άρθρα 15 και 16 του κανονισμού προβλέπεται και προς το συμφέρον του πρώτου αγοραστή ». Τα προαναφερόμενα άρθρα ( ειδικότερα το άρθρο 15 εν προκειμένω) πρέπει να θεωρηθούν ως « Schutznorm » ( κανόνας προστατευτικού περιεχομένου) κατά τη γερμανική και την ολλανδική νομική επιστήμη (που αφορά αγωγές λόγω ευθύνης από αδικοπραξία), και επομένως, όχι μόνο ως απλοί κατευθυντήριοι κανόνες προς τα κράτη μέλη προκειμένου να εξασφαλιστούν τα κοινοτικά συμφέροντα. Εξυπηρετούν επίσης τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων ιδιωτών, εν προκειμένω, τα συμφέροντα των αγοραστών του βουτύρου για το οποίο πρόκειται ( 2 ).
Δεδομένου ότι θεωρώ ότι όλη αυτή η επιχειρηματολογία δεν είναι αποφασιστική εν προκειμένω, θα αποφύγω να επαναλάβω ενώπιον του Δικαστηρίου τις ενδιαφέρουσες καθαυτές απόψεις που αναπτύχθηκαν σχετικά κατά την προφορική διαδικασία ( 3 ). Θεωρώ ότι η επιχειρηματολογία δεν είναι αποφασιστική, ιδίως, διότι φαίνεται να έχει ενδιαφέρον, το πολύ, για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ζήτημα αν ο υπέρ ου η κατακύρωση νομιμοποιείται, υπό ορισμένες περιστάσεις, να στραφεί κατά του κράτους μέλους που παρέβη το καθήκον του ελέγχου, εφόσον καταπέσει η ασφάλεια. Πάντως, το ερώτημα αυτό δεν υποβλήθηκε από το Hoge Raad στο Δικαστήριο, ούτε επίσης το ειδικό ερώτημα αν ένα τέτοιο δικαίωμα αναγωγής (ή αγωγή λόγω ευθύνης από αδικοπραξία κατά της διοίκησης ) είναι επίσης δυνατό κατά άλλου κράτους μέλους, όπου έγινε η μη σύμφωνη με τους κείμενους κανόνες μεταποίηση και όπου οι υπηρεσίες ελέγχου παρέβησαν το καθήκον τους. Εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία αναφέρεται η ουσιαστική διαφορά, η αρμόδια υπηρεσία ελέγχου άλλου κράτους μέλους οπωσδήποτε όεν παρέβη το καθήκον της, δεν είναι εντελώς σαφές υπό ποία μορφή θα μπορούσε να τεθεί εν προκειμένω το προαναφερόμενο ζήτημα.
β)
Με τις γραπτές της παρατηρήσεις, η ολλανδική κυβέρνηση παρατηρεί ότι δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ του αποτελέσματος των ελέγχων που διενεργήθηκαν κατά τις προηγούμενες συναλλαγές, δηλαδή την έκδοση των απαιτούμενων τελωνειακών διασαφήσεων, και της ελευθέρωσης της ασφάλειας μεταποιήσεως κατά τις μεταγενέστερες συναλλαγές. Θεωρεί ότι η ελευθέρωση της ασφάλειας πρέπει να εξετάζεται για κάθε συναλλαγή και υπενθυμίζει ότι το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού διευκρινίζει ότι η ελευθέρωση της ασφάλειας γίνεται μόνο για τις ποσότητες για τις οποίες ο υπέρ ου η κατακύρωση προσκομίζει την απόδειξη ότι οι όροι μεταποιήσεως έχουν τηρηθεί. [ Παρατηρώ σχετικά ότι δεν αμφισβητείται στην πραγματικότητα ότι το αποδεικτικό έγγραφο που επιβάλλει το προαναφερόμενο άρθρο οεν εκδόθηκε εν προκειμένω, διότι δεν είχε ( ακόμη ) αποδειχθεί ότι εκπληρώθηκε η υποχρέωση της επιβαλλόμενης μεταποιήσεως ]. Θα προξενούσε σοβαρή βλάβη στην αποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχου του κανονισμού 232/75 και στην καλή λειτουργία του το να γίνει δεκτή η άποψη ότι η εξέλιξη των περιστατικών κατά τις προηγούμενες συναλλαγές γεννά δικαίωμα για το μέλλον.
Κατά την ολλανδική κυβέρνηση, ο μόνος λόγος απαλλαγής που προβλέπει το άρθρο 18, παράγραφος 2, δηλαδή η ανώτερη βία, όπως η έννοια αυτή ορίστηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση 42/79 ( Milch-, Fett- und Eierkontor, Jurispr. 1979, σ. 3703 ), δεν υπάρχει εν προκειμένω. Το γεγονός ότι η απόδειξη που επιβάλλει το άρθρο 18, παράγραφος 2, δεν ήταν δυνατό να προσκομιστεί, διότι οι έλεγχοι απέδειξαν ότι το βούτυρο δεν είχε μεταποιηθεί κανονικά, δεν μπορεί να αποτελέσει περίπτωση ανώτερης βίας. Στο σύστημα του κανονισμού, ο πρώτος αγοραστής αναλαμβάνει όλους τους κινδύνους που ένας επιμελής επιχειρηματίας μπορεί και οφείλει λογικά να προβλέψει, περιλαμβανομένου και του κινδύνου να μην τηρούν οι επιχειρηματίες στα διαδοχικά στάδια μεταπωλήσεως τους όρους μεταποιήσεως.
Ως συμπέρασμα, η ολλανδική κυβέρνηση θεωρεί ότι στο ερώτημα του Hoge Raad προσήκει η απάντηση ότι υπό τις αναφερθείσες περιστάσεις ο πρώτος αγοραστής δεν απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του και ότι οι ασφάλειες μεταποιήσεως δεν μπορούν να ελευθερωθούν.
γ)
Η άποψη της Επιτροπής ( 4 ). Προς στήριξη παρόμοιου τελικού συμπεράσματος, η Επιτροπή επικαλείται ιδίως το άρθρο 10, παράγραφος 5, του κανονισμού, από το οποίο συνάγεται ότι ο πρώτος αγοραστής δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση του από το γεγονός ότι η υποχρέωση μεταποιήσεως έχει περιληφθεί στη σύμβαση, η οποία συνήφθη με μεταγενέστερο αγοραστή. Εν συνεχεία, η Επιτροπή παραπέμπει, όσον αφορά το συμβιβαστό της ευρύτατης αυτής ευθύνης με το κοινοτικό δίκαιο, στην απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 1977 (υποθέσεις 99 και 100/76, Jurispr. 1977, σ. 861 ) και στην απόφαση του Δικαστηρίου, που παρατέθηκε ήδη, της 13ης Δεκεμβρίου 1979 στην υπόθεση 42/79. Καίτοι η Επιτροπή δεν αρνείται ότι οι έλεγχοι που επιβάλλει το άρθρο 15 του κανονισμού είναι ασφαλώς και προς το συμφέρον του αγοραστή του βουτύρου, το συμφέρον αυτό δεν συνιστά, κατ' αυτήν, το λόγο υπάρξεως των ελέγχων αυτών. Οι νομικές συνέπειες που η εταιρία De Jong αποδίδει στα αντίτυπα ελέγχου Τ5 θίγουν τα συμφέροντα της Κοινότητας και αντιφάσκουν προς το προφανές αντικείμενο του επίδικου συστήματος. Το να αποδοθεί στο αντίτυπο Τ5 ισχύς τεκμηρίου κανονικής μεταποιήσεως των μεταγενέστερων παρτίδων υπέρ του πρώτου καλόπιστου αγοραστή θα καθιστούσε περιττή τη σύσταση ασφαλειών για τις μεταγενέστερες αυτές παρτίδες. Αν, λόγω της αμέλειας των επιφορτισμένων με τον έλεγχο αρχών που οφείλουν να αποστείλουν τα έγγραφα Τ5, ο πρώτος αγοραστής υποτίμησε τον κίνδυνο παρόμοιων συναλλαγών, ανακύπτει, κατά την Επιτροπή, εν πάση περιπτώσει, το ερώτημα αν ο αγοραστής αυτός μπορεί να προβάλει αξίωση αποζημιώσεως έναντι της συγκεκριμένης εθνικής αρχής. Κατά την Επιτροπή, πάντως, το ζήτημα αυτό δεν τίθεται εν προκειμένω, δεδομένου ότι η διαφορά αναφέρεται αποκλειστικά σε παρτίδες βουτύρου, για τις οποίες ελλείπουν τα έγγραφα Τ5 που επιβάλλονται χάριν αποδείξεως. Ομοίως, δεν τίθεται, κατ' αυτήν, ούτε το ζήτημα της επίπτωσης των πλημμελειών που παρατηρήθηκαν επί των δικαιωμάτων που ο ολλανδικός οργανισμός παρεμβάσεως θα μπορούσε να προβάλει για τις παρτίδες βουτύρου, στις οποίες αναφέρονται τα έγγραφα αυτά (δηλαδή τα έγγραφα για τις προγενέστερες συναλλαγές τα οποία κακώς εκδόθηκαν, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων ).
Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ακόμη ότι το σύστημα που θέσπισε ο κανονισμός 232/75 συνεπάγεται αναντίρρητα σημαντικούς κινδύνους για τους πρώτους αγοραστές βουτύρου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως στην περίπτωση κατά την οποία δεν μεταποιούν οι ίδιοι το βούτυρο αυτό. Πάντως, κατ' αυτή, οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι απρόβλεπτοι και μπορούν να υπολογιστούν με ακρίβεια. Επιπλέον, οι πρώτοι αγοραστές μπορούν να τους περιορίσουν επιλέγοντας προσεκτικά τους αγοραστές τους και αξιώνοντας τη σύσταση ασφαλειών ( 5 ), αν θεωρούν ότι δεν οφείλουν να φέρουν οι ίδιοι τον κίνδυνο αυτό. Η μόνη εναλλακτική λύση στο ισχύον σύστημα συνίσταται, κατά την Επιτροπή, σε ένα σύστημα το οποίο να προβλέπει την καταβολή της επιδότησης μόνο μετά την οριστική μεταποίηση του βουτύρου, πράγμα που θα συνεπαγόταν μη αμελητέα επιβάρυνση για τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και, επομένως, θα ήταν λιγότερο ευνοϊκό για τις επιχειρήσεις αυτές. Ο κανονισμός 232/75 λαμβάνει επομένως επαρκώς υπόψη τα συμφέροντα τόσο των επιχειρηματιών όσο και της Κοινότητας και οι κίνδυνοι που αναλαμβάνουν οι πρώτοι αγοραστές δεν είναι δυσανάλογοι σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.
5.4. Συμπέρασμα
Αποδέχομαι πλήρως τα επιχειρήματα της ολλανδικής κυβερνήσεως και της Επιτροπής, όπως τα συνόψισα αμέσως προηγουμένως, υπό την επιφύλαξη που διατύπωσα σε μια υποσημείωση, όσον αφορά την ευχέρεια του πρώτου αγοραστή να απαιτήσει με τη σειρά του ασφάλεια εκ μέρους των μεταγενέστερων αγοραστών του.
Η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών και η απάντηση που προτείνουν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν την εσφαλμένη εντύπωση ότι η παρούσα υπόθεση — όπως και οι υποθέσεις 124/83 και 125/83 — έχει ως αντικείμενο την είσπραξη είτε της διαφοράς μεταξύ της μειωμένης τιμής αγοράς και της αγοραίας τιμής του βουτύρου που αγόρασε ο υπέρ ου η κατακύρωση, είτε την ίδια την ασφάλεια, αφού καταφάνηκε εκ των υστέρων ότι η ασφάλεια ελευθερώθηκε βάσει ανακριβών αποδεικτικών εγγράφων. Εντούτοις, αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Αντίθετα, η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών ισοδυναμεί στην πραγματικότητα με τον ισχυρισμό ότι, αφού πέτυχαν την ελευθέρωση της ασφάλειας για τις προηγούμενες συναλλαγές, μπορούν ακόμη να συναγάγουν από αυτό δικαίωμα για να επιτύχουν τώρα την ελευθέρωση ασφάλειας που αφορά μεταγενέστερη συναλλαγή, για την οποία έγινε εγκαίρως φανερό ότι οι αναιρεσείουσες δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τις οποίες το Δικαστήριο διασαφήνισε με την απόφαση του « De Beste Boter » ( υποθέσεις 99 και 100/76 ) και για την οποία συναλλαγή δεν μπόρεσαν επομένως να προσκομιστούν οι επιβαλλόμενες αποδείξεις. Η πραγματική αυτή κατάσταση, θεμελιωδώς διαφορετική από τις υποθέσεις 124/83 και 125/83, εξηγεί επίσης το λόγο για τον οποίο η ολλανδική κυβέρνηση κατέληξε, στην παρούσα υπόθεση, σε δυσμενές για τις ενδιαφερόμενες συμπέρασμα, ενώ παρενέβη υπέρ των ενδιαφερομένων στην υπόθεση 124/83. Η τελευταία αυτή παρέμβαση εξηγεί πιθανότατα επίσης γιατί, αντίθετα από τη στάση του δανικού οργανισμού παρεμβάσεως στην υπόθεση 124/83, ο ολλανδικός οργανισμός παρεμβάσεως δεν άσκησε προφανώς μέχρι σήμερα αγωγή αποδόσεως του οφέλους που προέκυψε από την τιμή αγοράς, το οποίο οι αναιρεσείουσες απέκτησαν από τις προηγούμενες συναλλαγές, σύμφωνα με την παρούσα υπόθεση, ούτε την ασφάλεια που αναφέρεται στις ίδιες συναλλαγές ( όπως έκανε ο βελγικός οργανισμός παρεμβάσεως στην υπόθεση 125/83 ). Το Δικαστήριο θα θυμάται ότι οι αναιρεσείουσες ανέφεραν, κατά την προφορική διαδικασία, τη συνεννόηση μεταξύ της Επιτροπής και των διαφόρων οργανισμών παρεμβάσεως σχετικά με τη γραμμή που έπρεπε να ακολουθηθεί, όπως και ο δανικός οργανισμός παρεμβάσεως επισήμανε με τις γραπτές του παρατηρήσεις στην υπόθεση 124/83 ( στο τέλος της σελίδας 10 του δανικού κειμένου και στο τέλος της σελίδας 12 του γαλλικού κειμένου). Αυτό υπογραμμίζει για μια ακόμη φορά τη στενή σχέση μεταξύ των τριών υποθέσεων που εξέτασα με τις παρούσες προτάσεις.
Για τους λόγους που ανέφερα στις προτάσεις μου στην υπόθεση 124/83, κακώς, κατά την άποψη μου, οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Milchkontor και λοιποί ( υποθέσεις 205 μέχρι 215/82, Συλλογή 1983, σ. 2633 ).
Το επιχείρημά τους ότι η « θεωρία του Schutznorm », που αναπτύχθηκε στον τομέα των αγωγών λόγω ευθύνης από αδικοπραξία, έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση δεν μου φαίνεται αποφασιστικό εν προκειμένω, για τους λόγους που εξέθεσα προηγουμένως. Στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για αγωγή λόγω ευθύνης από αδικοπραξία, το δε επιχείρημα δεν περιέχει καμιά ένδειξη που να επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι η εν λόγω θεωρία πρέπει επίσης να έχει εφαρμογή έναντι της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που επικαλέστηκαν κατά τη δίκη επί της ουσίας (στην οποία αντίθετα, σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, συνέδεσαν αποκλειστικά την αρχή αυτή με την ανώτερη βία που προέβαλαν ). Επιπλέον, οι αρμόδιες υπηρεσίες ελέγχου ασφαλώς δεν παρέβησαν εν προκειμένω το καθήκον τους, όπως παρατήρησα ήδη, και, όπως επίσης ο οργανισμός παρεμβάσεως, ασφαλώς δεν παρέβησαν τις διατάξεις του συγκεκριμένου κανονισμού, αλλά αντίθετα τις εφάρμοσαν προσηκόντως. Ίσως οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν επίσης κατά την προφορική διαδικασία τη θεωρία της ευθύνης από αδικοπραξία, διότι θεώρησαν ότι δεν μπορούσαν να επικαλεστούν στην αστική διαφορά στην κύρια δίκη τις αρχές της χρηστής διοίκησης, όπως αυτές που προβλήθηκαν στις υποθέσεις « Milchkontor και λοιποί ». Όπως κι αν έχει το πράγμα, επί του ζητήματος αυτού, όσον αφορά τη συναλλαγή για την οποία πρόκειται, το επιχείρημα στερείται εν πάση περιπτώσει πραγματικής βάσεως, για τους λόγους που προέβαλαν η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή.
Τελικά, εφόσον στην υπόθεση αυτή δέχομαι πλήρως τα επιχειρήματα της ολλανδικής κυβερνήσεως και της Επιτροπής, προτείνω στο Δικαστήριο, σαν συμπέρασμα, στα ερωτήματα που υπέβαλε το Hoge Raad να δώσει, σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής, την ακόλουθη απάντηση:
« Ο πρώτος αγοραστής ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση να τηρήσει τους όρους του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), του κανονισμού 232/75, εκτός περιπτώσεως ανώτερης βίας, δεν απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του αν δεν τήρησε τους όρους αυτούς και δεν δικαιούται να ζητήσει την ελευθέρωση της συσταθείσας ασφάλειας μεταποιήσεως, αν το αντίτυπο ελέγχου ή το προβλεπόμενο έγγραφο δεν έχει προσκομιστεί. Το γεγονός ότι ο αγοραστής αυτός ενήργησε εμπιστευόμενος στην ορθότητα των ελέγχων που διενεργήθηκαν σε προηγούμενες συναλλαγές με αποτέλεσμα να παραδοθούν οι τελωνειακές διασαφήσεις — των οποίων το περιεχόμενο απεδείχθη εν συνεχεία ανακριβές — και να ελευθερωθούν οι ασφάλειες μεταποιήσεως που συστάθηκαν για τις παρτίδες βουτύρου στις οποίες αναφέρονταν οι διασαφήσεις αυτές, εξυπακουομένου ότι δεν θα πραγματοποιούσε τις εν λόγω αγορές και παραδόσεις, αν οι ενδιαφερόμενες αρχές είχαν διενεργήσει κανονικά στις προηγούμενες παρτίδες τους σχετικούς ελέγχους, δεν μπορεί να αποτελέσει περίπτωση ανώτερης βίας, ούτε εξάλλου να απαλλάξει τον αγοραστή αυτό από τις υποχρεώσεις του ή να δημιουργήσει υπέρ αυτού δικαίωμα αποδόσεως της ασφάλειας. »
( *1 ) Μετάφφαση από τα ολλανδικά.
( 1 ) Κατά την προφορική διαδικασία, οι αναιρεσείουσες πρότειναν την ακόλουθη κάπως απλοποιημένη απάντηση: «Το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται σε κανόνες εθνικού δικαίου, δυνάμει των οποίων ο συστήσας ασφάλεια μεταποιήσεως κατά την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού 232/75 διαθέτει, στο πλαίσιο διαδικασίας που αποβλέπει στη διεκδίκηση της ασφάλειας αυτής, τη δυνατότητα να επικαλεστεί προς απαλλαγή του περιστάσεις άσχετες προς αυτόν, που συνίστανται ιδίως σε πράξεις ή παραλείψεις των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής, αν μπορεί να αποδειχθεί ότι ο συστήσας την ασφάλεια ενήργησε καλοπίστως, θεωρώντας ότι οι αρχές εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλουν οι σχετικές διατάξεις, κατά τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί συνήθως και κανονικά αρχή που επιδεικνύει συνήθη επιμέλεια».
( 2 ) Γενικότερα, η «θεωρία του Schutznorm» (όρος που δύσκολα μεταφράζεται στα ολλανδικά και στα γαλλικά) είναι μια θεωρία η οποία εισάγει ένα κριτήριο για την επίλυση του ζητήματος αν ένας ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας κατά εκείνου (ιδιώτη ή δημόσιας αρχής), που ενήργησε κατά παράβαση διατάξεως νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αποδίδεται αποφασιστική σημασία στο ζήτημα αν η εν λόγω διάταξη νόμου πρέπει επίσης να θεωρηθεί ότι προ στατεύει τα συμφέροντα του ενδιαφερομένου.
( 3 ) Ειδικότερα, η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών σχετικά με το άρθρο 12 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ (PB 1976, L 73, σ. 18), θα άξιζε να εξεταστεί σε συγκεκριμένο πλαίσιο διαφορετικό από αυτό της υπό κρίση υποθέσεως.
( 4 ) Επί μερικών σημείων έχω προσθέσει διευκρινίσεις εντός παρενθέσεως.
( 5 ) Όσον αφορά την αντίληψη αυτή, παραπέμπω στις προτάσεις μου στην υπόθεση 124/83, όπου υποστήριξα ότι η αντίληψη αυτή δεν φαίνεται να είναι ορθή παρά μόνο καθόσον το δικαίωμα αναγωγής του πρώτου αγοραστή κατά των μεταγενέστερων αγοραστών δεν έχει ακόμη παραγραφεί. Πέρα από το όριο αυτό θα ήταν πράγματι πολύ δύσκολο στην πράξη να ληφθεί τραπεζική εγγύηση ή άλλη ασφάλεια.
Full & Egal Universal Law Academy