ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 27ης Μαρτίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπό κρίση υπόθεση αφορά προσφυγή της Επιτροπής, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή δύο οδηγιών: α) της οδηγίας του Συμβουλίου 77/452 της 27ης Ιουνίου 1977 περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων νοσοκόμου υπευθύνου για γενική περίθαλψη και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 251) («η οδηγία περί αναγνωρίσεως») και β ) της οδηγίας του Συμβουλίου 77/453, επίσης της 27ης Ιουνίου 1977, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των νοσοκόμων υπευθύνων για γενική περίθαλψη (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 258 ) ( « η οδηγία περί συντονισμού » ). Οι οδηγίες αυτές κοινοποιήθηκαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στις 29 Ιουνίου 1977 και, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, της πρώτης και του άρθρου 4, παράγραφος 1, της δεύτερης, τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή τους έπρεπε να είχαν ληφθεί μέχρι τις 29 Ιουνίου 1979.
Στις 2 Ιουλίου 1980, η Επιτροπή απηύθυνε επιστολή στην κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, επισημαίνοντας ότι δεν είχε λάβει ακόμη κανένα μέτρο εφαρμογής των δύο οδηγιών. Η κυβέρνηση κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, πράγμα που έπραξε με έγγραφο της 30ής Ιουλίου 1980. Το έγγραφο αυτό αναφέρει ότι είχε κατατεθεί τότε νομοσχέδιο στο γερμανικό κοινοβούλιο, οι διατάξεις του οποίου αποσκοπούν στην εφαρμογή της οδηγίας περί αναγνωρίσεως στο γερμανικό εσωτερικό δίκαιο. Αναφερόταν ότι με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του νομοσχεδίου θα εξουσιοδοτούνταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση να θεσπίσει κανονισμούς εφαρμογής της οδηγίας περί συντονισμού. Με το έγγραφο γίνεται δεκτό και μάλιστα αναγνωρίζεται ότι ήταν αναγκαία στη Γερμανία η θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων. Στη συνέχεια, ωστόσο, του εγγράφου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι, ουσιαστικά, οι δύο οδηγίες εφαρμόζονταν ήδη στην πράξη.
Στις 25 Νοεμβρίου 1981, η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία παρατήρησε ότι η Γερμανία δεν είχε ακόμη λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή των δύο οδηγιών στο εθνικό της δίκαιο και της έταξε προθεσμία δύο μηνών για να το πράξει. Στις 13 Απριλίου 1982, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι δεν ήταν διατεθειμένη να θεσπίσει νόμο που θα περιελάμβανε απλώς τις διατάξεις εφαρμογής των δύο οδηγιών, αλλά είχε επιλέξει να θεσπίσει τις σχετικές διατάξεις ως μέρος μιας πολύ ευρύτερης νομοθετικής μεταρρύθμισης στον εν γένει τομέα της υγειονομικής περίθαλψης η καθυστέρηση της θέσπισης των διατάξεων εφαρμογής των οδηγιών, που οφειλόταν στις δυσχέρειες της ψήφισης της σχετικής νομοθεσίας από το Κοινοβούλιο, μπορούσε να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι οι οδηγίες ήδη εφαρμόζονταν πλήρως de facto. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1983 και στις 30 Νοεμβρίου 1983, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία απηύθυνε έγγραφα στην Επιτροπή με νεότερες πληροφορίες για την πρόοδο της εν λόγω νομοθεσίας, χρησιμοποιώντας και στις δύο περιπτώσεις διατύπωση που προέδιδε την παραδοχή ότι ήταν αναγκαία η θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων.
Τέλος, στις 20 Ιανουαρίου 1984, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή στο Δικαστήριο, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα μέτρα που απαιτούνταν για την εφαρμογή των δύο οδηγιών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε από τη Συνθήκη ΕΟΚ, εξαιρέσει του ότι είχε παράσχει τις πληφορίες που απαιτούνται από το άρθρο 17 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης να της επιδικαστούν τα δικαστικά έξοδα.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία αναγνωρίζει ότι ηθελημένα καθυστέρησε τη θέσπιση διατάξεων εφαρμογής των δύο οδηγιών, για να τις εντάξει στη νέα νομοθεσία, με την οποία θα αναδιοργάνωνε εκ βάθρων τους κανόνες των υγειονομικών επαγγελμάτων. Δεν στηρίζει, ωστόσο, την άμυνά της στο ότι επίκειται η θέσπιση νομοθεσίας εφαρμογής. Ως μέσο άμυνας προβάλλει ότι με τις υφιστάμενες διατάξεις του γερμανικού δικαίου, όπως ήδη εφαρμόζονται στην πράξη, εφαρμόζονται πλήρως οι επιταγές των οδηγιών και ότι δεν απαιτούνται μέτρα εφαρμογής.
Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού προβάλλονται δύο λόγοι: πρώτον, ως προς την οδηγία περί αναγνωρίσεως, υποστηρίζεται ότι το άρθρο 2 του γερμανικού νόμου περί υγειονομικής περιθάλψεως του 1965, όπως ερμηνεύεται και εφαρμόζεται από τις γερμανικές αρχές, είναι απολύτως σύμφωνο με τις απαιτήσεις της οδηγίας. Το άρθρο 2 του νόμου αυτού προσδιορίζει δύο κατηγορίες προσώπων που μπορούν να λάβουν άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του/της νοσοκόμου· είναι: 1 ) όσοι έχουν παρακολουθήσει τη γερμανική εκπαίδευση και έχουν επιτύχει στις γερμανικές εξετάσεις, περί των οποίων ορίζει ο νόμος, και 2 ) οι γερμανοί υπήκοοι ή απάτριδες που έχουν λάβει άλλη μορφή εκπαίδευσης, η οποία αναγνωρίζεται ως ισοδύναμη με τη γερμανική. « Η άδεια μπορεί να χορηγηθεί και σε άλλα πρόσωπα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές » ( άρθρο 2, παράγραφος 2 ). Η τελευταία αυτή βραχεία διάταξη — όπως υποστηρίζεται — ερμηνεύεται και εφαρμόζεται από τις γερμανικές διοικητικές αρχές έτσι ώστε να υλοποιούνται πλήρως οι επιταγές της οδηγίας ως προς την αναγνώριση των διπλωμάτων. Για να απαντήσει στην παρατήρηση ότι η απλή διοικητική πρακτική, που — ως εκ της φύσεως της — μπορεί να μεταβάλλεται κατά το δοκούν των αρχών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσήκουσα εκπλήρωση της υποχρέωσης κράτους μέλους να λάβει μέτρα εφαρμογής κοινοτικών οδηγιών [όπως έχει δεχτεί το Δικαστήριο, στην υπόθεση 102/79, Βέλγιο (1980) ECR σ. 1473 στη σ. 1486 υπόθεση 96/81, Κάτω Χώρες, Συλλογή 1982, σ. 1791 στις σ. 1804-1805, και υπόθεση 145/82, Ιταλία, Συλλογή 1983, σ. 711 στη σ. 718], η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία προβάλλει τον ισχυρισμό ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, η πάγια αυτή πρακτική δεσμεύει τις διοικητικές αρχές και δημιουργεί δικαιώματα, τα οποία οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων.
Δεύτερον, όσον αφορά την οδηγία περί συντονισμού, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία επικαλείται το γεγονός ότι έχει υπογράψει την Ευρωπαϊκή Συμφωνία της 25ης Οκτωβρίου 1967 για την εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση των νοσοκόμων, οι διατάξεις της οποίας αντιστοιχούν προς τις διατάξεις της οδηγίας, και την έχει μετατρέψει σε εσωτερικό δίκαιο με νόμο της 13ης Ιουνίου 1972 και επομένως δεν απαιτείται πλέον η μεταφορά της οδηγίας περί συντονισμού στο γερμανικό εσωτερικό δίκαιο.
Με την απάντηση της, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία μετέβαλε τη στάση της και, ενώ αρχικά παραδέχτηκε ότι χρειαζόταν να γίνει μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, στη συνέχεια υποστήριξε ότι δεν χρειαζόταν καμιά μεταφορά. Αρνείται ότι έχουν ληφθεί πρόσφορα μέτρα για την εφαρμογή των οδηγιών. Ως προς την οδηγία περί αναγνωρίσεως, το άρθρο 2, παράγραφος 2 του γερμανικού νόμου του 1965 δεν περιέχει καμιά διάταξη ανταποκρινόμενη στο συγκεκριμένο αντικείμενο της οδηγίας. Οι συγκεκριμένες εγγυήσεις που απαιτούνται δεν έχουν εισαχθεί στο γερμανικό δίκαιο και, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η διοίκηση δεσμεύεται από τη δική της πρακτική, το γεγονός αυτό δεν αναπληρώνει τη ρητή τροποποίηση των νομοθετικών διατάξεων, οι οποίες διαφέρουν αισθητά από τις διατάξεις της οδηγίας. Ως προς την οδηγία περί συντονισμού, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Γερμανία δεν αρνείται ότι οι από 2 Αυγούστου 1966 κανονισμοί της περί εκπαιδεύσεως και εξετάσεων υπολείπονται των απαιτήσεων της οδηγίας. Αντιθέτως, υπολείπονται πράγματι από διάφορες απόψεις, μεταξύ των οποίων η εκπαίδευση στη γηριατρική, στην ψυχιατρική και στην οίκοι νοσηλεία· η πρακτική της εκπαίδευσης νοσοκόμων στη Γερμανία επίσης υπολείπεται των απαιτήσεων της οδηγίας. Η Ευρωπαϊκή Συμφωνία του 1967, την οποία επικαλέστηκε η γερμανική κυβέρνηση, απλώς επικυρώθηκε απ' αυτήν και ουδέποτε μετατράπηκε σε εσωτερικό δίκαιο: δεσμεύει μεν το κράτος, δεν δημιουργεί όμως ατομικά δικαιώματα. Επομένως, ο κυρωτικός νόμος της 13ης Ιουνίου 1972 δεν παρέχει καμιά εγγύηση για την εφαρμογή της οδηγίας. Εν πάση περιπτώσει, οι διατάξεις της Συμφωνίας διαφέρουν από τις διατάξεις της οδηγίας: υπολείπεται των απαιτήσεων της οδηγίας ως προς την εκπαίδευση για την οίκοι νοσηλεία, την ακτινολογία, τη διαιτητική και τη φαρμακολογία.
Με την ανταπάντηση, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία διατείνεται ότι δεν δεσμεύεται από παραδοχές στις οποίες προέβη σε αλληλογραφία προ της δίκης. Ωστόσο, όσον αφορά την οδηγία περί αναγνωρίσεως, κάνει λόγο για θέση σε εφαρμογή σε δύο στάδια: η « αντικειμενική νομική κατάσταση » που αντιστοιχεί στις απαιτήσεις της οδηγίας ήδη υφίσταται στην πράξη και θα επακολουθήσουν τα « συμπληρωματικά καθαρώς τυπικά δηλωτικού χαρακτήρα μέτρα », δηλαδή η νομοθεσία. Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν αρνείται ότι η διοικητική της πρακτική είναι σύμφωνη με την οδηγία περί αναγνωρίσεως. Η διοικητική αυτή πρακτική συνιστά προσήκουσα εφαρμογή της οδηγίας, διότι απονέμει στους ιδιώτες δικαστικώς επιδιώξιμα δικαιώματα, οι δε υπήκοοι άλλων κοινοτικών χωρών πληροφορούνται για τα δικαιώματα αυτά από τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς ενημερώσεως, που έχουν γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή και τα λοιπά κράτη μέλη σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 17 της οδηγίας. Όσον αφορά την οδηγία περί συντονισμού, η Γερμανία ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας του 1967 και της οδηγίας είναι άνευ σημασίας ως προς την εφαρμογή του δικαίου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και ότι, από το τέλος του Ιουνίου 1979 το αργότερο, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει συμμορφωθεί πλήρως προς τις απαιτήσεις της Συμφωνίας αυτής. Εξάλλου, δεν αποκρούει την αιτίαση της Επιτροπής ότι ο κυρωτικός της νόμος δεν μετέτρεψε ρητά τις διατάξεις της Συμφωνίας σε εσωτερικό δίκαιο και καταφεύγει στον ισχυρισμό ότι δεν θα ήταν πλέον νόμιμο για τις γερμανικές αρχές να αποστούν από την τήρηση των κανόνων της Συμφωνίας, εφόσον έχουν δεσμευτεί με την πάγια πρακτική τους.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η γερμανική κυβέρνηση ζήτησε από το Δικαστήριο να εξετάσει αν, στην πράξη, οι υφιστάμενες γερμανικές ρυθμίσεις επιτυγχάνουν τους στόχους που ορίζονται στις δύο οδηγίες. Αν ήθελε διαπιστωθεί ότι οι στόχοι αυτοί επιτυγχάνονταν στην πράξη — υποστηρίχτηκε — θα ήταν υπερβολικά τυπολατρική η εμμονή στο ότι αυτό πρέπει να γίνει νομοθετικώς και όχι με τη διοικητική πρακτική ( ή ίσως με διοικητική πρακτική σε συνδυασμό με την προϋφιστάμενη νομοθεσία, με το άμεσα εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο και τις άγραφες βασικές αρχές ).
Κατά την τρίτη παράγραφο του άρθρου 189 της Συνθήκης, « η οδηγία δεσμεύει κάθε Κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών ». Επομένως, ένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται να θεσπίσει νομοθεσία που ακολουθεί τη διατύπωση της οδηγίας λεπτομερώς ή, ακόμη περισσότερο, κατά λέξη. Όταν ένα κράτος μέλος θεσπίζει νομοθεσία, είναι ελεύθερο να την καταρτίσει με όποιον τρόπο κρίνει σκόπιμο, αρκεί να επιτυγχάνεται με αυτήν το σκοπούμενο αποτέλεσμα της οδηγίας, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 9 και 10 της απόφασης του στην υπόθεση 163/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1983, σ. 3273 στις σ. 3286-3287. Η υπόθεση εκείνη, ωστόσο, αφορούσε νομοθεσία που είχε θεσπιστεί από κράτος μέλος και όχι διοικητική πρακτική.
Το Δικαστήριο έχει όμως δεχτεί παγίως με τη νομολογία του ότι η απλή διοικητική πρακτική δεν συνιστά προσήκουσα εφαρμογή οδηγίας ( π.χ. υπόθεση 145/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1983, σ. 711 στη σ. 718: «η απλή διοικητική πρακτική, που από τη φύση της υπόκειται σε μεταβολές κατά τη βούληση της διοικήσεως και η οποία στερεί αι της προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί νόμιμη εκπλήρωση της υποχρεώσεως που υπέχουν τα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 189 της Συνθήκης, ως αποδέκτες οδηγιών » ). Η γερμανική κυβέρνηση επιδιώκει να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα αυτού, υποστηρίζοντας ότι η επίδικη στην υπό κρίση υπόθεση διοικητική πρακτική δεν μπορεί να μεταβληθεί « κατά τη βούληση της διοικήσεως », αλλ' αντιθέτως είναι δεσμευτική για τις διοικητικές αρχές έτσι, ώστε να παρέχει στους ιδιώτες δικαστικώς επιδιώξιμα δικαιώματα.
Η έννοια αυτή, γνωστή στα γερμανικά ως « Selbstverbindung der Verwaltung » ( η αυτοδέσμευση της Διοικήσεως), συζητήθηκε και από τους δύο διαδίκους στο ακροατήριο. Έγινε από κοινού δεκτό ότι δεν σημαίνει ότι, άπαξ η Διοίκηση έχει υιοθετήσει μια πάγια πρακτική ( π.χ. ως προς την ερμηνεία μιας νομοθετικής διάταξης ), η Διοίκηση δεν μπορεί ποτέ να μεταβάλει την πρακτική αυτή. Αντιθέτως, η γερμανική κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η Διοίκηση μπορεί να αποστεί από την προηγούμενη πρακτική της, αν συντρέχει αντικειμενικός προς τούτο λόγος. Η γερμανική κυβέρνηση δεν απέκρουσε τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η εν λόγω έννοια σημαίνει μόνον ότι η Διοίκηση δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα, κατά τρόπο συνιστώντα διάκριση σε ατομικές περιπτώσεις, δεν αποκλείει όμως μεταβολή της όλης πολιτικής. Εφόσον η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία αναγνώρισε ότι η Διοίκηση μπορεί, έστω και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αποστεί της πρακτικής της παρά την ισχύ της εν λόγω αρχής, δεν απέδειξε ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του γερμανικού διοικητικού δικαίου καθιστούν τη διοικητική πρακτική πρόσφορο μέσο για την εφαρμογή οδηγίας. Έστω και αν η ακολουθούμενη σε δεδομένη χρονική στιγμή πρακτική είναι σύμφωνη με τους σκοπούς μιας οδηγίας, το ελάττωμα που είναι σύμφυτο με τη διοικητική πρακτική εξακολουθεί να υφίσταται, υπό την έννοια ότι η πρακτική αυτή μπορεί να μεταβληθεί, χωρίς την παρέμβαση του νομοθέτη, κάποτε στο μέλλον.
Περαιτέρω, η Επιτροπή ισχυρίστηκε, η δε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία δεν το αμφισβήτησε, ότι η « αυτοδέσμευση της Διοικήσεως » λειτουργεί μόνον όταν συγκεκριμένος πολίτης έχει νόμιμη αξίωση, ενώ οι δύο οδηγίες περιέχουν σειρά διατάξεων που απαιτούν από το κράτος τη λήψη μέτρων που είναι ανεξάρτητα από ατομικές αξιώσεις, που αφορούν, παραδείγματος χάρη, το πρόγραμμα σπουδών για την εκπαίδευση νοσοκόμων. Επομένως, και αν ακόμη η γερμανική διοικητική πρακτική διέθετε τον απαιτούμενο πάγιο χαρακτήρα, φαίνεται ότι εν πάση περιπτώσει αυτός θα ίσχυε για ορισμένα από τα ζητήματα που καλύπτουν οι οδηγίες και όχι για όλα.
Συνάγω ότι, έστω και αν η μεταβολή διοικητικής πρακτικής υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς στο γερμανικό δίκαιο, δεν αποδείχτηκε ότι με τον τρόπο αυτό η διοικητική πρακτική αποκτά σε ικανοποιητικό βαθμό χαρακτήρα βεβαιότητας, ώστε να θεωρείται ότι συνιστά προσήκουσα εκπλήρωση της υποχρέωσης που επιβάλλεται από το άρθρο 189 ως προς την εφαρμογή των οδηγιών.
Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να πληρούται και μια δεύτερη προϋπόθεση, όσον αφορά την εφαρμογή οδηγιών, και αυτή είναι η δημοσιότητα. Η απαίτηση αυτή επιβάλλεται από δύο λόγους: 1 ) να παρέχεται η δυνατότητα στον πολίτη της Κοινότητας να γνωρίζει τα δικαιώματα του και να έχει στη διάθεση του ένα κείμενο, το οποίο να μπορεί να επικαλείται χωρίς δυσκολίες και έξοδα· 2 ) να εξασφαλίζεται επαρκής διαφάνεια, ώστε να παρέχεται στην Επιτροπή η δυνατότητα να ελέγχει αποτελεσματικά κατά πόσον έχουν ληφθεί τα μέτρα για την εφαρμογή μιας οδηγίας. Είναι σαφές ότι η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται στην υπό κρίση υπόθεση.
Αυτό σημαίνει ότι η Γερμανία δεν μπορεί να επικαλεστεί τη διοικητική της πρακτική ως μέσο εφαρμογής της οδηγίας, ασχέτως του περιεχομένου της πρακτικής αυτής.
Είναι, επομένως, αναγκαίο να εξεταστεί η υφιστάμενη νομοθεσία. Γίνεται δεκτό — και είναι άλλωστε προφανές — ότι αυτή δεν επαρκεί για να αποτελέσει εφαρμογή της οδηγίας περί αναγνωρίσεως. Όσον αφορά την οδηγία περί συντονισμού: 1 ) γίνεται δεκτό ότι ο υφιστάμενος γερμανικός νόμος περί υγειονομικής περιθάλψεως και οι σχετικοί κανονισμοί υπολείπονται των απαιτήσεων της οδηγίας και 2) ανεξαρτήτως του αν η Ευρωπαϊκή Συμφωνία της 25ης Οκτωβρίου 1967 διαφέρει ή όχι από την οδηγία, φαίνεται ότι ο γερμανικός νόμος της 13ης Ιουνίου 1972 απλώς την επικυρώνει, χωρίς να την ενσωματώνει στην εσωτερική έννομη τάξη, έτσι ώστε να παρέχει δικαιώματα στους ιδιώτες.
Επομένως, ούτε και μέσω της νομοθεσίας της η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία εκπλήρωσε την υποχρέωση της να θέσει σε εφαρμογή τις δύο οδηγίες.
Συνεπώς, είμαι της γνώμης ότι πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής να αναγνωριστεί η παράβαση και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy