ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 28ης Φεβρουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
Α.
Η υπόθεση επί της οποίας αναπτύσσω τις προτάσεις μου αφορά το κύρος ενός κοινοτικού κανονισμού, με τον οποίο καθορίζονταν μεταξύ άλλων τα νομισματικά εξισωτικά ποσά για τη λαμβανόμενη από αραβόσιτο γλυκόζη σε σκόνη (δεξτρόζη) της διακρίσεως 17.02 Β II α ) του κοινού δασμολογίου.
Στη Διάταξη περί παραπομπής γίνεται μνεία του κανονισμού 1541/80 της 19ης Ιουνίου 1980 (ABl. 1980, L 156, σσ. 1, 2, 5, 6)- η Επιτροπή υποστήριξε όμως — και η ενάγουσα στην κύρια δίκη συμμερίστηκε την άποψη αυτή — ότι ορθότερο είναι να γίνεται μνεία του κανονισμού 2140/79 (ABl. 1979, L 247, σσ. 1 και επ. ), στον οποίο, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 του κανονισμού 1541/80, αντικαταστάθηκε με τον τελευταίο αυτό κανονισμό η στήλη « Ιταλία » στο παράρτημα Ι.
Ο εν λόγω κανονισμός ίσχυε όταν η ενάγουσα στην κύρια δίκη, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων, εξήγαγε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά το χρονικό διάστημα από 7ης μέχρι 11ης Ιουλίου 1980 τα ανωτέρω προϊόντα, στα πλαίσια του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Κατά την εξαγωγή αυτή έπρεπε να καταβληθούν από τον εξαγωγέα νομισματικά εξισωτικά ποσά, δεδομένου ότι η Ιταλία αποτελεί χώρα με ασθενές νόμισμα.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το νομισματικό εξισωτικό ποσό που κατέβαλε υπερβαίνει κατά 14 % περίπου το πράγματι οφειλόμενο, διότι ο εν λόγω κανονισμός στηρίχθηκε κατά τον καθορισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών για μεταποιημένα προϊόντα με βάση τον αραβόσιτο στην τιμή παρεμβάσεως του αραβοσίτου, χωρίς να λάβει υπόψη την επιστροφή που χορηγείται κατά την παραγωγή αμύλου αραβοσίτου, η οποία συνεπάγεται μείωση της τιμής της πρώτης ύλης. Ότι αυτό είναι παράνομο διαπιστώθηκε ήδη πράγματι από το Δικαστήριο όσον αφορά προγενέστερο κανονισμό (τον κανονισμό 652/76) με την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 145/79 ( 1 ), πράγμα το οποίο προφανώς δεν αγνοούσε η ενάγουσα.
Η ενάγουσα άσκησε επομένως αγωγή ενώπιον του Tribunale της Βενετίας, ζητώντας την επιστροφή του τμήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών που κατέβαλε κατά παράβαση του κανονισμού 974/71. Το επιληφθέν δικαστήριο έκρινε ότι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας δεν είναι αβάσιμοι και συνεπώς, με Διάταξη της 24ης Νοεμβρίου 1983, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο ερώτημα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
« Ο κανονισμός 1541/80 της Επιτροπής, της 19ης Ιουνίου 1980, είναι έγκυρος κατά το μέτρο που καθορίζει σε 29612 λίρες ανά τόνο τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που πρέπει να καταβληθούν λόγω της εξαγωγής των προϊόντων για τα οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση (γλυκόζη σε σκόνη ή δεξτρόζη), που υπάγονται στη δασμολογική κλάση 17.02 Β II α), δεδομένου ότι ο υπολογισμός των εν λόγω νομισματικών εξισωτικών ποσών βασίστηκε στην τιμή παρεμβάσεως του αραβοσίτου χωρίς να ληφθεί υπόψη η επιστροφή λόγω παραγωγής αμύλου αραβοσίτου, σύμφωνα με κριτήριο που ήδη κρίθηκε ως παράνομο με την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 15 Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 145/79;»
Β. Επί των ανωτέρω παρατηρώ τα ακόλουθα.
1.
Το μοναδικό ερώτημα που υπέβαλε το δικαστήριο δεν προκαλεί προφανώς δυσχέρειες.
Όπως ανέφερα, υπάρχει ήδη σαφής νομολογία επί του προβλήματος αν κατά τον υπολογισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών για τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τον αραβόσιτο και το άμυλο αραβοσίτου πρέπει να εκληφθεί ως βάση η τιμή παρεμβάσεως του αραβοσίτου ή αν, εφόσον πρόκειται για ενδοκοινοτικό εμπόριο, πρέπει να αφαιρεθεί η επιστροφή λόγω παραγωγής. Κανένας δεν έθεσε υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της νομολογίας αυτής, ούτε το παραπέμπον δικαστήριο διατύπωσε επικρίσεις. Είναι συνεπώς βέβαιο ότι δεν είναι νόμιμα τα νομισματικά εξισωτικά ποσά για μεταποιημένα προϊόντα, που υπολογίζονται βάσει της τιμής παρεμβάσεως από την οποία δεν αφαιρείται η επιστροφή λόγω παραγωγής. Το ίδιο πρέπει επομένως να ισχύει και για τον υπό κρίση κανονισμό, βάσει του οποίου, όπως δέχεται άνευ ετέρου η Επιτροπή, εφαρμόστηκε επίσης η ανωτέρω μέθοδος υπολογισμού.
Μπορεί μάλιστα να λεχθεί ότι τώρα δεν είναι καθόλου αναγκαία η διαπίστωση της ακυρότητας του κανονισμού τον οποίο αφορά η παρούσα διαδικασία, διότι η ακυρότητα αυτή προκύπτει ήδη — σιωπηρά τουλάχιστον — από την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 145/79 ( 1 ). Είναι σχετικά σημαντικό το γεγονός — έστω και αν στην ανωτέρω υπόθεση επρόκειτο για άμυλο αραβοσίτου ( και συνεπώς όχι για γλυκόζη ) — ότι επικρίθηκε γενικά ο υπολογισμός των νομισματικών εξισωτικών ποσών για μεταποιημένα προϊόντα με βάση τον αραβόσιτο ( « άμυλο αραβοσίτου και παράγωγά του » — σκέψη 16 της αποφάσεως), για τα οποία έχει ορισμένη σημασία η επιστροφή λόγω παραγωγής. Επιπλέον, για τον ίδω λόγο δεν αναγνωρίστηκε μόνο η ακυρότητα του τότε υπό κρίση κανονισμού 652/76 εκτός αυτού, στη σκέψη 49 της αποφάσεως αναφέρεται ότι « το ίδιο ισχύει όσον αφορά το κύρος των μεταγενέστερων κανονισμών της Επιτροπής με τους οποίους καθορίζονται ή τροποποιούνται τα νομισματικά εξισωτικά ποσά για τα προϊόντα στα οποία αναφέρεται η προηγούμενη παράγραφος ». Συμπεριλαμβανόταν επομένως και ο ήδη υπάρχων κατά την έκδοση της αποφάσεως κανονισμός 2140/79 (όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό 1541/80 της 19ης Ιουνίου 1980), διότι αντικαθιστούσε προγενέστερο κανονισμό (τον κανονισμό 1367/79). Διαπιστώνεται έτσι η ύπαρξη αδιάσπαστης συνέχειας κανονισμών μέχρι τον κανονισμό 527/76, ο οποίος συμπληρώθηκε και αυτός με τον ήδη μνημονευθέντα κανονισμό 652/76.
Θα ήταν συνεπώς αρκετό να λεχθεί στην παρούσα διαδικασία ότι η ακυρότητα του κανονισμού στον οποίο αναφέρεται το ιταλικό δικαστήριο προκύπτει ήδη βάσει της αποφάσεως στην υπόθεση 145/79 ( 1 ). Προς το συμφέρον όμως και της ασφάλειας και σαφήνειας του δικαίου — διότι το διατακτικό της τότε αποφάσεως δεν αναφερόταν ρητά στον κανονισμό και στα προϊόντα που ενδιαφέρουν εν προκειμένω — δεν είναι ασφαλώς άσκοπο να διατυπωθεί ρητά στο διατακτικό της αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί ότι ο κανονισμός 2140/79 (όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό 1541/80) πρέπει να θεωρηθεί ανίσχυρος για τους εκτεθέντες λόγους.
Περισσότερα σχετικά με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως — όσον αφορά το διατακτικό και το σκεπτικό της — δεν είναι κατ' ουσία αναγκαίο να λεχθούν τώρα.
2.
Εντούτοις, κατά τη διαδικασία εξετάστηκε επιπλέον διεξοδικότατα ( και όσον αφορά την ενάγουσα είναι δυνατό να λεχθεί: κυρίως) το ζήτημα των αποτελεσμάτων της αναγνωρίσεως της ακυρότητας. Έστω και αν το εθνικό δικαστήριο δεν αναφέρθηκε ρητά στο ζήτημα αυτό ( προφανώς διότι έχει την τάση, όπως και άλλα δικαστήρια, παρά τις διαπιστώσεις της αποφάσεως 145/79 ( 1 ) με τις οποίες θα ασχοληθώ σε λίγο, να αποφασίζει αυτόνομα όσον αφορά την αξίωση αποδόσεως, συνεπώς όσον αφορά τις κατά την άποψη του αναγκαίες συνέπειες που προκύπτουν από την αναγνώριση της ακυρότητας), εντούτοις δεν πρέπει απλώς να το αντιπαρέλθουμε. Διότι το πρόβλημα αυτό έχει επίσης σημασία — βάσει ερωτημάτων που διατυπώθηκαν ρητά — και για τις συγχρόνως εκδικαζόμενες υποθέσεις 39/84 ( 2 ) και 46/84 ( 3 ), και αν σχετικά συναχθούν συγκεκριμένα συμπεράσματα, αυτά θα πρέπει φυσικά να ισχύουν και για την προκειμένη περίπτωση,
α)
Υπενθυμίζω ότι στην απόφαση επί της υποθέσεως 145/79 ( 1 ) σχετικά με τις συνέπειες της κηρύξεως της ακυρότητας στα πλαίσια διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, θεωρήθηκε ορθή η κατ' αναλογία εφαρμογή του άρθρου 174 της Συνθήκης ΕΟΚ, στο οποίο ορίζεται ότι:
« Αν το Δικαστήριο κηρύξει κανονισμό άκυρο, προσδιορίζει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, εκείνα τα αποτελέσματα του ακυρωθέντος κανονισμού που θεωρούνται ότι διατηρούν την ισχύ τους. »
Βάσει της διατάξεως αυτής, το Δικαστήριο δέχτηκε ρητά ότι η τότε διαπιστωθείσα ακυρότητα των επίδικων διατάξεων κανονισμού δεν επιτρέπει « να τεθεί υπό αμφισβήτηση η είσπραξη ή η καταβολή νομισματικών εξισωτικών ποσών στην οποία προέβησαν οι εθνικές αρχές, βάσει των διατάξεων αυτών, κατά την περίοδο που προηγείται της ημερομηνίας εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως » ( σκέψη 53 ). Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις συνέπειες που απορρέουν από την απόφαση αυτή όταν, με τον κανονισμό 3013/80 της 21ης Νοεμβρίου 1980 ( AB1. 1980, L 312, σσ. 12 και επ. ), τροποποίησε τα νομισματικά εξισωτικά ποσά ( μεταξύ άλλων και για τα προϊόντα που ενδιαφέρουν εν προκειμένω): εφόσον η απόφαση εκδόθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1980, ο εν λόγω κανονισμός όριζε ότι τα κατά τον τρόπο αυτό υπολογιζόμενα νομισματικά εξισωτικά ποσά έπρεπε να εφαρμόζονται κατόπιν αιτήσεως από τις 15 Οκτωβρίου 1980 (βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού ).
β )
Η ενάγουσα δεν θεωρεί αυτό ορθό. Υποστηρίζει κατ' ουσία ότι η αποστολή του Δικαστηρίου περατώνεται με τη διαπίστωση της ακυρότητας ενός κανονισμού' τις προκύπτουσες συνέπειες πρέπει να συναγάγει κατόπιν το εθνικό δικαστήριο. Το δικαστήριο αυτό πρέπει συνεπώς να αποφασίσει σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ( όπως τονίστηκε με προηγούμενες αποφάσεις) επί του ζητήματος της αποδόσεως αχρεωστήτως καταβληθέντων νομισματικών εξισωτικών ποσών. Σύμφωνα με το ιταλικό δίκαιο, το οποίο, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα, πρέπει να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση, τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά είναι αποδοτέα (εκτός από τις περιπτώσεις παραγραφής και παρελεύσεως της προθεσμίας). Στην προκειμένη περίπτωση, η καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1980 (επομένως προ της εκδόσεως της ανωτέρω αποφάσεως). Την 1η Ιουλίου 1980 άρχισε όμως να ισχύει ο κανονισμός 1430/79 του Συμβουλίου « περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών» (ΕΕ ειδ. έκδ., 11/015, σ. 162), ο οποίος, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, προβλέπει λύση για περιπτώσεις όπως οι εν προκειμένω στο άρθρο 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 14, κατά τις οποίες επιτρέπεται η επιστροφή αν το βεβαιωθέν ποσό των δασμών υπερβαίνει για οποιοδήποτε λόγο εκείνο που νομίμως έπρεπε να εισπραχθεί.
Η Επιτροπή δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή. Υποστηρίζει αντίθετα ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος να μεταβληθεί ουσιωδώς η ανωτέρω εκτεθείσα νομολογία. Το πολύ πολύ, θεωρεί δικαιολογημένη μια κάποια χαλάρωση της αρχής υπό την έννοια του να γίνει δεκτό το αναδρομικό αποτέλεσμα της αναγνωρίσεως της ακυρότητας για τους ενδιαφερόμενους οι οποίοι, ήδη προ της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως, προέβαλαν αξίωση αποδόσεως. Αντίθετα, κατά την άποψη πάντοτε της Επιτροπής, όσον αφορά υποθέσεις που πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν κλείσει κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της αποφάσεως, ισχύει επίσης η αρχή του ex nunc αποτελέσματος της αναγνωρίσεως της ακυρότητας.
γ)
Επί του προβλήματος αυτού παρατηρώ ακόμη τα ακόλουθα:
αα)
Εφόσον γίνεται δεκτό — και κατά την άποψη μου πρέπει να γίνει δεκτό — ότι η απόφαση 145/79 ( 1 ) περιλαμβάνει επίσης τη διαπίστωση της ακυρότητας του κανονισμού που ενδιαφέρει εν προκειμένω και συνεπώς ότι η κρίση όσον αφορά τα αποτελέσματα της αναγνωρίσεως της ακυρότητας ισχύει επίσης για τον κανονισμό αυτό, γεννάται το ερώτημα, κατόπιν των όσων υποστηρίζει η ενάγουσα, αν τώρα είναι πράγματι σκόπιμη η μεταβολή της νομολογίας αυτής.
Για να διευκολυνθεί η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι δυνατό να λεχθεί παραδείγματος χάριν ότι πρόκειται μόνο για μεταβολή σχετικά με μία μόνη περίπτωση, κατά την οποία πρέπει απλώς να μειωθούν νομισματικά εξισωτικά ποσά (μέσω δηλαδή μειώσεως της τιμής του αραβοσίτου κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής). Διότι στην απόφαση επί της υποθέσεως 145/79 ( 1 ) διατυπώθηκαν επικρίσεις έναντι του κανονισμού 652/76 και έναντι των μετέπειτα κανονισμών επίσης για το λόγο ότι το σύνολο των νομισματικών εξισωτικών ποσών για όλα τα παράγωγα προϊόντα υπερέβαινε τα οριζόμενα για το προϊόν βάσεως νομισματικά εξισωτικά ποσά ( σκέψη 48 ). Ήταν επομένως αναγκαίος ένας νέος συνολικός καθορισμός των νομισματικών εξισωτικών ποσών για διάφορα παράγωγα προϊόντα, δηλαδή δεν πρόκειται μόνο για τη μείωση ενός μεγέθους. Επιπλέον, για τον περιορισμό των αποτελεσμάτων της αναγνωρίσεως της ακυρότητας καθοριστική δεν ήταν μόνο η κατάσταση που μόλις περιέγραψα, αλλά επίσης η διαπίστωση ότι διαφορετικά, « λόγω της ελλείψεως ομοιομορφίας των σχετικών εθνικών νομοθετικών διατάξεων, θα μπορούσαν να σημειωθούν σημαντικές διαφορές μεταχειρίσεως » και συνεπώς νέες οτρεβλώοεις νου ανταγωνισμού ( σκέψη 52 ).
ββ)
Όσον αφορά την άποψη της προσφεύγουσας ότι το άρθρο 174 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν είναι καταρχήν εφαρμοστέο σε διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως όσον αφορά το κύρος κοινοτικών κανονισμών, δεν βλέπω κανένα λόγο να συμμεριστώ εν προκειμένω την άποψη αυτή και να προτείνω τόσο ριζική μεταβολή της νομολογίας. Νομίζω ότι το θεμελιώδες αυτό ζήτημα, μετά από εμπεριστατωμένη έρευνα, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί. Όπως ακριβώς και ο συνάδελφος Darmon στις προτάσεις του στην υπόθεση 112/83 ( 4 ), θεωρώ απόλυτα πειστική την άποψη ότι η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται επίσης στα πλαίσια της διαπιστώσεως της ακυρότητας ενός κοινοτικού κανονισμού, διότι και στην περίπτωση αυτή μπορούν προφανώς να ανακύπτουν οι ίδιες συγκρούσεις συμφερόντων όπως και στην περίπτωση της κηρύξεως της ακυρότητας στα πλαίσια ακυρωτικής διαδικασίας. Όλες οι παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως κατά της απόψεως αυτής δεν νομίζω αντίθετα ότι είναι ικανές να προκαλέσουν νέα συζήτηση επί του θεμελιώδους αυτού ζητήματος.
γγ)
Κατά την άποψη μου, δεν υπάρχει επίσης κανένας λόγος μεταβολής της νομολογίας βάσει του κανονισμού του Συμβουλίου 1430/79 « περί της επιστροφής ως αχρεω-στήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών », τον οποίο επικαλείται η ενάγουσα, που άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1980 ( βλ. άρθρο 27 ).
Ο εν λόγω κανονισμός υπήρχε ήδη κατά την έκδοση της αποφάσεως 145/79 ( 1 ), συγχρόνως δε το Δικαστήριο είχε καταλήξει στις ανωτέρω αμφισβητούμενες διαπιστώσεις όσον αφορά τα αποτελέσματα της αναγνωρίσεως της ακυρότητας. Δεν μπορεί εντούτοις να γίνει δεκτό ότι το πρόβλημα της αναδρομικής ισχύος που μας απασχολεί εν προκειμένω είχε εξεταστεί τότε υπό το φως επίσης του τώρα προβαλλόμενου κανονισμού.
Ο κανονισμός αυτός είναι ανεφάρμοστος για άλλους λόγους. Διότι ισχύει μόνο για εισφορές και λοιπές κατά την εξαγωγή εισπραττόμενες επιβαρύνσεις όσον αφορά τρίτες χώρες [άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β)], και όχι αντίθετα για νομισματικά εξισωτικά ποσά στα πλαίσια του ενδοκοινοτικού εμπορίου, η απόδοση των οποίων ζητείται στην κύρια δίκη. Η εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού επεκτάθηκε στα νομισματικά εξισωτικά ποσά για πρώτη φορά με τον κανονισμό 1371/81 της Επιτροπής, της 19ης Μαιιου 1981, περί λεπτομερειών διοικητικής εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( ΕΕ 1981, L 138 σσ. 1, και επ. — άρθρο 22, παράγραφος 2 ).
Έστω και αν γίνει δεκτό ότι ο κανονισμός 1430/79 ίσχυε ήδη προηγουμένως όσον αφορά τα νομισματικά εξισωτικά ποσά, δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 που επικαλείται η ενάγουσα — το οποίο προβλέπει την επιστροφή υπό την προϋπόθεση της αποδείξεως ότι το βεβαιωθέν ποσό υπερβαίνει για οποιοδήποτε λόγο το ποσό των νόμιμα εισπρακτέων εισφορών — δεν πληρούνται ακριβώς εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώνει μεν την ακυρότητα ενός κανόνα, με ισχύ όμως μόνο για το μέλλον. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι κατά τον προ της εκδόσεως της αποφάσεως της 15ης Οκτωβρίου 1980 χρόνο εξακολουθούσε να ισχύει ο κανόνας. Δεν μπορεί επίσης να γίνει σχετικά δεκτή ή άποψη ότι ο κανονισμός 1430/79 περιορίζει την εφαρμογή του άρθρου 174 της Συνθήκης ΕΟΚ, ενώ αντίθετα είναι βέβαιο ότι απόφαση του Δικαστηρίου στηριζόμενη στην ανωτέρω διάταξη νης Συνθήκης έχει υπέρτερη ισχύ από το θεσπιζόμενο με τον ανωτέρω κανονισμό παράγωγο κοινοτικό δίκαιο.
δδ )
Δεν υπάρχει επίσης κανένας λόγος μεταβολής της νομολογίας υπό την έννοια της παραδοχής του αναδρομικού αποτελέσματος της αναγνωρίσεως της ακυρότητας τουλάχιστον όσον αφορά τη μερική απόδοοη των νομισματικών εξισωτικών ποσών που υπερέβαιναν τα εισπρακτέα σε επιχειρήσεις οι οποίες προέβησαν στην καταβολή τους βάσει του εν λόγω κανονισμού.
Δεν είναι δυνατό να γίνει σχετικά δεκτή η άποψη ότι το πρόβλημα της αναδρομικής ισχύος έχει πλέον χάσει τη σημασία του λόγω του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν είχαν ζητηθεί από τους υπόχρεους καταβολδίς ( ΕΕ ειδ. έκδ., 02/007, σ. 254), και επομένως επιχειρήσεις χωρών με ισχυρό νόμισμα, μετά την προσαρμογή των νομισματικών εξισωτικών ποσών που υπερέβαιναν τα νομίμως προβλεπόμενα, δεν πρέπει να φοβούνται μήπως τους ζητηθεί να επιστρέψουν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που έλαβαν καθ υπέρβαση των εισπρακτέων. Και ο κανονισμός 1697/79 επεκτάθηκε επίσης στον τομέα των νομισματικών εξισωτικών ποσών για πρώτη φορά με τον κανονισμό 1371/81 (άρθρο 22, παράγραφος 2). Επιπλέον, είναι δυνατό να υπάρξουν σοβαρές αμφιβολίες αν το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού ( το οποίο επικαλέστηκε η ενάγουσα ) μπορεί να βοηθήσει σε τέτοιες περιπτώσεις, ενώ αναφέρεται μόνο στην εκ των υστέρων είσπραξη δασμών και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτή αποκλείεται.
Ο κύριος λόγος αποκλεισμού της αναδρομικής ισχύος ήταν, όπως ήδη ανέφερα, ότι λόγω της ελλείψεως ομοιομορφίας των σχετικών εθνικών διατάξεων, θα μπορούσαν να υπάρξουν σημαντικές διαφορές μεταχειρίσεως αν γινόταν δεκτή η απόδοση ποσών τα οποία στις μεν χώρες με ασθενές νόμισμα κατέβαλαν αχρεωστήτως οι οικείες επιχειρήσεις, στις δε χώρες με ισχυρό νόμισμα οι οικείες εθνικές αρχές. Κατά συνέπεια, δεν ελήφθη προφανώς υπόψη μόνο ο κίνδυνος να ζητηθεί η απόδοση καθ'υπέρβαση εισπραχθέντων νομισματικών εξισωτικών ποσών από επιχειρήσεις χωρών με ισχυρό νόμισμα. Είναι επίσης σαφές ότι λόγω των διαφορετικών προϋποθέσεων που ισχύουν στα κράτη μέλη όσον αφορά την αίτηση αποδόσεως ποσών έναντι των δημοσίων αρχών, ο ανωτέρω κίνδυνος στρεβλώσεων του ανταγωνισμού δεν θα αποτρεπόταν αν η αναδρομική ισχύς αποκλειόταν μόνο υπέρ των επιχειρήσεων των χωρών με ισχυρό νόμισμα.
Επιπλέον, δεν μπορεί να υπάρξει σκέψη παρεκκλίσεως από τον προσανατολισμό της νομολογίας όσον αφορά την υπό εξέταση περίπτωση και την αναγνώριση της ακυρότητας του κανονισμού 2140/79. Διότι και αν ακόμη πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε το Δικαστήριο με την απόφαση 145/79 ( 1 ) έγιναν κυρίως υπό την πίεση του γεγονότος ότι τότε επρόκειτο κατά κύριο λόγο για κανονισμό εκδοθέντα το 1976, δεν πρέπει εντούτοις να παραβλέπεται ότι η εν λόγω απόφαση περιλάμβανε ρητά όλους τους κανονισμούς που επρόκειτο να εκδοθούν μεταγενέστερα. Αν όμως τώρα θεωρούνταν ότι υπάρχει διαφορά από την άποψη της ημερομηνίας εκδόσεως του κανονισμού, δεν θα ήταν μόνο προβληματικός ο επακριβής καθορισμός των ορίων αυτό θα είχε επίσης ως συνέπεια την άνιση μεταχείριση ενδιαφερομένων που ορθά απέκλεισε εντούτοις το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση.
εε )
Συνεπώς, εκείνο που το πολύ πολύ μπορεί να ληφθεί υπόψη είναι η άμβλυνση της αυστηρότητας της νομολογίας, υπό την έννοια που εξέθεσε η Επιτροπή. Από το χρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αναγνωρίσεως της ακυρότητας μπορούν επομένως να εξαιρεθούν περιπτώσεις κατά τις οποίες, προ της εκδόσεως της αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η ακυρότητα, ασκήθηκαν εγκαίρως ένδικα βοηθήματα κατά πράξεων που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του κανονισμού του οποίου διαπιστώθηκε η ακυρότητα, περιπτώσεις δηλαδή που δεν αφορούν περα-τωθείσες διοικητικές διαδικασίες οι οποίες θεωρούνται από τους διαδίκους ως οριστικές. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί κατ' ουσία να λεχθεί ότι αναγνωρίζεται το προβάδισμα στο κριτήριο της δικαιοσύνης αναλόγως της συγκεκριμένης περιπτώσεως έναντι του κριτηρίου της ασφάλειας του δικαίου. Εκείνος συνεπώς που αγωνίζεται για τα δικαιώματά του μπορεί να διευκολυνθεί στην προσπάθειά του και να βοηθηθεί αντί να παρεμποδιστεί. Αυτό δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά η συνέχιση της νομολογίας που καθιερώθηκε με την απόφαση στην υπόθεση Defrenne ( 43/75 ( 5 ) ), στην οποία επρόκειτο για την ερμηνεία και την άμεση εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ ( ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών για την ίδια εργασία ), κατά την οποία θεωρήθηκαν δικαιολογημένες οι εξαιρέσεις από το καταρχήν ex nunc αποτέλεσμα της δοθείσας ερμηνείας όσον αφορά ενδιαφερόμενους οι οποίοι είχαν ήδη ασκήσει αγωγή ή αντίστοιχο μέσο παροχής εννόμου προστασίας ( σκέψεις 74, 75 ). Οι σκέψεις αυτές συμφωνούν με εκείνες που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1985 στην υπόθεση 112/83 ( 4 ) (σκέψη 18).
Πρέπει πάντως να προστεθεί αμέσως ότι τέτοια απάμβλυνση της αυστηρότητας της νομολογίας για την ενάγουσα στην προκειμένη διαδικασία δεν θα απέφερε τίποτε. Διότι όσον αφορά τον κανονισμό που την ενδιαφέρει εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ακυρότητα του διαπιστώθηκε ήδη με την προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 ( 1 ). Η ενάγουσα προέβαλε όμως δικαστικώς αξίωση αποδόσεως μόλις το Μάιο του 1982 (αφού δηλαδή είχε λάβει προ πολλού γνώση της εν λόγω αποφάσεως ). Δεν μπορεί συνεπώς να λεχθεί στην περίπτωση της ότι κατέβαλε προσπάθειες προ της εκδόσεως της καθοριστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου, με την έγκαιρη άσκηση μέσων παροχής εννόμου προστασίας, να μεταβάλει τη νομική κατάσταση. Η ενάγουσα θέλει με τον τρόπο αυτό να επωφεληθεί απλώς από το αποτέλεσμα δικαστικών ενεργειών στις οποίες προέβησαν άλλοι, στάση που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως άξια εννόμου προστασίας.
δ)
Στην προκειμένη συνεπώς διαδικασία, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να περιοριστεί στην παρατήρηση ότι η ακυρότητα του κανονισμού 2140/79 προκύπτει ήδη από από την απόφαση στην υπόθεση 145/79 ( 1 ), μπορεί να αρκεστεί στη διαπίστωση ότι ο εν λόγω κανονισμός πρέπει να θεωρηθεί άκυρος για τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους. Όσον αφορά τα αποτελέσματα της αναγνωρίσεως της ακυρότητας, ισχύουν αντίθετα για την προκειμένη περίπτωση οι διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε το Δικαστήριο με την απόφαση στην υπόθεση 145/79 ( 1 ).
Γ.
Συνοψίζοντας, προτείνω συνεπώς να δοθεί η απάντηση στο ερώτημα του Tribunale της Βενετίας ότι ο κανονισμός 2140/79, όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό 1541/80, είναι άκυρος στο μέτρο που καθορίζει νομισματικά εξισωτικά ποσά για γλυκόζη σε σκόνη ή δεξτρόζη της δασμολογικής διακρίσεως 17.02 Β II α) βάσει της ισχύουσας για τον αραβόσιτο τιμής παρεμβάσεως, χωρίς αφαίρεση της επιστροφής που χορηγείται λόγω παραγωγής αμύλου αραβοσίτου.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 145/79, Roquette Frères SA κατά Γαλλικού Κράτους, Sig. 1980, σ. 2917.
( 2 ) Εκκρεμούσα υπόθεση 39/84, Maizena GmbH και λοιποί κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas.
( 3 ) Εκκρεμούσα υπόθεση 46/84, Nordgetreide GmbH & Co. KG κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas.
( 4 ) Υπόθεση 112/83, Société des produits de maïs SA κατά Administration des douanes et droits indirects, Συλλογή 1985,σ. 719.
( 5 ) Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 43/75, Gabrielle Defrenne κατά Société anonyme belge de navigation aérienne Sabena, Slg. 1976, σ. 455.
Full & Egal Universal Law Academy