ΠΡΟΤΆΣΕΙ; ΤΟΥ ΝΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΝΝΕΛΈΑ Κ.
MARCO DARMON
της 31ης Ιανουαρίου 1985 ( 1 )
Κύριε πρόεόρε
Κύριοι ώκαστες,
1.
Ο J. Κ., ολλανδός υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Συνελεύσεως, συγκατοικεί με έναν από τους φίλους του, του οποίου τα έξοδα διαβιώσεως τον βαρύνουν όπως δηλώνει. Για το λόγο αυτό ζήτησε να του χορηγηθεί το επίδομα στέγης που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ) του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Επειδή το αίτημα του αυτό δεν έγινε δεκτό, ο J. Κ. άσκησε, στις 13 Φεβρουαρίου 1984, προσφυγή κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την οποία ζητεί να κρίνετε ως παράνομη την προαναφερθείσα απορριπτική απόφαση.
Το καθού όργανο προέβαλε διπλή ένσταση απαραδέκτου, προβάλλοντας ότι τόσο η διοικητική ένσταση όσο και η προσφυγή που άσκησε ο προσφεύγων είναι εκπρόθεσμες.
Στο παρόν στάδιο η απόφαση σας αφορά μόνο το παραδεκτό της προσφυγής της οποίας έχετε επιληφθεί.
2.
Από της απόψεως αυτής, αποφασιστική σημασία έχει η ημερομηνία και η φύση των εγγράφων που αντάλλαξαν οι διάδικοι. Παραθέτω τις σχετικές χρονολογίες:
1)
22 Νοεμβρίου 1982: ο J. Κ. με επιστολή του προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί τη χορήγηση επιδόματος στέγης·
2)
21 Φεβρουαρίου 1983: το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πληροφορεί τον J. Κ. ότι του είναι αδύνατο να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό·
3)
25 Φεβρουαρίου 1983: ο J. Κ. ζητεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ειδική και αιτιολογημένη απόφαση, μέχρι τις 22 Μαρτίου 1983 το αργότερο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, παρατηρώντας ότι, αν δεν υπάρξει απάντηση μέχρι την ημερομηνία αυτή, « θα υποχρεωθεί να προχωρήσει πιο πέρα βάσει των διατάξεων του προαναφερθέντος άρθρου » ·
4)
21 Απριλίου 1983: σε απάντηση της τελευταίας αυτής επιστολής του, το Κοινοβούλιο γνωρίζει στον J. Κ. ότι, αν αμφισβητεί την απόφαση που τον αφορά, « μπορεί να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων » ·
5)
11 Ιουλίου 1983: ο δικηγόρος του J. Κ. κοινοποιεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αντίγραφο της προσφυγής που άσκησε την ίδια ημέρα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της «αποφάσεως» της 21ης Απριλίου 1983, διευκρινίζοντας:
—
ότι, σύμφωνα με το ολλανδικό δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο, « η επιβεβαίωση προγενέστερης απόφασης ( μπορεί ) να θεωρηθεί, επίσης, ως η πρώτη οριστική απόφαση κατά της οποίας υφίστανται αιτιολογημένες αντιρρήσεις » ·
—
ότι, αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιθυμεί να « ερμηνεύσει » την απόφαση του της 21ης Απριλίου 1983, πρέπει να λάβει υπόψη του τα επιχειρήματα που εκτίθενται στην προσφυγή της 11ης Ιουλίου 1983·
—
ότι η εν λόγω προσφυγή θα ανακληθεί σε περίπτωση ευνοϊκής αποφάσεως ·
6)
2 Αυγούστου 1983: το Κοινοβούλιο απαντά στο δικηγόρο του J. Κ. γνωστοποιώντας του ότι:
—
εμμένει στην απόφαση του της 21ης Απριλίου 1983, με την οποία απέρριψε το αίτημα χορηγήσεως επιδόματος στέγης·
—
ελλείψει προηγούμενης διοικητικής ενστάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δεν μπορεί, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, να απαντήσει στα επιχειρήματα της από 11 Ιουλίου 1983 προσφυγής·
7)
5 Αυγούστου 1983: νέα επιστολή προς το Κοινοβούλιο του δικηγόρου του J. Κ. ο οποίος αναφέρει ότι:
—
αναρωτήθηκε αν το έγγραφο του Κοινοβουλίου, της 21ης Απριλίου 1983, έπρεπε να θεωρηθεί ως οριστική απάντηση επί αιτήσεως ή απάντηση επί διοικητικής ενστάσεως·
—
από το έγγραφο της 2ας Αυγούστου 1983 συνάγει ότι πρόκειται για απόφαση επί αιτήσεως·
—
εφόσον επιβεβαιωθεί η ερμηνεία αυτή, θα αποσύρει την προσφυγή της 11ης Ιουλίου, μεταβάλλοντας την προσφυγή σε διοικητική ένσταση, έτσι ώστε «η επιστολή της 11ης Ιουλίου να παραπέμπει αμέσως και όχι εμμέσως στα επιχειρήματα που αναπτύσσονται σ' αυτήν »·
—
θα αναμείνει την απόφαση του Κοινοβουλίου επί της διοικητικής ενστάσεως του πελάτη του, καθόσον μπορεί ακόμα να ασκηθεί η προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως·
8)
12 Αυγούστου 1983: το Κοινοβούλιο απαντά στο συνήγορο του J. Κ.:
—
ότι δεν έχει αντίρρηση να θεωρήσει την επιστολή της 11ης Ιουλίου 1983 ως διοικητική ένσταση·
—
λαμβάνει υπό σημείωση την ανάκληση της προσφυγής που είχε ασκηθεί στις 11 Ιουλίου 1983 ενώπιον του Δικαστηρίου.
3.
Η καθής η ένσταση Ευρωπαϊκή Συνέλευση υποστηρίζει ότι:
—
η αίτηση της 22ας Νοεμβρίου 1982 απερρίφθη την 21η Φεβρουαρίου 1983 και το έγγραφο της 21ης Απριλίου 1983 αποτελεί απλή επιβεβαίωση της απορριπτικής αποφάσεως της 21ης Φεβρουαρίου, η δε διοικητική ένσταση κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως έπρεπε να είχε υποβληθεί εντός τριμήνου προθεσμίας που έληγε στις 22 Μαΐου 1983, γεγονός που σημαίνει ότι η διοικητική ένσταση της 11ης Ιουλίου 1983 υποβλήθηκε εκπρόθεσμα·
—
εν πάση περιπτώσει, η διοικητική αυτή ένσταση απερρίφθη ρητώς με το έγγραφο της 2ας Αυγούστου 1983 και ότι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 91, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο J. Κ. όφειλε να στρέψει την προσφυγή του όχι κατά της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως, την οποία αναφέρει στην αίτηση του, αλλά κατά της ρητής αποφάσεως της 2ας Αυγούστου 1983 και ότι η προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1984 είναι απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη.
4.
Στα ανωτέρω ο J. Κ. αντιτάσσει ότι, ενόψει της δυσκολίας χαρακτηρισμού τόσο της επιστολής του της 25ης Φεβρουαρίου 1983 ( διοικητική ένσταση κατά απορριπτικής αποφάσεως ή επανάληψη της προγενέστερης αιτήσεως του της 22ας Νοεμβρίου 1982 ) όσο και της απαντήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 21ης Απριλίου 1983 ( πρώτη οριστική απορριπτική απόφαση ή επιβεβαίωση προγενέστερης απορριπτικής απόφασης), άσκησε, προκειμένου να προστατεύσει τα δικαιώματα του, ταυτόχρονα, στις 11 Ιουλίου 1983, προσφυγή και διοικητική ένσταση. Προσθέτει ότι ο εργοδότης ενεργεί κακόπιστα, προβάλλοντας ένσταση απαραδέκτου μετά την ανταλλαγή των εγγράφων που προαναφέρθηκαν και τις ανακρίβειες που προέκυψαν από την έλλειψη χαρακτηρισμού των ιδίων του αποφάσεων, γεγονός που θα μπορούσε να αποφευχθεί, αν είχαν αναφερθεί ρητώς οι δυνατότητες διοικητικής ενστάσεως ή προσφυγής.
5.
Θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνει δεκτή η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθόσον στηρίζεται στο εκπρόθεσμο της διοικητικής ενστάσεως που υποβλήθηκε στις 11 Ιουλίου 1983. Θα ήταν, πράγματι, δυνατό να θεωρηθεί ότι η αίτηση της 22ας Νοεμβρίου 1982 απορρίφθηκε την 21η Φεβρουαρίου 1983 και ότι η διοικητική ένσταση κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως θα έπρεπε να υποβληθεί το αργότερο μέχρι τις 22 Μαΐου 1983.
Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί ότι ο J. Κ. απευθύνθηκε γραπτώς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Από την επιστολή του της 25ης Φεβρουαρίου 1983, με την οποία ζήτησε ειδική και αιτιολογημένη απόφαση το αργότερο μέχρι τις 22 Μαρτίου 1983, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών που προβλέπεται για τη οιωπηρή απόρριψη, μπορεί να συναχθεί ότι θεωρούσε ότι καμία οριστική απόφαση δεν είχε ακόμα ληφθεί σχετικά με την αίτηση του. Μπορούσε να θεωρήσει ότι η οριστική αυτή απόφαση ελήφθη μόλις στις 21 Απριλίου 1983. Μπορεί, βεβαίως, να υποστηριχτεί ότι πλανήθηκε, στην περίπτωση όμως αυτή παρασύρθηκε στην πλάνη του από το ίδιο το Κοινοβούλιο, το οποίο, στο έγγραφο του της 21ης Απριλίου, παρέλειψε να αναφέρει ότι, σε ό, τι αφορά τη ρητή απορριπτική απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1983, η προθεσμία της 22ας Μαρτίου που ανέφερε ο J. Κ. δεν ήταν η ορθή και ότι σ' αυτόν εναπέκειτο να υποβάλει διοικητική ένσταση πριν από τις 23 Μαΐου 1983.
Θα μπορούσε κάλλιστα να υποτεθεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν προέβη τότε στις διευκρινίσεις αυτές προς τον J. Κ. διότι, όπως και ο τελευταίος, θεωρούσε ότι ως χρόνος ενάρξεως της προθεσμίας υποβολής διοιητικής ενστάσεως δεν έπρεπε να εκληφθεί η ημερομηνία της 21ης Φεβρουαρίου 1983.
Η ανταλλαγή επιστολών που επακολούθησε το αποδεικνύει. Στο έγγραφό του της 2ας Αυγούστου 1983, όταν αναφέρεται στην απόφαση με την οποία απέρριψε το αίτημα του J. Κ., το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν αναφέρει την ημερομηνία της 21ης Φεβρουαρίου, αλλά την ημερομηνία της 21ης Απριλίου 1983. Επίσης, όταν στο έγγραφό της της 12ης Αυγούστου 1983 σημειώνει την ανάκληση της προσφυγής που είχε ασκήσει ο J. Κ. στις 11 Ιουλίου 1983, ενώ προϋπόθεση της ανακλήσεως αυτής ήταν να θεωρηθεί η απόφαση της 21ης Απριλίου όχι ως απόφαση επί διοικητικής ενστάσεως αλλά επ' αιτήσεως, αποδέχεται, εμμέσως πλην σαφώς, τους τελευταίους αυτούς χαρακτηρισμούς.
Ορθώς, λοιπόν, ο J. Κ. θεώρησε ότι η απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεως του, της 22ας Νοεμβρίου 1982, ελήφθη στις 21 Απριλίου 1983. Από την ημερομηνία αυτή διέθετε προθεσμία τριών μηνών για να υποβάλει διοικητική ένσταση κατά της εν λόγω αποφάσεως. Η προθεσμία αυτή έληγε στις 21 Ιουλίου 1983. Κατά συνέπεια, η διοικητική του ένσταση, που υποβλήθηκε στις 11 Ιουλίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί εκπρόθεσμη.
6.
Για την κήρυξη ως εκπρόθεσμης της προσφυγής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η διοικητική ένσταση της 11ης Ιουλίου 1983 απερρίφθη ρητώς με το έγγραφό του της 2ας Αυγούστου 1983.
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, στο έγγραφό του της 2ας Αυγούστου 1983, το Κοινοβούλιο δηλώνει, βεβαίως, ότι εμμένει στην απόφαση της 21ης Απριλίου 1983, πλην όμως αρνείται ρητώς, λόγω της « ελλείψεως προγενέστερης διοικητικής ενστάσεως », να εξετάσει τα επιχειρήματα που ανέπτυξε στις 11 Ιουλίου ο προσφεύγων: υπό τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να θεωρηθεί το έγγραφο της 2ας Αυγούστου ως ρητή απορριπτική απόφαση διοικητικής ενστάσεως.
Πρέπει, συνεπώς, να θεωρηθεί ότι η διοικητική ένσταση της 11ης Ιουλίου 1983 απερρίφθη σιωπηρώς και ότι η σχετική ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
7.
Προτείνω επομένως:
1)
να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιοκαι να εξεταστεί η υπόθεση στην ουσία·
2)
να επιφυλαχτεί το Δικαστήριο ως προς τα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy