ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 28ης Φεβρουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαστές,
Και στη δεύτερη επίσης δίκη, η οποία συζητείται σήμερα, πρόκειται για νομισματική εξίσωση· αυτή τη φορά, πάντως, για ποσά που καθορίστηκαν με τον κανονισμό 3013/80 (ABl. 1980, L 312, σσ. 12 και επ.) και για μεθόδους που ακολουθήθηκαν σε μια, όπως αποκαλείται, χώρα με σκληρό νόμισμα.
Α.
Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη, οι οποίες μεταποιούν αραβόσιτο, εξήγαγαν κατά το χρονικό διάστημα από 24 Νοεμβρίου μέχρι 8 Δεκεμβρίου 1980 αμυλοσάκχαρο (ντεξτρόζη) των δασμολογικών διακρίσεων 17.02 Β Ι α) και 17.02 Β ΙΙ β), καθώς και άμυλο αραβοσίτου της δασμολογικής διάκρισης 11.08 Α Ι και διέθεσαν αραβόσιτο για να υπαχθεί στο καθεστώς ενεργητικής τελειοποιήσεως που δικαιολογεί τη χορήγηση επιστροφής, προκειμένου να παραχθούν προϊόντα της αμέσως προαναφερομένης δασμολογικής διάκρισης. Θεωρούν τη νομισματική εξίσωση που τους καταβλήθηκε σχετικά βάσει του αναφερόμενου στην αρχή κανονισμού υπερβολικά χαμηλή. Λαμβάνουν ως βάση το ότι — επειδή σύμφωνα με τον κανονισμό 974/71η νομισματική εξίσωση κατά την εισαγωγή όπως και κατά την εξαγωγή ενός και του αυτού προϊόντος πρέπει να είναι το ίδιο υψηλή — αυτό πρέπει να ισχύει επίσης για τη σχέση βασικό προϊόνπροϊόν μεταποιήσεως. Αυτό όμως δεν συμβαίνει για τον αραβόσιτο, αφενός, και τα προϊόντα που παρασκευάζονται από αυτόν, αφετέρου· αντιθέτως το άθροισμα των εξισωτικών ποσών που ισχύουν για τα προϊόντα αυτά βρίσκεται σαφώς κάτω από το επίπεδο του νομισματικού εξισωτικού ποσού που καθορίζεται για τον αραβόσιτο ( θα αναφερθώ αργότερα στα σχετικά αριθμητικά στοιχεία).
Η εικόνα αυτή επιδεινώνεται εξάλλου επίσης από το ότι καθορίζονται μεν για το υποπροϊόν φύτρα σπερμάτων αραβοσίτου νομισματικά εξισωτικά ποσά, αλλά δεν υπάρχει πρακτικά αγορά ούτε εξαγωγικό εμπόριο. Αντιθέτως δεν χορηγείται νομισματική εξίσωση λόγω εξαγωγής υπό μορφή χοντροκομμένων φύτρων σπερμάτων, σπορέλαιου ή ζωοτροφών (στα οποία μεταποιούνται περαιτέρω φύτρα σπερμάτων σε μια νεώτερη διαδικασία μεταποιήσεως). Εφόσον τα πράγματα έχουν έτσι, ο κανονισμός 3013/80 δεν συμφωνεί με τον ήδη προαναφερθέντα βασικό κανονισμό 974/71 που ισχύει για τη νομισματική εξίσωση. Αν επιπλέον ληφθεί υπόψη ότι υπάρχει αντίστοιχο πλεονέκτημα για επιχειρήσεις μεταποιήσεως στις, όπως αποκαλούνται, χώρες με ασθενές νόμισμα τότε πρέπει να θεωρηθεί επίσης ότι υπάρχει παράβαση των άρθρων 3, στοιχείο στ ), 9 και επ., και 43 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Οι ενστάσεις των προσφευγουσών κατά των αποφάσεων επί της νομισματικής εξισώσεως της 16ης Δεκεμβρίου 1980 και της 5ης Ιανουαρίου 1981, με τις οποίες υποστηρίχτηκε η νομική αυτή αντίληψη, δεν κατέστη δυνατό να ευδοκιμήσουν κατά τη σχετική διαδικασία (πρβλ. απόφαση επί της ενστάσεως της 5ης Μαΐου 1981 ). Κατά συνέπεια, προσέφυγαν ενώπιον του Finanzgericht του Αμβούργου. Το παραπέμπον δικαστήριο δέχτηκε ότι κατά τη διαδικασία παραγωγής: αραβόσιτος — άμυλο — γλουτένη — φύτρα σπόρων (στην οποία στηρίχθηκαν προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου, στις οποίες θα επανέλθω) παρέχεται κατά τον κανονισμό 3013/80 λόγω εξαγωγής αμύλου αραβοσίτου και αμυλοσάκχαρου (λαμβάνοντας υπόψη όλα τα υποπροϊόντα ) νομισματικό εξισωτικό ποσό μικρότερο κατά 2,14 DM/τ. απ' ό,τι επιβάλλεται κατά την εισαγωγή της απαραίτητης ποσότητας αραβοσίτου για την παρασκευή των προϊόντων αυτών. Συνεπώς, ενόψει της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου, αμφιβάλλει αν μια τέτοια — όχι τελείως ασήμαντη — μεγαλύτερη επιβάρυνση μεταποιητών σε χώρες με σκληρό νόμισμα συμβιβάζεται με τον κανονισμό 974/71 και διερωτάται επίσης αν ενόψει αυτής της καταστάσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει δυσμενής διάκριση έναντι των μεταποιητών σε χώρες με ασθενές νόμισμα, για τους οποίους υφίσταται αντίστοιχο θετικό υπόλοιπο. Επομένως, με Διάταξη της 6ης Ιανουαρίου 1984 ανέβαλε τη δίκη και υπέβαλε για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ τα ακόλουθα ερωτήματα:
« 1 )
Μήπως ο κανονισμός 3013/80 της Επιτροπής, της 21ης Νοεμβρίου 1980, δεν ισχύει, καθόσον καθόρισε τα νομισματικά εξισωτικά ποσά, για τα ακόλουθα εμπορεύματα που αναφέρονται στις παρακάτω διακρίσεις του κοινού δασμολογίου, όπως ισχύουν σήμερα, μόνο στο ύψος που αναφέρεται παρακάτω:
—
11.08 Ι (άμυλο αραβοσίτου) σε 50,69 DM
—
17.02 Β Ι α) ( αμυλοσάκχαρο ) σε 66,13 DM
—
17.02 Β II β) (αμυλοσάκχαρο) σε 50,69 DM
—
23.03 Α Ι ( κατάλοιπα ) σε 67,14 DM
—
11.02 II (φύτρα σπερμάτων) σε 11,33 DM;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1 : Ποιες είναι οι συνέπειες από την ακυρότητα; »
Β.
Επ' αυτού η άποψη μου έχει ως εξής:
1.
Όπως γνωρίζετε ο κανονισμός, του οποίου πρέπει εδώ να εξεταστεί το κύρος, θεσπίστηκε το Νοέμβριο του 1980, δηλαδή αφού το Δικαστήριο με αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1980 επέκρινε τον καθορισμό νομισματικών εξισωτικών ποσών, όπως ίσχυαν, μεταξύ άλλων, για προϊόντα μεταποιήσεως από αραβόσιτο.
α)
Με την ευκαιρία αυτή το Δικαστήριο προέβη σε ορισμένες βασικές διαπιστώσεις. Έτσι, τονίστηκε ότι ο υπολογισμός της επίπτωσης του νομισματικού εξισωτικού ποσού που καθορίζεται για ένα βασικό προϊόν επί των τιμών των εξαρτώμενων προϊόντων συνεπάγεται δύσκολα τεχνικά και οικονομικά προβλήματα. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή διαθέτει στην περίπτωση αυτή ευρύ πεδίο εκτιμήσεως, ιδίως σε σχέση με
—
υφιστάμενες ή επαπειλούμενες διαταραχές στην κυκλοφορία εμπορευμάτων,
—
τον αριθμό των παραγώγων προϊόντων, για τα οποία πρέπει να καθοριστεί εξισωτικό ποσό, και
—
την επίπτωση του εξισωτικού ποσού που καθορίζεται για το βασικό προϊόν επί της τιμής του παραγώγου προϊόντος ( απόφαση στην υπόθεση 4/79 ( 1 ), σκέψη 27 ).
Η Επιτροπή πρέπει επίσης να έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές συνθήκες παραγωγής που υφίστανται στα διάφορα κράτη μέλη και να μπορεί έτσι να προβαίνει σε κατ' αποκοπή εκτιμήσεις (σκέψη 36) που ενδεχομένως δεν είναι πλήρως οι ενδεικνυόμενες για κάθε μεμονωμένη επιχείρηση ή για κάθε ομάδα προϊόντων ( σκέψη 27 ). Εξάλλου, τονίστηκε επίσης ότι το πεδίο εκτίμησης της Επιτροπής έχει όρια. 'Ετσι, δεν πρέπει ο εφαρμοζόμενος τρόπος υπολογισμού να έχει ως συνέπεια ότι τα προϊόντα μεταποιήσεως υπόκεινται συστηματικά σε νομισματικά εξισωτικά ποσά, με τα οποία επιβαρύνονται περισσότερο — ή ενδεχομένως ευνοούνται — απ· ό,τι απαιτείται προκειμένου να ληφθεί υπόψη η επίπτωση του εξισωτικού ποσού για το βασικό προϊόν ( σκέψη 28 ). Κατά συνέπεια, έγινε δεκτό — αυτό ήταν το πρόβλημα στην κύρια δίκη — ότι το άθροισμα των νομισματικών εξισωτικών ποσών που ισχύουν για παράγωγα προϊόντα δεν πρέπει να είναι υψηλότερο από το εξισωτικό ποσό για το βασικό προϊόν.
β)
Επειδή οι υπό κρίση τότε κανονισμοί δεν τήρησαν αυτή την επιταγή, κηρύχθηκαν άκυροι λόγω παραβάσεως του κανονισμού
974/71 και του άρθρου 43, παράγραφος 3, στοιχείο β ), της Συνθήκης ΕΟΚ ( σύμφωνα με τις αποφάσεις στις υποθέσεις 4/79 ( 2 ) και 109/79 ( 3 ), στις οποίες επρόκειτο για πλιγούρια και σιμιγδάλια που λαμβάνονται από αραβόσιτο). Οι υπό κρίση στην υπόθεση 145/79 ( 4 ) κανονισμοί — εδώ επρόκειτο, μεταξύ άλλων, για άμυλο αραβοσίτου — κηρύχθηκαν άκυροι ως προς τα προϊόντα μεταποιήσεως από αραβόσιτο όχι μόνο για τον πιο πάνω λόγο, αλλά επίσης — το ανέπτυξα αυτό ήδη στις προτάσεις επί της υποθέσεως 33/84 ( 5 ) — επειδή τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που ίσχυαν για το άμυλο αραβοσίτου καθορίστηκαν σε διαφορετική βάση από ό,τι η μειωμένη τιμή παρεμβάσεως για αραβόσιτο για την επιστροφή λόγω παραγωγής αμύλου.
2.
Η Επιτροπή προσπάθησε — όπως συνάγεται από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 3013/80 — να το λάβει αυτό υπόψη κατά την κατάρτιση αυτού του κανονισμού. Οι προσφεύγουσες όμως έχουν τη γνώμη — το εξέθεσα ήδη αυτό κατά την ανάπτυξη των περιστατικών — ότι η Επιτροπή δεν ενήργησε σωστά εν προκειμένω, αλλά κατά κάποιο τρόπο υπερέβη αυτό το στόχο.
α)
Οι προσφεύγουσες, για να το αποδείξουν αυτό, αντιπαράθεσαν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που ισχύουν για την εισαγωγή αραβοσίτου με τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που ισχύουν για όλα τα προϊόντα μεταποιήσεως κατά την παρασκευή από άμυλο αραβοσίτου ( το ίδιο συμβαίνει και όσον αφορά το αμυλοσάκχαρο ) και κατέδειξαν ότι — λαμβάνοντας υπόψη όλα τα υποπροϊόντα — τα πρώτα από τα πιο πάνω ποσά ήταν υψηλότερα κατά 2,15 DM/τ. από ό,τι τα τελευταία. Θεωρούσαν ότι η διαφορά που εξευρέθηκε είναι στην πραγματικότητα — σε βάρος των γερμανών μεταποιητών — ακόμη μεγαλύτερη, επειδή πράγματι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά για φύτρα σπέρματος αραβοσίτου δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, επειδή δεν υφίσταται καμία αγορά και επειδή για τα προϊόντα που λαμβάνονται από περαιτέρω μεταποίηση δεν θεσπίζεται νομισματική εξίσωση. 'Ετσι προέκυψε εξαιρετικά σημαντική ζημία για τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως σε χώρες με ισχυρό νόμισμα και, εξάλλου, αντίστοιχο όφελος για μεταποιητές σε χώρες με ασθενές νόμισμα (όπου πρέπει επιπροσθέτως να ληφθεί υπόψη ότι το όφελος γίνεται ακόμη μεγαλύτερο, επειδή οι μεταποιητές πράγματι δεν είναι αναγκασμένοι να εξάγουν τα υποπροϊόντα ).
Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε — αν αντιλαμβάνομαι ορθώς — τους υπολογισμούς των προσφευγουσών, από τους οποίους διαφαίνεται διαφορά ύψους 2,14 DM/τ. αραβοσίτου. Θεωρεί όμως ότι ορθώς καθορίστηκαν από αυτήν εν προκειμένω νομισματικά εξισωτικά ποσά για φύτρα σπέρματος και γλουτένη. Πράγματι για τα προϊόντα αυτά υφίσταται εντούτοις αγορά' εξάλλου πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο συντελεστής μεταποιήσεως για φύτρα σπέρματος σε σχέση με την παραγωγή gritz έπρεπε να μειωθεί, πράγμα που είχε ως συνέπεια το ίδιο για την παρασκευή αμύλου. Ως προς την παραπάνω διαφορά τονίζει ότι μετά τη δημοσίευση των προαναφερθεισών αποφάσεων ήταν υποχρεωμένη να μειώσει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά για προϊόντα μεταποιήσεως. Εν προκειμένω δεν ήταν δυνατή μαθηματικώς ακριβής εξίσωση. Εξάλλου, ως προς το μέγεθος που αναφέρουν οι προσφεύγουσες πρόκειται μόνο για ασήμαντη διαφορά. Τέλος, δεν πρέπει να αγνοηθεί το ότι η προσπάθειά της συνίστατο στη φροντίδα πλήρους εξισώσεως όλων των οφελών και ζημιών. Αυτό όμως επετεύχθη, επειδή οι μεταποιητές σε χώρες με σκληρό νόμισμα είχαν κατά τις εξαγωγές σε τρίτες χώρες περίπου ισοδύναμο όφελος, το οποίο προκύπτει από το ότι η επιστροφή λόγω παραγωγής κατά την εξαγωγή σε τρίτες χώρες πρέπει να αποδοθεί και η κατ' αυτό τον τρόπο μειωμένη επιστροφή λόγω εξαγωγής πρέπει να πολλαπλασιαστεί με το νομισματικό συντελεστή.
β)
Όσον αφορά αυτή την αντιπαράθεση επιχειρημάτων, πρέπει να σημειωθούν αναλυτικά τα εξής:
αα)
Ως προς τη δασμολογική διάκριση 17.02 Β Ι α ), η οποία αναφέρεται στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως — για τα προϊόντα της οποίας, αν αντιλαμβάνομαι ορθώς το παράρτημα Ι του κανονισμού 3013/80 με τη σημείωση 7, ίσχυσε νομισματικό εξισωτικό ποσό ύψους 66,13 DlM/τ. — δεν κατεδείχθη με συγκριτικούς υπολογισμούς ότι εν προκειμένω τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που καθορίστηκαν για όλα τα προϊόντα μεταποιήσεως δεν ανήλθαν στο ύψος του ποσού που ίσχυε για τον αραβόσιτο. Συνεπώς, το προϊόν αυτό μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να μη ληφθεί υπόψη κατά τον έλεγχο του κύρους του κανονισμού 3013/80.
ββ)
Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι κατά την εκτίμηση της καταλληλότητας των νομισματικών εξισωτικών ποσών που καθορίστηκαν για τα κύρια προϊόντα μεταποιήσεως δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ποσά που καθορίστηκαν για φύτρα σπέρματος και γλουτένη (έτσι να μεγαλώσει η διαφορά που καταδείχτηκε για τα κύρια προϊόντα μεταποιήσεως). Αυτό, κατά την άποψη μου, δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό.
Εν προκειμένω, είναι άστοχη η αναφορά τους στην οδηγία της Επιτροπής της 7ης Ιουνίου 1979« περί καθορισμού κατ' αποκοπή συντελεστών εκμεταλλεύσεως ως προς ορισμένες μεθόδους ενεργητικής τελειοποιήσεως » και το γεγονός ότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν τα φύτρα σπέρματος στη διαδικασία μεταποιήσεως που ακολουθείται για την παρασκευή αμύλου αραβοσίτου, αλλά μόνο τα προϊόντα σπορέλαιο, υπολείμματα φύτρων και κατάλοιπα που λαμβάνονται από την περαιτέρω μεταποίηση. Παρόλο που στην αιτιολογία της οδηγίας γίνεται λόγος για ενδελεχή έρευνα των υφισταμένων μεθόδων παραγωγής, δεν πρέπει ακόμη να παραβλέπεται ότι η οδηγία αφορά δασμολογικές επιβαρύνσεις, κατά τις οποίες το στοιχείο της προστασίας έναντι εισαγωγών από τρίτες χώρες έχει ορισμένη σημασία, το οποίο, ως γνωστό, κατά τη νομισματική εξίσωση πρέπει να μη ληφθεί υπόψη. Επιπλέον είναι σημαντικό ότι η οδηγία θεσπίστηκε πριν από τη δημοσίευση των προαναφερθεισών αποφάσεων. Παρόλο όμως που στις αποφάσεις αυτές η θέση που υποστήριξε η Επιτροπή ότι δεν υπήρχε πρακτικά αγορά για φύτρα σπέρματος αραβοσίτου θεωρήθηκε ότι δεν είχε σημασία, η Επιτροπή ήταν αναγκασμένη να το λάβει αυτό υπόψη κατά την αναγκαία διόρθωση των νομισματικών εξισωτικών ποσών και δεν μπορούσε εν προκειμένω να ενεργήσει βάσει άλλων δεδομένων, στα οποία στηρίχθηκε η εν λόγω οδηγία.
Είναι μεν ορθό ότι η αγορά για φύτρα σπέρματος αραβοσίτου και γλουτένη στην Κοινότητα ( αυτό έχει ασφαλώς σημασία και όχι μόνο το εξαγωγικό εμπόριο από τη Γερμανία, για το οποίο οι προσφεύγουσες ανέφεραν στοιχεία) δεν έχει μεγάλη σημασία. Το γεγονός αυτό έλαβε, εξάλλου, η Επιτροπή υπόψη κατά τη διόρθωση των νομισματικών εξισωτικών ποσών μειώνοντας το συντελεστή μεταποιήσεως που εφαρμόζεται για φύτρα σπέρματος. Δεν παραγνωρίζεται όμως το γεγονός ότι υπάρχει εμπόριο ορισμένης σημασίας και ότι μάλιστα δείχνει αυξητικές τάσεις ( οι οποίες — όπως παραδέχονται οι προσφεύγουσες — αντιστοιχούν σε επέκταση των δυνατοτήτων μεταποιήσεως). Το 1983 περιελάμβανε επί συνολικής παραγωγής γλουτένης ύψους 215000 τ. περί τους 70000 τ. ( από τους οποίους 15000 τ. ενδοκοινοτικό εμπόριο ) και ως προς τα φύτρα σπέρματος, η συνολική παραγωγή των οποίων ανερχόταν σε 260000 τ., περιελάμβανε περίπου 65000 τ. Ενόψει αυτών των μεγεθών το ότι συμπεριελήφθησαν τα εν λόγω προϊόντα στη νομισματική εξίσωση — εν προκειμένω, δηλαδή, αναφορικά με το συνυπολογισμό των προϊόντων μεταποιήσεως μιας διαδικασίας μεταποιήσεως, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική εξουσία — δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εσφαλμένο. Δεν μπορεί ιδίως να μη ληφθεί υπόψη η σκέψη ότι — και σχετικώς με αυτό αναφέρομαι στο ότι, όπως έγινε δεκτό από τη νομολογία, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική εξουσία σε σχέση με το ζήτημα αν πρέπει να προκαλείται ανησυχία για διαταραχές στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων — σε περίπτωση που δεν υφίστανται νομισματικά εξισωτικά ποσά θα πρέπει να αναμένεται αλματώδης αύξηση των εξαγωγών αυτών των προϊόντων από χώρες με ασθενές νόμισμα, που θα έχουν ως συνέπεια σημαντική διαταραχή της κοινής αγοράς.
Δεν μπορεί, συνεπώς, να γίνει δεκτή η άποψη των προσφευγουσών ότι έπρεπε να ληφθεί ως βάση μεγαλύτερη από την προαναφερθείσα διαφορά μεταξύ του νομισματικού εξισωτικού ποσού για αραβόσιτο και του αθροίσματος των καθορισθέντων για προϊόντα μεταποιήσεως νομισματικών εξισωτικών ποσών, επειδή θα έπρεπε να εξαλειφθούν από τον υπολογισμό τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που καθορίστηκαν για φύτρα σπέρματος και γλουτένη.
γγ)
Αντιθέτως δεν μπορώ να υιοθετήσω την άποψη της Επιτροπής ότι η διαφορά που κατέδειξαν οι προσφεύγουσες και παραδέχθηκε η Επιτροπή είναι τόσο ασήμαντη ώστε να μην μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο επικρίσεως.
Σ' αυτή την αλληλουχία δεν πρέπει να λησμονείται ότι στη νομολογία έχει τονιστεί ότι σχετικά με νομισματικά εξισωτικά ποσά απαιτείται αυστηρή ουδετερότητα ( υπόθεση 4/79 ( 6 ) σκέψη 24). Αν από αυτό συναχθεί ενόψει χωρών με ασθενές νόμισμα η αναγκαιότητα ανωτάτου ορίου των νομισματικών εξισωτικών ποσών που ισχύουν για προϊόντα μεταποιήσεως, το αντίστοιχο πρέπει να ισχύει για χώρες με ισχυρό νόμισμα, δηλαδή η Επιτροπή εν προκειμένω να προσπαθήσει ώστε το άθροισμα των νομισματικών εξισωτικών ποσών για προϊόντα μεταποιήσεως να είναι το δυνατόν πλησιέστερα στο νομισματικό εξισωτικό ποσό που καθορίζεται για το βασικό προϊόν.
Στην προκειμένη υπόθεση δεν συντρέχει επίσης περίπτωση να αναχθούν ζημίες των προσφευγουσών σε ιδιαίτερες συνθήκες παραγωγής, τις οποίες η Επιτροπή δεν όφειλε να λάβει υπόψη κατά την επιτρεπόμενη κατ' αποκοπή εκτίμηση. Αντιθέτως, οι προσφεύγουσες λαμβάνουν ως βάση κατά τους υπολογισμούς τους τη διαδικασία παραγωγής που αποδέχτηκε και η Επιτροπή. Παρόλο όμως που η Επιτροπή ήταν αναγκασμένη βάσει της προαναφερθείσας νομολογίας να προβεί σε μείωση των νομισματικών εξισωτικών ποσών για προϊόντα μεταποιήσεως, αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς αναγκαία μείωση σε επίπεδο, το οποίο σαφώς ευνοεί μεταποιητές σε χώρες με ασθενές νόμισμα. Και παρόλο που προβάλλει ότι όφειλε να καθορίσει σχετικά με την παραγωγή πλιγουριού άλλο συντελεστή μεταποιήσεως ( τον οποίο θα έπρεπε να λάβει αναφορικά με την παρασκευή αμύλου αραβοσίτου, επειδή δεν ήταν δυνατή διαφοροποίηση για λόγους ελέγχου) τότε θα μπορούσε ασφαλώς να ληφθεί αυτό υπόψη με αντίστοιχο υπολογισμό του νομισματικού εξισωτικού ποσού που έπρεπε να καθοριστεί για το κύριο προϊόν μεταποιήσεως, έτσι ώστε να επιτυγχάνετο μεγαλύτερη προσέγγιση προς πλήρη εξίσωση.
Επίσης πρέπει κατά την εξέταση του ζητήματος αν μπορεί να γίνει λόγος για ασήμαντη διαφορά να ληφθεί υπόψη — και μάλιστα τουλάχιστο από την άποψη του άρθρου 43, παράγραφος 3, στοιχείο β), της Συνθήκης ΕΟΚ — ότι στη ζημία που καταδείχτηκε και υφίσταται για επιχειρήσεις σε χώρες με ανατιμημένο νόμισμα αντιστοιχεί όφελος για επιχειρήσεις σε χώρες με υποτιμημενο νόμισμα, το οποίο, εξάλλου, αυξάνει από το γεγονός ότι δεν υφίσταται καμία υποχρέωση για εξαγωγή όλων των υποπροϊόντων που βαρύνονται με νομισματικά εξισωτικά ποσά. Ακόμα και αν πρέπει να γίνει δεκτός ένας όχι τόσο απλός διπλασιασμός των προαναφερθέντων αριθμητικών δεδομένων (επειδή τα νομισματικά εξισωτικά ποσά εξαρτώνται από τα διαφορετικά νομισματικά δεδομένα ), προκύπτει εντούτοις διεύρυνση του ανοίγματος σε τέτοια έκταση που να μην εμφανίζεται ως ελάχιστη η ζημία που διαπιστώθηκε για τις προσφεύγουσες ( η ίδια η Επιτροπή την ανεβάζει σε 5,9 ο/ο του νομισματικού εξισωτικού ποσού που ισχύει για τον αραβόσιτο ).
δδ )
Στη συνέχεια πρέπει ακόμα να εξεταστεί η θέση της Επιτροπής — η οποία αποτελεί προφανώς την κυριότερη δικαιολογία της — ότι η εκτεθείσα ζημία πρέπει να εκτιμηθεί σε συνδυασμό με την προσπάθειά της να εξασφαλίσει συνολική εξίσωση κατά τη διαμόρφωση της νομισματικής εξίσωσης.
Η Επιτροπή αναφέρθηκε εν προκειμένω — όπως θυμόσαστε — ότι κατά τον υπολογισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών για εξαγωγές σε τρίτες χώρες — επειδή από την επιστροφή λόγω εξαγωγής πρέπει να αφαιρείται η επιστροφή λόγω παραγωγής και να εφαρμόζεται σ' αυτή ο νομισματικός συντελεστής — προκύπτει συνολικά όφελος των επιχειρήσεων σε χώρες με ισχυρό νόμισμα, επειδή ο νομισματικός συντελεστής πράγματι αφορά τη μη μειωμένη επιστροφή λόγω εξαγωγής. 'Ετσι συνάγεται (συμπεριλαμβανομένων των νομισματικών εξισωτικών ποσών για κατάλοιπα ) όφελος, το οποίο αντιστοιχεί χονδρικά στη ζημία που εμφανίζεται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και, συνεπώς, μπορεί να γίνει λόγος για, συνολικά θεωρούμενης, ουδετερότητας ανταγωνισμού της νομισματικής εξίσωσης.
Εδώ πρέπει εντούτοις να ασκηθεί κριτική σε διάφορα σημεία.
Θεωρώ αμφίβολο αν μπορεί να συναχθεί σχετικώς από τον κανονισμό 974/71 του Συμβουλίου νόμιμο έρεισμα. Στόχος του είναι « να αποφευχθούν δυσκολίες για τη λειτουργία της κοινής αγοράς» ( 7 ) που μπορεί να προκύψουν « σε σχέση με την προσωρινή διεύρυνση των ορίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών » ( πρβλ. κανονισμό 974/71, τίτλος και τρίτη αιτιολογική σκέψη). Σ' αυτό το στόχο φαίνεται ότι αντιστοιχεί στενότατα μια εναρμόνιση των νομισματικών εξισωτικών ποσών προς τις συνθήκες της εσωτερικής αγοράς. Κατά συνέπεια, στην απόφαση επί της υποθέσεως 4/79 ( 8 ) τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι στόχος της νομισματικής εξίσωσης είναι η διατήρηση ενιαίων τιμών ως βάση για την ελεύθερη κυκλοφορία γεωργικών προϊόντων μέσα στην Κοινότητα ( σκέψη 20 ). Η προσπάθεια έγκειται στο « να εξασφαλιστούν προϋποθέσεις για την κυκλοφορία των εμπορευμάτων μέσα στην Κοινότητα, οι οποίες αντιστοιχούν στις προϋποθέσεις της εσωτερικής αγοράς» ( σκέψη 25 ). Τονίστηκε μάλιστα ότι κύριος στόχος του συστήματος είναι η εξασφάλιση κατά το δυνατό μεγαλύτερης ουδετερότητας των νομισματικών εξισωτικών ποσών στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, αυτός δε ο στόχος δεν πρέπει να θυσιαστεί χάριν προστατευτικών σκοπών, τους οποίους εξυπηρετούν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά στο πλαίσιο ορισμένων εμπορικών σχέσεων με τρίτες χώρες ( σκέψη 40 ). Μπορούμε πράγματι να διερωτηθούμε αν αυτό μπορεί να συμβιβαστεί με την επιχειρηματολογία της Επιτροπής, κατά την οποία επιχειρήσεις σε χώρες με ισχυρό νόμισμα οφείλουν να υποστούν ζημίες με τη νομισματική εξίσωση στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, επειδή αντιθέτως μπορούν να διεξάγουν εμπόριο με τρίτες χώρες χωρίς καμία ζημία ή αν εδώ πρόκειται — όπως θεωρούν οι προσφεύγουσες — για απόψεις άσχετες με την υπόθεση.
Έκπληξη μου προκάλεσε περαιτέρω το ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε εν προκειμένω στον κανονισμό 1372/81 της 19ης Μαίου 1981, παρόλο που στην προκειμένη υπόθεση πρόκείται για εξαγωγές που έγιναν το Νοέμβριο και Δεκέμβριο 1980. Στο πλαίσιο μιας αντίστοιχης επιχειρηματολογίας στην υπόθεση 46/84 ( 9 ) (η οποία αφορά τις εξαγωγές του έτους 1980) τονίστηκε αντιθέτως απλώς ότι προκύπτει όφελος κατά τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες από το ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά για προϊόντα μεταποιήσεως υπολογίζονται βάσει της τιμής παρεμβάσεως για τον αραβόσιτο χωρίς αφαίρεση της επιστροφής λόγω παραγωγής. Δεν αντιλαμβάνομαι πώς αυτό μπορεί να αναχθεί σε έναν ενιαίο παρονομαστή.
Επιπλέον πρέπει να πω ότι σύμφωνα με τις διευκρινίσεις της Επιτροπής ( κατά την προφορική διαδικασία εξήγησε επίσης, ως γνωστόν, απαντώντας σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου ότι οι επιστροφές λόγω εξαγωγής καθορίζονται εκ των προτέρων, ενώ ο νομισματικός συντελεστής εξαρτάται από την ημέρα κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η εξαγωγή ) δύσκολα διαπιστώνεται ότι αναγκαστικά προκύπτει όφελος κατά τις εξαγωγές σε τρίτες χώρες, καθώς επίσης και η αδυναμία να αντιμετωπιστεί αυτό διαφορετικά απ' ό,τι με τη ζημία που καταδείχτηκε για το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Τέλος, δεν διαπίστωσα ( όσον αφορά βεβαίως τη συνολική εξίσωση) αντίστοιχη απόδειξη όσον αφορά τις χώρες με ασθενές νόμισμα. Δηλαδή, θα έπρεπε να έχει αποδειχθεί ότι εν προκειμένω στο όφελος που προκύπτει στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, όπως συνάγεται από τη διαμόρφωση της νομισματικής εξίσωσης, αντιστοιχεί ζημία που προκύπτει κατά τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες και, επιπλέον, ότι πράγματι αυτό δεν είναι άμοιρο συνεπειών. Πάντως, επί του τελευταίου αυτού σημείου είναι απολύτως δυνατό να υπάρχουν αμφιβολίες, επειδή σύμφωνα με την προαναφερθείσα στατιστική ( παράρτημα 1 των προτάσεων της Επιτροπής ) η έκταση του εσωτερικού εμπορίου ΕΚ σε σχέση με το εμπόριο αμύλου αραβοσίτου με τρίτες χώρες κατά τα έτη 1979 και 1980 βρισκόταν σε αναλογία 3:2. Με αναλογία, συνεπώς, 3:2 προκύπτει ως υπόλοιπο όφελος στο εσωτερικό εμπόριο και ζημία στο εμπόριο με τρίτες χώρες. Ιδίως πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι εξαγωγές αμύλου αραβοσίτου σε τρίτες χώρες από τη Γαλλία, χώρα με ασθενές νόμισμα, κατά τα έτη 1979 και 1980 προσήγγισε μόνο το ήμισυ του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
Φρονώ, συνεπώς, ότι η προσπάθεια της Επιτροπής να προβάλει δικαιολογία αναφερόμενη στη συνολική εξίσωση δεν ευδοκίμησε. Συνεπώς, δεν απομένει παρά το συμπέρασμα ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά, καθόσον πρόκειται για τις δασμολογικές διακρίσεις 11.08 Α Ι, 17.02 Β II β), 23.03 Α Ι και 11.02 G ΙΙ, δεν καθορίστηκαν σωστά στον κανονισμό 3013/80 και ο κανονισμός πρέπει να θεωρηθεί ως άκυρος βάσει των κριτηρίων της νομολογίας, η οποία αναφέρεται στο βασικό κανονισμό 974/71 και στο άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αν το Δικαστήριο δεν προτίθεται να εκδώσει μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να συνεχιστεί η προφορική διαδικασία προς διευκρίνιση αυτού του προβλήματος.
3.
Για την περίπτωση αυτή το Finanzgericht υπέβαλε περαιτέρω το ερώτημα ποιες συνέπειες συνάγονται από την ακυρότητα.
Επ' αυτού η άποψη μου, μετά τα όσα εξετέθησαν στην υπόθεση 33/84 ( 10 ) θα είναι σχετικά σύντομη.
α )
Καταρχάς θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να μη μεταβληθεί η νομολογία, η οποία, μεταξύ άλλων, διατυπώθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης 4/79 ( 11 ).
Με άλλα λόγια θεωρώ σωστό να εφαρμοστεί το άρθρο 174 της Συνθήκης ΕΟΚ αναλόγως στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, εφόσον πρόκειται να διαπιστωθεί η ακυρότητα ενός κανονισμού και οι περιστάσεις επιτρέπουν χρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων από αυτή τη διαπίστωση. Συμφωνώ καταρχάς ότι η διαπίστωση της ακυρότητας του κανονισμού 3013/80 έχει αποτελέσματα μόνο από το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως. Βεβαίως, μπορεί να είναι σωστό ότι μετά τη διαπίστωση της ακυρότητας δεν υφίστανται αναδρομικώς προβλήματα νέου υπολογισμού για επιχειρήσεις, οι οποίες έλαβαν νομισματικά εξισωτικά ποσά λόγω εξαγωγής, εφόσον πρόκειται μόνο για αύξηση ποσών. Αυτό όμως, όπως και η εξάλειψη στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, οι οποίες υφίστανται σε βάρος επιχειρήσεων σε χώρες με ισχυρό νόμισμα, δεν είναι ως γνωστόν εν προκειμένω τα μοναδικά σημαντικά στοιχεία. Σημαντικό είναι επίσης ότι σε περίπτωση αποτελεσμάτων αναδρομικώς επαπειλείται ενδεχομένως εκ των υστέρων είσπραξη νομισματικών εξισωτικών ποσών από επιχειρήσεις σε χώρες με ασθενές νόμισμα και ότι κατά τούτο ο κανονισμός 1697/79 (του οποίου η εφαρμογή επί νομισματικών εξισωτικών ποσών που εισπράττονται στα πλαίσια του ενδοκοινοτικού εμπορίου ορίστηκε με τον κανονισμό 1371/81 ) δεν προσφέρει ενδεχομένως καμία επαρκή προστασία. Σημαντικό είναι επιπλέον ότι το ουσιώδες για το Δικαστήριο κατά τον αποκλεισμό των αναδρομικών αποτελεσμάτων στις προαναφερθείσες υποθέσεις ήταν το γεγονός ότι μπορούσε, λόγω του ότι οι σχετικές εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί της υποχρεώσεως εκ των υστέρων πληρωμής και των δυνατοτήτων αποδόσεως δεν είναι ενιαίες, να προκύψουν νέες ανεπιθύμητες στρεβλώσεις ανταγωνισμού. Αυτό όμως δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό και στην προκειμένη υπόθεση, στην οποία σαφώς πρόκειται για έναν κανονισμό του έτους 1980.
β )
Πάντως, μπορεί να γίνει η σκέψη — το εξέτασα αυτό επίσης ήδη στην υπόθεση 33/84 ( 12 ) να προβλεφθεί εξαίρεση από την αυστηρή ρύθμιση — προς το συμφέρον αποτελεσματικής εννόμου προστασίας και την απονομή δικαιοσύνης στις μεμονωμένες περιπτώσεις — ότι όλοι όσοι πριν από την έκδοση της απόφασης άσκησαν ένδικα βοηθήματα και έτσι παρεμπόδισαν το να γίνουν οριστικές αποφάσεις περί εξισώσεως να ωφεληθούν από τη διαπίστωση της ακυρότητας, την οποία επεδίωξαν. Αυτό πρέπει να ισχύσει για τις προσφεύγουσες στην προκειμένη δίκη, όπως έγινε σαφές κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών.
Γ.
Συνεπώς προτείνω να δοθεί στα ερωτήματα του Finanzgericht του Αμβούργου η ακόλουθη απάντηση:
α)
Ο κανονισμός 3013/80 είναι άκυρος, καθόσον με αυτόν καθορίστηκαν νομισματικά εξισωτικά ποσά για τα προϊόντα των διακρίσεων 11.08 Α Ι, 17.02 Β II β), 23.03 Α Ι και 11.02 G II του κοινού δασμολογίου.
β )
Η διαπιστωθείσα ακυρότητα δεν δικαιολογεί να αμφισβητηθούν οι εισπράξεις ή πληρωμές νομισματικών εξισωτικών ποσών που ενεργήθηκαν βάσει του προαναφερθέντος κανονισμού από τις εθνικές αρχές για το χρονικό διάστημα πριν από την έκδοση αυτής της απόφασης, εκτός αν πριν από το χρονικό αυτό σημείο ασκήθηκαν εγκαίρως ένδικα βοηθήματα κατά των αποφάσεων περί πληρωμής.
( *1 ) Μετάφραση από το γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 4/79. Société coopérative « Providence agricole de la Champagne » κατά Office national interprofessionnel des céréales, Slg. 1980, σ. 2823.
( 2 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 4/79, Société coopérative « Providence agricole de la Champagne » κατά Office national interprofessionnel des céréales, Slg. 1980, σ. 2823.
( 3 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 109/79, Sari Maïseries de Beauce κατά Office national interprofessionnel des céréales, Slg. 1980, σ. 2883.
( 4 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 145/79, SA Roquette Frères κατά Γαλλικού Δημοσίου, Slg. 1980, σ. 2917.
( 5 ) Προτάσεις στην υπόθεση 33/84, SpA Fragd κατά Amministrazione delle finanze dello Stato, Συλλογή 1985, σ. 1006.
( 6 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 4/79, Société coopérative « Providence agricole de la Champagne » κατά Office national interprofessionnel des céréales, Slg. 1980, σ. 2823.
( 7 ) Δική μου υπογράμμιση.
( 8 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 4/79. Société coopérative « Providence agricole de la Champagne » κατά Office national interprofessionnel des céréales, Slg. 1980, σ. 2823.
( 9 ) Υπόθεση 46/84, Nordgetreide GmbH & Co. KG κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas, Συλλογή 1985.
( 10 ) Προτάσεις στην υπόθεση 33/84, SpA Fragd κατά Amministrazione delle finanze dello Stato, Συλλογή 1985, σ. 1606.
( 11 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 4/79, Société coopérative « Providence agricole de la Champagne» κατά Office national interprofessionnel des céréales, Slg. 1980, σ. 2823.
( 12 ) Προτάσεις στην υπόθεση 33/84, SpA Fragd κατά Amministrazione delle finanze dello Slato, Συλλογή 1985, σ. 1606.
Full & Egal Universal Law Academy