ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 14ης Μαΐου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαυτές,
Α.
Στην υπόθεση, επί της οποίας διατυπώνω σήμερα τις προτάσεις μου, πρόκειται για το κατά πόσο συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που συνομολογήθηκε στο πλαίσιο της πώλησης επιχειρήσεων.
1.
Προκειμένου να αναλύσω τα περιστατικά, τα οποία είχαν ως συνέπεια τις ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που συνομολογήθηκαν κατά τα έτη 1979 και 1980, είμαι υποχρεωμένος να ανατρέξω μέχρι το έτος 1974. Κατά το έτος εκείνο, η εταιρία NV Verenigde Bedrijven Nutricia'(στο εξής: Nutricia) που παρασκευάζει διαιτητικές και παιδικές τροφές αγόρασε δύο επιχειρήσεις:
—
την εταιρία Remia BV (στο εξής Remia) που παρασκευάζει κυρίως σάλτσες, μαργαρίνη και προϊόντα που χρησιμοποιούνται στην αρτοποιία, και
—
την εταιρία Luycks Producten BV (στο εξής Luycks ) που παρασκευάζει, επίσης, σάλτσες, καθώς και καρυκεύματα ( pickles ) και αρτύματα ιδίως ξύδι και μουστάρδα.
Μετά την απόκτηση της Remia και της Luycks η Nutricia συγκέντρωσε τα τμήματα πωλήσεων, διατηρώντας εντούτοις στην αρχή τις αρχικές εγκαταστάσεις παραγωγής. Τις πωλήσεις στο πλαίσιο του ομίλου Nutricia ανέλαβαν τέσσερις υπηρεσίες πωλήσεων:
—
η υπηρεσία πωλήσεων Nutricia συνέχισε να ασχολείται με την πώληση των παραδοσιακών προϊόντων Nutricia, δηλαδή των διαιτητικών και παιδικών τροφών
—
το τμήμα πωλήσεων Luycks ασχολείται με την πώληση όλων των προϊόντων Luycks και των σαλτσών που παρασκευάζει η Remia'
—
η υπηρεσία πωλήσεων Nutremia ασχολείται με την πώληση συμπυκνωμένου γάλακτος, σοκολατούχου γάλακτος και μαργαρίνης'
—
η υπηρεσία πωλήσεων Remia ασχολείται με την πώληση ελαίων και λιπαρών ουσιών, καθώς και με την εξαγωγή των προϊόντων Remia, χωρίς να ασχολείται όμως με την πώληση σαλτσών.
Από τα έτη 1977 και 1978η λειτουργία των Luycks και Remia παρουσίασε αποτέλεσμα παθητικό. Κατόπιν υποδείξεως ενός γραφείου μελετών, η Nutricia προέβη στην αναδιάρθρωση των παραγωγικών της εγκαταστάσεων προκειμένου να συγκεντρωθεί η παρασκευή σάλτσας στη Remia, η δε παρασκευή καρυκευμάτων και αρτυμάτων να παραμείνει στη Luycks. Η αναδιάρθρωση αυτή έγινε με την ελπίδα να βρεθούν έτσι ευκολότερα αγοραστές για τη Remia και τη Luycks, δεδομένου ότι η Nutrida επιθυμούσε να συγκεντρωθεί η δραστηριότητά της στον κύριο τομέα της, δηλαδή την παρασκευή διαιτητικών και παιδικών τροφών. Η αναδιάρθρωση πραγματοποιήθηκε το έτος 1979, κατά την παρούσα όμως διαδικασία δεν έγινε δυνατό να διαπιστωθεί αν πραγματοποιήθηκε πριν ή μετά τον Οκτώβριο του 1979.
2.
Με σύμβαση της 31ης Αυγούστου 1979 πωλήθηκε η Remia στο de Rooij. Η σύμβαση αυτή (στο εξής: «η συμφωνία σάλτσες») προβλέπει ότι από 1ης Οκτωβρίου 1979 η Nutrida μεταβιβάζει στον de Rooij τις μετοχές της Remia που διαθέτει μαζί με το αποκλειστικό δικαίωμα διαθέσεως των τελικών προϊόντων που παρασκευάζονται είτε από την ίδια τη Remia είτε επ' ονόματι της, καθώς και το αποκλειστικό δικαίωμα διαθέσεως στις Κάτω Χώρες των σαλτσών που παρασκευάζονται είτε από τη Luycks είτε επ' ονόματι της. Η Nutricia εγγυήθηκε την τήρηση του όρου αυτού εκ μέρους της Luycks. Οι εν λόγω σάλτσες είναι σάλτσες για τηγανητές πατάτες (τσιπς), μαγιονέζα, σάλτσες για σαλάτα, σάλτσες γαρνιρίσματος, σάλτσες πιπεριάς, πάπρικα, σάλτσα σατέ, κέτσαπ, σάλτσα κάρυ, σάλτσα για φρικαντέλες, σάλτσα για μπάρμπεκιου και μείγματα των σαλτσών αυτών. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της συμφωνίας σάλτσες, η Nutricia ανέλαβε την υποχρέωση να απόσχει μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1989 από κάθε άμεση ή έμμεση δραστηριότητα στον τομέα της παρασκευής πωλήσεως σαλτσών στην ολλανδική αγορά και εγγυήθηκε την τήρηση της απαγορεύσεως αυτής εκ μέρους της Luycks. Ωστόσο, παραχωρήθηκε στη Luycks το δικαίωμα, για μεταβατική περίοδο μέχρι την 1η Ιουλίου 1980, να παρασκευάζει και να πωλεί σάλτσες προοριζόμενες για εξαγωγή και για την ολλανδική αγορά, καθόσον αυτές τις σάλτσες δεν τις πωλεί η Remia.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 της συμφωνίας σάλτσες, η Remia, καθώς και οι θυγατρικές και αδελφές της εταιρίες έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν το σήμα Luycks για τις εν λόγω σάλτσες. Το δικαίωμα αυτό αφορούσε πωλήσεις σε ξενοδοχεία και καταστήματα τροφίμων και έληγε μετά δύο έτη, την 1η Οκτωβρίου 1981.
Το άρθρο 7 της συμφωνίας σάλτσες παρείχε στον de Rooij και στη Remia, καθώς και στις θυγατρικές της εταιρίες ευχέρεια επιλογής μέχρι την 1η Ιουλίου 1980 και το αντίστοιχο δικαίωμα προτιμήσεως στην αγορά των εγκαταστάσεων παρασκευής σαλτσών στο Diemen ( έδρα της Luycks ). Δεν έγινε εντούτοις χρήση του δικαιώματος αυτού επιλογής.
Στην περίοδο που ακολούθησε ένα μέρος των συνεργατών της υπηρεσίας πωλήσεων της Luycks και της Nutremia εντάχθηκε στη Remia. Κατάλογοι πελατών δεν παραδόθηκαν στη Remia.
3.
Με σύμβαση της 6ης Ιουνίου 1980 ( « συμφωνία καρυκεύματα » ) η Nutricia πώλησε από 4ης Ιουλίου 1980 τη Luycks στην εταιρία Zuid-Hollandse Conservenfabriek BV ( στο εξής « Zuid » ) θυγατρική εταιρία του ομίλου Campbell. Με το άρθρο V, παράγραφος If), της συμφωνίας καρυκεύματα η Zuid δεσμεύτηκε να τηρήσει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η Luycks στο πλαίσιο της συμφωνίας σάλτσες. Οι υποχρεώσεις αυτές καθορίζονται αναλυτικότερα στο παράρτημα XXIII της συμφωνίας καρυκεύματα. Συνομολογήθηκε, ωστόσο, ότι οι υποχρεώσεις αυτές δεσμεύουν μόνο τη Luycks και τις θυγατρικές της επιχειρήσεις και όχι άλλες επιχειρήσεις εξαρτώμενες από τη Zuid.
Σύμφωνα με το άρθρο IX, παράγραφος 1, της συμφωνίας καρυκεύματα η Nutricia δεσμεύτηκε να απόσχει επί 5 έτη από κάθε άμεση ή έμμεση δραστηριότητα στον τομέα παρασκευής και πωλήσεως καρυκευμάτων και αρτυμάτων στις « ευρωπαϊκές χώρες ».
4.
Κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 1981η Nutricia κοινοποίησε, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 17, τις συμφωνίες της 31ης Αυγούστου 1979 και της 6ης Ιουνίου 1980 στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ζήτησε να εξαιρεθούν οι συμφωνίες αυτές από την απαγόρευση των συμπράξεων που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, της εν λόγω Συνθήκης.
5.
α)
Στις 12 Δεκεμβρίου 1983 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση, τα άρθρα 1 έως 5 της οποίας έχουν ως εξής:
Άρθρο 1 : Η ρήτρα μη ανταγωνισμού που περιέχεται στο άρθρο 5 της συμφωνίας της 31ης Αυγούστου 1979 μεταξύ της NV Verenigde Bedrijven Nutricia και της Drs F. Α. de Rooij, συνιστά, από την 1η Οκτωβρίου 1983, παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Άρθρο 2: Η ρήτρα μη ανταγωνισμού που περιέχεται στα άρθρα IX. 1 και V.I.F. της συμφωνίας της 6ης Ιουνίου 1980 μεταξύ της NV Verenigde Bedrijven Nutricia και της Zuid-Hollandse Conservenfabriek BV, συνιστά, από τις 4 Ιουλίου 1982, παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η ίδια ρήτρα, από την ημερομηνία της συνομολογήσεως της, συνιστά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον εφαρμόζεται σε γεωγραφική περιοχή που είναι μεγαλύτερη από τη βελγική, ολλανδική και γερμανική αγορά.
Άρθρο 3: Οι αιτήσεις εξαιρέσεως δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ απορρίπτονται, όσον αφορά τις συμφωνίες που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 ανωτέρω.
Άρθρο 4: Η NV Verenigde Bedrijven Nutricia, η Drs F. Α. de Rooij, η Remia BV, η Zuid-Hollandse Conservenfabriek BV και η Luycks Producten BV υποχρεούνται να παύσουν αμέσως να εφαρμόζουν τις ρήτρες που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 ανωτέρω.
Άρθρο 5: Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στις ακόλουθες επιχειρήσεις:
—
NV Verenigde Bedrijven Nutricia, Zoetermeer,
—
Drs F. A. de Rooij, Den Dolder,
—
Remia BV, Den Dolder,
—
Zuid-Hollandse Conservenfabriek BV, Zundert, και
—
Luycks Producten BV, Diemen ( 1 ).
β)
Στις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης της η Επιτροπή περιγράφει πρώτα τη σχετική αγορά, το μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο και την θέση που κατέχουν στην αγορά η Remia και η Luycks. Δεν θα επαναλάβω εδώ το περιεχόμενο αυτής της περιγραφής, γιατί στο πλήρες της κείμενο περιέχει επαγγελματικά απόρρητα που δεν προορίζονται για δημοσίευση. Παραπέμπω, ωστόσο, στα σημεία 6 έως 15 και 37 έως 38 της απόφασης που στην πλήρη τους διατύπωση βρίσκονται στη διάθεση τόσο των διαδίκων όσο και του Δικαστηρίου.
Στη νομική της εκτίμηση η Επιτροπή αναφέρει, καταρχάς, ότι σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. Δεν εμπίπτει, όμως, στην απαγόρευση αυτή κάθε περιορισμός του ανταγωνισμού που συμφωνείται κατά την πώληση επιχειρήσεως.
Ήδη στην απόφαση της, της 26ης Ιουλίου 1976 ( 2 ), η Επιτροπή κατέληξε στην άποψη ότι, όταν η πώληση μιας επιχείρησης συνεπάγεται τη μεταβίβαση όχι μόνο περιουσιακών στοιχείων, αλλά επίσης και του αέρα και της πελατείας, πιθανόν να είναι αναγκαίο να επιβληθούν συμβατικοί περιορισμοί του ανταγωνισμού στον πωλητή. Οι συμβατικοί περιορισμοί του ανταγωνισμού είναι, υπό τις περιστάσεις αυτές, επιτρεπόμενο μέσο που διασφαλίζει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή να μεταβιβάσει όλη την εμπορική αξία της επιχειρήσεως.
Πάντως, η προστασία που χορηγείται στον αγοραστή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη. Πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο αντικειμενικά αναγκαίο για να μπορέσει ο αγοραστής, με μία ενεργητική ανταγωνιστική συμπεριφορά, να αναλάβει τη θέση στην αγορά που είχε προηγούμενα ο πωλητής της επιχείρησης. Δεν είναι δυνατό να καθοριστεί μία χρονική περίοδος ως κατάλληλος χρόνος προστασίας για όλες τις περιπτώσεις. Τα κριτήρια σχετικά με την περίοδο που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αντικειμενικά αναγκαία για τέτοιες ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν:
—
το χρόνο που χρειάζεται ο αγοραστής μιας επιχείρησης για να δημιουργήσει δική του πελατεία
—
τη συχνότητα με την οποία οι καταναλωτές στη συγκεκριμένη αγορά μεταβάλλουν προτίμηση ως προς το σήμα και το είδος του προϊόντος·
—
το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για να συνηθίσει ο καταναλωτής σε νέα προϊόντα ή νέα σήματα που εισέρχονται στην αγορά'
—
το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο πωλητής, μετά την πώληση της επιχείρησης και χωρίς ρήτρες περιοριστικές του ανταγωνισμού, είναι σε θέση να επανεισδύσει με επιτυχία στην αγορά και να ξανακερδίσει τους παλιούς του πελάτες.
Η διάρκεια παρεπομένων συμφωνιών, όπως π.χ. το προσωρινό δικαίωμα του αγοραστή να χρησιμοποιεί τα εμπορικά σήματα του πωλητή ή το προσωπικό πωλήσεων του πωλητή, μπορεί επίσης να αποτελεί χρήσιμο κριτήριο για τον καθορισμό του χρόνου που απαιτείται ώστε ο αέρας και η πελατεία του πωλητή να μεταβιβασθεί στον αγοραστή.
Η γεωγραφική έκταση στην οποία ισχύει η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού πρέπει επίσης να περιορίζεται στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Κατά κανόνα, η απαγόρευση αυτή πρέπει επομένως να καλύπτει τις αγορές, όπου τα σχετικά προϊόντα παρασκευάζονται ή πωλούνται κατά το χρονικό σημείο συνάψεως της συμφωνίας.
Κατά την εκτίμηση των περιορισμών που προβλέπει η συμφωνία σάλτσες η Επιτροπή έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι η παρασκευή των εν λόγω προϊόντων δεν απαιτεί υψηλή τεχνολογία. Τα μέρη έλαβαν προφανώς ως βάση ότι δύο χρόνια είναι αρκετός χρόνος, για να κάνει η Remia χρήση του σήματος « Luycks », ενώ θα προσπαθούσε συγχρόνως να εισαγάγει στην αγορά το δικό της σήμα και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πελατών. Επειδή η εμπιστοσύνη των νέων αυτών πελατών θα μπορούσε πολύ εύκολα να υπονομευθεί, εάν η Nutrida ( ή η Luycks-Zuid ) βρισκόταν σε θέση να επανεισδύσει στην αγορά, μετά από απουσία μόνο δύο ετών, χρησιμοποιώντας το σήμα « Luycks », μία επιπλέον περίοδος δύο ετών φαίνεται αντικειμενικά αναγκαία, ώστε να καταστεί δυνατό στη Remia να παγιώσει τη νέα της πελατεία. Συνεπώς, χρονική περίοδος τεσσάρων ετών φαίνεται να είναι το έσχατο όριο για τη νομικώς επιτρεπόμενη διάρκεια της απαγόρευσης του ανταγωνισμού. Οπωσδήποτε χρονική περίοδος δέκα ετών δεν είναι αντικειμενικά αναγκαία.
Καθόσον το προσωπικό πωλήσεων που δεν εντάχθηκε στη Remia αντιπροσωπεύει, εξαιτίας των εμπορικών του διασυνδέσεων, μέρος του αέρα που μεταβιβάστηκε, αυτό το μέρος δεν έγινε αποδεκτό και έτσι δεν μπορεί να αξιωθεί ως προς αυτό προστασία.
Η επέκταση στη Luycks-Zuid του δεκαετούς περιορισμού της Nutrida δεν μπορεί να ευσταθήσει, αν ο ίδιος περιορισμός δεν ισχύει έναντι της Nutrida. Βέβαια, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η επέκταση χρησίμευσε για να προστατευθεί μια σχετικά μικρή εταιρία έναντι της θυγατρικής ενός μεγάλου ομίλου ( Campbell ). Εντούτοις, ο όμιλος Campbell δεν έχει κυρίαρχη θέση πουθενά στην αγορά σαλτσών, ενώ η Remia έχει το μεγαλύτερο ατομικό μερίδιο στην ολλανδική αγορά.
Η προαναφερθείσα απαγόρευση του ανταγωνισμού επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, ή τουλάχιστον μπορεί να το επηρεάσει υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1. Η υποχρέωση αποχής από την παρασκευή σαλτσών στις Κάτω Χώρες επηρεάζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, διότι αποκλείει από τη Luycks-Zuid τη δυνατότητα να συνεχίσει το εξερχόμενο των συνόρων εμπόριο σάλτσας με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, από 1ης Ιουλίου 1980. Επιπλέον, ο περιορισμός αυτός εμποδίζει τον όμιλο Campbell να δραστηριοποιήσει τη θυγατρική του εταιρία στις Κάτω Χώρες ως εισαγωγέα σαλτσών που έχουν παρασκευαστεί κάπου αλλού στην ΕΟΚ. Τέλος, ο περιορισμός θα μπορούσε να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών το αργότερο όταν από 1ης Οκτωβρίου 1981 το σήμα Luycks θα επανερχόταν στην αποκλειστική διάθεση της Luycks-Zuid.
Σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, η απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, μπορεί να κηρυχθεί ανεφάρμοστη υπό τις αναφερόμενες σ' αυτό προϋποθέσεις. Εάν οι περιορισμοί του ανταγωνισμού υπερβαίνουν αυτό που είναι αντικειμενικά αναγκαίο για τη μεταβίβαση της συνολικής εμπορικής αξίας της πωληθείσας επιχείρησης, τότε η εξαίρεση κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο υπό ειδικές περιστάσεις. Ειδικότερα, πρέπει να αποδειχθεί ότι οι ρήτρες είναι απαραίτητες για να διασφαλισθεί η επίτευξη στόχων διαφορετικών από την απλή ανάγκη του αγοραστή να σταθεροποιήσει τα αποκτηθέντα.
Οι διάδικοι, όμως, δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι δικαιολογείται η εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, στις δύο κοινοποιηθείσες συμφωνίες. Η καθής, επίσης, δεν αντιλαμβάνεται πώς μπορούν να υπάρχουν πλεονεκτήματα από τις ρήτρες που απαγορεύουν τον ανταγωνισμό και που η χρονική τους περίοδο και/ή το πεδίο ισχύος τους, υπερβαίνει αυτό που είναι αναγκαίο για τη μεταβίβαση της συνολικής εμπορικής αξίας των πωληθέντων επιχειρήσεων που συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή την προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, εξασφαλίζοντας στους καταναλωτές δίκαιη συμμετοχή στο όφελος που προκύπτει. Οι δύο προαναφερθείσες συμβατικές απαγορεύσεις του ανταγωνισμού δεν παρέχουν αισθητά αντικειμενικά πλεονεκτήματα που να αντισταθμίζουν τα σημαντικά μειονεκτήματα για τον ανταγωνισμό στις σχετικές αγορές. Γι' αυτούς τους λόγους, δεν μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο εξαιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3.
6.
Κατά της αποφάσεως αυτής της Επιτροπής άσκησαν προσφυγή, στις 16 Φεβρουαρίου 1984 η εταιρία Remia, ο de Rooij και η εταιρία Nutricia. Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
α)
να κρίνει ότι πεπλανημένως η επίδικη απόφαση απευθύνεται στο de Rooij,
β )
να κρίνει άκυρη την απόφαση και να αποφανθεί ότι η περιεχόμενη στο άρθρο 1 της αποφάσεως ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού δεν συνιστά, ή εν πάση περιπτώσει, δεν συνιστά ήδη από 1ης Οκτωβρίου 1983 παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, επικουρικώς : ότι η Επιτροπή κακώς δεν εφάρμοσε το άρθρο 85, παράγραφος 3, και
γ)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Προς στήριξη της προσφυγής τους οι προσφεύγοντες προβάλλουν ουσιαστικώς τα ακόλουθα επιχειρήματα:
Η καθής δεν αιτιολόγησε επαρκώς τον περιορισμό της ρήτρας απαγορεύσεως του ανταγωνισμού σε τέσσερα έτη και δεν έλαβε επαρκώς υπόψη της τις ιδιομορφίες της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η δεκαετής ρήτρα απαγορεύσεως ανταγωνισμού ήταν απαραίτητη προκειμένου η Remia να μπορέσει να διασφαλίσει τη διατήρηση του μεριδίου της αγοράς που είχαν πριν οι Remia και Luycks. Σε περίπτωση διατηρήσεως της προηγούμενης παραγωγικής και εμπορικής διαρθρώσεως και οι δύο επιχειρήσεις, η Luycks και η Remia, θα καταδικάζονταν σε αφανισμό. Η απαγόρευση του ανταγωνισμού απέβλεπε, μεταξύ άλλων, να διασφαλίσει τη διατήρηση των θέσεων εργασίας 230-250 περίπου προσώπων που απασχολούνται στη Remia. Περαιτέρω, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ότι μόνο ένα μέρος του τμήματος πωλήσεων της Luycks μεταβιβάστηκε στη Remia, ενώ οι υπόλοιποι πωλητές, οι εξοικειωμένοι με την αγορά σαλτσών παρέμειναν στη Luycks και συνέχισαν να ασχολούνται σ' ένα συναφή τομέα, την πώληση καρυκευμάτων. Εξάλλου, επιτράπηκε στη Remia να χρησιμοποιεί το, ευρέως γνωστό, σήμα Luycks μόνο για δύο έτη μία σύντομη χρησιμοποίηση του σήματος Luycks για τις σάλτσες που παρασκεύαζε η ίδια η Luycks θα αποτελούσε αναγκαίως απειλή για τη θέση που κατείχε στην αγορά η Remia.
Το έτος 1981η Remia παρεμποδίστηκε κατά τη χρησιμοποίηση του δικού της σήματος « McMillan » από τη Luycks. Την άνοιξη του 1982η Luycks άρχισε έντονη διαφημιστική εκστρατεία για τις σάλτσες με το σήμα Luycks, κατά της οποίας η Remia αναγκάστηκε να αμυνθεί δικαστικώς.
Ήδη κατά τη σύναψη της σύμβασης μπορούσε να προβλεφθεί ότι η Luycks θα μπορούσε να πωληθεί σε σημαντικά ισχυρότερο ανταγωνιστή, όπως και πράγματι έγινε τον Ιούνιο του 1980.
Η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού δεν παρεμποδίζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Στη Luycks-Zuid δεν απαγορεύτηκε να εισάγει και να εξάγει σάλτσες στην Ολλανδία. Όφειλε απλώς να μη χρησιμοποιεί το σήμα Luycks. Εξάλλου, η Remia ήταν διατεθειμένη να συμφωνήσει με μία ερμηνεία του άρθρου 5 της συμφωνίας σάλτσες σύμφωνη προς το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Κακώς η Επιτροπή δεν χορήγησε εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η καθής όφειλε να λάβει υπόψη της, στο πλαίσιο αυτό, την οικονομική και ταμειακή κατάσταση της Remia και της Luycks. Έπρεπε να λάβει υπόψη της ότι διατηρήθηκαν περίπου 230-250 θέσεις εργασίας. Με την συγκέντρωση της παρασκευής σαλτσών στη Remia βελτιώθηκε η τεχνογνωσία στον τομέα της παρασκευής σαλτσών. Βελτιώθηκε η παρασκευή και η εμπορία σαλτσών, ενώ διατηρήθηκε ο καλύτερος δυνατός ανταγωνισμός. Επιπλέον, βελτιώθηκε η διάρθρωση του ανταγωνισμού εφόσον μπόρεσε να επιβιώσει σε μία ολιγοπωλιακή αγορά τουλάχιστον μία από τις μικρές επιχειρήσεις.
Τέλος, κακώς η απόφαση απευθύνεται στο de Rooij. Αυτός υπέγραψε τη συμφωνία σάλτσες μόνο ως μελλοντικός ιδιοκτήτης της Remia, συμφωνία που περιλαμβάνει πολλές αυτοτελείς δικαιοπραξίες. Ο de Rooij δεν μπορεί να θεωρηθεί ως « επιχείρηση » κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
H καθής ζητεί την απόρριψη της προσφυγής και την καταδίκη των προσφευγόντων στα δικαστικά έξοδα.
Διατυπώνει, πρώτον, τη γνώμη ότι οι προσφεύγοντες δεν εξέθεσαν επαρκώς σε ποιους λόγους στηρίζουν τις αιτιάσεις τους. Στο επίκεντρο των επιχειρημάτων τους βρίσκεται η μομφή ότι η καθής δεν αιτιολόγησε την απόφαση της επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις. Από πλευράς περιεχομένου, όμως, η αιτίαση αυτή αναφέρεται σε υποτιθέμενη εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ. Επειδή όμως ο ισχυρισμός αυτός αντλείται από ανακριβή λόγο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Για το λόγο αυτό η Επιτροπή αναφέρεται μόνο επικουρικώς τα επιχειρήματα αυτά.
Θεωρεί αβάσιμη την αιτίαση των προσφευγόντων ότι η απόφαση της δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Η υποχρέωση αιτιολογίας εκπληρούται όταν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η απόφαση και οι σταθμίσεις που οδήγησαν στην απόφαση εκτίθενται κατά τρόπο σαφή.
Κατά τα λοιπά η Επιτροπή προβάλλει κατ' ουσία τα ίδια επιχειρήματα που περιλαμβάνονται και στην απόφαση της. Επιπροσθέτως αναφέρει ότι συμφωνίες που θίγουν τον ανταγωνισμό δεν μπορούν να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, μόνο επειδή αποσκοπούν στην προστασία μιας επιχείρησης που λειτουργεί με ζημία.
Τέλος, ορθώς η απόφαση απευθύνεται και στο de Rooij. Ο de Rooij συνέβαλε ως επιχειρηματίας στη σύναψη της συμφωνίας σάλτσες. Η συμφωνία αυτή του παρέχει αυτοτελή δικαιώματα παράλληλα προς τα δικαιώματα της Remia και των θυγατρικών εταιριών της.
Η παρεμβαίνουσα υπέρ της καθής επιχείρηση Sluyck BV (η σημερινή επωνυμία της πρώην επιχειρήσεως Luycks) ζητεί, επίσης, την απόρριψη της προσφυγής και την καταδίκη των προσφευγόντων στα δικαστικά έξοδα.
Προβάλλει ότι μετά την πώλησή της στη Zuid υπέστη σημαντικές ζημίες. Η επιβίωση της κινδυνεύει, αν δεν στραφεί και πάλι προς την αγορά σαλτσών. Αναφέρθηκε, επίσης, η ανάγκη χρησιμοποιήσεως του σήματος Luycks, το οποίο αυτή χρησιμοποίησε περισσότερο από έναν αιώνα και χωρίς το οποίο δεν θα είχε ενδιαφέρον η επανεμφάνιση της στην αγορά σαλτσών. Πρέπει, επίσης, να μπορεί να εφοδιάζει και την ολλανδική αγορά, διότι απασχόληση της μόνο με τις εξαγωγές δεν είναι οικονομικώς αποδοτική.
7.
Απαντώντας σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου οι προσφεύγοντες διευκρίνισαν περισσότερο τους ισχυρισμούς τους. Η καθής παρέσχε διευκρινίσεις σχετικά με τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 της αποφάσεως ημερομηνίες.
Οι προσφεύγοντες ανέφεραν ότι το αίτημά τους στρέφεται κυρίως κατά της διαπιστώσεως που περιέχεται στο άρθρο 1 της απόφασης ότι η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού της συμφωνίας σάλτσες για τη Luycks συνιστά από 1ης Οκτωβρίου 1983 παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Δεν ζητείται ρητώς η ακύρωση της διαπίστωσης που περιέχεται στο άρθρο 2 της απόφασης. Επειδή, όμως, η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού στην οποία αναφέρεται το άρθρο 2 της απόφασης αφορά μόνο την επέκταση της ρήτρας απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που προβλέπει η συμφωνία σάλτσες και στον αγοραστή της Luycks, οι δύο αυτές ρήτρες συνδέονται ουσιαστικώς στενά. Επικουρικώς, ωστόσο, επιζητείται και η ακύρωση του άρθρου 2 της αποφάσεως.
Η καθής παραδέχθηκε ότι κατά τη διατύπωση του άρθρου 2 παρεισέφρησε ένα προφανές λάθος. Η ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 2 — η 4η Ιουλίου 1982 — αφορά τη ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού του άρθρου IX, παράγραφος 1, της συμφωνίας καρυκεύματα για καρυκεύματα και αρτύματα της Nutricia, ενώ η επέκταση στη Zuid της ρήτρας απαγορεύσεως του ανταγωνισμού του άρθρου V, παράγραφος 1, στοιχείο f), στον τομέα των σαλτσών για τη Luycks συνιστά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, μόλις από 1ης Οκτωβρίου 1983.
Β.
Η άποψη μου επί της παρούσας προσφυγής έχει ως εξής:
1.
α)
Παρά τις διευκρινίσεις των διαδίκων σχετικά με την έκταση του αιτήματος της προσφυγής και την έκταση εφαρμογής της απόφασης της Επιτροπής θεωρώ ενδεδειγμένο να προσδιορίσω και πάλι, με ακρίβεια, το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Πράγματι, αφενός μεν, το αίτημα των προσφευγόντων δεν έχει διατυπωθεί κατά τρόπο εντελώς σαφή, αφετέρου δε, το άρθρο 2 της απόφασης αναμιγνύει, κατά τρόπο ατυχή, δύο διαφορετικές ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού και, παρά τις διευκρινίσεις της Επιτροπής, εξακολουθεί να μην είναι κατανοητό αφεαυτού.
Στο άρθρο 2 της απόφασης γίνεται λόγος για « τη ρήτρα μη ανταγωνισμού που περιέχεται στα άρθρα IX. 1 και VJ f της συμφωνίας της 6ης Ιουνίου 1980». Στα εν λόγω όμως άρθρα δεν περιέχεται μία ενιαία ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού, καθόσον το άρθρο V αφορά την επέκταση της ρήτρας απαγορεύσεως του ανταγωνισμού στον τομέα των σαλτσών, η οποία περιέχεται στη συμφωνία σάλτσες, στη Zuid, ενώ το άρθρο XI αναφέρεται στη ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που συνομολόγησε η Nutricia υπέρ της Zuid για τη δραστηριότητα της στον τομέα των καρυκευμάτων. Είναι, επίσης, ασαφές σε ποια από τις δύο αυτές ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού αναφέρεται η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 2, η οποία, χωρίς διαφοροποίηση, αρχίζει με τις λέξεις « η ίδια ρήτρα ». Στην παράγραφο αυτή κρίνεται παράνομη η γεωγραφική έκταση της ρήτρας απαγορεύσεως του ανταγωνισμού, καθόσον υπερβαίνει τη βελγική, ολλανδική και γερμανική αγοράστην 38η αιτιολογική σκέψη της απόφασης αναφέρονται, επίσης, οι τρεις αυτές αγορές σε σχέση με τη ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που συνομολόγησε η Nutricia υπέρ της Zuid, σε ό,τι αφορά την παρασκευή και πώληση καρυκευμάτων. Ως εκ τούτου, πιστεύω ότι η παράγραφος αυτή αναφέρεται στο άρθρο IX της συμφωνίας καρυκεύματα.
Συνεπώς, μετά τις διευκρινίσεις αυτές, το άρθρο 2 πρέπει να νοηθεί ως εξής:
Η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που περιέχεται στο άρθρο V, παράγραφος 1, στοιχείο f), της συμφωνίας της 6ης Ιουνίου 1980 συνιστά, από 1ης Οκτωβρίου 1983, παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που περιέχεται στο άρθρο IX, παράγραφος 1, της συμφωνίας της 6ης Ιουνίου 1980 και αφορά τον τομέα των καρυκευμάτων, συνιστά, από 4ης Ιουλίου 1982 (δηλαδή δύο έτη μετά την έναρξη της ισχύος της συμφωνίας της 6ης Ιουνίου 1980, στις 4 Ιουλίου 1980 ), παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Καθόσον η γεωγραφική εφαρμογή της ρήτρας αυτής υπερβαίνει τη βελγική, ολλανδική και γερμανική αγορά, συνιστά, από την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ, παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Οι προσφεύγοντες ζητούν με την προσφυγή τους, αφενός μεν, την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής, αφετέρου δε, να γίνει δεκτό ότι η απόφαση κακώς απευθύνεται στον de Rooij, ότι η εν λόγω ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, ήδη από 1ης Οκτωβρίου 1983, ή ότι, τουλάχιστον, η Επιτροπή κακώς δεν εφάρμοσε το άρθρο 85, παράγραφος 3.
Λαμβάνοντας υπόψη τους γραπτούς και προφορικούς ισχυρισμούς των προσφευγόντων — περιλαμβανομένων και των διευκρινίσεων που παρασχέθηκαν στα ερωτήματα του Δικαστηρίου — και λαμβάνοντας, επίσης, υπόψη τα συμφέροντά τους αντιλαμβάνομαι το αίτημα των προσφευγόντων υπό την έννοια ότι πρέπει να ακυρωθούν τα εξής:
—
το άρθρο 1 της αποφάσεως, που αναφέρεται στη ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που περιέχεται στη συμφωνία σάλτσες, καθόσον αφορά το διάστημα μετά την 1η Οκτωβρίου 1983'
—
το άρθρο 2 της απόφασης, καθόσον αφορά την επέκταση της ρήτρας απαγορεύσεως του ανταγωνισμού, που περιέχεται στη συμφωνία σάλτσες, στη Zuid και αφορά την περίοδο μετά την 1η Οκτωβρίου 1983'
—
το άρθρο 3 της απόφασης, καθόσον αφορά την μη εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, στη ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που περιέχεται στη συμφωνία σάλτσες και την επέκταση της στη Zuid μετά την 1η Οκτωβρίου 1983·
—
το άρθρο 4 της απόφασης, καθόσον περιλαμβάνει τη ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που περιέχεται στη συμφωνία σάλτσες και την επέκταση της στη Zuid
—
το άρθρο 5, καθόσον ορίζει το de Rooij ως αποδέκτη της απόφασης.
Δεν νομίζω ότι αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που συνομολόγησε η Nutricia υπέρ της Zuid, σε ό, τι αφορά την αγορά καρυκευμάτων, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 2 της απόφασης. Αφενός μεν οι προσφεύγοντες δεν προέβαλαν κανέναν ισχυρισμό, από τον οποίο να συνάγεται ότι η προσφυγή τους στρέφεται, επίσης, κατά της αποφάσεως σχετικά με την εν λόγω ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού. Αφετέρου δε, δεν πρέπει να έχουν κανένα συμφέρον, ιδίως η Nutricia, από την ακύρωση αυτού του μέρους της απόφασης της Επιτροπής, το οποίο διευρύνει τις δυνατότητες δράσεως τους έναντι του άρθρου IX της συμφωνίας καρυκεύματα. Συμφέρον για τη διατήρηση της ρήτρας αυτής απαγορεύσεως του ανταγωνισμού έχει μόνο η παρεμβαίνουσα υπέρ της καθής, η επιχείρηση Sluyck, η οποία, όμως, ως παρεμβαίνουσα υπέρ της καθής δεν μπορεί να προβάλει παρόμοιο αίτημα, αλλά μόνο σύμφωνα με το άρθρο 37 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ( ΕΟΚ ) να υποστηρίξει τα αιτήματα της καθής.
β)
Μετά τον καθορισμό αυτό του αντικειμένου της διαφοράς στην παρούσα διαδικασία, θα εκθέσω συνοπτικώς τη σειρά με την οποία θα εξετάσω τα αναφερθέντα νομικά προβλήματα.
Μετά από μία παρατήρηση επί μιας διαδικαστικής ενστάσεως της καθής, θα εξετάσω αν οι εν λόγω ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού εμπίπτουν, πράγματι, στην απαγόρευση του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι θετική, θα εξεταστεί μήπως οι ιδιαιτερότητες του πλέγματος των συμβάσεων για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση — οι ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού περιέχονται αντιστοίχως σε συμφωνίες μεταβιβάσεως επιχειρήσεων — αποκλείουν εντούτοις για ορισμένη χρονική περίοδο την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Τέλος, πρέπει να εξεταστεί, κατά πόσον επιπλέον μπορεί να υπάρξει εξαίρεση από την απαγόρευση των συμπράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
2.
Πριν εξετάσω, από πλευράς περιεχομένου, τα επιχειρήματα των διαδίκων, θα ασχοληθώ εν συντομία με τη διαδικαστική ένσταση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι προσφεύγοντες συνήγαγαν τα επιχειρήματά τους σχετικά με την εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ από το λόγο της προσφυγής ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Λόγω της ανακριβούς αυτής εκτιμήσεως οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
Μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη της καθής ότι τα επιχειρήματα των προσφευγόντων δεν είναι πάντοτε σαφή εκ πρώτης όψεως. Δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτό αν αναφέρονται καταρχήν στη μη εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ επί της ρήτρας απαγορεύσεως του ανταγωνισμού, η οποία συνομολογήθηκε στο πλαίσιο της σύναψης των συμφωνιών μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, ή στη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 85, παράγραφος 1, ή των προϋποθέσεων εξαιρέσεως βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Βεβαίως, τα επιχειρήματα των προσφευγόντων γίνονται απολύτως κατανοητά όταν θεωρηθούν στο σύνολό τους. Ανταποκρίνονται, επομένως, στις απαιτήσεις που θέτει σχετικά το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν απαιτεί να υπαγάγουν ρητώς οι προσφεύγοντες την πλημμέλεια κατά της οποίας στρέφονται σε έναν από τους τέσσερις λόγους προσφυγής που προβλέπει το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ. «Αρκεί από το περιεχόμενο των ισχυρισμών των προσφευγόντων να διαφαίνεται ο λόγος της προσφυγής, χωρίς, εξάλλου, αυτός να καθορίζεται ρητώς χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της Συνθήκης, υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι από την προσφυγή προκύπτει επαρκώς ποιος από τους προβλεπόμενους από τη Συνθήκη λόγους προβάλλεται » ( 3 ). Οι ισχυρισμοί των προσφευγόντων ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις αυτές, διότι επιτρέπουν να διαγνωστεί σε ποιο λόγο προσφυγής αναφέρονται. Οι ισχυρισμοί, λοιπόν, που προβάλλονται στην παρούσα υπόθεση πρέπει να ληφθούν υπόψη στο σύνολο τους.
3.
Η εξέταση του ζητήματος αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, μπορεί να είναι σχετικά σύντομη. Σύμφωνα με το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, που μπορούν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς.
α)
Η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που περιέχεται στο άρθρο 5 της συμφωνίας σάλτσες απαγορεύει στη Nutrida και τη Luycks κάθε δραστηριότητα στην ολλανδική αγορά σαλτσών για μία περίοδο 10 ετών. Ο πληρεξούσιος των προσφευγόντων πληρεξούσιος των προσφευγόντων βεβαίωσε, κατά την προφορική διαδικασία, ότι η ρήτρα αυτή δεν περιλαμβάνει μόνο τις δραστηριότητες εκείνες κατά τις οποίες χρησιμοποιείται το σήμα ή η επωνυμία Luycks, αλλά κάθε δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το σήμα ή την επωνυμία.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η πλήρης απαγόρευση του ανταγωνισμού, δηλαδή η υποχρέωση αποχής από κάθε άμεση ή έμμεση δραστηριότητα σε μια ορισμένη αγορά και για μια ορισμένη χρονική περίοδο, πρέπει να θεωρηθεί ως συμφωνία, η οποία έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση του ανταγωνισμού. Οι διάδικοι δεν το αμφισβητούν αυτό. Και οι δύο συμβάσεις, εξάλλου, συνομολογήθηκαν μεταξύ επιχειρήσεων, συγκεκριμένα η συμφωνία σάλτσες, της 31ης Αυγούστου 1979, μεταξύ των επιχειρήσεων Nutrida, Remia και λοιπών και η συμφωνία καρυκεύματα, της 6ης Ιουνίου 1980, μεταξύ των επιχειρήσεων Nutricia και Zuid. Εν προκειμένω, το μόνο σημείο στο οποίο οι διάδικοι διαφωνούν είναι το αν ο de Rooij που μετέχει στη συμφωνία σάλτσες πρέπει, επίσης, να θεωρηθεί ως « επιχείρηση ».
Νομίζω ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση για δύο λόγους:
Καταρχάς o de Rooij είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία σάλτσες. Στη συμφωνία αυτή αναφέρεται πρώτος στη σειρά ως αγοραστής. Ο ισχυρισμός των προσφευγόντων ότι η συμφωνία σάλτσες περιέχει πολλές αυτοτελείς δικαιοπραξίες, οι οποίες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ενιαίο σύνολο, πρέπει βεβαίως να γίνει δεκτός, καθόσον πράγματι παράλληλα με την καθαυτή σύμβαση μεταβιβάσεως της επιχείρησης η συμφωνία περιέχει και άλλους όρους. Αλλά και από αυτούς τους όρους o de Rooij, ως συμβαλλόμενος, αντλεί δικαιώματα. 'Ετσι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, της συμφωνίας έχει δικαίωμα προτιμήσεως στην αγορά των παραγωγικών εγκαταστάσεων της Luycks. Επίσης, για όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις των πωλητών, για τις οποίες δεν προβλέπεται ρητώς άμεσος δικαιούχος, θεωρείται αυτός δικαιούχος: στην περίπτωση αυτή η υποχρέωση των πωλητών υπάρχει έναντι όλων των άλλων αντισυμβαλλομένων. Αυτό ισχύει, ιδίως, για το άρθρο 5 της συμφωνίας το οποίο υποχρεώνει τη Nutricia να απέχει από κάθε άμεση ή έμμεση πώληση και/ή παρασκευή στις Κάτω Χώρες των σαλτσών που αναφέρονται στο άρθρο 4, εκτός αν ο αγοραστής ( de Rooij ) το επιτρέπει.
Συνεπώς, ο ρόλος του de Rooij δεν περιορίζεται μόνο στο ρόλο του μελλοντικού ιδιοκτήτη της Remia. Η συμφωνία σάλτσες του παρέχει επιπλέον εξουσία διενεργείας δικαιοπραξιών και ασκήσεως διαπλαστικών δικαιωμάτων, βάσει των οποίων μπορεί να θεωρηθεί ότι ενεργεί ως επιχειρηματίας.
β )
Ένα άλλο αμφισβητούμενο θέμα είναι αν η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που περιέχεται στη συμφωνία σάλτσες μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
Σχετικά με το θέμα αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που περιέχεται στη συμφωνία σάλτσες αφορά το σύνολο του εδάφους των Κάτω Χωρών. Όταν μία συμφωνία εκτείνεται στο σύνολο του εδάφους ενός κράτους μέλους, είναι από την ίδια της τη φύση, ικανή να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, διότι συμβάλλει στη στεγανοποίηση των εθνικών αγορών στο εσωτερικό της Κοινότητας. Εμποδίζει έτσι την οικονομική αλληλοδιείσδυση που αποτελεί στόχο της Συνθήκης ( 4 ). Ο όρος που επιβάλλει στη Nutricia να απόσχει από κάθε άμεση ή έμμεση πώληση ή παρασκευή σαλτσών στην ολλανδική αγορά δεν αφορά μόνο την εγχώρια παρασκευή σαλτσών, αλλά και την εισαγωγή σαλτσών από άλλα κράτη μέλη. Η απαγόρευση αυτή μπορεί να επηρεάσει « άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά » ( 5 ) το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
γ )
Η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που περιέχεται στη συμφωνία σάλτσες της 31ης Αυγούστου 1979 συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις, ώστε να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
δ )
Τέλος, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που περιέχεται στο άρθρο 5 της συμφωνίας σάλτσες δεν δεσμεύει μόνο τη Nutricia, αλλά επίσης και τη Luycks, εξ ονόματος της οποίας ενεργεί η Nutricia. Συνεπώς, και η Luycks δεσμεύεται άμεσα από το άρθρο 5 της συμφωνίας σάλτσες, ώστε να μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν το άρθρο V, παράγραφος 1, στοιχείο f), της συμφωνίας καρυκεύματα, της 6ης Ιουνίου 1980, περιέχει αυτοτελή ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού. Με το άρθρο V της συμφωνίας καρυκεύματα η Zuid εγγυάται στην εταιρία Nutricia ότι η Luycks θα τηρήσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συμφωνία σάλτσες. Στη διάταξη αυτή δίνω την ερμηνεία ότι, αφενός μεν, η Zuid λαμβάνει γνώση μιας από τις υποχρεώσεις που βαρύνουν τη Luycks, αφετέρου δε δεσμεύεται έναντι της Nutricia να εγγυηθεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών εκ μέρους της Luycks. Η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που βαρύνει τη Luycks επανελήφθη χάριν δηλώσεως και μόνο από απόψεως περιεχομένου, ο κύκλος, όμως, εκείνων που έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν την τήρηση αυτής της ρήτρας απαγορεύσεως του ανταγωνισμού διευρύνθηκε περιλαμβάνοντας και τη Nutricia, έτσι ώστε το άρθρο V της συμφωνίας καρυκεύματα να έχει εν προκειμένω αυτοτελή σημασία.
4.
Καίτοι, επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, η καθής θεωρεί ότι η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού, για μια περίοδο 4 ετών, δηλαδή μέχρι την 31η Οκτωβρίου 1983, δεν εμπίπτει στη διάταξη αυτή της Συνθήκης ΕΟΚ. Η καθής προέβη στη διαπίστωση αυτή, επικαλούμενη προγενέστερη απόφαση ( 6 ), χωρίς, ωστόσο, να χορηγήσει εξαίρεση από την απαγόρευση των συμπράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Θα ήθελα, ακόμα, να εξετάσω το ζήτημα αν εκτός από τη διαδικασία εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 3, είναι δυνατό σε μία συμφωνία που περιορίζει τον ανταγωνισμό και η οποία, από πλευράς περιεχομένου, εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, να μην εφαρμοστεί η απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική, πρέπει κατόπιν να εξεταστεί, ποιοι νομικοί κανόνες πρέπει να ρυθμίζουν αυτή τη « μη εφαρμογή » του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η εξέταση του ζητήματος αυτού δεν έχει μεν σημασία για το διάστημα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 1983, είναι όμως κρίσιμη για τη χρονική περίοδο, για την οποία η καθής θεωρεί ότι πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 85, παράγραφος 1, δηλαδή για την περίοδο από τον Οκτώβριο του 1983 μέχρι τον Οκτώβριο του 1989.
Καθόσον μπόρεσα να διαπιστώσω, το Δικαστήριο δεν έχει ασχοληθεί μέχρι τώρα με τη μη εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ εκτός του πλαισίου της διαδικασίας εξαιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3. Καίτοι η μη εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, δεν βρίσκει κανένα άμεσο έρεισμα στη Συνθήκη, στην επιστήμη γίνεται δεκτή η δυνατότητα αυτή ιδίως στην περίπτωση συμβάσεων μεταβιβάσεως επιχειρήσεων ( 7 ). Ακόμα και οι εθνικές νομοθεσίες περί ανταγωνισμού γνωρίζουν παρόμοιες εξαιρέσεις από την απαγόρευση των συμπράξεων ( 8 ).
Σε εθνικό επίπεδο απαντώνται απαγορεύσεις του ανταγωνισμού που έχουν συναφθεί με σύμβαση ή που έχουν επιβληθεί με νόμο, όπως π.χ. για εμπορικούς αντιπροσώπους, για εταίρους ή για μέλη διοικητικού συμβουλίου επιχειρήσεων.
Για το ζήτημα της εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπει η Συνθήκη ΕΟΚ δεν υπάρχει διαφορά αν οι απαγορεύσεις του ανταγωνισμού στηρίζονται σε συμβάσεις ή σε νομοθετικές διατάξεις. Μολονότι αληθεύει ότι οι κανόνες περί ανταγωνισμού « αφορούν τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και όχι μέτρα νομοθετικής ή κανονιστικής φύσεως των κρατών μελών, τα τελευταία οφείλουν πάντως, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, της Συνθήκης, να μη θίγουν με την εθνική νομοθεσία τους την πλήρη και ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ... και να μη λαμβάνουν ή να διατηρούν σε ισχύ μέτρα, έστω και υπό μορφή νομοθετικής ή κανονιστικής πράξεως, ικανά να εξαλείψουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων περί ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις » ( 9 ).
Η μη εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, επί των συμφωνιών για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση μπορεί επομένως να στηριχθεί μόνο σε αρχές του κοινοτικού δικαίου.
Σε σχετικές με το κοινοτικό δίκαιο μελέτες εκτίθεται ότι περιορισμοί του ανταγωνισμού που έχουν συνομολογηθεί κατά τη σύναψη συμβάσεων μεταβιβάσεως επιχειρήσεων συγκεντρώνουν βεβαίως, καταρχήν, θεωρούμενες αφηρημένως, τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Εντούτοις, πρέπει να εξεταστούν μέσα στο γενικότερο οικονομικό τους πλαίσιο, διότι πιθανόν να είναι απαραίτητοι για την πραγματική μεταβίβαση ορισμένων αΰλων οικονομικών αγαθών. Αυτό ισχύει, ιδίως, για τη μεταβίβαση της πελατείας, ή άλλων στοιχείων του αέρα και της τεχνογνωσίας, που συχνά αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα των περιουσιακών στοιχείων μιας επιχειρήσεως. Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις περιλαμβάνονται στα περιουσιακά εκείνα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συμβάσεως πωλήσεως πρέπει, σ' ένα ορισμένο βαθμό, να επιτραπούν οι ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού κατά τη μεταβίβαση επιχειρήσεων. Ακόμα και χωρίς ρητή συμφωνία, ο πωλητής μιας επιχειρήσεως αναλαμβάνει την υποχρέωση, σύμφωνα με το πνεύμα και την οικονομία μιας παρόμοιας σύμβασης, να μην ανταγωνίζεται, επί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, τον αγοραστή. Δεν πρέπει να επιτραπεί στον πωλητή να αποσπάσει από τον αγοραστή την πελατεία ή να παρεμβάλει σημαντικά εμπόδια στις σχέσεις με αυτή, την οποία πώλησε με την επιχείρηση και του καταβλήθηκε τίμημα γι' αυτό, συνεπεία ανταγωνιστικής δραστηριότητας. Συνεπώς, πρέπει να επιτρέπεται η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που είναι απαραίτητη για τη μεταβίβαση επιχειρήσεως υπό τον όρο ότι δεν υπερβαίνει εκείνο που είναι απαραίτητο από τοπικής, χρονικής και ουσιαστικής απόψεως.
Θεωρώ και εγώ επίσης, εντός των αναφερθέντων ορίων, ως συζητήσιμη και δυνατή μία εξαίρεση από την απαγόρευση των συμπράξεων που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Παρόμοιες συμφυείς με τη μεταβίβαση επιχειρήσεων ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού, καίτοι δεν μνημονεύονται ρητώς στο άρθρο 85, παράγραφος 3, μπορούν να θεωρηθούν ως θεμιτές, καθόσον ο αγοραστής μιας επιχειρήσεως πρέπει να προστατευθεί από τον ανταγωνισμό του πωλητή, ο οποίος κατά παράβαση της σύμβασης πωλήσεως θα ήθελε να αποσπάσει από τον αγοραστή εκείνα που του οφείλει ως πωλητής. Όπως επίσης και κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, περιορισμοί του ανταγωνισμού μπορούν να εξαιρεθούν, όταν είναι απαραίτητοι για την επίτευξη των θετικών στόχων που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο, θεωρώ ότι είναι δυνατή η μη εφαρμογή της απαγόρευσης των συμπράξεων, όταν αυτή είναι απαραίτητη για την επίτευξη κατά νόμο επιτρεπομένων συμβατικών στόχων, όπως π.χ. την εκτέλεση μιας συμβάσεως μεταβιβάσεως επιχειρήσεως.
Στην περίπτωση αυτή της μη εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, που βαίνει πέρα από τις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 3, νομίζω ότι πρέπει να γίνει μία στάθμιση παρόμοια με εκείνη που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 3. Σε ό, τι αφορά τη διαδικασία, δεν έχω κανένα ενδοιασμό να εφαρμοστούν κατ' αναλογία οι διατάξεις που θεσπίστηκαν βάσει του άρθρου 87 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Αυτό θα είχε, μεταξύ άλλων, ως συνέπεια ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού 17, η απόφαση περί μη εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, θα πρέπει να γίνεται για ορισμένη χρονική περίοδο.
Αν, λοιπόν, θα μπορούσαν να εφαρμοστούν κατ' αναλογία στην παρούσα περίπτωση οι αρχές περί εξαιρέσεως από την απαγόρευση των συμπράξεων, θα προέκυπτε μία ακόμα συνέπεια ως προς τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου της απόφασης της Επιτροπής. Επειδή οι προϋποθέσεις για την εξαίρεση από την απαγόρευση καθορίζονται μόνο κατά τρόπο γενικό, η Επιτροπή κατά την κατ' αναλογία εφαρμογή της διάταξης αυτής διαθέτει ευρέα όρια εκτιμήσεως. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, προϋποθέτει την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων. Συνεπώς, ο δικαστικός έλεγχος των εκτιμήσεων αυτών πρέπει Kat στην περίπτωση απαγορεύσεων του ανταγωνισμού που συνομολογούνται κατά τη μεταβίβαση επιχειρήσεων να έχει υπόψη του το γεγονός αυτό και να περιοριστεί κατά συνέπεια στην ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών και την υπαγωγή τους στις ισχύουσες νομικές διατάξεις. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, ο έλεγχος αυτός περιορίζεται κυρίως στην αιτιολογία των αποφάσεων των αρμόδιων για τις συμπράξεις αρχών, από την οποία πρέπει να συνάγεται σε ποια περιστατικά και εκτιμήσεις στηρίζεται η απόφαση ( 10 ).
Αν τώρα εξετάσω απ' αυτό το πρίσμα την απόφαση της καθής, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το άρθρο 1 της απόφασης.
Η καθής έχει, καταρχήν, αναγνωρίσει ότι μπορεί να είναι αναγκαία η επιβολή ορισμένων συμβατικών περιορισμών του ανταγωνισμού στον πωλητή. Εξέθεσε, επίσης, ότι η προστασία αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά ότι πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο που απαιτείται, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στον αγοραστή, με ενεργητική ανταγωνιστική δράση, να αναλάβει τη θέση στην αγορά που κατείχε πριν ο πωλητής. Διαπίστωσε, τέλος, ότι δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί μία χρονική περίοδος προστασίας που να αρμόζει σε όλες τις περιπτώσεις και ανέφερε τα κριτήρια που η ίδια θεωρεί ως σημαντικά.
Αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Remia μπορούσε αρχικά να χρησιμοποιεί το σήμα της Luycks για δύο έτη, περαιτέρω ότι η παρασκευή των σχετικών προϊόντων δεν απαιτεί καμία υψηλή τεχνολογία και τέλος, ότι τουλάχιστον ένα μέρος του προσωπικού του τμήματος πωλήσεων της Nutrida μεταφέρθηκε στη Remia, δεν μπορεί να επικριθεί η Επιτροπή για το ότι περιόρισε την απαγόρευση του ανταγωνισμού για περίοδο δύο συμπληρωματικών ετών. Εν πάση περιπτώσει, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών (δύο έτη υπό την επωνυμία Luycks και δύο έτη χωρίς την ανταγωνίστρια Luycks ) δεν αρκούν στη Remia για να αναλάβει, με ενεργητική ανταγωνιστική συμπεριφορά, τη θέση στην αγορά που κατείχε πριν ο πωλητής. Ιδίως ο ισχυρισμός των προσφευγόντων ότι η Επιτροπή, κατά την εξέταση του αν μπορεί εν πάση περιπτώσει να εφαρμοστεί το άρθρο 85, παράγραφος 1, έπρεπε να λάβει υπόψη της τόσο την οικονομική κατάσταση των εν λόγω επιχειρήσεων όσο και το γεγονός ότι η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού επέτρεψε τη διατήρηση θέσεων εργασίας, δεν μπορεί να προβληθεί προκειμένου να κλονίσει τη βασική απόφαση της καθής ότι μετά από τέσσερα έτη απαγορεύσεως του ανταγωνισμού έπρεπε πάλι να εφαρμοστεί το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Εάν, όπως προαναφέρθηκε, θεωρηθεί ως — ενδεχόμενος — λόγος για τη μη εφαρμογή της απαγορεύσεως των συμπράξεων σε περίπτωση συμβάσεων μεταβιβάσεως επιχειρήσεων το ότι πρέπει να διασφαλιστεί στον αγοραστή η απόκτηση της επιχείρησης που πωλήθηκε, δεδομένου ότι πρέπει να διευκολυνθεί, με ενεργητική ανταγωνιστική παρουσία, να αναλάβει τη θέση στην αγορά που είχε πριν ο πωλητής, πρέπει, ιδίως, να ληφθεί υπόψη αυτό που πράγματι απέκτησε ο de Rooij από τη Nutricia.
Απέκτησε: την εταιρία Remia, το απεριόριστο δικαίωμα να εμπορεύεται τα καταναλωτικά προϊόντα που παρασκευάζονται από ή για τη Remia και το χρονικά περιορισμένο δικαίωμα να εμπορεύεται τις σάλτσες που παράγονται από για ή τη Luycks.
Δεν απέκτησε: την εταιρία Luycks, το σήμα Luycks, ούτε δε και τις παραγωγικές εγκαταστάσεις της Luycks, στις οποίες παρασκευάζονται οι σάλτσες, καίτοι o de Rooij απέκτησε περιορισμένο χρονικά δικαίωμα προτιμήσεως στην αγορά των παραγωγικών αυτών εγκαταστάσεων.
Αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι o de Rooij απέκτησε, κυρίως, την εταιρία Remia και τις παραγωγικές της δραστηριότητες, καθώς και την « αποχή » της εταιρίας Luycks από τον τομέα της σάλτσας, η οποία, ωστόσο, δεν θέλησε να πωλήσει στον de Rooij τις παραγωγικές της εγκαταστάσεις για την παρασκευή σαλτσών, νομίζω ότι η καθής έδειξε μεγάλη διάθεση συνδιαλλαγής προς τους προσφεύγοντες, καθόσον αναγνώρισε καταρχήν ότι έπρεπε να δοθεί στον αγοραστή η δυνατότητα να αναλάβει στην αγορά την θέση που κατείχε προηγουμένως ο πωλητής, παρά το γεγονός ότι ανέλαβε μέρος μόνο των παραγωγικών εγκαταστάσεων, ενώ το υπόλοιπο μέρος παρέμεινε στον πωλητή, καίτοι δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς, για τους οποίους χρησιμοποιούνταν πριν.
Κατόπιν αυτών, θεωρώ εύλογο το χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών που έθεσε η καθής ως όριο για τη μη εφαρμογή της απαγόρευσης των συμπράξεων που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Εν πάση περιπτώσει, δεν αντιλαμβάνομαι πώς θα ήταν δυνατό από νομικής πλευράς να υπάρχει υποχρέωση επεκτάσεως για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της μη προβλεπόμενης ρητώς από τη Συνθήκη ΕΟΚ μη εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, επί ρητρών απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που συνομολογούνται κατά τη σύναψη συμβάσεων μεταβιβάσεως επιχειρήσεων.
Καταλήγω, λοιπόν, προς το παρόν, στο ακόλουθο συμπέρασμα:
Αν γίνει δεκτή η δυνατότητα μη εφαρμογής για ορισμένο χρονικό διάστημα των γενικών κανόνων περί ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ επί ρητρών απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που έχουν συνομολογηθεί κατά τη σύναψη συμβάσεων μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, το άρθρο 1 της αποφάσεως της καθής θα πρέπει να θεωρηθεί νόμιμο, διότι τετραετής εξαίρεση από την απαγόρευση των συμπράξεων που προβλέπει το άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να θεωρηθεί ως αρκετή για τη θεμιτή επίτευξη των στόχων που επεδίωκε η μεταβίβαση της επιχείρησης. Αν πάλι η δυνατότητα αυτή δεν γίνει δεκτή καταλήγουμε στο ίδιο συμπέρασμα: στην περίπτωση αυτή, οι ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού θα συνιστούσαν εξαρχής παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, για την προ της 1ης Οκτωβρίου 1983, όμως, περίοδο, δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, διότι δεν υπάρχει αντίστοιχη απόφαση της καθής. Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι η ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού, για τους προαναφερθέντες, εγγενείς στη σύμβαση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, λόγους, είναι ενδεδειγμένη και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν απαραίτητη και επιτρεπτή και για μετά την 1η Οκτωβρίου 1983, θα πρέπει τότε το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αρχής που ανέκυψε. Νομίζω, ότι για τους λόγους που προαναφέρθηκαν αυτό δεν είναι απαραίτητο, επειδή θεωρώ την περίοδο των τεσσάρων ετών ως τη μεγαλύτερη δυνατή περίοδο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιτρεπτή, στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι οι επίδικες ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού θα έπρεπε να εξαιρεθούν, για ορισμένη χρονική περίοδο, από την απαγόρευση των συμπράξεων. Αν το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά, θα παρακαλούσα να παράσχει τις σχετικές ενδείξεις. Πράγματι, νομίζω ότι στην περίπτωση αυτή είναι απαραίτητη περαιτέρω έρευνα για να εξακριβωθεί αν στις έννομες τάξεις των κρατών μελών, ή τουλάχιστον σε ορισμένες απ' αυτές, προβλέπονται παρόμοιες εξαιρέσεις από τις γενικές διατάξεις περί ανταγωνισμού, επιτρέπουν να συναχθεί αντίστοιχη γενική αρχή ως αρχή του κοινοτικού δικαίου.
5.
Αν, λοιπόν, από την 1η Οκτωβρίου 1983 πρέπει να εφαρμοστούν στις δύο προαναφερθείσες ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού οι γενικές περί ανταγωνισμού διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ, συνάγεται ότι πρέπει, επίσης, να εξεταστεί η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει τώρα να εκτιμηθούν τα επιχειρήματα των προσφευγόντων, που δεν αναφέρονται στην αναγκαιότητα της συμφυούς με τη μεταβίβαση επιχειρήσεων απαγόρευσης του ανταγωνισμού, αλλά αφορούν άλλα σημεία.
Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, η καθής ανέφερε τα ακόλουθα — τα οποία εκ προθέσεως παραθέτω κατά λέξη και χωρίς περικοπές:
« Σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, οι διατάξεις της παραγράφου 1 μπορούν να κηρυχθούν ανεφάρμοστες σε κάθε συμφωνία που συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, εξασφαλίζοντας συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιη συμμετοχή στο όφελος που προκύπτει, χωρίς στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις:
α)
να επιβάλλονται περιορισμοί που δεν είναι απαραίτητοι για την επίτευξη των στόχων αυτών ή
β)
να παρέχονται δυνατότητες καταργήσεως του ανταγωνισμού για σημαντικό μέρος των σχετικών προϊόντων.
Εάν οι ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού ξεπερνούν αυτό που είναι αντικειμενικά αναγκαίο για τη μεταβίβαση της συνολικής εμπορικής αξίας της πωληθείσας επιχείρησης, τότε η εξαίρεση μπορεί να δοθεί μόνο υπό ειδικές περιστάσεις. Ειδικότερα, πρέπει να αποδεικνύεται ότι οι ρήτρες είναι απαραίτητες για να διασφαλιστεί η επίτευξη άλλων στόχων, διαφορετικών από την απλή ανάγκη του αγοραστή να σταθεροποιήσει περαιτέρω τη θέση του, και οι οποίοι πρέπει να είναι τέτοιοι στόχοι που να μπορούν θεμιτώς να επιδιωχθούν σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3.
Στην παρούσα περίπτωση τα μέρη δεν απέδειξαν ότι δικαιολογείται η εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, ως προς τις δύο κοινοποιηθείσες συμφωνίες. Η Επιτροπή επίσης δεν διαβλέπει να υπάρχουν πλεονεκτήματα από τις δύο αυτές ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού, των οποίων η διάρκεια και/ή το πεδίο τους ισχύος υπερβαίνει αυτό που είναι απαραίτητο για τη μεταβίβαση της συνολικής εμπορικής αξίας των πωλουμένων επιχειρήσεων, τα οποία πλεονεκτήματα συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή την προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, εξασφαλίζοντας συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιη συμμετοχή στο όφελος που προκύπτει. Οι δύο προαναφερθείσες κυριότερες συμβατικές απαγορεύσεις του ανταγωνισμού δεν παρέχουν κανένα αισθητό αντικειμενικό πλεονέκτημα που να αντισταθμίζει τα σημαντικά μειονεκτήματα για τον ανταγωνισμό στις σχετικές αγορές. Γι' αυτούς τους λόγους, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί περίπτωση εξαιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3 ».
Στο σημείο αυτό της απόφασης της η καθής ορθώς καταρχάς αναφέρει ότι για την εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να συντρέχουν λόγοι πολύ σημαντικότεροι από την απλή ανάγκη του αγοραστή να εδραιώσει τη θέση του. Αυτό ελήφθη ήδη υπόψη κατά την εξέταση του ζητήματος αν το άρθρο 85, παράγραφος 1, πρέπει να εφαρμοστεί επί ρητρών απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που έχουν συνομολογηθεί κατά την σύναψη συμβάσεων μεταβιβάσεως επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο της εξέτασης ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, πρέπει να εξεταστούν όλα εκείνα τα επιχειρήματα των προσφευγόντων που δεν αφορούν ειδικώς τη ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που συνομολογήθηκε κατά τη σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως της επιχειρήσεως. Στο πλαίσιο αυτό οι προσφεύγοντες, έστω και πολύ συνοπτικώς, ανέφεραν τα ακόλουθα:
—
την αβέβαιη οικονομική κατάσταση της Remia και της Luycks
—
τη διατήρηση 230 έως 250 περίπου θέσεων εργασίας'
—
το γεγονός ότι σε μια αγορά που τη χαρακτηρίζει η ολιγοπωλιακή διάρθρωση οι μικρές επιχειρήσεις πρέπει να επιβιώσουν και ότι πράγματι μία από τις επιχειρήσεις αυτές μπόρεσε να επιβιώσει μέχρι σήμερα·
—
τη διεύρυνση της τεχνογνωσίας στον τομέα της παρασκευής σαλτσών που ήταν αποτέλεσμα της συγκέντρωσης της παρασκευής σαλτσών στη Remia.
Από την αιτιολογία της απόφασης της Επιτροπής δεν μπορώ να συνάγω αν η καθής εξέτασε τα επιχειρήματα αυτά. Τουλάχιστον το επιχείρημα που αφορά τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας, καθώς και η αναφορά στη διάρθωση της αγοράς έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να δώσουν αφορμή για διεξοδική εξέταση. Αλλά και αν ακόμα η καθής εξέτασε τα επιχειρήματα αυτά, στην αιτιολογία της αποφάσεως της δεν αναφέρει τίποτε. Η καθής αναφέρει απλώς ότι τα μέρη δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι δικαιολογείται η εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, στις δύο κοινοποιηθείσες συμφωνίες. Στη συνέχεια περιορίζεται κυρίως στο να παραθέσει αποσπάσματα του άρθρου 85, παράγραφος 3, για να καταλήξει κατόπιν λογικώς στο ότι οι συμβατικώς συμφωνηθείσες απαγορεύσεις του ανταγωνισμού δεν παρουσιάζουν κανένα αισθητό αντικειμενικό πλεονέκτημα ικανό να αντισταθμίσει τα σημαντικά για τον ανταγωνισμό μειονεκτήματα που παρουσιάζουν οι απαγορεύσεις αυτές για τη σχετική αγορά.
Η σύντομη αυτή « αιτιολογία » δεν αρκεί για την τήρηση της υποχρέωσης που προβλέπει το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα με την οποία « οι αποφάσεις... της Επιτροπής πρέπει να αιτιολογούνται ». Η έκταση της υποχρέωσης αιτιολογήσεως που προβλέπει το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ εξαρτάται από τη φύση της εκάστοτε νομικής πράξης ( 11 ). Η Επιτροπή οφείλει να αναφέρει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία, από τα οποία εξαρτάται η νομιμότητα της πράξης της, καθώς και τις εκτιμήσεις που έκανε για να λάβει την απόφαση αυτή' δεν χρειάζεται, ωστόσο, να εξετάσει όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που προέβαλαν οι διάδικοι κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ( 12 ). Το Δικαστήριο, ήδη στην απόφαση του της 4ης Ιουλίου 1963, λέγει λεπτομερώς τα εξής:
« Επιβάλλοντας στην Επιτροπή την υποχρέωση να αιτιολογεί τις προτάσεις της, το άρθρο 190 δεν ικανοποιεί απλώς μία ανάγκη τύπου, αλλά αποσκοπεί στο να δώσει στους διαδίκους τη δυνατότητα να προασπίσουν τα δικαιώματα τους, στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του και στα κράτη μέλη, όπως και σε κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη, τη δυνατότητα να γνωρίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή εφάρμοσε τη Συνθήκη·
προς επίτευξη των στόχων αυτών αρκεί η απόφαση να εκθέτει, έστω και κατά τρόπο σύντομο αλλά σαφή και ουσιαστικό τα κύρια νομικά και πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχτηκε και τα οποία είναι απαραίτητα προκειμένου να γίνει κατανοητός ο συλλογισμός που ακολούθησε η Επιτροπή » ( 13 ).
Η καθής δεν τήρησε τα κριτήρια αυτά στην παρούσα περίπτωση. Η αιτιολογία της σχετικά με τη μη εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, είναι χωρίς αμφιβολία σύντομη αλλά δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ούτε σαφής ούτε ουσιαστική.
Παρά το συνοπτικό χαρακτήρα της αιτιολογίας, επί του θέματος αυτού είναι δυνατό να επισημανθεί μία ακόμα νομική πλάνη, στην οποία υπέπεσε η καθής κατά την εκτίμηση των επιχειρημάτων των προσφευγόντων.
Επί των επιχειρημάτων αυτών των προσφευγόντων η καθής αναφέρει ιδίως τα εξής:
« Ειδικότερα, πρέπει να αποδειχθεί ότι οι ρήτρες της σύμβασης είναι απαραίτητες για να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων... »,
καθώς και ότι
« Στην παρούσα περίπτωση τα μέρη δεν απέδειξαν ότι δικαιολογείται η εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, ως προς τις δύο κοινοποιηθείσες συμφωνίες. »
Με τον τρόπο αυτό η καθής εισήγαγε στη διαδικασία στοιχεία σχετικά με το βάρος της απόδειξης, τα οποία δεν έχουν θέση σ' αυτήν. Πράγματι, η διαδικασία εξαιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3 — αντιθέτως προς τη διαδικασία για τη χορήγηση αρνητικής βεβαιώσεως — διέπεται από την αρχή του ανακριτικού συστήματος ( 14 ). Η καθής οφείλει να εξετάσει την ακρίβεια και την πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην κοινοποίηση και, ενδεχομένως, να προβεί σε νέα έρευνα. Οι επιχειρήσεις έχουν, βεβαίως, την υποχρέωση να εκθέσουν τα πραγματικά περιστατικά' η Επιτροπή, όμως, δεν μπορεί να τους επιβάλλει το βάρος της αποδείξεως ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαιρέσεως. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί υπ' αυτή την έννοια στην απόφαση του της 13ης Ιουλίου 1966 όπου δέχτηκε:
« Οι επιχειρήσεις δικαιούνται να αξιώσουν από την Επιτροπή να προβεί στον ενδεδειγμένο έλεγχο των αιτήσεων τους, με τις οποίες ζητείται η εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3.
Η Επιτροπή δεν μπορεί να περιοριστεί στο να ζητήσει από τις επιχειρήσεις να αποδείξουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξαίρεση, αλλά οφείλει, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοικήσεως, να επιδιώξει με τα δικά της μέσα να διευκρινίσει τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά » ( 15 ).
Στο σημείο αυτό οφείλω να αναφέρω ότι το ολλανδικό κείμενο της απόφασης — που είναι και το μόνο αυθεντικό — δεν είναι επαρκώς σαφές. Στην 40ή αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι: « Vooral moet worden aangetoond... » καθώς και στην 41η αιτιολογική σκέψη ότι « In het onderhavige geval zijn de partijen er niet in geslaagd gronden aan te voeren... ». Η μετάφραση της απόφασης στη γερμανική πηγαίνει ίσως υπερβολικά μακριά χρησιμοποιώντας στα δύο αυτά χωρία τα ρήματα « beweisen » και « nachweisen », αντιστοίχως. Στην πρώτη περίπτωση καταλληλότερες θα ήταν εκφράσεις όπως « zeigen, darlegen, dartun, beweisen » [ καταδεικνύω, εξηγώ, εκθέτω, αποδεικνύω], ενώ η δεύτερη διατύπωση θα μπορούσε να αποδοθεί κατά γράμμα περίπου ως « Im vorliegenden Fall waren die Parteien nicht in der Lage, Gründe anzuführen... » [ « στην παρούσα περίπτωση τα μέρη δεν ήταν σε θέση να προβάλλουν λόγους... » ].
Από την απόφαση, πάντως, δεν προκύπτει σαφώς αν η καθής επιβάλλει αποκλειστικώς στους προσφεύγοντες το βάρος να αποδείξουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξαίρεση. Αυτό θα ήταν αντίθετο προς τη νομολογία που προαναφέρθηκε. Αλλά και η άλλη γλωσσική ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία « τα μέρη δεν ήταν σε θέση να προβάλουν λόγους... » δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: οι προσφεύγοντες εξέθεσαν τα πραγματικά περιστατικά και εξήγησαν γιατί πιστεύουν ότι εμπίπτουν στο άρθρο 85, παράγραφος 3. Ενόψει αυτού του ισχυρισμού η καθής έπρεπε να προβεί σε νέα έρευνα. Δεν αρκεί η αναφορά της ότι δεν θεωρεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 3.
Κατόπιν αυτών προτείνω, περαίνοντας τις προτάσεις μου, να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής, καθόσον αφορά το αίτημα για εξαίρεση βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3. Πρέπει, επομένως, να δοθεί η ευκαιρία στην καθής να λάβει νέα απόφαση σχετικά με το θέμα αυτό.
Κατά τη νέα εξέταση της η καθής θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να εξετάσει τον ισχυρισμό των προσφευγόντων ότι απαγόρευση του ανταγωνισμού που συνομολογήθηκε συνέβαλε στη διατήρηση θέσεων εργασίας. Το ότι το θέμα αυτό πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με το άρθρο 85, παράγραφος 3, το έχει ήδη δεχτεί το Δικαστήριο στην απόφαση του της 25ης Οκτωβρίου 1977. Στην απόφαση αυτή αποφάνθηκε ότι η διατήρηση θέσεων εργασίας περιλαμβάνεται, από την άποψη της βελτιώσεως των γενικών συνθηκών της παραγωγής και υπό την προϋπόθεση δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, στους στόχους των οποίων η επιδίωξη είναι θεμιτή κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3 ( 16 ). Εδώ, πάντως, Επιτροπή θα πρέπει να λάβει υπόψη της και την τύχη των θέσεων εργασίας στη Luycks, μία επιχείρηση για την ικανότητα επιβιώσεως της οποίας αναφέρθηκαν κατά τη διαδικασία διάφορα αντιφατικά στοιχεία. Από τη μια ειπώθηκε ότι η Luycks, ή μάλλον η διάδοχός της εταιρία Sluyck, βρίσκεται υπό εκκαθάριση για λόγους οικονομικούς, από την άλλη όμως ότι πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα σημαντικές επενδύσεις που της επιτρέπουν να διεισδύσει και πάλι στην αγορά σαλτσών. Τέλος, η καθής θα πρέπει να εξετάσει αν μπορεί, ενδεχομένως, να εκδώσει απόφαση εξαιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού 17, για ορισμένη χρονική περίοδο συντομότερη από τη χρονική περίοδο των δέκα ετών που προβλέπουν οι εν λόγω συμφωνίες.
Γ.
Συνοψίζοντας καταλήγω στο εξής συμπέρασμα:
Το άρθρο 1 της απόφασης της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1983, είναι έγκυρο. Δεν μπορεί να επικριθεί το γεγονός ότι η συνομολογηθείσα ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού για ειδικούς λόγους, οι οποίοι συνδέονται με τη μεταβίβαση επιχειρήσεως, εξαιρέθηκε καταρχάς μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1983 από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι μόνο από του χρονικού αυτού σημείου αυτή υπόκειται στις γενικές διατάξεις του άρθρου 85 της Συνθήκης.
Το άρθρο 2 της απόφασης, όπως διορθώθηκε από την Επιτροπή, είναι επίσης έγκυρο κατά το μέρος που προσβάλλεται με την προσφυγή. Πράγματι, το άρθρο αυτό αποτελεί, απλώς, συνέχεια του άρθρου 1 της απόφασης.
Το άρθρο 3 της απόφασης πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον αφορά τη ρήτρα απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που περιέχεται στη συμφωνία σάλτσες και την επέκταση της στη συμφωνία καρυκεύματα.
Το άρθρο 4 της απόφασης πρέπει, επίσης, να ακυρωθεί κατά την ίδια έκταση.
Το άρθρο 5 είναι έγκυρο.
Κατά τα λοιπά, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στην Επιτροπή για έκδοση νέας αποφάσεως.
Τέλος, η απόφαση περί των δικαστικών εξόδων πρέπει να στηριχθεί στο άρθρο 69, παράγραφος 3, εδάφιο 1 ), του κανονισμού διαδικασίας.
Δ.
Κατόπιν όλων αυτών ζητώ από το Δικαστήριο:
1)
να ακυρώσει τα άρθρα 3 και 4 της απόφασης 83/670/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1983, καθόσον αφορούν τις ρήτρες απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που περιέχονται στο άρθρο 5 της συμφωνίας της 31ης Αυγούστου 1979 και στο άρθρο V, παράγραφος 1, στοιχείο f), σε συνδυασμό με το παράρτημα XXIII της συμφωνίας της 6ης Ιουλίου 1980·
2)
να αναπέμψει την υπόθεση στην Επιτροπή ·
3)
να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά·
4)
να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα, υπό την έννοια ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) ΕΕ 1983, L 376, σ. 22 και επ.
( 2 ) Reuter κατά BASF, ABl. 1976, L 254, σ. 40.
( 3 ) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1961 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 19, 21/60 και 2, 3/61, Société Fives Lille Caii και άλλες κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Slg. 1961, σσ. 611 και 644.
( 4 ) Απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1972 στην υπόθεση 8/72, Vereeniging van Cemenlhandclarcn κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1972, σσ. 977 και 991.
( 5 ) Πρβλ. απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 έως 215 και 218/78, Van Landewyck και λοιποί κατά Επιτροπής, Slg. 1980, σσ. 3125 και 3274.
( 6 ) Reuter κατά BASF, ABl. 1976, L 254, σ. 40.
( 7 ) Πρβλ. Ch. Bail, σημείωση 171 f) επί του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ στο: Groeben-Boeckh-Thiesing-Ehlermann, Kommentar zum EWG V' M. Waelbroeck στο Mégret και λοιποί, «Le droit de la Communauté économique européenne», τόμος 4ος, Ανταγωνισμός, σσ. 10 και επ. με επιφυλάξεις: Ν. Koch, σημείωση 39 επί του άρθρου 85, στο: Grabitz, Kommentar zum EWGV.
( 8 ) Πρβλ. π.χ. απόφαση του Bundesgerichtshof της 3ης Νοεμβρίου 1981 — Az: KZR 33/80 στο: Neue Juristische Wochenschrift, 1982, σ. 2011.
( 9 ) Απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 229/83, Leclerc, Συλλογή 1985, σ. 17, σκέψη 14.
( 10 ) Πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 56 και 58/64, Consten GmbH και Grundig-Verkaufs-GmbH κατά Επιτροπής, Slg. 1966, σ. 321.
( 11 ) Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1978 στην υπόθεση 87/78. Welding & Co. κατά Hauplzollamt Hamburg Wallcrshof, Sig. 1978, σ. 2457.
( 12 ) Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980 στις συνεκδικα- σΟείσες υποθέσεις 209 έως 215 και 218/78, Van Landewyck και λοιποί κατά Επιτροπής, Sig. 1980, σσ. 3125 και 3244.
( 13 ) Απόφαση της 4ης Ιουλίου 1963 στην υπόθεση 24/62, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής των ΕΚ, Sig. 1963, σσ. 143 και 155.
( 14 ) Βλέπε σχετικά Η. Schröter, σημείωση 137α επί του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ στο Groeben-Boeckh-Tliíesing-Elilermann, Kommentar zum EWGV.
( 15 ) Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 56 και 58/64, Consten GmbH και Grundig-Verkaufs-GmbH κατά Επιτροπής, Slg. 1966, σσ. 321 και 395 επ.
( 16 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1977 στην υπόθεση 26/76, Metro SB-Großmärkte GmbH & Co. KG κατά Επιτροπής, Slg. 1977, σσ. 1875 και 1915.
Full & Egal Universal Law Academy