ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 6ης Ιουνίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η προσφυγή που άσκησε ενώπιόν σας ο Heinrich Maag ρητά στρέφεται κατά της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση του περί καταβολής τόκων υπερημερίας, την οποία στηρίζει στην καθυστέρηση εκκαθαρίσεως από τις υπηρεσίες αυτού του οργάνου τεσσάρων ποσών, που αντιστοιχούν στην αναδρομική προσαρμογή των ημερήσιων αμοιβών που καταβλήθηκαν στον προσφεύγοντα μεταξύ 1ης Ιουλίου 1980 και 31ης Δεκεμβρίου 1982.
Υπ' αυτή την κοινή εμφάνιση το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς έχει στην πραγματικότητα πολύ ευρύτερο περιεχόμενο. Πράγματι, θα οδηγήσει το Δικαστήριο στο να προσδιορίσει αν η συμβατική σχέση που συνδέει αυτούς που επικράτησε να αποκαλούνται « free lance », μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο προσφεύγων, με την Επιτροπή πηγάζει ή όχι από τις διατάξεις του καθεστώτος λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων ( στο εξής: ΚΛΠ Κ ).
2.
Πράγματι, κατόπιν προσφοράς των υπηρεσιών του, ο Η. Maag, ελβετικής ιΟαγένεας, προσελήφθη από το 1977 επανειλημμένως ως « ανεξάρτητος διερμηνέας συνεδρίων ( free lance ) », για να χρησιμοποιήσω τον αποδιδόμενο σ' αυτή την κατηγορία διερμηνέων από την Επιτροπή χαρακτηρισμό στο πρώτο άρθρο της απόφασης της της 8ης Οκτωβρίου 1974 η οποία προσδιορίζει τη « ρύθμιση » που ισχύει από τις 28 Οκτωβρίου 1974, περί όρων απασχολήσεως και αμοιβής που εφαρμόζονται στους ενδιαφερόμενους. Ο Η. Maag περιλαμβάνεται επομένως μεταξύ των 2060 ανεξάρτητων διερμηνέων που έχουν απογραφεί από την Επιτροπή την 1η Ιανουαρίου 1985, των οποίων οι υπηρεσίες προστίθενται στις υπηρεσίες των 305 διερμηνέων — μόνιμων και έκτακτων υπαλλήλων — που ανήκουν στο γλωσσικό κλάδο των Κοινοτήτων.
Ανάλογα με τις ανάγκες, οι free lance καλούνται είτε στις Βρυξέλλες από την Κοινή Υπηρεσία διερμηνείας συνεδριάσεων ( ΚΥΔΣ ), είτε στο Λουξεμβούργο από το τμήμα διοικήσεως ( IX/D/2 ), μεταξύ των οποίων κατανέμεται η φροντίδα της διασφαλίσεως της διερμηνείας στα συνέδρια του συνόλου των ευρωπαϊκών οργάνων. Όπως διευκρίνισε η Επιτροπή, οι ανεξάρτητοι διερμηνείς προσλαμβάνονται γενικά με τηλεφωνική ή τηλεγραφική κλήση, η οποία στη συνέχεια τυποποιείται με τη γραπτή αποδοχή υπό τη μορφή επιβεβαιώσεως προσλήψεως. Όπως κάθε διερμηνέας, σύμφωνα με την απάντηση που έδωσε η Επιτροπή σε ένα από τα ερωτήματά σας, ο free lance καλείται να διερμηνεύσει ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στη γλώσσα των ακροατών του, παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σε άλλες γλώσσες. Παρόλον ότι οι συμβάσεις γενικά έχουν περιορισμένη διάρκεια είναι ανανεώσιμες, οι δε ανεξάρτητοι διερμηνείς μπορούν να επαναπροσληφθούν ανά πάσα στιγμή.
Κατά τη διάρκεια των περιόδων που αντιστοιχούν στα τέσσερα ένδικα ποσά, οι συμβατικές σχέσεις μεταξύ free lance και Επιτροπής διείποντο από τη « ρύθμιση σχετικά με τους ανεξάρτητους διερμηνείς συνεδρίων ( free lance ) » που αναφέρθηκε πιο πάνω ( στο εξής: η Ρύθμιση ), στην οποία ενδείκνυται να προστεθούν οι διατάξεις της « συμφωνίας μεταξύ Διεθνούς Ενώσεως Διερμηνέων Συνεδρίων και Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων » ( στο εξής: η Συμφωνία ) που συνήφθη στις 26 Απριλίου 1979 για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1979 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1983. Η Συμφωνία επαναλαμβάνει στην ουσία, διευκρινίζοντας τους, τους κανόνες που έθεσε η Ρύθμιση. Σύμφωνα με το σημείο 14 της Συμφωνίας οι διαφορές που ανακύπτουν επ' ευκαιρία της εκτελέσεως των διαδοχικών συμβάσεων προσλήψεως free lance φέρονται ενώπιον των διοικητικών αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διερμηνεία στους κόλπους της Επιτροπής.
Κατά συνέπεια, ο Η. Maag θέτοντας υπό την κρίση του Δικαστηρίου την κύρια βάση των άρθρων 46 και 73 του ΚΛΠΚ, όχι μόνο απέφυγε τη « διοικητική » προσφυγή που έχει οργανωθεί κατά τον τρόπο αυτό, αλλά κυρίως προδίκασε σιωπηρά την πηγή των συμβάσεων που τον συνέδεσαν με την Επιτροπή κατά την κρίσιμη περίοδο. Υπενθυμίζω, πράγματι, ότι το άρθρο 179 της Συνθήκης σας απονέμει αρμοδιότητα
« επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, εντός των ορίων και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο κανονισμός περί της υπηρεσιακής τους καταστάσεως οι οποίες προκύπτουν από το καθεστώς που τις διέπει ».
Επομένως, το αποδεκτό της υπό κρίση προσφυγής προϋποθέτει ότι θα καθοριστεί προηγουμένως αν οι συμβάσεις προσλήψεως που συνήψε ο Η. Maag στηρίζονται στις διατάξεις του ΚΛΠΚ που διέπουν τις συμβατικές σχέσεις ορισμένων κατηγοριών υπαλλήλων με την Κοινότητα. Ακριβέστερα, επικαλούμενος τα άρθρα 46 και 73 του ΚΛΠΚ, ο προσφεύγων προσδιόρισε τις δυνατές πηγές αναφοράς, εφόσον οι διατάξεις αυτές εφαρμόζουν, αντίστοιχα στους έκτακτους και επικουρικούς υπαλλήλους, κανόνες του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που αφορούν τα μέσα έννομης προστασίας τα οποία διαθέτουν οι υπάλληλοι ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Επικουρικώς, ο προσφεύγων επικαλέστηκε επίσης, κατά της αποφάσεως που απέρριψε το αίτημα του περί τόκων υπερημερίας, τις διατάξεις του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Όπως σαφώς προκύπτει από το σύνολο της διαδικασίας, το κεντρικό αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς συνίσταται στο αν ο Η. Maag, παρόλον ότι ποτέ δεν προσελήφθη τυπικώς ως κοινοτικός υπάλληλος, υπάγεται στην πραγματικότητα στις διατάξεις του ΚΛΠΚ περί εκτάκτων και επικουρικών υπαλλήλων, το δε πρόβλημα των τόκων υπερημερίας δεν έχει παρά παρεπόμενο χαρακτήρα, όπως προκύπτει από την ίδια την ομολογία του προσφεύγοντος. Κατά συνέπεια, θα προβώ στην εξέταση, σύμφωνα με την εναλλακτική πρόταση του προσφεύγοντος, του παραδεκτού της υπό κρίση προσφυγής για να αντιμετωπίσω ενδεχομένως το αίτημα της ουσίας περί καταβολής τόκων υπερημερίας.
3.
Για την καλή κατανόηση της υπό κρίση διαφοράς, ενδείκνυται, προπαρασκευαστικά, να περιγραφεί συνοπτικά το νομικό πλαίσιο που διέπει τις συμβάσεις με τις οποίες η Επιτροπή προσλαμβάνει τους ανεξάρτητους διερμηνείς συνεδρίων.
Όπως ήδη ανέφερα, οι σχετικοί κανόνες για την κρίσιμη περίοδο αναφέρονται στη Ρύθμιση του 1974 και στη Συμφωνία του 1979.
Αναφέρω παρεμπιπτόντως ότι στις 16 Μαΐου 1984 θεσπίστηκε από την Επιτροπή νέα ρύθμιση στην οποία προστέθηκε νέα συμφωνία « καθορίζουσα τους όρους απασχολήσεως και αμοιβής των διερμηνέων free lance » η οποία συνήφθη στις 20 Ιουνίου 1984, μεταξύ, αφενός, της Διεθνούς Ενώσεως Διερμηνέων Συνεδρίων (στο εξής: ΔΕΔΣ) και, αφετέρου, του Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Αν και τα κείμενα αυτά, μεταγενέστερα των περιστατικών που προκάλεσαν την υπό κρίση διαφορά, επαναλαμβάνουν στην ουσία τις ισχύουσες μέχρι τότε διατάξεις, εντούτοις συμπληρώνουν από ορισμένες απόψεις το προηγούμενο σύστημα, εφόσον είναι αναγκαίο να αναφερθώ στις επελθούσες τροποποιήσεις και προσθήκες.
Το σύστημα που εφαρμόζεται στους free lance περιλαμβάνει ιδίως διατάξεις σχετικές με την κατάταξη των θέσεων, τους όρους απασχολήσεως, τις αμοιβές, την κοινωνική ασφάλιση καθώς και με την επίλυση των διαφορών.
Κατάταξη των θέαεων
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 2 της Ρύθμισης και του σημείου 1 της Συμφωνίας, οι ανεξάρτητοι διερμηνείς, από της προσλήψεως τους, κατατάσσονται στην κατηγορία II ( αρχάριοι ) πριν ανέλθουν « αυτομάτως » στην κατηγορία Ι ( έμπειροι ) « όταν συμπληρώσουν 100ημέρες εργασίας για τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες». Η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι μπορεί σχετικώς να ληφθούν υπόψη τόσο οι ημέρες εργασίας που έχουν πραγματοποιηθεί με την ιδιότητα του έκτακτου ή επικουρικού υπαλλήλου, όσο και η πείρα και ειδικά προσόντα που έχουν αποκτηθεί στην υπηρεσία άλλων διακρατικών οργανισμών.
Όροι απασχολήσεως
Η συμφωνία του 1979 σημειώνει το « επεξηγηματικό σημείωμα που αφορά τους ανεξάρτητους διερμηνείς που υπηρετούν στις Βρυξέλλες» (έγγραφο IX.Ε. 123/78) «που μεταφέρει στους διερμηνείς free lance τους όρους απασχολήσεως τους οποίους έχει θεσπίσει η Επιτροπή για τους δικούς της διερμηνείς... ». Στην ίδια συγκυρία μπορεί να επισημανθεί η δυνατότητα για τους free lance « που απασχολούνται κατά τρόπο συνεχή στα κοινοτικά όργανα να... συμμετέχουν στα μαθήματα επαγγελματικής επιμορφώσεως που η Επιτροπή οργανώνει για τους μονίμους και μη υπαλλήλους της, εφόσον η συμμετοχή αυτή συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις της καλής λειτουργίας των υπηρεσιών » ( σημείο 12 της Συμφωνίας του 1979 ).
Στοιχεία αμοιβής (άρθρα 3 έως 8 και 14 έως 16 της Ρύθμισης)
Περιλαμβάνουν, για τους free lance, αμοιβή για κάθε ημέρα εργασίας, ημερήσια αποζημίωση ίση με την αποζημίωση αποστολής των υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου LA4 έως LA8, συμπληρωματική ημερήσια αποζημίωση που καλύπτει κατ' αποκοπή τις μετακινήσεις τις οποίες οι free lance πραγματοποιούν από την επαγγελματική τους κατοικία, τέλος την απόδοση των « εξόδων ταξιδιού » ιδίως όταν « προς το συμφέρον της υπηρεσίας » ο διερμηνέας υποβάλλεται σε ειδική υποχρέωση μετακινήσεως ( άρθρα 14 και 15 ).
Την 1η Ιανουαρίου 1982 η αμοιβή για κάθε ημέρα εργασίας είχε καθοριστεί
—
σε 6588 βελγικά φράγκα για την κατηγορία Ι,
—
σε 4743 βελγικά φράγκα για την κατηγορία II.
Ασφαλιστική κάλνψη
Προκειμένου περί κινδύνων γήρατος-θανάτου, τα άρθρα 9 έως 12 της Ρύθμισης προβλέπουν για τους free lance την υποχρέωση να υπαχθούν στον εθνικό οργανισμό προνοίας γήρατος-θανάτου της εκλογής τους, υπό τον όρο της εγκρίσεως του από την Επιτροπή. Η Επιτροπή αναλαμβάνει τμήμα των κοινωνικών εισφορών, ενώ η συμμετοχή των free lance αφαιρείται από την ημερήσια αμοιβή τους. Όσον αφορά τους κινδύνους ασθενείας-ατυχήματος, η Επιτροπή έχει συνάψει υπέρ των ανεξάρτητων διερμηνέων ασφαλιστήριο συμβόλαιο ιδιωτικής φύσεως που καλύπτει τους κινδύνους αυτούς κατά τη διάρκεια των ημερών εργασίας που πραγματοποιούνται για την Επιτροπή ( σημείο 11 της Συμφωνίας ). Όπως διευκρινίζει η Επιτροπή, το σύνολο της κοινωνικής αυτής προστασίας προστίθεται κανονικά στο εφαρμοστέο εθνικό σύστημα.
Δύο σημαντικές διατάξεις αφορούν τα ποσά που καταβάλλονται με τον τρόπο αυτό υπό τη μορφή αμοιβών ή κοινωνικών παροχών. Το σημείο 10 της Συμφωνίας διευκρινίζει, πράγματι, ότι
« στο μέτρο του δυνατού η διοίκηση της Επιτροπής εκκαθαρίζει
α )
εντός μηνιαίας προθεσμίας από της τελευταίας ημέρας εργασίας που πραγματοποιήθηκε το σύνολο των στοιχείων αμοιβής των free lance και
β)
εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων από του τέλους του μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου οι ημέρες εργασίας πραγματοποιήθηκαν... τις πληρωμές που έχουν σχέση με την πρόνοια γήρατος-θανάτου ».
Σ' αυτή τη διάταξη πρέπει να προστεθεί το άρθρο 13 της Ρύθμισης, η οποία προβλέπει ότι το σύνολο των εν λόγω ποσών προσαρμόζεται « κατά ποσοστό 9/10 της εξέλιξης του βασικού μισθού προσαρμοσμένου με το διορθωτικό συντελεστή για τις Βρυξέλλες διερμηνέα μόνιμου υπαλλήλου βαθμού LA5/5 ». Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι, με απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1983 που ίσχυσε από την 1η Μαρτίου 1983, το προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποφάσισε να υπαγάγει « κάθε ανεξάρτητο διερμηνέα συνεδρίων, που προσλαμβάνεται για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως έκτακτος, με την ευκαιρία των συνόδων του, των συνεδριάσεων των επιτροπών ή άλλων κοινοβουλευτικών οργάνων », σε μία « Ρύθμιση που αφορά τους ανεξάρτητους διερμηνείς συνεδρίων ( free lance ) ». Το τελευταίο αυτό κείμενο έχει ως κύριο σκοπό να υπαγάγει την ημερήσια αμοιβή των free lance « στον κοινοτικό φόρο που έχει επιβληθεί με τον κανονισμό 260/68 του Συμβουλίου, δυνάμει του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών που έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (άρθρο 4). Το Κοινοβούλιο υιοθέτησε την απόφαση αυτή έχοντας υπόψη το άρθρο 78 του ΚΛΠΚ το οποίο προβλέπει « κατά παρέκκλιση των διατάξεων » του τίτλου περί επικουρικών υπαλλήλων ότι
« οι επικουρικοί υπάλληλοι που προσλαμβάνονται από την Ευρωπαϊκή Κοινοβουλευτική Συνέλευση για το χρόνο κατά τον οποίο διαρκούν οι εργασίες των συνεδριάσεων υπόκεινται στους όρους προσλήψεως και αποδοχών που προβλέπονται στη συμφωνία μεταξύ του ανωτέρω οργάνου, του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Συνελεύσεως της Ενώσεως Δυτικής Ευρώπης, που αφορά την πρόσληψη του εν λόγω προσωπικού ».
Επίλνοη των διαφορών
Η Συμφωνία προβλέπει διαδικασία επιλύσεως των διαφορών σε τρία επίπεδα. Κατά το σημείο 14, πράγματι, ο προϊστάμενος του τμήματος « Συνέδρια » της διευθύνσεως « διερμηνεία-συνέδρια » ή ο προϊστάμενος του γραφείου οργανώσεως και συντονισμού των συνεδρίων « εξετάζει, ιδίως κατόπιν αιτήσεως διερμηνέα free lance, κάθε δυσχέρεια που ανακύπτει στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων του τελευταίου με την Επιτροπή ». Το δεύτερο εδάφιο αυτού του σημείου προβλέπει ότι « μετά το πέρας της εξετάσεως αυτής, ο διερμηνέας free lance μπορεί να απευθυνθεί στο διευθυντή της διευθύνσεως “ διερμηνεία-συνέδρια” των Βρυξελλών ή στο διευθυντή του προσωπικού και στη διοίκηση του Λουξεμβούργου ». Τέλος, « στην περίπτωση που η δυσχέρεια δεν έχει τακτοποιηθεί, μπορεί στη συνέχεια να απευθυνθεί στο γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως ».
Σ' αυτές τις διατάξεις, προστέθηκε στη Συμφωνία που συνήφθη το 1984 διαδικασία η οποία επιτρέπει να αχθεί η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει ρήτρας περί διαιτησίας. Πράγματι, το άρθρο 23 ορίζει ότι
« αν δεν κατέστη δυνατή η επίλυση της διαφοράς στο πλαίσιο της διαδικασίας (διοικητικής)..., ο διερμηνέας free lance μπορεί να απευθυνθεί στο Δικαστήριο στο οποίο απονέμεται δικαιοδοσία στις ατομικές συμβάσεις προσλήψεως των διερμηνέων free lance, κατ' εφαρμογή των άρθρων 42 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, 181 της Συνθήκης ΕΟΚ και 153 της Συνθήκης ΕΚΑΕ ».
Διευκρινίζεται εξάλλου ότι « υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσης Συμφωνίας και των ρητρών των ατομικών συμβάσεων προσλήψεως, το βελγικό δίκαιο έχει εφαρμογή στις συμβατικές σχέσεις μεταξύ διερμηνέα free lance και θεσμικών οργάνων ».
Αυτοί είναι οι κύριοι κανόνες που θέσπισε η Επιτροπή για να πλαισιώσει τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ ανεξάρτητων διερμηνέων τους οποίους προσλαμβάνει. Ο προσφεύγων στηρίζει επ' αυτού επιχείρημα για να διεκδικήσει την ιδιότητα επικουρικού υπαλλήλου αφού, στην αρχή, διεκδίκησε την ιδιότητα έκτακτου υπαλλήλου.
4.
Για να στηρίξει κατά κύριο λόγο το παραδεκτό της προσφυγής του, ο προσφεύγων υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο για να καθορίσει τη φύση της εργασιακής σχέσης που συνδέει έναν υπάλληλο μόνιμο ή μη μόνιμο προς την Κοινότητα (υπόθεση 65/74, Porrini, Rec. 1975, σ. 1319). Ο Η. Maag θεωρεί ότι το σύστημα που έχει οριστεί από τη Ρύθμιση επιτρέπει την εξομοίωση των ανεξάρτητων διερμηνέων προς επικουρικούς υπαλλήλους, κατά την έννοια του ΚΛΠΚ. Για να στηρίξει την επιχειρηματολογία του, προβάλλει δύο κατηγορίες λόγων, τους οποίους βασίζει, αφενός, στις ομοιότητες που υφίστανται μεταξύ των συστημάτων που εφαρμόζονται αντιστοίχως στους free lance και στους επικουρικούς υπαλλήλους καθώς και στην εξαντλητική φύση του ΚΛΠΚ, αφετέρου δε, στην απόφαση με την οποία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, βάσει του άρθρου 78 του ΚΛΠΚ, εξομοίωσε προς επικουρικούς υπαλλήλους τους free lance στους οποίους προσφεύγει.
Ο πρώτος λόγος στηρίζεται στον ακόλουθο συλλογισμό: το σύστημα που έχει εφαρμογή στους ανεξάρτητους διερμηνείς είναι κανονιστικής φύσεως και το ΚΛΠΚ έχει εξαντλητικό χαρακτήρα· κατά συνέπεια, το νομικό καθεστώς των free lance πρέπει να αναζητηθεί στις εγγύτερες διατάξεις του ΚΛΠΚ, δηλαδή στις διατάξεις περί επικουρικών υπαλλήλων.
Θα εξετάσω διαδοχικά τα τρία αυτά δεδομένα.
Κατά τον προσφεύγοντα, διάφορες ενδείξεις που απορρέουν από τη Ρύθμιση, καταδεικνύουν ότι οι διερμηνείς που προσλαμβάνονται βάσει των διατάξεων αυτών δεν μπορούν να χαρακτηριστούν « ανεξάρτητοι εργαζόμενοι ». Έτσι, η Επιτροπή έχει καθορίσει όχι μόνο την κατάταξη των free lance, αλλά επίσης το επίπεδο και την προσαρμογή των αμοιβών τους, η οποία άλλωστε είναι όμοια με την αμοιβή των επικουρικών υπαλλήλων, χωρίς οι free lance να μπορούν ελεύθερα να συζητήσουν τις κατά τον τρόπο αυτό γενόμενες επιλογές. Επίσης, τους επιβάλλονται ορισμένες μορφές κοινωνικής προστασίας: έχουν την υποχρέωση να υπαχθούν σε σύστημα προνοίας γήρατος-Οανάτου, το οποίο εγκρίνει η Επιτροπή και, εξάλλου, πρέπει υποχρεωτικά να ασφαλίζονται με τη μεσολάβηση της Επιτροπής κατά των κινδύνων ασθενείας-ατυχήματος. Τέλος, υπόκεινται στους ίδιους όρους εργασίας στους οποίους υπάγονται και οι διερμηνείς μόνιμοι υπάλληλοι της Επιτροπής, έτσι ώστε όσον αφορά την τοποθέτηση τους, τη διάρκεια και την οργάνωση της εργασίας τους, εξαρτώνται καθόλα τα σημεία από τις εντολές των υπαλλήλων της Επιτροπής.
Τέλος, σε αντίθεση προς τους ανεξάρτητους εργαζομένους, οι οποίοι είναι ελεύθεροι να ορίζουν συμβατικώς την οφειλόμενη για τις υπηρεσίες τους αμοιβή, να επιλέγουν την κατάλληλη ασφαλιστική κάλυψη για να καθορίζουν τους όρους υπό τους οποίους θα εκτελέσουν την εργασία τους, οι free lance πλαισιώνονται από ένα σύνολο διατάξεων που θεσπίζονται μονομερώς, οι οποίες έχουν χαρακτήρα ταυτόχρονα γενικό και απρόσωπο εφόσον εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το αν ο free lance ανήκει στη Διεθνή Ένωση Διερμηνέων Συνεδρίων.
Κατά τον προσφεύγοντα, η Επιτροπή δεν μπορεί, αγνοώντας την αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που έχει θεσπίσει τόσο τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης όσο και το ΚΛΠΚ, να δημιουργήσει κατά τρόπο αυτόνομο νέο καθεστώς, εκτός αυτών που έχει θεσπίσει το ίδιο το Συμβούλιο. Με άλλα λόγια, η Επιτροπή δεν μπορεί να συνάψει εργασιακές σχέσεις με τους free lance παρά μόνο υπό τους όρους που καθορίζει το ΚΛΠΚ.
Συνεπώς, απομένει να καθοριστεί το σύστημα που στηρίζεται στο ΚΛΠΚ και ενδείκνυται ειδικότερα στους free lance. Όπως προκύπτει από τη σύγκριση του συστήματος που έχει εφαρμογή στους free lance, η νομική τους κατάσταση καλύπτεται από το σύστημα των επικουρικών υπαλλήλων. Έγινε σχετικώς μνεία των ομοιοτήτων που υφίστανται μεταξύ των δύο αυτών συστημάτων, εφόσον, ιδίως, οι επικουρικοί υπάλληλοι μπορεί να προσληφθούν με την ημέρα ή το μήνα, κατανέμονται σύμφωνα με κατάταξη που ισοδυναμεί με τις κατηγορίες Ι και II των free lance και εισπράττουν όμοια αμοιβή.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά εκτελούμενα καθήκοντα και το διαρκή χαρακτήρα των προσφερόμενων από τον προσφεύγοντα υπηρεσιών, πρέπει, κατά την έννοια της νομολογίας σας Deshormes (υπόθεση 17/78, Rec. 1979, σ. 189 ), οι συναφθείσες από τους free lance συμβάσεις να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις επικουρικών υπαλλήλων.
Στα εν λόγω επιχειρήματα, ο προσφεύγων προσθέτει νέο λόγο βασιζόμενο στην προαναφερθείσα απόφαση που έλαβε στις16 Σεπτεμβρίου 1983 το προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Κατά τον Η. Maag, η εν λόγω απόφαση εισάγει αδικαιολόγητη διαφορά μεταχειρίσεως κατά το μέτρο που υποβάλλοντας τους ενδιαφερόμενους free lance στον κοινοτικό φόρο, τους απαλλάσσει με τον τρόπο αυτό από κάθε εσωτερικό φόρο, σε αντίθεση προς τους άλλους ανεξάρτητους διερμηνείς. Η διάκριση που απορρέει από αυτό καθίσταται ακόμα λιγότερο αποδεκτή, καθόσον, σύμφωνα με δήλωση προθέσεως που αναφέρεται στη Συμφωνία του 1984 μεταξύ της ΔΕΔΣ και ορισμένων κοινοτικών οργάνων, η Επιτροπή όφειλε να προτείνει την επέκταση των αποτελεσμάτων της εν λόγω αποφάσεως στο σύνολο των free lance.
5.
Επιτροπή, αντιθέτως, θεωρεί ότι το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο για να επιληφθεί των διαφορών που αφορούν συμβατικές σχέσεις που τις συνδέουν με τους ανεξάρτητους διερμηνείς. Οι τελευταίοι δεν μπορούν, πράγματι, να επικαλεστούν το ΚΛΠΚ που ορίζει όρους προσλήψεως τύπου και ουσίας διαφορετικούς από τους όρους που εφαρμόζονται στους free lance.
Σε απάντηση του πρώτου λόγου που προέβαλε ο προσφεύγων, η Επιτροπή ισχυρίζεται κυρίως ότι η απόφαση που φέρει τον τίτλο « Ρύθμιση » συνιστά « μέτρο διαχειρίσεως που δεν έχει ισχύ κανονισμού», ορίζοντας, σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στους άλλους διακρατικούς οργανισμούς, « τους γενικούς όρους σύμβασης προσχωρήσεως » που προσφέρεται στους free lance, ενώ οι τελευταίοι είναι ελεύθεροι να αρνηθούν τις προτάσεις προσλήψεως που τους γίνονται. Οι ομοιότητες που επισημαίνει ο προσφεύγων μεταξύ των όρων αυτών και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στους επικουρικούς υπαλλήλους παραπλανούν, ενόψει ιδίως του γεγονότος ότι η διάρκεια της συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου δεν μπορεί να υπερβεί το έτος ( άρθρο 52 του ΚΛΠΚ ).
Ως προς το δεύτερο λόγο, δεν είναι βάσιμος: η παρέκκλιση την οποία προβλέπει το άρθρο 78 του ΚΛΠΚ έχει απολύτως περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και εξάλλου αφορά ρητώς μόνο τους επικουρικούς υπαλλήλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Στην πραγματικότητα, οι συμβατικές σχέσεις με τους free lance διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο και οι διαφορές που τις αφορούν δεν μπορούν να αχθούν παρά μόνο ενώπιον των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων, ελλείψει οιασδήποτε διαιτητικής ρήτρας που να απονέμει αποκλειστική αρμοδιότητα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως συμβαίνει από τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας που συνήφθη στις 20 Ιουνίου 1984.
6.
Παρά το συνοπτικό χαρακτήρα της επιχειρηματολογίας που προέβαλε η Επιτροπή για να αμφισβητήσει την εφαρμογή στους ανεξάρτητους διερμηνείς των κανόνων του ΚΛΠΚ περί επικουρικών υπαλλήλων και, κατά συνέπεια, για να κριθεί απαράδεκτη η προσφυγή του Η. Maag τασσόμεθα με την άποψη της. Ωστόσο πρέπει η άποψη αυτή να στηριχθεί επιμένοντας ταυτόχρονα στον ειδικό χαρακτήρα των αναγκών στις οποίες ανταποκρίνονται οι υπηρεσίες των free lance, στο λυσιτελή χαρακτήρα του συστήματος που θέσπισε η Επιτροπή για να λάβει υπόψη της την ειδικότητα αυτή και, σχετικώς, στο αναπροσαρμόσω στην προκειμένη περίπτωση των διατάξεων του ΚΛΠΚ.
Θα εξετάσω διαδοχικά τα τρία αυτά σημεία.
α)
Καμία διάταξη της Ρύθμισης ούτε της Συμφωνίας δεν ορίζει ρητώς τους όρους απονομής της ιδιότητας του free lance ούτε την ακριβή φύση των καθηκόντων που εκτελούν οι τελευταίοι. Ωστόσο, ορισμένοι από τους κανόνες που έχουν εφαρμογή σ' αυτούς καθώς και δεδομένα που απορρέουν από την πρακτική επιτρέπουν να συναχθούν τα ειδικά χαρακτηριστικά των υπηρεσιών τους και των αναγκών που τις προκαλούν.
O αριθμός των ανεξάρτητων διερμηνέων είναι χαρακτηριστικός. Όπως κατόπιν αιτήσεως σας διευκρίνισε η Επιτροπή, αυτή διαθέτει από τον προϋπολογισμό 384 θέσεις κοινοτικών διερμηνέων από τις οποίες μόνο 305 μπόρεσαν μέχρι σήμερα να πληρωθούν, ιδίως με διαγωνισμούς, με τους οποίους πρέπει να συγκριθούν οι 2060 ανεξάρτητοι διερμηνείς που έχουν απογραφεί την 1η Ιανουαρίου 1985. Οι αριθμοί αυτοί δίδουν το μέτρο της φύσεως των αντίστοιχων αναγκών στις οποίες ανταποκρίνονται οι υπάλληλοι των Κοινοτήτων — μόνιμοι ή έκτακτοι — και οι ανεξάρτητοι διερμηνείς:
—
οι πρώτοι διασφαλίζουν τη μόνιμη διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων και ικανοποιούν με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες διερμηνείας που απαιτεί η καθημερινή λειτουργία των διοικητικών υπηρεσιών όπου υπηρετούν
—
οι δεύτεροι παρεμβαίνουν κάθε φορά που είναι αναγκαίο, δηλαδή όταν το μόνιμο προσωπικό δεν επαρκεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, για την κάλυψη αναγκών πέραν των κανονικών δυνατοτήτων διερμηνείας.
Καλούνται, επομένως, οι free lance για να « καλύψουν » περιστασιακές ανάγκες, ενίοτε σημαντικές, αλλά που μπορεί να προβλεφθούν επαρκώς ώστε να δικαιολογούν την κατάρτιση κατάλληλης εφεδρείας διερμηνέων. Η σκέψη στρέφεται ασφαλώς στις ευρωπαϊκές συναντήσεις κορυφής, στους αγροτικούς « μαραθώνιους» και στις συνεδριάσεις των διαφόρων ομάδων του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που καθόλη τη διάρκεια του έτους αντιπροσωπεύουν μαζική, αλλά περιοριζόμενη χρονικά, αίτηση διερμηνείας.
Η επιβεβαίωση των προηγουμένων ανευρίσκεται στις στατιστικές που προσκόμισε η Επιτροπή σε απάντηση ερωτήματος του Δικαστηρίου σχετική με το συνολικό αριθμό των ημερών εργασίας που έχουν πραγματοποιηθεί από τους ανεξάρτητους διερμηνείς κατά το έτος 1983:
Συνολικός αριθμός ημερών προσλήψεως για το έτος
Αριθμός διερμηνέων
ΚΥΔΣ
( Βρυξέλλες )
IX/D/2
( Λουξεμβούργο )
από 1 έως 5
142
221
από 6 έως 10
54
79
από 11 έως 20
70
58
από 21 έως 50
130
132
από 51 έως 100
99
171
από 101 έως 150
57
129
από 151 έως 175
9
9
από 176 έως 189
2
1
Η ανάλυση του πίνακα αυτού καταδεικνύει ότι πλέον του 85 % των ανεξάρτητων διερμηνέων που κλήθηκαν το 1983 εργάστηκαν κατά μέσο όρο μεταξύ 1 και 100ημερών, και μεταξύ αυτών πλέον των 3/4 μεταξύ 1 και 50ημερών. Συγκριτικά, η Επιτροπή επισήμανε ότι ένας επικουρικός υπάλληλος, προσλαμβανόμενος για ένα έτος, εργάζεται κανονικά, μετά την αφαίρεση των αδειών και του τέλους των εβδομάδων, επί 220 εργάσιμες μέρες.
Το σύνολο των διαπιστώσεων αυτών επιτρέπει να χαρακτηριστούν οι διερμηνείς free lance ως περιστασιακοί συνεργάτες της δημόσιας κοινοτικής υπηρεσίας διερμηνείας, που προορίζονται, κατά τον απολύτως αναγκαίο χρόνο, να καλύψουν τις ανάγκες σε εξαιρετικό προσωπικό, επεισοδιακό ή εποχιακό, αλλά άσχετα με το μόνιμο προσωπικό που η Επιτροπή διαθέτει από τον προϋπολογισμό. Η ιδιαιτερότητα των υπηρεσιών που ζητούνται από τους free lance συνιστά την αντικειμενική βάση του διακεκριμένου συστήματος που έχει εφαρμογή σ' αυτούς.
β )
Νομίζω, πράγματι, ότι η Επιτροπή συνήγαγε τις συνέπειες των αντικειμενικών διαφορών που υφίστανται μεταξύ της παρεμβάσεως των μόνιμων διερμηνέων και της παρεμβάσεων των ανεξάρτητων διερμηνέων θεσπίζοντας ειδικό νομικό καθεστώς για τους τελευταίους, που διαφέρει από το καθεστώς των μονίμων υπαλλήλων ή από το ΚΛΠΚ. Επομένως, είναι μάταια η προσπάθεια αντλήσεως επιχειρήματος από τις ενδεχόμενες ομοιότητες που υφίστανται μεταξύ των εφαρμοστέων διατάξεων στις δύο αυτές ειδικές κατηγορίες διερμηνέων. Αντιθέτως, οι διατάξεις αυτές είναι προς τιμή της Επιτροπής που είχε τη μέριμνα να προσφέρει στους free lance, στο μέτρο του δυνατού, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των παρεχόμενων από αυτούς υπηρεσιών, επαγγελματικές συνθήκες οι οποίες, από ορισμένες απόψεις είναι παρόμοιες με τις επαγγελματικές συνθήκες των άλλων διερμηνέων ( αναπροσαρμογή των αμοιβών, υποχρεωτική κοινωνική προστασία ).
Θα επανέλθω ωστόσο στα συγκριτικά στοιχεία που επικαλείται ο προσφεύγων. Ο τελευταίος επέμεινε ιδιαιτέρως στην ταυτότητα των συνθηκών εργασίας που επιβάλλονται στους free lance και στους άλλους διερμηνείς. Όμως, η κατάσταση αυτή δεν είναι παρά η αντανάκλαση της ταυτότητας των εκτελούμενων καθηκόντων. Στο μέτρο μάλιστα που οι διερμηνείς εργάζονται σε ομάδες, δεν θα ήταν κατανοητό διαφορετικές συνθήκες εργασίας να εφαρμόζονται ανάλογα με το νομικό καθεστώς βάσει του οποίου έχουν προσληφθεί. Ως προς τη θέση εξαρτήσεως στην οποία ευρίσκονται αναγκαστικά οι free lance όταν παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο ένα ή στο άλλο θεσμικό όργανο, δεν αποτελεί παρά αυτή την ίδια την έκφραση της ταυτότητας καθηκόντων. Η σχέση εξαρτήσεως δεν μπορεί άλλωστε να αποτελέσει λυσιτελές κριτήριο του χαρακτηρισμού της φύσης των σχέσεων που υφίστανται μεταξύ Κοινότητας και του συνόλου των προσώπων που εργάζονται γι' αυτή: η εν λόγω σχέση εξαρτήσεως απαντάται, πράγματι, τόσο στους μόνιμους υπαλλήλους όσο και στους επί συμβάσει. Πρόκειται, επομένως, περί σχετικής εννοίας. Τελικά, η ταυτότητα καθηκόντων και η εξάρτηση από τις εντολές των μόνιμων υπαλλήλων της Επιτροπής δεν αποτελεί παρά τη λογική συνέπεια της εισδοχής των free lance στο πλαίσιο της κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας διερμηνείας. Αντιπροσωπεύει παράγοντα κατανόησης και αποτελεσματικότητας απαραίτητο για την ποιότητα της διερμηνείας.
Εκτός αυτών των κοινών παραγόντων για όλους τους διερμηνείς, δεν μπορεί να παρατηρηθεί στις ιδιαιτερότητες του συστήματος που εφαρμόζεται στους free lance η ένδειξη δυσμενούς μεταχειρίσεως. Τουναντίον, οι ιδιαιτερότητες αυτές τονίζουν την ειδική κατάσταση των ανεξάρτητων διερμηνέων, η οποία συνεπάγεται αναγκαστικά διατάξεις διαφορετικές από εκείνες που διέπουν τους μόνιμους ή μη μόνιμους υπαλλήλους, διερμηνείς των Κοινοτήτων, ιδίως όσον αφορά την απαλλαγή από τον κοινοτικό φόρο.
Επ' αυτού, η σύγκριση των ημερήσιων αμοιβών συνεπάγεται ορισμένα διδάγματα. Η Επιτροπή, σε απάντηση σε ένα από τα ερωτήματα του Δικαστηρίου, έδωσε ως βάση συγκρίσεως την ακαθάριστη αμοιβή ανά ημέρα εργασίας, που επιτυγχάνεται έπειτα από 100ημέρες δραστηριότητας του free lance κατηγορίας Ι και του επικουρικού υπαλλήλου κατηγορίας Α, ομάδα III, κλάση Ι. Μόνο η ακαθάριστη αμοιβή μπορεί να ληφθεί υπόψη εφόσον δεν υπάρχουν διαθέσιμοι ακριβείς αριθμοί ως προς τις ληφθείσες κοινωνικές παροχές και τους εσωτερικούς φόρους που έχουν καταβάλει οι free lance ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση των καθαρών εισοδημάτων. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή η ημερήσια αμοιβή ενός free lance υπερβαίνει πέραν του διπλασίου την αμοιβή επικουρικού υπαλλήλου Α III/1. Αν προτιμηθεί να ληφθεί υπόψη, όπως προτείνει ο προσφεύγων, ο βασικός μισθός του επικουρικού υπαλλήλου που χαρακτηρίζεται «έμπειρος» κατά το άρθρο 53 του ΚΛΠΚ, διαπιστώνεται ότι ο μικτός βασικός μισθός ανά ημέρα του free lance αντιπροσωπεύει και πάλι σχεδόν το διπλάσιο της αμοιβής του επικουρικού υπαλλήλου αυτού του επιπέδου. Η εν λόγω διαφορά αμοιβής μου φαίνεται ότι αντανακλά τη διαφορά της καταστάσεως των ενδιαφερομένων ιδίως στον κοινωνικό και φορολογικό τομέα.
Μια άλλη ιδιαιτερότητα του καθεστώτος των free lance είναι η έλλειψη στα κείμενα που τους διέπουν περιοριστικών όρων προσλήψεως. Η ελαστικότητα αυτή επιτρέπει στην Επιτροπή να καταφεύγει στις υπηρεσίες ανεξάρτητων διερμηνέων οι οποίοι, μόνοι, μπορούν να ικανοποιήσουν ορισμένες ανάγκες ( διερμηνεία μη κοινοτικών γλωσσών ) ή τους οποίους δεν θα μπορούσε να προσλάβει στο πλαίσιο που έχει καθορίσει η κοινοτική ρύθμιση, λόγω ιδίως της ιθαγένειάς τους, της στρατολογικής τους κατάστασης, του τόπου κατοικίας τους, του απαιτούμενου συνδυασμού γλωσσών που ισχύουν για τους μόνιμους διερμηνείς (κατοχή τριών κοινοτικών γλωσσών ).
Κατά τον ίδιο τρόπο περιλαμβάνονται στους free lance διερμηνείς που είτε είχαν την ιδιότητα του μόνιμου υπαλλήλου είτε, όπως αυτό προκύπτει σιωπηρά από το προαναφερθέν άρθρο 2 της Ρύθμισης, άσκησαν προηγουμένως καθήκοντα έκτακτου ή επικουρικού υπαλλήλου. Αυτή η ίδια ελαστικότητα επιτρέπει στους ενδιαφερόμενους να επιλέξουν ελεύθερα την επαγγελματική τους κατοικία, που κείται σε ποσοστό μεγαλύτερο των 20 ο/ο εκτός της Κοινότητας. Είναι αληθές ότι το κύριο κριτήριο προσλήψεως των free lance είναι η ποιότητα της διερμηνείας, που αποκαλύπτεται γρήγορα κατά την παροχή των υπηρεσιών και που εξαρτά ενδεχόμενη επαναπρόσληψη.
γ)
Η ιδιαιτερότητα των υπηρεσιών που ζητούνται από τους free lance και η σχετική αυτονομία των κανόνων που διέπουν την επαγγελματική τους κατάσταση καθιστά αναπροσάρμοστη την εφαρμογή του ΚΛΠΚ στους ενδιαφερόμενους.
Αποκλείω εξ υπαρχής, όπως τελικά δεν παρέλειψε να το πράξει και ο ίδιος ο προσφεύγων, την εφαρμογή των σχετικών με τους έκτακτους υπαλλήλους διατάξεων. Πράγματι, οι υπηρεσίες που παρέχονται από τους free lance δεν μπορούν, ιδίως λόγω του περιπτωσιακού τους χαρακτήρα, να χαρακτηριστούν ως « μόνιμα καθήκοντα κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας » ( υποθέσεις 225 και 242/81, Toledano Laredo και Garilli, Συλλογή 1983, σ. 347, σκέψη 12 ). Η διάκριση αυτή εξηγείται από την ερμηνεία του προϋπολογισμού που επιβάλλει η ορθή διαχείριση των κοινοτικών δημόσιων οικονομικών ( βλέπε προτάσεις Lagrange, στην υπόθεση 18/63, Schmitz, Rec. 1964, σσ. 206 και 207 ). Η εκτίμηση από τη διοικητική αρχή των μόνιμων αναγκών της οδηγεί στην εγγραφή, στον προϋπολογισμό των οργάνων, ατομικοποιημένων θέσεων, που οι ίδιες είναι μόνιμες, ενώ οι περιστασιακές ή εξαιρετικές ανάγκες ικανοποιούνται με τη χρησιμοποίηση, εφόσον είναι αναγκαίο, ειδικών αμειβομένων από τις συνολικές πιστώσεις σε συνάρτηση με τον αριθμό και τη διάρκεια των υπηρεσιών τους.
Απομένει να εξεταστεί αν το νομικό πλαίσιο που ορίζει το ΚΛΠΚ για τους επικουρικούς υπαλλήλους οι οποίοι, όπως και οι free lance, αμείβονται από τις συνολικές πιστώσεις, δεν θα μπορούσε να επιτρέψει στην Επιτροπή να ικανοποιήσει τις ανάγκες για τις οποίες προσλαμβάνονται οι τελευταίοι.
Τα κριτήρια που συνάγονται από την απόφαση του Δικαστηρίου Deshormes για το χαρακτηρισμό της σύμβασης επικουρικού υπαλλήλου, σε σχέση με τη σύμβαση έκτακτου υπαλλήλου, θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην περίπτωση των free lance. Το Δικαστήριο έκρινε, πράγματι, ότι η σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου χαρακτηρίζεται από « την προσωρινότητά της » εφόσον αποβλέπει στη χρησιμοποίηση « περιστασιακού » προσωπικού, και έτσι να επιτρέψει κυρίως την εκτέλεση διοικητικών καθηκόντων που έχουν προσωρινό χαρακτήρα ή ανταποκρίνονται σε κατεπείγουσα ανάγκη... » ( σκέψεις 37 και 38 ). Συνεπώς μπορεί να τεθεί το ερώτημα μήπως το σύστημα αυτό αποτελεί πλαίσιο υποδοχής κατάλληλο για τους free lance.
Πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Η προσωρινότητα της σύμβασης επικουρικού υπαλλήλου, όπως περιγράφεται στην προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, απορρέει από τις διατάξεις του άρθρου 52 του ΚΛΠΚ κατά το οποίο «η πραγματική διάρκεια της συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου, συμπεριλαμβανομένης της διαρκείας της ενδεχομένης ανανεώσεώς της », δεν δύναται να νπερβεί το έτος σε όλες τις περιπτώσεις. Κατ' αυτή την έννοια το Δικαστήριο δέχτηκε ότι αυτός ο τύπος συμβάσεως δεν μπορεί «να χρησιμοποιείται καταχρηστικά για να ανατίθενται μόνιμα καθήκοντα για μακρά διάρκεια... » (υπόθεση 17/78, που προαναφέρθηκε, σκέψη 38).
Αυτό το αναγκαστικό όριο καθιστά απραγματοποίητη τη χρησιμοποίηση συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου για την πρόσληψη free lance πέραν του έτους, εκτός της δυνατότητας της Επιτροπής να ανανεώνει σταθερά με σύστημα κυκλικής κινήσεως το προσωπικό free lance που διαθέτει ή να μη λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια που έχει έτσι θεσπιστεί, δηλαδή να καταφεύγει σε πλάσμα ή σε στρατήγημα. Δεδομένου ότι αυτό αποκλείεται, η εφαρμογή του καθεστώτος των επικουρικών υπαλλήλων αποδεικνύεται ακατάλληλη, εφόσον οι free lance καλούνται να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ανεξάρτητα από κάθε ετήσιο όριο της διάρκειας της σύμβασης τους το οποίο θα ήταν αντίθετο προς τη φύση των παρεχομένων υπηρεσιών.
Και για το λόγο αυτό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παρόλον ότι με την απόφασή του της 16ης Φεβρουαρίου 1983 υπήγαγε τους ανεξάρτητους διερμηνείς στον κοινοτικό φόρο ακριβώς όπως και τους επικουρικούς υπαλλήλους, παρέπεμψε, για τους λοιπούς εφαρμοστέους όρους, όχι στο ΚΛΠΚ αλλά στη γενική Ρύθμιση περί free lance. Αυτό επιβεβαιώνει το αναπροσάρμοστο του ΚΛΠΚ στην περίπτωση των ανεξάρτητων διερμηνέων λόγω της ιδιαιτερότητας των υπηρεσιών των ανεξάρτητων διερμηνέων, πράγμα που δικαιολογεί τη θέσπιση ίδιων συμβατικών κανόνων. Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 78 του ΚΛΠΚ δεν αφορά παρά « τους επικουρικούς υπαλλήλους που προσλαμβάνονται από την Ευρωπαϊκή Κοινοβουλευτική Συνέλευση για το χρόνο κατά τον οποίο διαρκούν οι εργασίες των συνεδριάσεων », προβλέποντας, « κατά παρέκκλιση » των διατάξεων του τίτλου του ΚΛΠΚ περί επικουρικών υπαλλήλων, ότι αυτοί « υπόκεινται στους όρους προσλήψεως και αποδοχών που προβλέπονται στη συμφωνία μεταξύ του ανωτέρω οργάνου, του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Συνελεύσεως της Ενώσεως Δυτικής Ευρώπης, που αφορά την πρόσληψη του εν λόγω προσωπικού ».
Προκειμένου περί εξαιρέσεως, οι όροι και το περιεχόμενό της πρέπει να ερμηνεύονται στενά: αρκεί επ' αυτού η διαπίστωση ότι το άρθρο 78 του ΚΛΠΚ θεσπίζει παρέκκλιση αποκλειστικά υπέρ της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Συνελεύσεως, την οποία η τελευταία έκρινε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, στο πλαίσιο της εξουσίας της στον τομέα της εσωτερικής οργάνωσης. Με άλλα λόγια, η επέκταση στο σύνολο των free lance της απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 78 προϋποθέτει τροποποίηση του ΚΛΠΚ.
7.
Υπό το φως του συνόλου των προηγουμένων σκέψεων, καταφαίνεται ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας ειδική μορφή σχέσεων με τους free lance, έλαβε απλώς υπόψη την ιδιαιτερότητα των υπηρεσιών που ζητούνται από αυτή την κατηγορία διερμηνέων και το ανεφάρμοστο εν προκειμένω των διατάξεων του ΚΛΠΚ, ιδίως δε των διατάξεων περί επικουρικών υπαλλήλων.
Κατ' αυτή την έννοια θεωρώ ότι η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοικήσεως που αποτελεί ένα από τα κριτήρια ενεργείας της Επιτροπής κατά την οργάνωση των υπηρεσιών της (βλέπε ιδίως συνεκδικασθείσες υποθέσεις 20 και 21/83, Βλάχος, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984, σκέψη 23, Συλλογή 1984, σ.4149 ) και καλής διαχειρίσεως των δημοσίων χρημάτων η οποία επιβάλλεται σε κάθε διοίκηση που δεσμεύεται από τις αποφάσεις της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής (βλέπε κυρίως υπόθεση 18/63, Schmitz, που προαναφέρθηκε, σ. 192, και προαναφερθείσες προτάσεις, και υπόθεση 140/77, Verhaaf, Rec. 1978, σ. 2117, σκέψη 20). Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό η Επιτροπή δεν παρέβη τα όρια της διακριτικής εξουσίας εκτιμήσεως που, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να αναγνωρίζεται σε κάθε διοικητική αρχή κατά την οργάνωση των υπηρεσιών της ( βλέπε ιδίως υπόθεση 14/79 Loebisch, Rec. σ. 3679, καθώς και υπόθεση 178/80, Bellardi-Ricci, Συλλογή 1981, σ. 3187, σκέψη 19 ). Από αυτό και μόνο θεωρώ ότι πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που στηρίζεται στον υποτιθέμενο εξαντλητικό χαρακτήρα του ΚΛΠΚ, του οποίου η υπόσταση δεν επιβεβαιώνεται από καμία από τις διατάξεις της Συνθήκης, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων ή και του ίδιου του ΚΛΠΚ. Εξάλλου, η ευχέρεια που δίδεται στα θεσμικά όργανα να συμβάλλονται εκτός των συμβατικών σχέσεων που προβλέπει το ΚΛΠΚ, ιδίως για να εξασφαλίσουν ειδικές ή περιστασιακές υπηρεσίες για τις οποίες το εν λόγω σύστημα, είτε εξαιτίας του προϋπολογισμού είτε για τεχνικούς λόγους, είναι αλυσιτελές, προκύπτει σιωπηρά από τα άρθρα 42 ΕΚΑΧ, 181 ΕΟΚ και 153 ΕΚΑΕ που απονέμουν στο Δικαστήριο αρμοδιότητα « να λαμβάνει αποφάσεις δυνάμει ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, η οποία συνάπτεται από την Κοινότητα ή για λογαριασμό της » ( βλέπε υπόθεση 108/81, Porta, Συλλογή 1982, σ. 2469 ).
Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατή η εξομοίωση των ανεξάρτητων διερμηνέων συνεδρίων που προσλαμβάνονται από την Επιτροπή προς υπαλλήλους κατά την έννοια του ΚΛΠΚ. Επομένως, η προσφυγή που άσκησε ο Η. Maag κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει, καθόσον αφορά τα άρθρα 46 και 73 του ΚΛΠΚ, να κηρυχθεί απαράδεκτη, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 179 της Συνθήκης ΕΟΚ.
8.
Επικουρικώς, ο προσφεύγων επικαλείται τις γενικές διατάξεις του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Προκειμένου περί διαφοράς η οποία αφορά τις λεπτομέρειες εφαρμογής συμβάσεως και ειδικότερα την καθυστέρηση των υπηρεσιών της Κοινότητας να προβούν, κατ' εφαρμογή των κανόνων περί προσαρμογής που προβλέπει το άρθρο 13 της κανονιστικής ρυθμίσεως του 1974, σε ορισμένες προσαρμογές των αμοιβών που καταβλήθηκαν στους free lance, πρέπει και ο δεύτερος αυτός λόγος, όπως και ο προηγούμενος, να απορριφθεί. Πράγματι, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, εφόσον δεν στηρίζεται στο ΚΛΠΚ, δεν μπορεί να στηριχθεί παρά σε ρήτρα περί διαιτησίας που να περιλαμβάνεται στην ίδια τη σύμβαση, σύμφωνα με τα άρθρα 42 ΕΚΑΧ, 181 ΕΟΚ και 153 ΕΚΑΕ. Η εν λόγω δυνατότητα την οποία παρέχει στο εξής η Συμφωνία της 20ής Ιουνίου 1984 δεν υφίστατο υπό το κράτος των κανόνων που έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, ούτε οι συμβάσεις προσλήψεως ούτε οι γενικοί όροι της Ρύθμισης του 1974 και της Συμφωνίας του 1979 προέβλεπαν αυτή τη δυνατότητα προσφυγής.
Λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 183 της Συνθήκης ΕΟΚ κατά το οποίο
« εφόσον η παρούσα Συνθήκη δεν προβλέπει αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, οι διαφορές στις οποίες η Κοινότητα είναι διάδικος δεν εξαιρούνται εκ του λόγου αυτού από την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων »,
πρέπει επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι για την προσφυγή που άσκησε ο Η. Maag δεν έχει αρμοδιότητα το Δικαστήριο, αλλά τα εθνικά δικαστήρια.
Ο επικουρικός λόγος τον οποίο επικαλέστηκε ο Η. Maag προς στήριξη του παραδεκτού της προσφυγής του δεν μπορεί να γίνει δεκτός, όπως άλλωστε και ο κύριος λόγος που επικαλέστηκε.
9.
Χωρίς, συνεπώς, να υφίσταται ανάγκη να διατυπώσω παρατηρήσεις επί της ουσίας της διαφοράς, προτείνω να κηρυχθεί απαράδεκτη η προσφυγή του Η. Maag ο οποίος, κατά συνέπεια, πρέπει να υποστεί τα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση οπό τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy