ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 29ης Ιανουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
Το Hoge Raad των Κάτω Χωρών υπέβαλε στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν εκ νέου το άρθρο 27, περίπτωση 2, της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή διαδικασία κατά την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (καλούμενη εφεξής Σύμβαση των Βρυξελλών ).
Το προαναφερθέν άρθρο 27 έχει ως εξής:
« Απόφαση δεν αναγνωρίζεται:
1)
αν η αναγνώριση αντίκειται στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως·
2)
αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν έχει επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο κανονικά και έγκαιρα ώστε να μπορεί να αμυνθεί·
... »
Συγκεκριμένα, η υπό κρίση υπόθεση αφορά τη λέξη « έγκαιρα » η οποία περιλαμβάνεται στο προαναφερθέν άρθρο και η οποία αποσκοπεί, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση 228/81, Pendy Plastic κατά Pluspunkt, Συλλογή 1982, σ. 2723, «να εξασφαλίσει στον εναγόμενο την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων του » στην περίπτωση εκδόσεως ερήμην αποφάσεως, της οποίας ζητείται η αναγνώριση σε κράτος άλλο από αυτό της καταγωγής. Εν συνόψει, με τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο ερωτήματα ερωτάται στην πραγματικότητα « αν γεγονότα μεταγενέστερα της επίδοσης ή της γνωστοποίησης, μπορούν να επιβάλουν στον ενάγοντα την υποχρέωση να προβεί σε συμπληρωματικές ενέργειες για να ενημερώσει τον εναγόμενο περί της διαδικασίας που έχει μόλις κινηθεί έτσι ώστε η προβλεπόμενη από το άρθρο 27, περίπτωση 2, προθεσμία δεν αρχίζει να τρέχει σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθούν οι ενέργειες αυτές », σύμφωνα με τη φρασεολογία που χρησιμοποίησε το ίδιο το Hoge Raad για να διατυπώσει το ερώτημα που ανέκυψε από τον κύριο λόγο ( βλέπε απόφαση περί παραπομπής, σημείο 3.5, δεύτερη παράγραφος ).
Τα πραγματικά περιοναηκά
Κατά την παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών θα στηριχτώ κυρίως στις παρατηρήσεις, εν προκειμένω εξαντλητικές, που περιλαμβάνονται στο υπόμνημα της Επιτροπής. Θεωρώ ότι είναι δικαιολογημένο να εκθέσω τα γεγονότα λεπτομερώς δεδομένου ότι το ζήτημα του αν η γνωστοποίηση έγινε έγκαιρα επιβάλλει εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς, για να αποβεί χρήσιμη, μια έστω αφηρημένη απάντηση στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, θα πρέπει να ληφθούν επαρκώς υπόψη τα περιστατικά αυτά.
Ο Bouwman, που έχει την ολλανδική ιθαγένεια, συνήψε με τους συζύγους Debaecker-Plouvier, που έχουν τη βελγική ιθαγένεια, σύμβαση εμπορικής μισθώσεως, που ίσχυε από τις 15 Οκτωβρίου 1980, για ακίνητο επί της οδού Frankrijklei 18, στην Αμβέρσα, όπου επρόκειτο να εκμεταλλευτεί έκθεση έργων τέχνης. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1981 (Δευτέρα), ο Bouwman έφυγε από το μίσθιο χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να αφήσει διεύθυνση. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1981 ( Πέμπτη ), ο δικηγόρος των Debaecker, που ονομάζεται Debaecker και είναι, κατά την Επιτροπή, γιος τους, ζήτησε από το Vrederechter (ειρηνοδικείο) Αμβέρσας σύντμηση προθεσμίας για να καλέσει τον Bouwman ενώπιον του δικαστηρίου, ισχυριζόμενος, σχετικώς, μεταξύ άλλων, ότι ο Bouwman είχε φύγει « ως κλέφτης στη νύχτα », συναποκομίζοντας όλα του τα κινητά πράγματα. Το Vrederechter χορήγησε άδεια να κληθεί ο Bouwman για την 1η Οκτωβρίου 1981 ( Πέμπτη ). Η σχετική κλήση επιδόθηκε με δικόγραφο δικαστικού επιμελητή, στις 24 Σεπτεμβρίου 1981, στο αστυνομικό τμήμα της Αμβέρσας ( άρθρο 37 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Η διαδικασία αυτή ακολουθήθηκε διότι, κατά το χρόνο της επίδοσης, ο δικηγόρος δεν γνώριζε πού βρισκόταν ο Bouwman. Εντούτοις, υπέθετε ότι ο Bouwman εξακολουθούσε να κατοικεί στην Αμβέρσα, δεδομένου ότι ήταν εγγεγραμμένος στα μητρώα του δήμου της πόλης αυτής. Η επίδοση δεν κατέστη δυνατό να γίνει στη διεύθυνση Frankrijklei 18, διότι ούτε ο Bouwman ούτε άλλο μέλος της οικογενείας του βρισκόταν εκεί.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1981, ο Bouwman έστειλε στο δικηγόρο του Debaecker συστημένη επιστολή, η οποία περιείχε, μεταξύ άλλων, καταγγελία της μίσθωσης, τα κλειδιά του ακινήτου και την πληροφορία ότι η νέα διεύθυνση ήταν η « ταχυδρομική θυρίδα 24, 2190 Essen » (επίσης στο Βέλγιο). Η επιστολή αυτή περιήλθε στο δικηγόρο των Debaecker στις 28 Σεπτεμβρίου 1981. Ο τελευταίος, όμως, δεν προέβη σε καμιά ενέργεια και, επομένως, ούτε ειδοποίησε τον εναγόμενο ότι είχε κληθεί για να εμφανιστεί ενώπιον του Vrederechter την 1η Οκτωβρίου 1985, το δε δικόγραφο της κλήσης βρισκόταν στο αστυνομικό τμήμα. Την 1η Οκτωβρίου 1981, το Vrederechter δίκασε ερήμην του Bouwman, με την επακολουθήσασα δε αμέσως απόφαση, μεταξύ άλλων, λύθηκε η σύμβαση μισθώσεως και ο Bouwman καταδικάστηκε να καταβάλει 1072900 βελγικά φράγκα ( BFR ) ως « αποζημίωση αναμι-σθώσεως ».
Κατά την Επιτροπή η ερήμην απόφαση επιδόθηκε κατά τον ίδιο τρόπο, δηλαδή, καθώς ο Bouwman δεν βρέθηκε στην κατοικία της Frankrijklei, η επίδοση έγινε στο αστυνομικό τμήμα.
Στις 18 Νοεμβρίου, ο γραμματέας του Vredegerecht ( πρωτοδικείου ) Αμβέρσας δήλωσε ότι κατά της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως δεν είχε ασκηθεί ούτε έφεση ούτε ανακοπή ερημοδικίας. Την ίδια ημέρα, οι σύζυγοι Debaecker υπέβαλαν στον πρόεδρο του Arrondissementsrechtbank της Breda στις Κάτω Χώρες αίτηση συντηρητικής κατασχέσεως ενός τραπεζικού λογαριασμού του Bouwman στην Breda. Προφανώς, περίπου την ημερομηνία αυτή, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ο Bouwman τη διαδικασία που είχε κινηθεί κατ' αυτού.
Στις 30 Νοεμβρίου, ο πρόεδρος του Arrondissementsrechtbank της Breda κήρυξε εκτελεστή την ερήμην απόφαση του Vrederechter. Στις 6 Ιανουαρίου 1982, ο Bouwman άσκησε ανακοπή ερημοδικίας κατά της Διατάξεως περί περιαφής του εκτελεστήριου τύπου ενώπιον του Arrondissementsrechtbank της Breda. Στις 12 Οκτωβρίου 1982, το δικαστήριο αυτό έκανε δεκτή την ανακοπή ερημοδικίας και απέρριψε την αίτηση εκτελέσεως.
Ο Bouwman στήριξε την ανακοπή ερημοδικίας, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 20 και 27 της Σύμβασης των Βρυξελλών. Το Arrondissementsrechtbank έκρινε ότι η επίκληση του άρθρου 20 δεν ευσταθούσε, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό αφορά την κατάσταση εναγομένου ο οποίος έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους ενώ ενάγεται ενώπιον Δικαστηρίου άλλου συμβαλλόμενου κράτους. Όμως, στην προκείμενη περίπτωση, ο εναγόμενος ενήχθη, κατά το βελγικό δίκαιο, ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους και της πόλης που είχε την κατοικία του, η δε κλήση προς εμφάνιση « για να επιδοθεί έγκαιρα δεν έπρεπε να εξέλθει καν των ορίων της πόλης της Αμβέρσας ».
Όσον αφορά το άρθρο 27, περίπτωση 2, το Arrondissementsrechtbank αποφάνθηκε ότι, ενόψει της βελγικής νομοθεσίας, δεν αμφισβητείτο ότι συνέτρεχε η προϋπόθεση της κανονικής γνωστοποίησης. Εντούτοις ο Bouwman υποστήριζε ότι για να συντρέχει η προϋπόθεση σχετικά με το έγκαιρο της επίδοσης που θεσπίζει το άρθρο αυτό δεν αρκούσε μόνο ότι έγινε τοπική επίδοση κατά τον καθορισμένο τρόπο, αλλά, έπρεπε, επιπλέον, η κλήση προς εμφάνιση ενώπιον του Vrederechter, την 1η Οκτωβρίου 1981, να του είχε κοινοποιηθεί μέσω της ταχυδρομικής θυρίδας, τον αριθμό της οποίας γνώριζε ο δικηγόρος του ενάγοντος από τις 28 Σεπτεμβρίου.
Επίσης το Arrondissementsrechtbank εξήτασε, σύμφωνα με την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 116/80, Klomps κατά Michel, Συλλογή 1981, σσ. 1608 και 1609« αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, ώστε η επίδοση ή η κοινοποίηση, αν και νομότυπες, δεν ήρκεσαν, εντούτοις, για να κινήσουν τη σχετική προθεσμία », που ήταν αναγκαία για να παρασχεθεί στον εναγόμενο η δυνατότητα υπερασπίσεως, από την ημέρα της γνωστοποίησης.
Σχετικά με το ζήτημα αυτό, το Arrondissementsrechtbank δέχτηκε ότι:
« Μολονότι ο ανακόπτων πρέπει να θεωρηθεί ως ο μόνος υπεύθυνος του γεγονότος ότι κατά τη διάρκεια της παρούσης διαδικασίας διατήρησε ως επίσημη κατοικία τη διεύθυνση ακινήτου του οποίου δεν διαθέτει πλέον ούτε τα κλειδιά και μολονότι, κατ' αρχή, πρέπει να υποστεί τις σχετικές συνέπειες, το ζήτημα αν η κλήση προς εμφάνιση την 1η Οκτωβρίου ενώπιον του Vrederechter παρέσχε στον ανακόπτοντα αρκετό χρόνο για να προετοιμάσει την υπεράσπιση του πρέπει να εκτιμηθεί σύμφωνα με τις συγκεκριμένες συνθήκες του χρονικού αυτού σημείου. Κατά το Arrondissementsrechtbank η απλή επίδοση στο αστυνομικό τμήμα όταν ο ανακόπτων δεν βρέθηκε στην επίσημη κατοικία του, την οποία ήταν γνωστό ότι είχε εγκαταλείψει, δεν ήταν επαρκής για να αρχίσει να τρέχει η προθεσμία που θα του επέτρεπε να προετοιμάσει την υπεράσπιση του, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η επίδοση αυτή δεν ακολουθήθηκε από άλλη γνωστοποίηση, ενώ οι καθών η ανακοπή είχαν εγκαίρως πληροφορηθεί, πριν από τη συνεδρίαση της 1ης Οκτωβρίου 1981, τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να ειδοποιήσουν τον ανακόπτοντα. Πράγματι, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο στον ανακόπτοντα να ετοιμάσει την υπεράσπιση του. 'Ετσι, η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του Vrederechter Αμβέρσας δεν μπορεί να αναγνωριστεί στις Κάτω Χώρες. »
Κατά της αποφάσεως αυτής οι Debaecker άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Hoge Raad. Επικαλέστηκαν σχετικώς δύο λόγους οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: Αφενός, ισχυρίστηκαν ότι το άρθρο 27, περίπτωση 2, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η επίδοση ή γνωστοποίηση έγινε « εντός της προθεσμίας που είχε ορίσει το δικαστήριο που επελήφθη πρώτο και/ή ο εναγόμενος είχε (αποκλειστική) κατοικία στην περιφέρεια ή τη χώρα που υπάγεται το δικαστήριο αυτό ». Αφετέρου, ισχυρίστηκαν ότι γεγονότα μεταγενέστερα της επίδοσης ή γνωστοποίησης δεν μπορούν να υποχρεώσουν τον ενάγοντα να προβεί σε συμπληρωματικές ενέργειες για να ειδοποιήσει τον εναγόμενο σχετικά με τη διαδικασία που πρόκειται να κινηθεί έτσι ώστε η προβλεπόμενη στο άρθρο 27, περίπτωση 2, προθεσμία να μην αρχίσει να τρέχει παρά μετά την πραγματοποίηση των ενεργειών αυτών.
Κατόπιν αυτού, το Hoge Raad υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής ερωτήματα:
1)
Η εφαρμογή του άρθρου 27, περίπτωση 2, της Σύμβασης του 1968 πρέπει να αποκλειστεί, όσον αφορά την υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο αυτό να επιδοθεί ή γνωστοποιηθεί έγκαιρα το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης, όταν η επίδοση ή γνωστοποίηση έγινε τηρώντας την προθεσμία που καθόρισε το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως και/ή όταν ο εναγόμενος είχε αποκλειστική ή μη κατοικία στην περιφέρεια ή τη χώρα του δικαστηρίου αυτού;
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα:
2
α)
Προκειμένου να κριθεί το αν, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, υφίστανται εξαιρετικές συνθήκες λόγω των οποίων η επίδοση ή η γνωστοποίηση υπό την έννοια του άρθρου 27, περίπτωση 2, παρόλο που ήταν κανονική, εντούτοις δεν αρκούσε για να αρχίσει να τρέχει η απαιτούμενη από τη διάταξη αυτή προθεσμία, επιβάλλεται να ανατρέξει κανείς μόνο σε συνθήκες που επικρατούσαν κατά την επίδοση ή τη γνωστοποίηση και τις οποίες ο ενάγων μπορεί να λάβει υπόψη του κατά το χρονικό εκείνο σημείο;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 2α):
2
β)
Γεγονότα μεταγενέστερα της επίδοσης ή της γνωστοποίησης, μπορούν να επιβάλουν στον ενάγοντα την υποχρέωση να προβεί σε συμπληρωματικές ενέργειες για να ενημερώσει τον εναγόμενο περί της διαδικασίας που έχει μόλις κινηθεί έτσι ώστε η προβλεπόμενη από το άρθρο 27, περίπτωση 2, προθεσμία δεν αρχίζει να τρέχει σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθούν οι ενέργειες αυτές;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 2 β):
2
γ)
Ποιο κριτήριο επιβάλλεται να εφαρμοστεί σχετικά; Ειδικότερα, το ότι ο εναγόμενος φέρει την ευθύνη για το γεγονός ότι το δικόγραφο που επιδόθηκε ή γνωστοποιήθηκε κανονικά δεν περιήλθε σ' αυτόν, εμποδίζει το δικαστή, έχοντας επίσης υπόψη λόγου χάριν το γεγονός ότι ο ενάγων γνώριζε ότι ο εναγόμενος είχε εγκαταλείψει τη φερόμενη κατοικία του, να κρίνει ότι οι συμπληρωματικές ενέργειες για τις οποίες γίνεται λόγος πιο πάνω, έπρεπε να έχουν πραγματοποιηθεί;
2. Προστασία των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως
Πριν προβώ στην εξέταση των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν, θεωρώ χρήσιμο να θέσω υπόψη του Δικαστηρίου ορισμένες γενικές παρατηρήσεις σχετικά με την αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων της υπεράσπισης που θεσπίζει το άρθρο 27, περίπτωση 2. Το άρθρο αυτό αποτελεί μέρος του τίτλου III της Σύμβασης των Βρυξελλών και φέρει το τίτλο « Αναγνώριση και εκτέλεση » ( άρθρα 25 έως 49 ).
Κατ' αρχάς, επιβάλλεται να τονιστεί ότι η διάταξη αφορά ερημοδικήσαντα εναγόμενο. Για την τύχη της ερήμην εκδοθείσας απόφασης έχει ληφθεί, στο πλαίσιο της Σύμβασης των Βρυξελλών, ειδική πρόνοια λόγω των σημαντικών συνεπειών που μια τέτοια απόφαση συνεπάγεται.
Η Σύμβαση, ξεκινώντας από τις κατ' αντιμωλίαν διαδικασίες, αποσκοπεί στην προώθηση, στο μέτρο του δυνατού, της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων. Προς το σκοπό αυτό, η οικονομία της Σύμβασης θεσπίζει για την αρχική διαδικασία εγγυήσεις — που περιλαμβάνονται στον τίτλο II — έτσι ώστε η εκδοθείσα σε ένα κράτος απόφαση να αναγνωρίζεται σε άλλο κράτος χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία (άρθρο 26), με την επιφύλαξη περιορισμένου αριθμού εξαιρέσεων που αναφέρονται στα άρθρα 27 και 28.
Όσον αφορά τις εν λόγω εγγυήσεις που περιβάλλουν την αρχική διαδικασία, η σημαντικότερη περιλαμβάνεται στο άρθρο 20 το οποίο αφορά ερήμην αποφάσεις που εκδίδονται στην περίπτωση όπου ο εναγόμενος που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλόμενου κράτους. Επισημαίνεται, ιδίως, η δεύτερη παράγραφος αυτού του άρθρου όπου ορίζεται ότι « ο δικαστής οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία, εφόσον δεν διαπιστώνεται ότι ο εναγόμενος αυτός ήταν σε θέση να παραλάβει το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης εντός της αναγκαίας για την άμυνά του προθεσμίας ή ότι καταβλήθηκε κάθε επιμέλεια για το σκοπό αυτό ». Η διάταξη αυτή η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 20, τρίτη παράγραφος, είναι μεταβατική, σε σχέση με την εφαρμογή της Σύμβασης της Χάγης, της 15ης Νοεμβρίου 1965 για την επίδοση και γνωστοποίηση στην αλλοδαπή δικαστικών και εξώδικων εγγράφων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, αποσκοπεί στο μέτρο του δυνατού, στο να παρεμποδίζεται η έκδοση ερήμην αποφάσεων εν αγνοία του εναγομένου, πράγμα το οποίο είναι δυνατό να γίνει λόγω του γεγονότος ότι τα περισσότερα κράτη μέλη — με εξαίρεση την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ( 1 ) — έχουν υιοθετήσει συστήματα επιδόσεως ( « remise au parquet » ). Μολονότι είναι αληθές, όπως ορθώς έκρινε το Arrondissementsrechtbank, ότι το προαναφερθέν άρθρο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση εντούτοις η εφαρμογή της θεμελιώδους νομικής αρχής του δικαιώματος υπερασπίσεως την οποία περιέχει, έχει, κατά τη γνώμη μου, έμμεση σπουδαιότητα για την ερμηνεία του άρθρου 27, περίπτωση 2, το οποίο είναι, ως προς το ζήτημα αυτό, λακωνικότερο.
Στο στάδιο της αναγνώρισης των αποφάσεων, όσον αφορά τις ερήμην αποφάσεις, το άρθρο 27 παρεκκλίνει από το σύστημα της Σύμβασης, κατά το οποίο οι εκδοθείσες σε ένα κράτος μέλος αποφάσεις αναγνωρίζονται στα λοιπά συμβαλλόμενα κράτη χωρίς να παρίσταται ανάγκη οποιασδήποτε περαιτέρω διαδικασίας.
Το άρθρο 27, περίπτωση 2, εξασφαλίζει διπλή προστασία στον ερήμην δικασθέντα στον αλλοδαπή εναγόμενο ( 2 ). Πρώτον, το δικόγραφο πρέπει να έχει επιδοθεί κανονικά. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εθνική νομοθεσία του κράτους καταγωγής καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις σχετικά με την κοινοποίηση των δικογράφων. Δεύτερον, έστω και αν η επίδοση ήταν κανονική, η απόφαση μπορεί να μην αναγνωριστεί, αν το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ζητείται η αναγνώριση θεωρήσει ότι το σχετικό δικόγραφο δεν γνωστοποιήθηκε στον εναγόμενο έγκαιρα, ώστε να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Η έννοια του όρου « έγκαιρα » αποτελεί πραγματικό ζήτημα το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως ( 3 ). Η αρχή επί της οποίας ερείδονται τα άρθρα 20 και 27 ορίζεται από τη νομική επιστήμη κατά διάφορους τρόπους, πλην όμως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η γαλλική νομική σχολή ομιλεί για τα « δικαιώματα της υπεράσπισης» ( 4 ) ενώ η γερμανική στηρίζεται επί της « δικονομικής αρχής σχετικά με το δικαίωμα της εκατέρωθεν ακροάσεως » ( 5 ).
Κατά τη γνώμη μου, στην προκειμένη περίπτωση, έχει επίσης σημασία να σημειωθεί ότι πρόκειται περί δικονομικής αρχής που αποσκοπεί στην προστασία του εναγομένου σε σχέση με μη κανονική διαδικασία, και συγκεκριμένα με απρόβλεπτη ερήμην απόφαση ( 6 ). Σχετικά, παραπέμπω επίσης σε όσα παρατήρησα πιο πάνω, όσον αφορά την έμμεση σημασία που το άρθρο 20, δεύτερη παράγραφος, μπορεί επίσης, κατά τη γνώμη μου, να έχει ενόψει της ερμηνείας του άρθρου 27, περίπτωση 2, της Σύμβασης των Βρυξελλών.
Από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Klomps κατά Michel (Συλλογή 1981, σ. 1593), και, ιδίως, από την 19η και 20ή σκέψη, συνάγεται ότι ο υποχρεωτικός έλεγχος όσον αφορά την απαίτηση της έγκαιρης επίδοσης περιλαμβάνει επίσης και την επιμέλεια που πρέπει να επιδεικνύουν οι διάδικοι. Κατ' αυτή, τουλάχιστον, την έννοια αντιλαμβάνομαι τα παραδείγματα που έδωσε το Δικαστήριο και τα οποία μπορεί να λάβει υπόψη το σχετικό δικαστήριο, « όπως τον τρόπο επιδόσεως ή γνωστοποιήσεως, τις σχέσεις μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου... ή το χαρακτήρα των μέτρων που έπρεπε να λάβει ο ενάγων για να αποφευχθεί η έκδοση ερήμην αποφάσεως ». Ο Droz, σε μια σημείωση σχετικά με γαλλική απόφαση που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 27, περίπτωση 2 ( 7 ), φαίνεται να συμμερίζεται, επίσης, τη γνώμη αυτή. Στη σημείωση αυτή, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 27, περίπτωση 2, «“ moralise ” les relations entre les parties en présence ».
Συνοψίζω ως εξής τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά το άρθρο 27, περίπτωση 2 (υποθέσεις 166/80, Klomps κατά Michel, και 228/81, Pendy Plastic κατά Pluspunkt ):
—
Το άρθρο 27, περίπτωση 2, πρέπει να ερμηνεύεται ξεχωριστά και αυτόνομα βάσει της Συμβάσεως, αλλά ανεξάρτητα από την εξέταση στην οποία προέβη το δικαστήριο προελεύσεως βάσει του άρθρου 20, δεύτερη παράγραφος·
—
η προϋπόθεση σχετικά με την έγκαιρη γνωστοποίηση αποσκοπεί στο να εξασφαλιστεί αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος του εναγομένου·
—
καταρχήν, η προϋπόθεση αυτή πληρούται εφόσον η γνωστοποίηση υπήρξε κανονική εντούτοις, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υφίστανται τόσο εξαιρετικές συνθήκες ώστε η γνωστοποίηση δεν έγινε έγκαιρα, δυνάμενο να λάβει σχετικά υπόψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης.
3. Τα ερωτήματα που υπέβαλε το Hoge Raad
3.1.
Το πρώτο ερώτημα. Με το πρώτο του ερώτημα, το Hoge Raad ζητεί κατ' ουσίαν να πληροφορηθεί αν η εφαρμογή του άρθρου 27, περίπτωση 2, πρέπει να αποκλειστεί όσον αφορά την απαίτηση της έγκαιρης γνωστοποίησης, που το άρθρο αυτό επιβάλλει, όταν η γνωστοποίηση έγινε εντός της προθεσμίας που είχε ορίσει το δικαστήριο προελεύσεως και/ή όταν ο εναγόμενος είχε την κατοικία του στο κράτος προελεύσεως.
Ο δικηγόρος των Debaecker-Plouvier πρόβαλε αυτό το λόγο αναιρέσεως, διότι θεωρούσε ότι το Δικαστήριο δεν είχε εισέτι αποφανθεί ρητώς επ' αυτού του θέματος. Μολονότι το Hoge Raad συμπεριέλαβε το στοιχείο αυτό στο τέταρτο ερώτημα που είχε υποβάλει στο Δικαστήριο στην υπόθεση Klomps κατά Michel, στην πραγματικότητα το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ρητώς επ' αυτού του μέρους του εν λόγω ερωτήματος.
Όμως, φρονώ ότι, στην πιο πάνω υπόθεση, το Δικαστήριο έδωσε, εμμέσως, καταφατική απάντηση στο ερώτημα σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 27, περίπτωση 2, σε περίπτωση όπως αυτή που ανέφερε το Hoge Raad. Προς τούτο, είναι δυνατό να σημειωθεί ότι, όπως, επίσης, ορθώς επισήμανε το Ηνωμένο Βασίλειο στις γραπτές του παρατηρήσεις εν προκειμένω, η υπόθεση αυτή αφορούσε στην πραγματικότητα ερήμην απόφαση που είχε εκδοθεί ύστερα από γνωστοποίηση που είχε γίνει, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προς εναγόμενο ο οποίος, κατά το γερμανικό δίκαιο, ήταν κάτοικος του κράτους αυτού. Με κανένα τρόπο δεν είναι δυνατό να συναχθεί από την απόφαση ότι το άρθρο 27 δεν μπορούσε τότε να εφαρμοστεί. Αντίθετα, φρονώ ότι η κατοικία στερείται σημασίας ενόψει της απαιτήσεως της έγκαιρης γνωστοποίησης.
Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 27, περίπτωση 2, θέτει δύο προϋποθέσεις, δηλαδή ότι η γνωστοποίηση πρέπει να είναι κανονική και ότι πρέπει να γίνει έγκαιρα. Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση, δηλαδή η απαίτηση έγκαιρης γνωστοποίησης συνεπάγεται ότι το δικαστήριο του κράτους αναγνωρίσεως προβαίνει σε εκτιμήσεις πραγματικής φύσεως, ανεξάρτητες αυτής που αφορά την κανονικότητα της επίδοσης (15η σκέψη). Κατόπιν, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του πέμπτου ερωτήματος που του υποβλήθηκε στην υπόθεση αυτή και με το οποίο του ζητήθηκε να αποφανθεί αν η απάντηση σχετικά με την απαίτηση της έγκαιρης γνωστοποίησης θα ήταν διαφορετική στην περίπτωση που το δικαστήριο του κράτους αναγνωρίσεως θεωρούσε ότι ο εναγόμενος ήταν κάτοικος αυτού του κράτους, δέχτηκε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η έννοια της κατοικίας δεν λαμβανόταν υπόψη, δεδομένου ότι, στην εν λόγω περίπτωση, επρόκειτο περί εκτιμήσεως πραγματικών περιστατικών ( 23η σκέψη ).
Οι σκέψεις αυτές είναι σύμφωνες με τις απόψεις που ο γενικός εισαγγελέας Reischl ανέπτυξε στις προτάσεις του στην υπόθεση αυτή, τις οποίες και ασπάζομαι ανεπιφύλακτα. Εν προκειμένω ξεκίνησε από μια κατά γράμμα ερμηνεία. Το άρθρο 27, περίπτωση 2, είναι διατυπωμένο κατά γενικό τρόπο και δεν περιλαμβάνει καμιά παρέκκλιση όσον αφορά την εφαρμογή του σε συνάρτηση με την κατοικία. Κατά συνέπεια εφαρμόζεται επί κάθε ενδιαφερομένου ανεξαρτήτως της κατοικίας του ( 8 ). Είναι αντίθετο προς το σύστημα του άρθρου 20, δεύτερη παράγραφος, το οποίο εφαρμόζεται αποκλειστικά επί του εναγομένου ο οποίος έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους και ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλον συμβαλλόμενου κράτους.
Όπως ο γενικός εισαγγελέας Reischl ανέπτυξε στις προτάσεις του, στις οποίες αναφέρθηκε στη σχετική με το ερώτημα αυτό νομική θεωρία ( 9 ), το γενικό αποτέλεσμα του άρθρου 27, περίπτωση 2, αφορά επίσης τις γνωστοποιήσεις που έγιναν εντός ενός κράτους, έστω και όταν η αναγνώριση και η εκτέλεση της επακολουθήσασας ερήμην αποφάσεως ζητείται σε άλλο κράτος.
Όπως αναφέρει ο Weser, η εφαρμογή του άρθρου 27, περίπτωση 2, είναι δικαιολογημένη διότι στην περίπτωση που πρέπει να εφαρμοστεί μόνο η εθνική νομοθεσία, οι παρεχόμενες εγγυήσεις δεν είναι κατ' ανάγκη οι ίδιες με αυτές που παρέχει το άρθρο 20 της Σύμβασης των Βρυξελλών. Σχετικά με το ζήτημα αυτό πρέπει ιδίως να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των υφιστάμενων στα διάφορα συμβαλλόμενα κράτη συστημάτων γνωστοποιήσεως όσον αφορά την πλασματική επίδοση την οποία επιτρέπουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Επί του σημείου αυτού, επιθυμώ ακόμα να επιστήσω την προσοχή επί της παρατηρήσεως που έκαμε ο Droz στη σημείωση που ήδη ανέφερα, ότι δηλαδή, στο πλαίσιο μιας αποκλειστικά εθνικής διαδικασίας, οι δυσμενείς συνέπειες των συστημάτων πλασματικής γνωστοποιήσεως μπορούν να εξαλειφθούν μέσω της δυνατότητας ασκήσεως ανακοπής ή εφέσεως, δυνατότητας η οποία δεν υφίσταται σε υποθέσεις με διεθνείς διαστάσεις. Ενόψει των προηγούμενων, το άρθρο 27, περίπτωση 2, αποτελεί την κατάλληλη εγγύηση για την προστασία των δικαιωμάτων του εναγομένου στην περίπτωση που πρέπει να αναγνωριστεί στην αλλοδαπή η ερήμην εκδοθείσα απόφαση.
Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση Pendy Plastic ότι η βάσει του άρθρου 27, περίπτωση 2, εκτίμηση του δικαστηρίου του κράτους αναγνωρίσεως είναι αυτόνομη σε σχέση με αυτή του δικαστηρίου προελεύσεως.
Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 27, περίπτωση 2, πρέπει όντως να θεωρηθεί, επίσης, ότι έχει εφαρμογή σε περίπτωση όπως η αναφερόμενη στο πρώτο ερώτημα του Hoge Raad.
3.2.
Για το δεύτερο ερώτημα, στοιχείο α), το Hoge Raad ζητεί να πληροφορηθεί από το Δικαστήριο αν, προκειμένου να κριθεί ότι υφίστανται εξαιρετικές συνθήκες λόγω των οποίων η επίδοση ή γνωστοποίηση, παρόλο που ήταν κανονική, δεν ήταν αρκετή για να επιτραπεί στον εναγόμενο να προετοιμάσει την υπεράσπιση του και, ως εκ τούτου, να αρχίσει να τρέχει η απαιτούμενη από το άρθρο 27, περίπτωση 2, προθεσμία, πρέπει να γίνει αναφορά αποκλειστικά στις συνθήκες που υφίσταντο κατά το χρόνο της επίδοσης ή της γνωστοποίησης και τις οποίες ο ενάγων μπορεί να λάβει υπόψη του κατά το χρονικό εκείνο σημείο.
Όσον αφορά την απάντηση στο ερώτημα αυτό, έχει αναπτυχθεί στο Δικαστήριο ολόκληρη η κλίμακα των υφιστάμενων δυνατοτήτων. Οι αναιρεσείοντες σύζυγοι Debaecker προτείνουν στο Δικαστήριο να δώσει καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό υπό την έννοια ότι μόνο οι υφιστάμενες κατά το χρόνο της γνωστοποίησης συνθήκες μπορούν να ληφθούν υπόψη. Αντιθέτως, ο αναιρεσίβλητος καθώς και η Γερμανική και Βρετανική Κυβέρνηση θεωρούν ότι μπορούν επίσης να ληφθούν υπόψη μεταγενέστερα της γνωστοποίησης γεγονότα για να κριθεί αν η γνωστοποίηση πραγματοποιήθηκε έγκαιρα. Η Επιτροπή αν και αποδέχεται τη δυνατότητα παρεκκλίσεως όσον αφορά όλως εξαιρετικές συνθήκες που δεν μπορούν να καταλογιστούν στον εναγόμενο ( 10 ) υιοθέτησε μια ενδιάμεση άποψη υποστηρίζοντας ότι, καταρχήν, δεν είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη παρά μόνο οι συνθήκες που υφίσταντο κατά το χρόνο της γνωστοποίησης.
Η άποψη των αναιρεσειόντων, ότι δηλαδή δεν μπορούν κατά το χρόνο της γνωστοποίησης να λαμβάνονται υπόψη συνθήκες που δεν εμφανίζονται παρά αργότερα, είναι, καθ' εαυτή, ορθή όσον αφορά την ίδια τη γνωστοποίηση. Αντιθέτως, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση Klomps κατά Michel το δικαστήριο του κράτους αναγνωρίσεως οφείλει να προβεί σε διπλή εξέταση: οφείλει, να εκτιμήσει αν η γνωστοποίηση υπήρξε κανονική και, ξεχωριστά, αν πραγματοποιήθηκε έγκαιρα. Σχετικώς οι σύζυγοι Debaeker-Plouvier, αναπτύσσοντας τις απόψεις τους, δεν Θίγουν πράγματι το δεύτερο αυτό ζήτημα.
Ο αναιρεσίβλητος καθώς και η Γερμανική και Βρετανική Κυβέρνηση στηρίζονται, ορθώς κατά τη γνώμη μου, στη μόλις πιο πάνω αναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου. Στην απόφαση αυτή, έκρινε το Δικαστήριο ότι, κατόπιν κανονικής γνωστοποίησης, το δικαστήριο του κράτους αναγνωρίσεως, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας και του διεθνούς δικαίου οι οποίες αποσκοπούν επίσης στη διασφάλιση των συμφερόντων του εναγομένου, δικαιολογημένα, συνήθως, θεωρεί ότι η εν λόγω γνωστοποίηση πραγματοποιήθηκε έγκαιρα. Εντούτοις, το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υφίστανται εξαιρετικές συνθήκες που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η γνωστοποίηση δεν έγινε έγκαιρα (19η σκέψη). Για το σκοπό αυτό, μπορεί να λαμβάνει υπόψη του όλες τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου επιδόσεως ή γνωστοποιήσεως, των σχέσεων μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου, ή της φύσεως των ενεργειών στις οποίες όφειλε να προβεί ο εναγόμενος προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση ερήμην αποφάσεως ( 20ή σκέψη ).
Κατά τη γνώμη μου από τη νομολογία αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι θέλησε το Δικαστήριο να περιοριστεί η εν λόγω εξέταση στις συνθήκες που ήταν γνωστές κατά το χρόνο της γνωστοποίησης. Διαφορετικά θα υπήρχε ο κίνδυνος η απαίτηση έγκαιρης γνωστοποίησης να ερμηνεύεται κατά τρόπο τόσο περιοριστικό και τυπικό ώστε στην πραγματικότητα να συμπίπτει με την προϋπόθεση της κανονικής γνωστοποίησης.
Θεωρώ σημαντικό το ότι έκρινε το Δικαστήριο ότι το δικαστήριο του κράτους αναγνωρίσεως μπορεί να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης. Όπως ορθώς παρατήρησε η Βρετανική Κυβέρνηση, μια από τις περιστάσεις που ανέφερε το Δικαστήριο ως παράδειγμα, δηλαδή οι ενέργειες στις οποίες όφειλε να προβεί ο ενάγων ώστε να αποφευχθεί η έκδοση ερήμην αποφάσεως, τοποθετούνται ακριβώς μετά την ημερομηνία γνωστοποιήσεις (20ή σκέψη ). Κατά την ίδια έννοια, δέχτηκε επίσης το Δικαστήριο ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επρόκειτο περί εκτιμήσεως πραγματικών περιστατικών (15η σκέψη). Από τα προηγούμενα συμπεραίνω ότι από το σύνολο των πραγματικών περιστατικών μπορεί να συναχθεί ότι η γνωστοποίηση, αν και κανονική, δεν επάρκεσε εντούτοις για να παρασχεθεί στον εναγόμενο η δυνατότητα να προετοιμάσει την υπεράσπιση του ή να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες ώστε να αποφευχθεί η έκδοση ερήμην αποφάσεως (περίληψη των περιεχομένων στη 19η και 20ή σκέψη κριτηρίων). Ενόψει του σκοπού της απαίτησης της έγκαιρης γνωστοποίησης, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να εκτιμήσει το εθνικό δικαστήριο δεν μπορούν να περιοριστούν μόνο σε αυτά που υφίσταντο κατά το χρόνο της γνωστοποίησης. Εφόσον πρόκειται να εκτιμηθούν ουσιαστικά αποτελέσματα της γνωστοποίησης, το δικαστήριο του κράτους αναγνωρίσεως πρέπει επίσης να συμπεριλάβει στην εξέταση του και τη μεταγενέστερη περίοδο.
Κατ' αναλογία με την 20ή σκέψη της απόφασης επί της υποθέσεως Klomps κατά Michel, θα μπορούσε το Δικαστήριο στην απόφαση του επί της υπό κρίση υποθέσεως να αναφέρει ως περιστάσεις τις οποίες ο δικαστής του κράτους αναγνωρίσεως μπορεί, μεταξύ άλλων, να λάβει υπόψη του, το ποσοστό της προσωπικής ευθύνης του εναγομένου όσον αφορά την αδυναμία του να υπερασπίσει τον εαυτό του, το συγκεκριμένο χρόνο και τρόπο που έγινε η επίδοση ή γνωστοποίηση, τη φύση και το χρόνο των ενεργειών στις οποίες προέβη ο εναγόμενος, αφού εγκατέλειψε την επίσημη κατοικία του, αναχωρήσας προς άγνωστη κατεύθυνση, για να γνωστοποιήσει στους αντισυμβαλλόμενους του (τους ενάγοντες) τη νέα του διεύθυνση και τον τρόπο με τον οποίο οι τελευταίοι αντέδρασαν στις ενέργειες αυτές. Η ανάλυση των πιο πάνω παραγόντων κατ' αναλογία με την προαναφερθείσα 20ή σκέψη, λαμβάνει επίσης υπόψη της τις περιστάσεις τις οποίες όπως ήδη προαναφέρθηκε, το Arrondissementsrechtbank της Breda έκρινε, εν προκειμένω, σημαντικές.
Στο σημείο αυτό επιθυμώ ακόμα να εξετάσω εν συντομία την απάντηση της Επιτροπής. Με την απάντηση αυτή η Επιτροπή θεωρεί ως έχοντα αποφασιστική σημασία τα γεγονότα που ήσαν γνωστά κατά το χρόνο της γνωστοποίησης. Προς τούτο στηρίζεται σε ορισμένα επιχειρήματα όπως η ασφάλεια του δικαίου, η στενή ερμηνεία του άρθρου 27, περίπτωση 2, και οι εγγυήσεις που προβλέπονται από τις εθνικές νομοθεσίες στα ισχύοντα συστήματα γνωστοποιήσεως δικογράφων. Εντούτοις, η Επιτροπή δέχεται τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από το γενικό αυτό κανόνα σε όλως εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες δεν μπορούν να καταλογιστούν στον εναγόμενο. Εξάλλου, η Επιτροπή στον πίνακα των περιπτώσεων που παρέθεσε σχετικά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση και τον οποίο έχω ήδη αναφέρει στην υποσημείωση μιας σελίδας, υιοθέτησε, εν προκειμένω, αισθητά ευρύτερη άποψη σε σύγκριση με αυτά που υποστήριξε στις γραπτές της παρατηρήσεις, όπου ανέφερε μόνο περιστάσεις που έχουν, κατά κάποιο τρόπο, το χαρακτήρα ανωτέρας βίας, όπως το προκληθέν υπό τρίτου ατύχημα ή η γενική απεργία.
Τονίζω ακόμα μια φορά ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 27, περίπτωση 2, πρέπει να ερμηνευτεί κατά τρόπο αυτόνομο. Οι εγγυήσεις που παρέχουν τα εθνικά συστήματα πολιτικής δικονομίας δεν εμποδίζουν το δικαστήριο του κράτους αναγνωρίσεως να αποφανθεί, βασιζόμενο σε πραγματικά περιστατικά, κατά διαφορετικό τρόπο αν η επίδοση που θεσπίζει το άρθρο 27, περίπτωση 2, έγινε έγκαιρα. Νομίζω ότι στη 19η σκέψη της απόφασης Klomps κατά Michel, το Δικαστήριο απέρριψε επιχείρημα παρόμοιο με αυτό που προβάλλει η Επιτροπή στις γραπτές της παρατηρήσεις στην υπό κρίση απόφαση. Εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η ερμηνεία του άρθρου 27, περίπτωση 2, δεν πρέπει να είναι τόσο στενή όσο υποστηρίζει, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, παραπέμπω, αντίστοιχα, στην υπόθεση 125/79, Denilauler ( Jurispr. 1980, σ. 1553) στην οποία έκρινε το Δικαστήριο ότι δεν υπάγονται στον τίτλο III της Σύμβασης των Βρυξελλών ορισμένες μη κατ' αντιμωλίαν διαδικασίες, των οποίων δεν προηγείται γνωστοποίηση, καθώς και στις υποθέσεις Klomps κατά Michel και Pendy Plastic.
Κατά τη γνώμη μου, οι περιστάσεις τις οποίες η Επιτροπή, ιδίως στις γραπτές της παρατηρήσεις, προτείνει να ληφθούν υπόψη κατά παρέκκλιση ακόμα και μετά τη γνωστοποίηση είναι, οπωσδήποτε, πολύ περιορισμένες. Εν πάση περιπτώσει, ο δικαστής του κράτους αναγνωρίσεως θα μπορεί, κατά την εξέταση των πραγματικών περιστατικών, να λαμβάνει υπόψη του τις περιστάσεις αυτές, υπό την έννοια, όμως, ότι, κατά την εξέταση που θα κάνει, θα προσδίδει σε ορισμένους ουσιαστικούς παράγοντες μεγαλύτερη σπουδαιότητα απ' ό,τι σε άλλους, σύμφωνα με το στόχο στον οποίο αποβλέπει η δυνάμει του άρθρου 27, περίπτωση 2, απαίτηση της έγκαιρης γνωστοποίησης. Περαίνοντας το μέρος αυτό των προτάσεών μου, φρονώ ότι το δικαστήριο του κράτους αναγνωρίσεως, όταν εξετάζει αν η γνωστοποίηση πραγματοποιήθηκε έγκαιρα, μπορεί να λαμβάνει υπόψη του όλες τις σημαντικές όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος υπερασπίσεως περιστάσεις, άρα και αυτές που εμφανίστηκαν μετά την γνωστοποίηση.
3.3.
Ερώτημα 2, στοιχείο β). Το Hoge Raad, με το δεύτερο μέρος του δεύτερου ερωτήματος, ζητεί να πληροφορηθεί αν γεγονότα μεταγενέστερα της επίδοσης ή της γνωστοποίησης, ειδικότερα το γεγονός ότι ο ενάγων πληροφορήθηκε τη διεύθυνση του εναγομένου, μπορούν να επιβάλουν στον ενάγοντα την υποχρέωση να προβεί σε συμπληρωματικές ενέργειες για να πληροφορήσει τον εναγόμενο περί της διαδικασίας που μόλις έχει κινηθεί, κατά τρόπο ώστε η προβλεπόμενη από το άρθρο 27, περίπτωση 2, προθεσμία δεν αρχίζει να τρέχει σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεως των ενεργειών αυτών.
Αφενός, οι αναιρεσείοντες και η Επιτροπή θεωρούν ότι μια τέτοια υποχρέωση θα προκαλούσε ανασφάλεια του δικαίου, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται ούτε από τη Σύμβαση ούτε, ρητώς, από την εθνική νομοθεσία του δικαστηρίου προελεύσεως. Μια τέτοια συμπεριφορά θα μπορούσε να υπάγεται μάλλον στους κανόνες καλής συμπεριφοράς παρά στους κανόνες δικαίου. Αφετέρου, ο αναιρεσίβλητος καθώς και η Γερμανική και Βρετανική Κυβέρνηση, θεωρούν αντιθέτως ότι μια τέτοια υποχρέωση απορρέει από το στόχο που σκοπεύει η απαίτηση της έγκαιρης γνωστοποιήσεως. Προσωπικά υιοθετώ την τελευταία αυτή άποψη. Όπως έχω ήδη παρατηρήσει, η απαίτηση της έγκαιρης γνωστοποίησης πρέπει να ερμηνεύεται ξεχωριστά και, από αυτή την άποψη, όπως δέχτηκε επίσης ο γενικός εισαγγελέας Reischl στην υπόθεση Klomps κατά Michel (σ. 1619, δεξιά στήλη) ( 11 ), έχει αυτόνομο χαρακτήρα σε σχέση με την εθνική νομοθεσία τόσο του δικαστηρίου προελεύσεως όσο και του δικαστηρίου του κράτους αναγνωρίσεως. Σχετικά με το ζήτημα αυτό δεν πρέπει να παροράται ότι πρόκειται περί διατάξεως που αφορά την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της γνωστοποίησης και η οποία προορίζεται να προστατεύσει τον εναγόμενο σε περίπτωση ερήμην αποφάσεως, επιδιώκοντας, ιδίως, να διασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων του και να παρεμποδιστεί η εν αγνοία του έκδοση ερήμην αποφάσεως. Όταν στην υπόθεση Klomps κατά Michel έκρινε το Δικαστήριο ότι η γνωστοποίηση δεν είναι πάντοτε αρκετή για να επιτραπεί στον εναγόμενο να αρχίσει ενέργειες προς υπεράσπιση του, αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο ενάγων δεν πρέπει να αρκεστεί στην κανονική γνωστοποίηση. Το άρθρο 27, περίπτωση 2, αποσκοπεί ακριβώς να διασφαλίσει την τήρηση της αρχής της προστασίας του εναγομένου πέραν της τυπικής γνωστοποίησης. Επίσης, ο ενάγων πρέπει να λαμβάνει, στο μέτρο του δυνατού, υπόψη του την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο εναγόμενος ώστε να παρέχεται στον τελευταίο η δυνατότητα να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση Klomps κατά Michel, δεν είναι αναγκαίο να λάβει πράγματι ο εναγόμενος γνώση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης. Εντούτοις, η κατάσταση είναι διαφορετική όταν, ενόψει των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, ο ενάγων δεν μπορούσε να αγνοεί ότι ο εναγόμενος δεν είχε λάβει γνώση της κλήσεως προς εμφάνιση και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Αυτό έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία όταν ο εναγόμενος, μετά τη γνωστοποίηση της κλήσης προς εμφάνιση που δεν περιήλθε σ' αυτόν, πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι έχει άλλη διεύθυνση, έστω και αν αυτή συνίσταται σε έναν απλό αριθμό ταχυδρομικής θυρίδας, σε διαφορετικό δήμο. Στην αντίθετη περίπτωση, θα υφίστατο η δυνατότητα, αν και ο ενάγων γνώριζε πού μπορούσε να βρεθεί ο εναγόμενος, να βρεθεί ο εναγόμενος απροετοίμαστος ενώπιον ερήμην αποφάσεως. Νομίζω ότι σε μια τέτοια περίπτωση το γεγονός ότι ανακοινώθηκε, μετά τη γνωστοποίηση, νέα διεύθυνση του εναγομένου επιβάλλει στον ενάγοντα την υποχρέωση να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες για να πληροφορήσει τον εναγόμενο περί της επικείμενης δίκης, ώστε να επιτραπεί στον τελευταίο να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Έχω ήδη παρατηρήσει ότι η εθνική νομοθεσία του δικαστηρίου προελεύσεως δεν έχει σημασία ως προς το ζήτημα αυτό.
Αυτό δεν είναι μόνο κανόνας καλής συμπεριφοράς, όπως ισχυρίστηκε η Επιτροπή. Εξάλλου, από το λίαν κατατοπιστικό παράρτημα που επισύναψε η τελευταία στις γραπτές της παρατηρήσεις συνάγεται ότι στα περισσότερα από τα κράτη μέλη θεωρείται ότι επιβάλλεται να ενημερώνεται ο εναγόμενος, έστω και κατά το στάδιο που επίκειται η έναρξη της δίκης. Όμως, δεδομένου ότι απαίτηση της έγκαιρης γνωστοποίησης, που θεσπίζει το άρθρο 27, περίπτωση 2, δεν είναι καθαρά τυπικής φύσεως, αλλά, αντίθετα, χαρακτηρίζεται από το πραγματικό ζήτημα του κατά πόσο η γνωστοποίηση υπήρξε αποτελεσματική ώστε να επιτρέψει στον εναγόμενο να προετοιμάσει την υπεράσπιση του, μπορεί, κατ' αρχήν, να θεωρηθεί ότι η απαίτηση αυτή περιλαμβάνει τη νομική υποχρέωση της ενημέρωσης του εναγομένου σε παρόμοια περίπτωση.
Επίσης μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής έχει αναγκαστικά ως αποτέλεσμα να μην αρχίσει να τρέχει η σχετική με την έγκαιρη γνωστοποίηση προθεσμία. Κατά τη γνώμη μου είναι δύσκολο να δοθεί γενική απάντηση στο ερώτημα αυτό, δεδομένου ότι πρόκειται για περίσταση που μπορεί να ληφθεί υπόψη από κοινού με τις λοιπές περιστάσεις. Νομίζω ότι η ορθή απάντηση είναι ότι μπορεί, αλλά δεν πρέπει αναγκαστικά να συμβαίνει αυτό, δεδομένου ότι τούτο εξαρτάται από όλες τις περιστάσεις οι οποίες στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι σημαντικές για την άσκηση του δικαιώματος υπερασπίσεως.
3.4.
Ερώτημα 2, στοιχείο γ). Το Hoge Raad, με το τελευταίο μέρος του δεύτερου ερωτήματος ζητεί να πληροφορηθεί από το Δικαστήριο ποιο κριτήριο πρέπει να εφαρμόσει ή, με άλλα λόγια, αν ο ενάγων δεν υποχρεούται να ενημερώσει τον εναγόμενο στην περίπτωση που από υπαιτιότητα του τελευταίου δεν περιήλθε σ' αυτόν το δικόγραφο, μολονότι ο ενάγων γνώριζε, μετά τη γνωστοποίηση, το μέρος που μπορούσε να βρεθεί ο εναγόμενος.
Με το ερώτημα αυτό εμπλέκεται και το ζήτημα της συμπεριφοράς των διαδίκων κατά τη διαδικασία. Αφετηρία αποτελεί ο συλλογισμός ότι πρέπει να τηρείται η αρχή της προστασίας του δικαιώματος της υπεράσπισης, δεδομένου ότι αμφότεροι οι διάδικοι μπορεί να έχουν παραβιάσει την αρχή αυτή. Σε τελευταία ανάλυση, στο δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει, υπό το φως όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, σε ποιου κυρίως τη συμπεριφορά οφείλεται η μη εμφάνιση του εναγομένου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση και, ως εκ τούτου, η έκδοση της ερήμην αποφάσεως.
Όπως υποστηρίχθηκε πιο πάνω, ο ενάγων οφείλει, στο μέτρο του δυνατού, να λαμβάνει υπόψη την πραγματική κατάσταση του εναγομένου. Εντούτοις, μπορεί να προσδοκάται ότι ο τελευταίος συνεργάζεται, όσο μπορεί, ώστε να αποφευχθεί η έκδοση ερήμην αποφάσεως. Κατά τη γνώμη μου, η αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων της υπεράσπισης προϋποθέτει ότι, όπως προαναφέρεται και στην εισαγωγή μου, αμφότεροι οι διάδικοι επιδεικνύουν επιμέλεια κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Κάτω από το πρίσμα αυτό εξέθεσα τα γεγονότα κατά τρόπο τόσο εξαντλητικό.
Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι, μολονότι ο ίδιος ο εναγόμενος είναι υπεύθυνος του γεγονότος ότι η τυπική επίδοση δεν ήταν αρκετή για να μπορέσει να προετοιμάσει έγκαιρα την υπεράσπισή του, το Δικαστήριο μπορεί επίσης, όταν εξετάζει αν η γνωστοποίηση πραγματοποιήθηκε έγκαιρα, να λάβει υπόψη του ενδεχόμενες, εκ μέρους του ενάγοντος, παραβιάσεις δικονομικών κανόνων. Το σκεπτικό της απόφασης του Arrondissementsrechtbank της Breda δείχνει ότι το δικαστήριο έλαβε πράγματι υπόψη του όλες τις πτυχές τις συγκεκριμένης περίπτωσης και εξέτασε το ποσοστό ευθύνης του κάθε διαδίκου. Όμως, υπό το φως των στοιχείων αυτών, έκρινε αποφασιστικής σημασίας το γεγονός ότι οποιαδήποτε υπεράσπιση ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατη, ενώ οι αναιρεσείοντες πληροφορήθηκαν έγκαιρα, πριν από την ενώπιον του Vrederechter δικάσιμο, ότι μπορούσαν να βρουν τον εναγόμενο και να τον ενημερώσουν περί της επικείμενης δίκης. Αυτό νομίζω ότι είναι απόλυτα σύμφωνο με την αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων της υπεράσπισης που θεσπίζει το άρθρο 27, περίπτωση 2.
4. Συμπέρασμα
Περαίνοντας, προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Hoge Raad:
1)
Το δικαστήριο του κράτους αναγνωρίσεως οφείλει να εξετάσει αν η γνωστοποίηση πραγματοποιήθηκε έγκαιρα κατά την έννοια του άρθρου 27, περίπτωση 2, της Σύμβασης των Βρυξελλών, έστω και αν η επίδοση ή γνωστοποίηση έγινε τηρώντας την προθεσμία που είχε ορίσει το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως και/ή όταν ο εναγόμενος είχε την αποκλειστική ή μη κατοικία του στην περιφέρεια του δικαστηρίου αυτού.
2 α )
Ο δικαστής τους κράτους αναγνωρίσεως, όταν εξετάζει αν η γνωστοποίηση έγινε έγκαιρα, μπορεί, επίσης, να λάβει υπόψη του εξαιρετικά γεγονότα ή περιστάσεις που επήλθαν μετά την κανονική επίδοση ή γνωστοποίηση.
2 6 )
Γεγονότα μεταγενέστερα της επίδοσης ή γνωστοποίησης όπως το ότι ο ενάγων πληροφορήθηκε τη διεύθυνση του εναγομένου, μπορεί να υποχρεώσουν τον ενάγοντα να προβεί σε συμπληρωματικές ενέργειες για να ενημερώσει τον εναγόμενο. Το δικαστήριο, όταν εξετάζει αν η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής του ενάγοντος εμποδίζει να αρχίσει να τρέχει η προθεσμία που τάσσει το άρθρο 27, περίπτωση 2, οφείλει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις οι οποίες, στην κρινόμενη περίπτωση, είναι σημαντικές για την άσκηση του δικαιώματος υπερασπίσεως.
2 γ )
Η καταλογιστέα στον εναγόμενο συμπεριφορά η οποία είχε ως αποτέλεσμα να μην περιέλθει σ' αυτόν ένα δικόγραφο που επιδόθηκε ή γνωστοποιήθηκε κανονικά, δεν εμποδίζει, κατ' αρχήν, να μπορεί ο δικαστής, όταν λαμβάνει υπόψη του όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να κρίνει ότι έπρεπε να έχουν γίνει συμπληρωματικές ενέργειες.
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 1 ) Rapport Jenard, PB 1979, C 59, σσ. 39-41 Droz, Compétence judiciaire et effets des jugements dans le Marché commun, 1972, παράγραφοι 261-286' Bülow-Böckstiegel, Internationaler Rechtsverkehr in Zivil- und Handelssachen, άρθρο 20.IV. Ι, αριθ. 606' Kropholler, Europäisches Zivilprozessrecht, 1982, σ. 153.
( 2 ) Rapport Jenard, σ. 44.
( 3 ) Rapport Jenard, σ. 40- υπόθεση 116/80, Klomps κατά Michel, Συλλογή 1981, σ. 1593 υπόθεση 228/81, Pendy Plastics, Συλλογή 1982, σ. 2723.
( 4 ) Rapport Jenard, σ. 44 Droz, παράγραφοι 258 και επ. Weser, Convention sur la compétence judiciaire et l'exécution des décisions, παράγραφοι 275 και επ.
( 5 ) Bülow-Böckstiegel, άρθρο 27.III, αρι9. 606; Kropholler, σσ. 198 και επ.
( 6 ) Lemaire, Wat brengen de Europese geunificeerde regels betreffende de internationale rechtsbedeling, Weekblad voor Privaatrecht, Notarisambt en Registratie αρι9. 5180, σ. 413-416.
( 7 ) Tribunal de grande instance de Paris. 6 Ιανουαρίου 1982' Cour d'appel de Paris. 4 Ιανουαρίου 1983. Revue critique 1984. σ. 134 και επ. πρ6λ. επίσης Lemaire. σ. 413. σχετικά με το αρθρο 20. δεύτερη παράγραφος.
( 8 ) Πρβλ. επίσης Droz, παράγραφοι 500-508, Bülow-Böck-stiegel, άρ9ρο 27, σημείο ΙΙΙ.2, αριθ. 606.
( 9 ) Weser, σ. 332, Kropholler, σ. 198, παράγραφος 16.
( 10 ) Εν προκειμένω, θεωρώ σημαντικό, χάριν της δικαστικής πρακτικής, να παραθέσω τον πίνακα των όλως εξαιρετικών αυτών συνθηκών τις οποίες ανέφερε η Επιτροπή, επί του σημείου αυτού, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Ο πίνακας αυτός, ο οποίος αν και δεν είναι εξαντλητικός, είναι εντούτοις πολύ πλούσιος περιλαμβάνει τις εξής περιπτώσεις:
—
πρόσωπα που έχουν ήδη δύο ή περισσότερες διευθύνσεις, όπως στην υπόθεση Klomps κατά Michel,
—
επιχειρηματίες που πραγματοποιούν ταξίδια στην αλλοδαπή,
—
πρόσωπα σε διακοπές,
—
αλιείς στην ανοιχτή θάλασσα,
—
πρόσωπο εισερχόμενο αιφνιδίως στο νοσοκομείο λόγω ατυχήματος (σπάνια περίπτωση),
—
πρόσωπα που μετακομίζουν και δηλώνουν την κατοικία τους (υπόθεση Pendy Plastic κατά Pluspunkt),
—
πρόσωπα που εγκαταλείπουν προσωρινά την κατοικία τους,
—
πρόσωπα που εγκαταλείπουν οριστικά την κατοικία τους χωρίς να διαγραφούν από τα σχετικά μητρώα και χωρίς να στείλουν επιστολή στον αντίδικο' με άλλα λόγια, ο ενάγων γνωρίζει μόνο ότι ο εναγόμενος αναχώρησε, αγνοώντας πού βρίσκεται'
—
παραλλαγή της τελευταίας αυτής περίπτωσης' εκ των υστέρων, μετά την επίδοση, ο εναγόμενος αναφέρει πού μπορεί να βρεθεί, αλλά και' αυτό τον τρόπο, αναλαμβάνει την ευθύνη να του επιδοθεί η κλήση στην παλαιά του διεύθυνση,
—
πρόσωπα που εγκαταλείπουν την κατοικία τους, διαγράφονται από τα μητρώα και καθιστούν εγκαίρως γνωστή στον αντίδικο τη νέα τους διεύθυνση' με άλλα λόγια ο ενάγων γνωρίζει εκ των προτέρων πού μπορεί να βρεθεί ο εναγόμενος (κατά την Επιτροπή πρόκειται περί πολύ ειδικής περιπτώσεως),
—
ιδιώτες που δεν είναι έμποροι και οι οποίοι, επομένως. 8α μπορούσαν να τύχουν συμπληρωματικής προστασίας (κατά την Επιτροπή μπορεί να πρόκειται για πάρα πολύ ειδική περίπτωση)
και μια τελευταία περίπτωση:
—
πρόσωπα που εμποδίζονται να υπερασπίσουν τον εαυτό τους λόγω εξωτερικών παραγόντων για τους οποίους δεν είναι υπεύθυνα, όπως
—
ατύχημα (προκληθέν υπό τρίτου).
—
γενική απεργία των ταχυδρομείων.
—
όλως ειδικός λόγος ο οποίος επιβάλλει την απότομη αναχώρηση από ένα ακίνητο (όπως η φροντίδα ασθενούντος μέλους της οικογενείας, πυρκαγιά, κλπ.)' μπορεί να πρόκειται για γεγονότα όλως διόλου ασυνήθιστα.
( 11 ) Πρ6λ. επίσης Bülow-Böckstiegel. αριθ. 606. άρθρο 27.ΙΙΙ.4. στοιχείο 6).
Full & Egal Universal Law Academy