ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 21ης Νοεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Α —
Το κεντρικό ζήτημα στην υπόθεση επί της οποίας διατυπώνω σήμερα τις προτάσεις μου είναι αν το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1983, περί της ενισχύσεως που χορήγησε η βελγική κυβέρνηση σε επιχείρηση του τομέα κεραμευτικών ειδών υγιεινής ( 1 ).
1.
Από το 1979 μια δημόσια εταιρία holding της βελγικής περιφέρειας της Βαλλονίας κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών της SA Boch, βιομηχανικής εταιρείας κεραμευτικών ειδών υγιεινής. Στις 3 Αυγούστου 1981 οι αρχές της περιφέρειας αποφάσισαν τη συμμετοχή της περιφέρειας κατά 475 εκατομμύρια BFR στην αύξηση του κεφαλαίου της επιχειρήσεως. Η εισφορά αυτή κεφαλαίου εκ μέρους του Δημοσίου είχε ως σκοπό να διευκολύνει την επιχείρηση, η οποία από πολλά έτη λειτουργούσε με ζημίες και βρισκόταν σε κρίσιμη οικονομική κατάσταση, να ανασυστήσει το ίδιο κεφάλαιό της και να μπορέσει να συνεχίσει τη δραστηριότητά της, μέχρι την κατάρτιση προγράμματος αναδιαρθρώσεως για τη βιομηχανία κεραμευτικών ειδών.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (προσφεύγουσα) έλαβε γνώση των μέτρων αυτών και τον Απρίλιο και Ιούνιο του 1982 απευθύνθηκε προς την κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου (καθού) προκειμένου να της επισημάνει την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ και κοινοποιεί εγκαίρως τα προγράμματα ενισχύσεων. Τα σχετικά τηλετυπήματα της προσφεύγουσας έμειναν αναπάντητα.
Το Σεπτέμβριο του 1982η προσφεύγουσα κίνησε τη διαδικασία ελέγχου των ενισχύσεων που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Διαπίστωσε ότι η ενίσχυση είχε χορηγηθεί χωρίς το καθού να ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ (κοινοποίηση προς την προσφεύγουσα της σχεδιαζόμενης ενίσχυσης ).
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας ελέγχου των ενισχύσεων που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, η προσφεύγουσα έλαβε την προαναφερθείσα απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1983, η οποία προβλέπει κατ' ουσία τα εξής:
« Άρθρο 1
Η ενίσχυση επιχείρησης του τομέα προϊόντων κεραμευτικής, που χορηγείται από τη βελγική κυβέρνηση, είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ και πρέπει κατόπιν τούτου να καταργηθεί ( 2 ).
Άρθρο 2
Το Βέλγιο ενημερώνει την Επιτροπή, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει για να συμμορφωθεί με αυτή. »
Στις αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω αποφάσεως η προσφεύγουσα αναφέρει ότι οι ενισχύσεις αυτές μπορούν να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Κατά την Επιτροπή η απαγόρευση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ περιλαμβάνει τις εισφορές σε κεφάλαιο τόσο εκ μέρους της κεντρικής κυβερνήσεως όσο και εκ μέρους ιεραρχικά κατώτερων δημόσιων οργάνων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η συμμετοχή με ποσό 475 εκατομμυρίων BFR σε επιχείρηση, το κεφάλαιο και το αποθεματικό της οποίας ανέρχονταν σε 25,4 εκατομμύρια BFR, συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
Η ενίσχυση αυτή, που αποσκοπεί στη διατήρηση της δυναμικότητας παραγωγής μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τους όρους του ανταγωνισμού, διότι η λειτουργία της αγοράς κανονικά απαιτεί την παύση της λειτουργίας της εν λόγω επιχείρησης, γεγονός που, επειδή ο τομέας αυτός έχει να αντιμετωπίσει υπερδυνα-μικότητα, θα επέτρεπε στους πιο ανταγωνιστικούς από τους ανταγωνιστές της να αναπτυχθούν.
Στη συνέχεια, η απόφαση αναφέρει για ποιο λόγο η ενίσχυση αυτή δεν μπορεί άλλωστε να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Τέλος, στην απόφαση αναφέρεται ότι η εξέλιξη της βιομηχανίας προϊόντων κεραμευτικής οδηγεί στο συμπέρασμα, αν ιδίως ληφθεί υπόψη η υπερδυναμικότητα που υπάρχει στην Κοινότητα, ότι η διατήρηση της δυναμικότητας παραγωγής μέσω κρατικών ενισχύσεων δεν φαίνεται επιθυμητή για το κοινό συμφέρον.
Το καθού δεν προσέβαλε την απόφαση αυτή της προσφεύγουσας εντός της δίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 173, παράγραφος 3. Συνεπώς, κατά της αποφάσεως αυτής όεν χωρεί πλέον προσφνγή.
Μενά την πάροδο της προθεσμίας προσφνγής το καθού, με έγγραφο του της 3ης Ιουνίου 1983 προς την προσφεύγουσα, στράφηκε κατά της αποφάσεως ισχυριζόμενο μεταξύ άλλων ότι το αναφερόμενο σ' αυτή μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση για την οποία θα έπρεπε να είχε ενημερώσει την προσφεύγουσα, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Εξάλλου, η προσφεύγουσα αρνήθηκε χωρίς λόγο να εφαρμόσει τις εξαιρετικές διατάξεις του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα με τις οποίες ορισμένες ενισχύσεις μπορεί να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Εξάλλου, οι διατάξεις της βελγικής εσωτερικής νομοθεσίας δεν επιτρέπουν συμμόρφωση με την απόφαση, διότι η μείωση του εταιρικού κεφαλαίου με επιστροφή του καταβληθέντος κεφαλαίου δεν επιτρέπεται να θίγει δικαιώματα τρίτων.
Το καθού ζητεί ακόμα από την προσφεύγουσα να εξηγήσει τι εννοεί λέγοντας ότι η « ενίσχυση πρέπει να καταργηθεί » και ποιες θα ήταν κατά την άποψη της οι σχετικές συνέπειες.
Η προσφεύγουσα απάντησε με έγγραφο της 22ας Ιουλίου 1983, στο οποίο έταξε προς το καθού νέα προθεσμία 15ημερών, προκειμένου να της γνωστοποιήσει ποια μετρα έλαβε για να συμμορφωθεί προς την απόφαση. Το έγγραφο δεν περιείχε τις επεξηγήσεις που είχε ζητήσει το καθού περιοριζόταν μόνο να αναφέρει ότι εκείνο που είχε κυρίως σημασία ήταν η συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από το κοινοτικό δίκαιο.
Σε νέο έγγραφό του προς την προσφεύγουσα, της 5ης Σεπτεμβρίου 1983, το καθού δήλωσε ότι εμμένει στην προηγούμενη άποψη του και δεν παρέσχε κανένα στοιχείο για τα μέτρα που είχε λάβει ή σχεδίαζε να λάβει προς εκτέλεση της αποφάσεως της προσφεύγουσας.
Στη συνέχεια η προσφεύγουσα διαπίστωσε ότι το καθού δεν είχε συμμορφωθεί προς την απόφαση της και ότι είχε χορηγήσει στην προαναφερθείσα επιχείρηση νέες ενισχύσεις, χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση τους, προς κάλυψη των ζημιών της ( 3 ).
Κατόπιν αυτού, η προσφεύγουσα προσέφυγε στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
2.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο
—
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1983, περί της ενισχύσεως που χορήγησε η βελγική κυβέρνηση σε επιχείρηση του τομέα κεραμευτικών ειδών υγιεινής,
—
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Το καθού ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
3.
α)
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ διαπίστωσε ότι η επίδικη ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, υπό την έννοια του άρθρου 92. Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, εδάφιο 1, ήταν υποχρεωμένη να αποφασίσει ότι το εν λόγω κράτος μέλος έπρεπε, εντός της προθεσμίας που θα του έτασσε, να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει.
Σύμφωνα με το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές ως προς όλα τα μέρη τους για τους αποδέκτες που ορίζουν. Το καθού μέχρι την ημέρα καταθέσεως της προσφυγής δεν είχε συμμορφωθεί προς απόφαση που του είχε κοινοποιηθεί ήδη στις 24 Φεβρουαρίου 1983' σε κανένα στάδιο δεν άφησε να διαφανεί η παραμικρή πρόθεση του να συμμορφωθεί προς την απόφαση. Αντιθέτως, το 1983 χορήγησε νέες ενισχύσεις στην προαναφερθείσα επιχείρηση, χωρίς να τις κοινοποιήσει στην προσφεύγουσα.
Εξάλλου, το κράτος μέλος προς το οποίο η Επιτροπή έχει απευθύνει απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν μπορεί να αμφισβητήσει το κύρος της αποφάσεως αυτής στο πλαίσιο της διαδικασίας που κινεί η Επιτροπή κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον προηγουμένως άφησε να παρέλθει η αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 173, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ χωρίς να προβάλει τον παράνομο χαρακτήρα της εν λόγω αποφάσεως με την προσφυγή που προβλέπει το άρθρο αυτό.
Το καθού δεν μπορεί άλλωστε να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης του προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση υποχρεώσεων που απορρέουν από αποφάσεις της Κοινότητας.
Πάντοτε κατά την Επιτροπή, το περιεχόμενο της υποχρέωσης του καθού είναι εντελώς σαφές και η ενίσχυση την κατάργηση της οποίας ζητεί η Επιτροπή είναι εύκολο να καθοριστεί, διότι πρόκειταιγια συγκεκριμένη περίπτωση και για ενίσχυση ύψους 475 εκατομμυρίων BFR υπό μορφή συμμετοχής στο κεφάλαιο της εν λόγω επιχειρήσεως εκ μέρους ενός δημόσιου οργανισμού, που περιλαμβάνεται στα όργανα ασκήσεως της κρατικής εξουσίας.
β)
Το καθού εμμένει στην άποψη του ότι δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ με το να μη συμμορφωθεί προς το άρθρο 1 της αποφάσεως της 16ης Φεβρουαρίου 1983.
Δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση της Επιτροπής για τους ακόλουθους λόγους:
Σύμφωνα με την παρούσα πρακτική της προσφεύγουσας ως προς τη συμμετοχή του Δημοσίου στο κεφάλαιο επιχειρήσεων, η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 1 της αποφάσεως για κατάργηση της εν λόγω ενισχύσεως είναι αδύνατον να εκτελεστεί υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης αυτής υποθέσεως.
Η προσφεύγουσα, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα του καθού, δεν παρέσχε τις απαραίτητες συμπληρωματικές διευκρινίσεις προκειμένου να βοηθήσει το καθού να αντιληφθεί το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του να καταργήσει την εν λόγω ενίσχυση.
Το καθού επικαλείται τη Δεύτερη Έκθεση περί της πολιτικής ανταγωνισμού ( 4 ), στην οποία η προσφεύγουσα έλαβε για πρώτη φορά θέση ως προς τη συμμετοχή του Δημοσίου στο κεφάλαιο επιχειρήσεων. Λπό την έκθεση αυτή συνάγεται ότι το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν αποκλείει, καταρχήν, τη συμμετοχή του Δημοσίου στο κεφάλαιο επιχειρήσεων. Βεβαίως η συμμετοχή αυτή μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να συνιστά ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ενέργεια αυτή μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων και χωρίς άλλο ως μορφή ενισχύσεως. Συνεπώς, μόνο εκ των υστέρων μπορεί η προσφεύγουσα να διαπιστώσει αν η συμμετοχή αυτή ισοδυναμεί με ενίσχυση. Την ίδια άποψη διατύπωσε η προσφεύγουσα και στην 'Εβδομη Έκθεση περί ανταγωνισμού ( 5 ).
Εφόσον μόνο εκ των υστέρων μπορεί να κριθεί αν η συμμετοχή αυτή συμβιβάζεται με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ, η επιβολή της υποχρεώσεως επιστροφής της ενισχύσεως σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα κέρδη της επιχειρήσεως δεν αρκούν για την πραγματοποίηση αυτής της επιστροφής, πλήττει κατά τρόπο καίριο τα δικαιώματα των καλόπιστων τρίτων. Πράγματι, σε όλα τα κράτη μέλη το κεφάλαιο των επιχειρήσεων θεωρείται ως εγγύηση για τους πιστωτές, πράγμα που σημαίνει ότι για κάθε μείωση του εταιρικού απαιτείται υποχρεωτικά η έγκριση των πιστωτών, η δε επιστροφή κεφαλαίου μπορεί να γίνει μόνο από τα διαθέσιμα κέρδη. Η προσφεύγουσα, επιβάλλοντας την υποχρέωση « καταργήσεως » τηςαμφισβητούμενης συμμετοχής, δεν έλαβε επαρκώς υπόψη της την ειδική (ρύση της παρεμβάσεως του Δημοσίου, όταν η παρέμβαση αυτή λαμβάνει τη μορφή της συμμετοχής στο κεφάλαιο επιχειρήσεως.
Το καθού ισχυρίζεται επίσης ότι αποτελεί θεμελιώδη αρχή του εταιρικού δικαίου όλων των κρατών μελών ότι το εταιρικό κεφάλαιο συνιστά για τους πιστωτές εγγύηση που αντισταθμίζει τον περιορισμό της ευθύνης των εταίρων, εγγύηση η οποία πρέπει να παραμένει άθικτη. Την αρχή αυτή επιβεβαίωσε και η δεύτερη οδηγία του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, « περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρείας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της » ( 6 ).
Στην αρχή αυτή δεν μπορεί να αντιταχθεί ότι το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ υπερισχύει των συμφερόντων των πιστωτών της επιχειρήσεως. Διαφορετικά, θα μπορούσαν να θιγούν καλόπιστοι τρίτοι, η καλή πίστη των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, εφόσον δεν υπάρχει κανένα κριτήριο βάσει του οποίου να μπορεί να κριθεί εκ των προτέρων ο παράνομος χαρακτήρας της συμμετοχής του Δημοσίου.
Το καθού προσθέτει ότι, παρά τις απαιτήσεις του, η προσφεύγουσα δεν του παρέσχε συμπληρωματικά στοιχεία ως προς το περιεχόμενο της υποχρεώσεως να « καταργήσει » την εν λόγω ενίσχυση. Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973 στην υπόθεση 70/72 ( 7 ), οι αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΟΚ μπορούν να παράγουν πλήρως έννομα αποτελέσματα μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή έχει διευκρινίσει στο οικείο κράτος μέλος κατά πόσον θεωρεί ότι η ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη και πρέπει, συνεπώς, να αρθεί ή να τροποποιηθεί.
Εφόσον η προσφεύγουσα δεν προσδιόρισε το περιεχόμενο της εν λόγω υποχρεώσεως, δεν μπορεί να κατηγορηθεί το καθού ότι δεν συμμορφώθηκε προς την υποχρέωση αυτή.
Στην ανταπάντηση του και στην προφορική διαδικασία το καθού υποστήριξε ότι ουδέποτε αμφισβήτησε το σύννομο της αποφάσεως της 16ης Φεβρουαρίου 1983. Απλώς υποστήριξε ότι λόγω των δυσχερειών που παρουσιάστηκαν κατά την εκτέλεση ήταν πραγματικά αδύνατη η συμμόρφωση προς την επίδικη απόφαση.
Η οικονομία του συστήματος ελέγχου που προβλέπει το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ απαιτεί να γνωρίζουν τα κράτη μέλη, εκ των προτέρων και επακριβώς, πότε απαιτείται κοινοποίηση των σχεδίων συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο επιχειρήσεων για να κριθεί εγκαίρως το αν συμβιβάζονται με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η προσφεύγουσα, όμως, δεν έχει ακόμη καθορίσει τα κριτήρια βάσει των οποίων τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να κρίνουν σε ποιες περιπτώσεις η συμμετοχή του Δημοσίου στο εταιρικό κεφάλαιο επιχειρήσεων υπόκειται στην υποχρέωση της προηγούμενης κοινοποιήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Εφόσον ο έλεγχος του αν η συμμετοχή του Δημοσίου συμβιβάζεται με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ μπορεί να διεξαχθεί μόνο εκ των υστέρων, η Επιτροπή δεν μπορεί να απαιτήσει την αναδρομική άρση της κρινόμενης ως ασυμβίβαστης με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ συμμετοχής, χωρίς να θίξει σοβαρά τα δικαιώματα τρίτων, να παραβιάσει την αρχή της ισότητας των μετόχων, να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια δικαίου και να αντιμετωπίσει ανυπέρβλητες δυσκολίες κατά την εφαρμογή.
Β —
Θεωρώ χρήσιμο να αρχίσω τις προτάσεις μου διευκρινίζοντας το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς.
Εφόσον το καθού δεν προσέβαλε την απόφαση της προσφεύγουσας, της 16ης Φεβρουαρίου 1983, εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 173, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, η απόφαση αυτή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί δικαστικώς. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 8 ), το καθού δεν μπορεί συνεπώς να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της εν λόγω αποφάσεως της προσφεύγουσας. Τα επιχειρήματα του καθού ως προς το αν η συμμετοχή του Δημοσίου στο κεφάλαιο επιχειρήσεων συνιστά ενίσχυση, αν έπρεπε πριν από την υλοποίηση αυτής της συμμετοχής να ενημερωθεί η προσφεύγουσα και αν η ενίσχυση αυτή θα μπορούσε, σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας· όσα ανέπτυξε σχετικά το καθού δεν μπορούν δηλαδή να ληφθούν υπόψη.
Το μόνο που μπορεί ακόμη να εξεταστεί είναι το αν η απόφαση της προσφεύγουσας είχε συγκεκριμενοποιηθεί επαρκώς ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί και αν διατάσσει ενέργεια που από νομική άποψη ήταν δυνατόν να εκτελέσει το καθού.
Θα μπορούσε βέβαια να υποστηριχθεί ότι το καθού θα έπρεπε να είχε ζητήσει την εξέταση και αυτών των δύο τελευταίων ζητημάτων στο πλαίσιο διαδικασίας για τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως της προσφεύγουσας, της 16ης Φεβρουαρίου 1983. Το Δικαστήριο όμως, στις αποφάσεις του της 12ης Ιουλίου 1973 στην υπόθεση 70/72 και της 15ης Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 52/83, προχώρησε στην εξέταση της επαρκούς συγκεκριμενοποιήσεως των σχετικών αποφάσεων της Επιτροπής, καίτοι οι καθού δεν είχαν προσβάλει τις αποφάσεις.
Ο γενικός εισαγγελέας Mancini στις προτάσεις του επί της υποθέσεως 52/83 σχολίασε το σκεπτικό που ακολούθησε το Δικαστήριο στην απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973, στην υπόθεση 70/72, λέγοντας ότι το Δικαστήριο είχε κρίνει την έλλειψη ακρίβειας της αποφάσεως της Επιτροπής ως « λόγο απαλλαγής » του καθού για το ότι δεν είχε εφαρμόσει την απόφαση της προσφεύγουσας.
Από το γερμανικό διοικητικό δίκαιο, μου είναι γνωστή η έννοια της « ανυπόστατης διοικητικής πράξης », η οποία — αντιθέτως προς την παράνομη διοικητική πράξη, η οποία πρέπει να προσβληθεί αν σκοπείται η μη συμμόρφωση προς αυτή — δεν χρειάζεται να προσβληθεί διότι, ως ανυπόστατη, δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.
Κατόπιν των ανωτέρω, θεωρώ ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν αποκλείεται η μη συμμόρφωση προς απόφαση κοινοτικού οργάνου κατά της οποίας δεν χωρεί προσφυγή ( όπως στην παρούσα περίπτωση ) με το επιχείρημα ότι δεν είναι επαρκώς συγκεκριμενοποιημένη για να εφαρμοστεί ή ότι για την εκτέλεση της απαιτείται αδύνατη από νομική άποψη ενέργεια. Συνέπεια βέβαια αυτού θα ήταν ότι αυτές οι « ανυπόστατες αποφάσεις » δεν θα μπορούσαν να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα, ακόμα και αν δεν είχαν προσβληθεί εντός της δίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 173, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
1. Ως προς την επαρκή συγκεκριμενοποίηση της αποφάσεως της 16ης Φεβρουαρίου 1983.
Το άρθρο 1 της αποφάσεως της 16ης Φεβρουαρίου στα γαλλικά και ολλανδικά, που είναι τα μόνα αυθεντικά κείμενα, έχει ως εξής:
« L'aide en faveur d'une entreprise du secteur de la céramique accordée par le gouvernement belge est incompatible avec le marché commun au sens de l'article 92 du traité CEE et doit dès lors être supprimée.
De door de Belgische Regering verleende steun ten behoeve van een onderneming in de ceramische sector is onverenigbaar met de gemeenschappelijke markt in de zin van artikel 92 van het EEG-Verdrag en dient derhalve te worden opgeheven.»
Το άρθρο 93, παράγραφος 2, εδάφιο 1, της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει τα εξής:
« Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος μέλος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 92, ή ότι η ενίσχυση αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς, αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει. »
Η προσφεύγουσα επομένως διαπίστωσε, με την απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1983, ότι μια συγκεκριμένη ενίσχυση ήταν ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά και διέταξε μία από τις δύο έννομες συνέπειες που προβλέπει δεσμευτικά η Συνθήκη ΕΟΚ. Το συγκεκριμένο μέτρο που θεωρήθηκε ως ανεπίτρεπτη ενίσχυση καθορίζεται σαφώς στην απόφαση. Το ίδιο σαφής είναι η έννομη συνέπεια που διέταξε η προσφεύγουσα: το κεφάλαιο που εισκομί-στηκε σε μια επιχείρηση κατά παράβαση των τυπικών αλλά και ουσιαστικών διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ περί ενισχύσεων πρέπει να επιστραφεί.
Το ότι η εν λόγω συμμετοχή συνιστά ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αποφάσεως της προσφεύγουσας και δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί δικαστικώς. Ως απλή υπόμνηση θα ήθελα πάντως να αναφέρω ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984 επί της υποθέσεως 323/82 ( 9 ), επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η συμμετοχή στο κεφάλαιο επιχειρήσεων μπορεί να θεωρηθεί ως ενίσχυση. Στο σημείο 31 του σκεπτικού της εν λόγω αποφάσεως αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Από τις προαναφερθείσες διατάξεις (του άρθρου 92) προκύπτει ότι η Συνθήκη αφορά όλες τις ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη ή από κρατικούς πόρους “ υπό οποιαδήποτε μορφή ”. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί καταρχήν να γίνει διάκριση μεταξύ της ενισχύσεως που χορηγείται υπό μορφή δανείων και της ενισχύσεως που χορηγείται υπό μορφή συμμετοχής στο κεφάλαιο επιχειρήσεων. Οι ενισχύσεις υπό τη μία ή την άλλη μορφή εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 92, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει η εν λόγω διάταξη. »
Επίσης ως υπόμνηση, θα ήθελα να αναφέρω ακόμη ότι η προσφεύγουσα έχει τουλάχιστον το δικαίωμα (θα έλεγα μάλιστα, την υποχρέωση ) να διατάξει την άρση της παράνομης ενισχύσεως. Αυτό επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο ήδη με την προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973 επί της υποθέσεως 70/72, στο σημείο 13 του σκεπτικού δε αναφέρεται ότι:
«... Η Επιτροπή είναι αρμόδια, όταν διαπιστώσει ότι μια ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, να αποφασίσει ότι το οικείο κράτος πρέπει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει. Για να έχει πρακτική αποτελεσματικότητα η κατάργηση ή τροποποίηση αυτή, μπορεί να περιλαμβάνει την υποχρέωση επιστροφής των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της Συνθήκης, ώστε η Επιτροπή να μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο αν δεν πραγματοποιηθεί η επιστροφή
Δεδομένου ότι σκοπός της Συνθήκης είναι η πραγματική άρση των παραβάσεων και των παρελθουσών ή μελλοντικών συνεπειών τους, εναπόκειται στις κοινοτικές αρχές, που είναι επιφορτισμένες με τη διασφάλιση της τηρήσεως της Συνθήκης, να καθορίσουν το μέτρο στο οποίο πρέπει ενδεχομένως να συγκεκριμενοποιηθεί η υποχρέωση που υπέχει το κράτος μέλος, με τις αιτιολογημένες γνώμες ή αποφάσεις που εκδίδουν οι αρχές αυτές βάσει των άρθρων 169 και 93, παράγραφος 2, καθώς και με τα δικόγραφα των προσφυγών που ασκούν ενώπιον του Δικαστηρίου. »
Επειδή το καθού επικαλέστηκε την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973 στην υπόθεση 70/72 προς στήριξη επίσης του ισχυρισμού του ότι δεν ήταν υποχρεωμένο να συμμορφωθεί προς την απόφαση της προσφεύγουσας, πρέπει να αναφερθεί ότι η απόφαση της προσφεύγουσας που αποτελούσε αντικείμενο της υποθέσεως 70/72 δεν μπορεί να συγκριθεί με την απόφάση της προσφεύγουσας της 16ης Φεβρουαρίου 1983.
Στην απόφαση της προσφεύγουσας της 17ης Φεβρουαρίου 1971, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει του άρθρου 32 του νόμου περί προσαρμογής και εξυγιάνσεως των γερμανικών ανθρακωρυχείων και των γερμανικών ανθρακοφόρων περιοχών ( 10 ), το άρθρο 1 επιτάσσει τα ακόλουθα:
« Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας λαμβάνει πάραυτα όλα τα μέτρα που απαιτούνται ώστε να τεθεί τέρμα στη χωρίς διάκριση χορήγηση πριμοδοτήσεων για επενδύσεις... »
Στην πραγματικότητα η απόφαση αυτή ήταν αόριστη, καθόσον επέτασσε τη λήψη των απαραίτητων μέτρων, ώστε να τεθεί τέρμα στην χωρίς διάκριση χορήγηση πριμοδοτήσεων για επενδύσεις. Η προσφεύγουσα στην υπόθεση εκείνη δεν είχε ωστόσο καθορίσει ποια ήταν τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν και τι εννοούσε με τη χωρίς διάκριση χορήγηση πριμοδοτήσεων. Κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση αποφάνθηκε ότι, λαμβανομένης υπόψη της αοριστίας της αποφάσεως ως προς μία από τις ουσιώδεις πλευρές της απαγορεύσεως που είχε επιβάλει η Επιτροπή, δεν ευσταθούσε η αιτίαση κατά των γερμανικών αρχών ότι είχαν λάβει υπόψη τους τα έννομα συμφέροντα των επενδυτών ακόμη και στις ζώνες που στη συνέχεια εξαιρέθηκαν από τη χορήγηση ενισχύσεων.
Τελείως διαφορετική είναι η παρούσα περίπτωση, διότι το μέτρο το οποίο πρέπει να καταργηθεί είναι σαφώς καθορισμένο και ως κατάργηση της ενισχύσεως μπορεί να νοείται μόνο η επιστροφή προς τους χορηγούς του κεφαλαίου που καταβλήθηκε παράνομα.
Το γεγονός ότι σε άλλες περιπτώσεις που ανέφερε το καθού η κατάργηση της ενισχύσεως πραγματοποιήθηκε με άλλο τρόπο δεν επηρεάζει καθόλου το συμπέρασμα αυτό. Πράγματι, στις άλλες αυτές περιπτώσεις — αντιθέτως προς την παρούσα περίπτωση — ο καθού και η προσφεύγουσα συμφώνησαν κατόπιν διαπραγματεύσεων για τον τρόπο καταργήσεως της ενισχύσεως.
Τέλος, το καθού υποστήριξε ότι η προσφεύγουσα ζήτησε μόνο την κατάργηση της ενισχύσεως και όχι την εξαφάνιση της επιχειρήσεως που έλαβε την ενίσχυση. Εφόσον όμως η κατάργηση της ενισχύσεως θα είχε οπωσδήποτε ως συνέπεια την καταστροφή της επιχειρήσεως, η προσφεύγουσα ασφαλώς δεν εννοεί την επιστροφή του εισκομισθέντος κεφαλαίου στους χορηγούς.
Είναι βέβαιο ότι η προσφεύγουσα δεν διέταξε την εξαφάνιση της επιχειρήσεως. Δεν είναι, άλλωστε αρμόδια για κάτι τέτοιο.
Η ένσταση του καθού έχει επομένως απλώς την έννοια ότι η προσφεύγουσα δεν θα πρέπει να είχε συνειδητοποιήσει τις οικονομικές επιπτώσεις που θα είχε η εκτέλεση της αποφάσεως της.
Ωστόσο, τις συνέπειες αυτές οπωσδήποτε τις είχε διακρίνει η προσφεύγουσα, όπως συνάγεται από τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως της. Αναφέρει πράγματι ότι:
« Παρόμοια ενίσχυση που στόχο έχει τη διατήρηση της δυναμικότητας παραγωγής δύναται να θίξει σημαντικά τους όρους του ανταγωνισμού, διότι η λειτουργία της αγοράς κανονικά απαιτεί την παύση της λειτουργίας της εν λόγω επιχείρησης, γεγονός που, επειδή ο τομέας αυτός έχει να αντιμετωπίσει υπερδυνα-μικότητα, θα επέτρεπε στους πιο ανταγωνιστικούς από τους ανταγωνιστές να αναπτυχθούν. »
Σε μια οικονομική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από υπερβολικά μεγάλη παραγωγική ικανότητα πρέπει, στην ανάγκη, να κλείσουν οι επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες δεν μπορούν να επιβιώσουν σε καθεστώς ελεύθερης αγοράς και στις οποίες δεν μπορούν να χορηγηθούν νόμιμες ενισχύσεις — αυτό ακριβώς είναι το νόημα και ο σκοπός της γενικής απαγορεύσεως των ενισχύσεων που προβλέπει η Συνθήκη ΕΟΚ.
Επομένως, είμαι της γνώμης ότι η αιτίαση του καθού, σύμφωνα με την οποία η απόφαση της προσφεύγουσας, της 16ης Φεβρουαρίου 1983, δεν είναι επαρκώς συγκεκριμενοποιημένη και είναι συνεπώς αδύνατον να εφαρμοστεί, είναι αβάσιμη.
2. Ως προς τη νομική αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως της 16ης Φεβρουαρίου 1983
Το καθού υποστήριξε ότι είναι νομικώς αδύνατη η ανάκληση της συμμετοχής του Δημοσίου στο κεφάλαιο της εν λόγω επιχειρήσεως με την επιστροφή του κεφαλαίου στους χορηγούς του. Αυτό αντίκειται σε διατάξεις τόσο του εσωτερικού ( βελγικού ) όσο και του κοινοτικού δικαίου. Και οι δύο αυτές έννομες τάξεις προβλέπουν ότι διανομές προς τους μετόχους γίνονται μόνο από τα κέρδη, που όμως δεν υπάρχουν στην προκειμένη περίπτωση.
Πρέπει να παρατηρηθεί, σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό, πρώτον, ότι η επίδικη εισφορά κεφαλαίου ήταν ευθύς εξαρχής αντίθετη, τυπικώς μεν προς το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, ουσιαστικώς δε προς το άρθρο 92 της Συνθήκης.
Σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, η σχεδιαζόμενη χορήγηση της ενίσχυσης έπρεπε να κοινοποιηθεί στην προσφεύγουσα' τα σχεδιαζόμενα μέτρα δεν έπρεπε να εφαρμοστούν πριν η προσφεύγουσα καταλήξει σε οριστική απόφαση. Το καθού παρέβη και τις δύο υποχρεώσεις και συνεπώς η εισφορά κεφαλαίου είναι παράνομη.
Επιπροσθέτως, η ενίσχυση ήταν και ουσιαστικώς παράνομη, διότι δεν συμβιβαζόταν με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης. Αυτό προκύπτει, όπως επανειλημμένα τονίστηκε, από την αμετάκλητη απόφαση της προσφεύγουσας, της 16ης Φεβρουαρίου 1983.
Ως προς την απόδοση της ενισχύσεως, το καθού επικαλέστηκε την οδηγία του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1976 ( 11 ).
Το επιχείρημα όμως αυτό είναι αβάσιμο. Είναι βεβαίως αληθές ότι η οδηγία αυτή, ιδίως στα άρθρα 15 επ. και 32 επ. προβλέπει μέτρα προστασίας των πιστωτών ανωνύμων εταιρειών. Το άρθρο 15 απαγορεύει διανομές προς τους μετόχους οι οποίες θα είχαν ως αποτέλεσμα το ενεργητικό να είναι μικρότερο από το καλυ-φθέν κεφάλαιο. Σύμφωνα με το άρθρο 32, σε περίπτωση μειώσεως του κεφαλαίου πρέπει να παρασχεθούν στους πιστωτές εγγυήσεις για τις μη εισέτι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις τους' καμία πληρωμή δεν επιτρέπεται να γίνει στους μετόχους αν δεν ικανοποιηθούν οι πιστωτές.
Και οι δύο διατάξεις στηρίζονται ασφαλώς στην αρχή ότι το κεφάλαιο μιας ανώνυμης εταιρείας έχει σκοπό, μεταξύ άλλων, να παρέχει ασφάλεια στους πιστωτές της εταιρείας και συνεπώς δεν μπορεί να μειωθεί εις βάρος τους. Η αρχή αυτή, ωστόσο, δεν έχει καμία σημασία για την προκειμένη περίπτωση.
Το άρθρο 15 ρυθμίζει τις διανομές προς τους μετόχους οι οποίες μπορούν να γίνουν μόνο από τα κέρδη της επιχειρήσεως. Εφόσον είναι αναμφισβήτητο ότι η εν λόγω επιχείρηση δεν διαθέτει κέρδη, αποκλείεται η επιστροφή του παρανόμως εισκομισθέντος κεφαλαίου με τη μέθοδο της διανομής.
Ούτε το άρθρο 32 μπορεί άλλωστε να εφαρμοστεί, αφού οι διατάξεις περί μειώσεως του κεφαλαίου αφορούν μόνο τη μείωση του κεφαλαίου που έχει καλυφθεί νομίμως. Δεδομένου ότι στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για την κατάργηση παράνομης εισφοράς κεφαλαίου, οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να εφαρμοστούν υπέρ των πιστωτών της ανώνυμης εταιρείας, διότι αυτοί δεν μπορούν να έχουν αξίωση να διατηρηθεί κεφάλαιο που έχει καλυφθεί παρανόμως προς εξασφάλιση των απαιτήσεων τους κατά της ανώνυμης εταιρείας.
Η ερμηνεία αυτή της οδηγίας είναι υποχρεωτική. Αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει σε αμφιβολία το κύρος της οδηγίας, εφόσον η οδηγία θα ερχόταν σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, δεν επιτρέπεται στα κοινοτικά όργανα να θεσπίζουν διατάξεις που αντίκεινται προς τις διατάξεις της Συνθήκης ή που εμποδίζουν έστω την πρακτική τους αποτελεσματικότητα.
Το καθού δεν μπορεί επίσης να επικαλεστεί την οδηγία του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1976, προκειμένου να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό ότι το εσωτερικό δίκαιο δεν επιτρέπει την απόδοση του κεφαλαίου. Πράγματι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις, πρακτικές και περιστάσεις της εσωτερικής τους έννομης τάξης, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση υποχρεώσεων που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο ( 12 ).
Το ίδιο αβάσιμη είναι και η επίκληση γενικά της προστασίας των « καλόπιστων τρίτων », δηλαδή των πιστωτών της επιχειρήσεως. Η αρχή αυτή δεν μπορεί να προβληθεί για να δικαιολογήσει, εκ τωνυστέρων, ενίσχυση που έχει χορηγηθεί κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Αν ζημιωθούν τρίτοι από τις παράνομες ενέργειες των αρχών του καθού, μπορούν να προσφύγουν κατά των παράνομων αυτών ενεργειών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων βάσει των εθνικών διατάξεων περί ευθύνης των κρατικών οργάνων.
Γ —
Προτείνω λοιπόν να αποφασίσετε ότι:
1)
Το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1983, περί της ενισχύσεως που χορήγησε η βελγική κυβέρνηση σε επιχείρηση του τομέα κεραμευτικών ειδών υγιεινής.
2)
Το Βασίλειο του Βελγίου καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) ΕΕ L 91.σ. 32.
( 2 ) ΣtΜ: Η υποσημείωση αυτη, των εκδόσεων στις άλλες επίσημες κοινοτικές γλώσσες, δεν έχει νόημα για την ελληνική μετάφραση.
( 3 ) Μία από τις ενισχύσεις αυτές αποτελεί αντικείμενο της υποθέσεως 40/85, Βασίλειο του Βελγίου κατά Επιτροπής.
( 4 ) Επιτροπή ΕΚΑΧ-ΕΟΚ-ΕΚΑΕ: Δινττοη ΕκΟτοη ,ίτο/τη; πολιτική; ανταγωνισμού (Παράρτημα τη; Εκτη; Γενική; Εκθέυίως επί της δραστητας των Ενοω-παïκών Κοινοτήτων), Βρυξέλλες-Λουξεμβούργο, Απρίλιος 1973, αριθ. 122 και επόμενα.
( 5 ) Έβδομη Έκθεση περι ανταγωνωμού. αριθ. 232.
( 6 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 230.
( 7 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973 στην υπόθεση 70/72, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Slg. 1973, σ. 813.
( 8 ) Βλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου στην υπόθεση 52/83, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1983, σ. 3707, και απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1978 στην υπόθεση 156/77, Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου, Slg. 1978,σ. 1881.
( 9 ) Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984 στην υπόθεση 323/82, SA Intermitís κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3809.
( 10 ) ΑΒΙ. L 57, α. 19.
( 11 ) Δεύτερη οδηγία του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρείας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 230).
( 12 ) Βλέπε. π.χ. την απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 215/83, Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου, Συλλογή 1985, σ. 1045.
Full & Egal Universal Law Academy