ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 31ης Ιανουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με τη διαφορά αυτή τίθεται το πρόβλημα του πεδίου εδαφικής εφαρμογής των κανόνων σχετικά με τις ατελείς εισαγωγές που πραγματοποιούν κάτοικοι παραμεθόριων περιοχών.
Στον προσφεύγοντα στην κύρια δίκη, ο οποίος είχε αγοράσει 250 τσιγάρα σε ολλανδικό δήμο που βρίσκεται κοντά στα σύνορα και σε απόστάση περίπου 80 χλμ. από την κατοικία του στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν επιτράπηκε κατά τη διέλευση του από το γερμανικό τελωνειακό σταθμό να εισαγάγει ατελώς περισσότερα από 40 τσιγάρα.
Η απόφαση των γερμανικών τελωνειακών αρχών βασίζεται στις διατάξεις της εθνικής κανονιστικής απόφασης περί ατελούς εισαγωγής εμπορευμάτων που περιέχονται στις ατομικές αποσκευές των ταξιδιωτών. Το κείμενο αυτό καθιερώνει ειδική ρύθμιση για τις ατέλειες που ισχύουν για τις εισαγωγές που διενεργούν οι κάτοικοι παραμεθόριων περιοχών: προκειμένου για τσιγάρα, η ατέλεια αυτή, πράγματι, ισχύει για 40 τεμάχια — ενώ, γενικώς, προβλέπεται για 300 τεμάχια — εφόσον η εισαγωγή πραγματοποιείται από τους κατοίκους δήμου που βρίσκεται κοντά στα σύνορα, το ταξίδι των οποίων στο « απέναντι, αλλοδαπό από τελωνειακής απόψεως έδαφος [δεν υπερβαίνει] σε βάθος 15 χλμ. » ( 1 ).
Η διάταξη αυτή αποτελεί το ουσιαστικό σημείο της διαφοράς μεταξύ του προσφεύγοντος και της γερμανικής τελωνειακής διοίκησης: ενώ για τον προσφεύγοντα στην κύρια δίκη το απέναντι έδαφος αποτελείται από ζώνη με ακτίνα 15 χιλιομέτρων, με κέντρο τον τελωνειακό σταθμό διελεύσεως που βρίσκεται πιο κοντά στο δήμο της κατοικίας του ενδιαφερομένου, οι τελωνειακές αρχές θεωρούν ότι το εν λόγω έδαφος καλύπτει ζώνη βάθους 15 χιλιομέτρων που συνιστά λωρίδα που εκτείνεται κατά μήκος των συνόρων.
Διατυπώνοντας τις αμφιβολίες του σχετικά με το αν η τελευταία αυτή ερμηνεία συμβιβάζεται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1544/69 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1969 περί της δασμολογικής μεταχειρίσεως που εφαρμόζεται σε εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, το Finanzgericht Düsseldorf υπέβαλε το ακόλουθο ερώτημα:
« Η φράση “ εισάγονται στα πλαίσια της παραμεθορίου [ μεθοριακής ] κυκλοφορίας ” του άρθρου 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1544/69 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1969 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 65 ), πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται σε εισαγωγές από κατοίκους παραμεθόριου δήμου ή κοινότητας, των οποίων το ταξίδι στο απέναντι, αλλοδαπό από τελωνειακής απόψεως έδαφος αποδεδειγμένα δεν υπερβαίνει σε βάθος λωρίδα 15 χιλιομέτρων από τα σύνορα, ανεξάρτητα από το αν η είσοδος έγινε από την περιοχή του παραμεθόριου δήμου ή κοινότητας όπου κατοικούν ή από άλλο σημείο — πιο απομακρυσμένο —; »
2.
Προτού δοθεί απάντηση στο εν λόγω προδικαστικό ερώτημα πρέπει, προκαταρκτικώς, να παρατηρηθούν τα εξής:
Όπως πράγματι τόνισε η Επιτροπή, ο κανονισμός του Συμβουλίου, στον οποίο παραπέμπει το γερμανικό δικαστήριο, αφορά μόνο « ... ατέλεια ως προς τους δασμούς του Κοινού Δασμολογίου [που χορηγείται] στα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που προέρχονται από τρίτες χώρες... » ( 2 ). Όμως, από τη Διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι η επίδικη εισαγωγή αφορά προϊόντα που αγοράστηκαν από τον προσφεύγοντα στις Κάτω Χώρες, όπου αυτός είχε μεταβεί.
Σε αυτή την περίπτωση, οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις δεν περιέχονται στον προαναφερθέντα κανονισμό, αλλά στην οδηγία 69/169 του Συμβουλίου της 28ης Μαίου 1969 ( 3 ) που εφαρμόζεται « στις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών », της οποίας το άρθρο 2, παράγραφος 1, προβλέπει « απαλλαγή εκ των φόρων κύκλου εργασιών και εκ των ειδικών φόρων καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που προέρχονται από κράτη μέλη της Κοινότητας... » ( 4 ).
Επομένως, η διάταξη, της οποίας η ερμηνεία επιτρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να δοθεί αποτελεσματική απάντηση στο παραπέμπον δικαστήριο είναι το άρθρο 5 της οδηγίας 69/169, σύμφωνα με το οποίο:
« 1)
Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να μειώνουν την αξία ή την ποσότητα των εμπορευμάτων επί των οποίων χορηγείται ατέλεια..., όταν τα εμπορεύματα εισάγονται από άλλο κράτος μέλος από πρόσωπα διαμένοντα σε παραμεθόριο ζώνη του κράτους μέλους της εισαγωγής ή του γειτονικού κράτους μέλους, από τους εργαζόμενους των παραμεθορίων περιοχών ή από το προσωπικό συγκοινωνιακών μέσων, χρησιμοποιουμένων στη διεθνή κυκλοφορία.
...
5)
Για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 4 νοούνται ως:
— “ παραμεθόριος περιοχή ” μια περιοχή που δεν υπερβαίνει σε βάθος τα 15 χλμ. κατ' ευθεία γραμμή από τα σύνορα ενός κράτους μέλους. Παρά ταύτα κάθε κράτος οφείλει να συμπεριλάβει εντός της παραμεθορίου περιοχής τους δήμους ή κοινότητες, των οποίων το έδαφος συμπεριλαμβάνεται μερικά εντός αυτής ... » ( 5 ).
Εν πάση περιπτώσει, παρεμπιπτόντως τονίζω, όπως και η Επιτροπή ότι ο κανονισμός 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, που εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 1984, « για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών » ( 6 ), με τον οποίο καταργήθηκε ο κανονισμός 1544/69 ( 7 ), στο άρθρο του 49, παράγραφος 2, επαναλαμβάνει ουσιαστικά το άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας 69/169. Επομένως, η ερμηνεία του Δικαστηρίου θα έχει, για το σύνολο αυτών των διατάξεων, σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ την παρούσα περίπτωση δεδομένου ότι πρόκειται για τον καθορισμό της έννοιας της παραμεθόριας ζώνης.
Τελικώς, προτείνω επομένως να αναμορφωθεί ως εξής το προδικαστικό ερώτημα:
« Η έκφραση “ παραμεθόριος περιοχή... που δεν μπορεί, να υπερβεί σε βάθος 15 χιλιόμετρα κατ' ευθείαν γραμμή από τα σύνορα κράτους μέλους” που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας 69/169, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 72/230 της 12ης Ιουνίου 1972 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/00Γ, σ. 30), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται σε εισαγωγές από κατοίκους παραμεθόριου δήμου ή κοινότητας, των οποίων το ταξίδι στο απέναντι, αλλοδαπό από τελωνειακής απόψεως έδαφος αποδεδειγμένα δεν υπερβαίνει σε βάθος λωρίδα 15 χιλιομέτρων από τα σύνορα, ανεξάρτητα από το αν η είσοδος έγινε από την περιοχή του παραμεθόριου δήμου ή κοινότητας, όπου κατοικούν, ή από άλλο σημείο — πιο απομακρυσμένο; »
3.
Αν το πρόβλημα ερμηνείας που ανέκυψε στην προκείμενη περίπτωση διατυπωθεί με αυτόν τον τρόπο, τότε πρόκειται για τον καθορισμό της ακριβούς εδαφικής έκτασης της παραμεθόριας ζώνης που βρίσκεται στο έδαφος απέναντι από το κράτος μέλος, στο οποίο κατοικεί το πρόσωπο που πραγματοποιεί την εισαγωγή.
Η απάντηση του Δικαστηρίου θα επιτρέψει στο παραπέμπον δικαστήριο να διακρίνει μεταξύ των εισαγωγών, για τις οποίες μπορεί να ισχύσει η κατά κανόνα χορηγούμενη ατέλεια και των εισαγωγών, για τις οποίες ισχύει περιορισμένη ατέλεια, περί της οποίας αποφασίζει το κράτος εισαγωγής βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/169. Γενικότερα, τα άτομα που κατοικούν κοντά στα σύνορα και ζητούν να επωφεληθούν της κατά κανόνα χορηγούμενης ατέλειας θα διευκολυνθούν ως προς το βάρος της αποδείξεως: το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 69/169 αναφέρει πράγματι ότι η μειωμένη ατέλεια δεν ισχύει αν τα πρόσωπα που κάνουν τις εισαγωγές « αποδεικνύουν ότι μεταβαίνουν εκτός της παραμεθορίου ζώνης ή ότι δεν επανέρχονται εκ της παραμεθορίου ζώνης του γειτονικού κράτους μέλους... » ( 8 ).
Το σχετικό ζήτημα που ανέκυψε από τη διαφορά στην κύρια δίκη είναι το ακόλουθο: πρέπει να θεωρηθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας 69/169, η παραμεθόρια ζώνη αποτελείται από:
— λωρίδα βάθους 15 χιλιομέτρων κατά μήκος των συνόρων ( θέση των γερμανικών τελωνειακών αρχών)
ή
— από κύκλο με ακτίνα 15 χιλιομέτρων και με κέντρο τον τελωνειακό σταθμό διελεύσεως (θέση του προσφεύγοντος στην κύρια δίκη);
4.
Η λύση πρέπει να αναζητηθεί στο γράμμα, την οικονομία και τους στόχους της οδηγίας 69/169. Σχετικώς, πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής:
α)
Εν προκειμένω, πρόκειται για τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στη διάταξη, σύμφωνα με την οποία δεν ισχύει η κατά κανόνα ατέλεια για τα άτομα που μεταβαίνουν στην παραμεθόρια ζώνη που είναι απέναντι από αυτή στην οποία κατοικούν.
Όπως προκύπτει και από τη συγκριτική εξέταση των αιτιολογικών σκέψεων των τεσσάρων σχετικών εν προκειμένω οδηγιών ( 9 ), ο στόχος του κοινοτικού νομοθέτη συνίσταται στο να ληφθούν μέτρα « ώστε να καταστεί περισσότερο ελεύθερο το σύστημα φορολογιών των εισαγωγών κατά την κυκλοφορία των ταξιδιωτών μεταξύ των κρατών μελών... » Υπ' αυτή την έννοια, « οι διευκολύνσεις » που έχουν θεσπιστεί σχετικά με τις ατέλειες, αυξήθηκαν προοδευτικά με τις διαδοχικές οδηγίες που θεσπίστηκαν στη συνέχεια με τον τρόπο αυτό, ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε «να συνειδητοποιήσει περισσότερο ο πληθυσμός των κρατών μελών την πραγματικότητα της κοινής αγοράς » ( 10 ).
Έτσι η οδηγία 69/169, πριν από τις τροποποιήσεις που επακολούθησαν, είχε παράσχει μεν στα κράτη μέλη
« την ευχέρεια να μειώνουν την αξία ή/και τις ποσότητες των ατελώς εισαγομένων εμπορευμάτων, όταν αυτά εισάγονται:
—
στο πλαίσιο της παραμεθορίου [ μεθοριακής] κυκλοφορίας... » ( 11 ),
χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση, η οδηγία όμως 72/230 εισήγαγε σειρά περιορισμών αυτής της ευχέρειας. Αφενός τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να μειώσουν την ατέλεια από άποψη ποσότητας εμπορευμάτων, πέραν ορισμένου ορίου (άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β)), αφετέρου μόνο για τα εμπορεύματα που αποκτώνται σε ορισμένη παραμεθόρια ζώνη μπορεί να μην ισχύει η κατά κανόνα χορηγούμενη ατέλεια, εκτός αν ο εισαγωγέας προσκομίσει απόδειξη περί του αντιθέτου.
Από τη διατύπωση και μόνο αυτών των διατάξεων συνάγεται το συμπέρασμα ότι αυτά τα « όρια », όπως ρητά τα χαρακτηρίζει το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 69/169, όπως τροποποιήθηκε, πρέπει να ερμηνευθούν συσταλτικώς: δικαιολογούνται μόνο εφόσον είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση του στόχου, για τον οποίο θεσπίστηκαν.
β)
Όμως, οι ατέλειες, όποιες και αν είναι, δικαιολογούνται μόνο εφόσον πρόκειται για εισαγωγές « μη εμπορικού χαρακτήρα ». Πρόκειται επομένως για τις εισαγωγές που
« α)
παρουσιάζουν ευκαιριακό χαρακτήρα και
β)
αφορούν αποκλειστικά εμπορεύματα που προορίζονται για την προσωπική ή οικογενειακή χρήση των ταξιδιωτών ή που προορίζονται για δώρα, με την επιφύλαξη ότι τα εμπορεύματα αυτά δεν δύνανται να παρουσιάζουν από τη φύση τους ή την ποσότητα τους, οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον » ( 12 ).
Ακριβώς, υπάρχει ο φόβος ότι οι κάτοικοι παραμεθόριων περιοχών, λόγω των σημαντικών ευκολιών μετακινήσεως που απολαμβάνουν και της έλξεως που ασκεί η γεωγραφική γειτνίαση του εμπορικού κέντρου παραμεθόριου δήμου ή κοινότητας άλλου κράτους μέλους, κάνουν κατάχρηση των κατά κανόνα χορηγούμενων ατελειών πραγματοποιώντας συχνές εισαγωγές εμπορικού χαρακτήρα.
Όπως, πράγματι, το τονίζει η Επιτροπή, η ευχέρεια που παρέχεται στα κράτη μέλη να μειώνουν τις κατά κανόνα χορηγούμενες ατέλειες στο πλαίσιο της παραμεθοριακής κυκλοφορίας, αναμφίβολα, αποσκοπεί κυρίως στην προστασία του λιανικού εμπορίου στους παραμεθόριους δήμους ή κοινότητες, το οποίο θα είναι ακριβώς το πρώτο που θα υποστεί δυσμενείς συνέπειες από αυτά τα ρεύματα εισαγωγών.
Εντούτοις, η μόνιμη δυνατότητα για τους κατοίκους παραμεθόριων περιοχών να προβαίνουν σε αγορές στη γειτονική χώρα δικαιολογεί τη μη χορήγηση των κατά κανόνα χορηγούμενων ατελειών μόνο εφόσον πρόκειται για αγορές που πραγματοποιούνται σε περιοχή που γειτνιάζει άμεσα με τον τελωνειακό σταθμό διελεύσεως, ο οποίος επίσης βρίσκεται εξίσου κοντά στο δήμο ή την κοινότητα της κατοικίας του ενδιαφερομένου: πράγματι, μόνο σε αυτή την περίπτωση μπορεί να υποτεθεί ότι η εισαγωγή μπορεί όχι μόνο να έχει εμπορικό χαρακτήρα αλλά και να εκτρέψει τα εμπορικά ρεύματα που υφίστανται στον παραμεθόριο δήμο ή κοινότητα που βρίσκεται στο άλλο κράτος μέλος. Αντιθέτως, αυτή η υπόθεση δεν ευσταθεί όταν ο τελωνειακός σταθμός διελεύσεως είναι απομακρυσμένος περισσότερο από 15 χιλιόμετρα από τον τόπο κατοικίας και/ή τον τόπο αγοράς.
Με άλλα λόγια, μόνο οι εισαγωγές που πραγματοποιούνται σε παραμεθόριο δήμο ή κοινότητα που βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη από 15 χιλιόμετρα από τον τελωνειακό σταθμό διελεύσεως, από τον οποίο διέρχεται πρόσωπο που και αυτό κατοικεί σε απόσταση μικρότερη των 15 χιλιομέτρων από τον εν λόγω τελωνειακό σταθμό, πρέπει, κατά την άποψη μου, να υπόκεινται στις μειωμένες ατέλειες. Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με την πρακτική που ακολουθούν τα κράτη μέλη, τα οποία είτε δεν εφαρμόζουν τις μειωμένες ατέλειες στο ενδοκοινοτικό μεθοριακό εμπόριο είτε, σε περίπτωση που τις εφαρμόζουν, χρησιμοποιούν το προτεινόμενο κριτήριο.
5.
Συμπεραίνοντας, προτείνω το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι
« παραμεθόριο ζώνη » κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 5, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 69/169, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 72/230 αποτελεί ζώνη σχηματίζουσα κύκλο με ακτίνα 15 χιλιομέτρων και με κέντρο τον τελωνειακό σταθμό διελεύσεως.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Κανονιστική απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974 (BGBl. Ι 1974, σ. 3377 ) όπως τροποποιήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1979 (BGBl. Ι 1979, σ. 2150).
( 2 ) Προαναφερόμενος, άρθρο 1, παράγραφος 1.
( 3 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17.
( 4 ) Οδηγία 69/169, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 78/1032 της 19ης Δεκεμβρίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 97 ).
( 5 ) 'Aρθρο 5, παράγραφοι 1 και 5, της οδηγίας 69/169, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 72/230 της 12ης Ιουνίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 30).
( 6 ) EE L 105 της 23. 4. 1983, σ.1.
( 7 ) 'Aρθρο 140, παράγραφος 1 α), του κανονισμού 918/83.
( 8 ) Οδηγία 69/169, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 72/230 που προαναφέρθηκε.
( 9 ) Πρβλ. αιτιολογικές σκέψεις 2 και 3 της οδηγίας 69/169, αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 72/230, αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 78/1032 που προαναφέρθηκαν.
( 10 ) Πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 78/1032 που προαναφέρθηκε.
( 11 ) 'Αρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/169 πριν τροποποιηθεί.
( 12 ) Άρθρο 3, παράγραφος 2, και αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 69/169.
Full & Egal Universal Law Academy