ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 5ης Μαρτίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι dικαανές,
1.
Το Cour du travail της Λιέγης και το Cour du travail της Mons σας υπέβαλαν αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στο πλαίσιο δύο διαφορών μεταξύ του Office national des pensions pour travailleurs salariés (Εθνικό Ταμείο συντάξεως μισθωτών) (στο εξής: ONPTS) και των Romano (υπόθεση 58/84) και Ruzzu (υπόθεση 117/84) αντιστοίχως.
Romano
—
31.3.1927 — 31.12.1940: μισθωτός στην Ιταλία
—
17.5.1941 — 13.5.1943: εργάτης ορυχείου στη Γερμανία
—
1.1.1944 — 30.6.1947: εργάτης ορυχείου στην Ιταλία
Δικαίωμα για δύο μειωμένες συντάξεις σε καθεμιά από αυτές τις δύο χώρες
—
13.10.1947 — 28.2.1959: εργάτης ορυχείου στο Βέλγιο
—
1.3.1959 — 31.12.1972: εργάτης ορυχείου ανάπηρος με σύνταξη από το βελγικό ταμείο επαγγελματικών ασθενειών, περίοδος που εξομοιώνεται με περίοδο πραγματικής απασχολήσεως
—
αποχώρηση από την υπηρεσία από 1.1.1973
Σύνολο αναγνωριζόμενης στο Βέλγιο σταδιοδρομίας: 25 έτη
— Χορήγηση συντάξεως στις 26.10.1979 από τον ONPTS και από 1.4.1975: 25/30στά του συνολικού δικαιώματος βελγικής συντάξεως συν γερμανική και ιταλική μειωμένη σύνταξη υπολογισμένη κατά τους κανόνες του αναλογικού επιμερισμού
Το γεγονός ότι η κατάσταση των ενδιαφερομένων είναι σχεδόν η ίδια από πραγματικής και νομικής σκοπιάς μου επιτρέπει να αναπτύξω κοινές προτάσεις και για τις δύο υποθέσεις.
Ο Romano και ο Ruzzu, αμφότεροι ιταλικής καταγωγής, εγκατέλειψαν τη χώρα τους για να ασκήσουν στο Βέλγιο το επάγγελμα του εργάτη υπεδάφους ορυχείου αφού είχαν εργαστεί ως μισθωτοί, ο μεν πρώτος στην Ιταλία και εν συνεχεία στη Γερμανία, ο δε δεύτερος μόνο στην Ιταλία, επί μακρύτερη ή βραχύτερη περίοδο. Στον ακόλουθο συγκριτικό πίνακα φαίνεται η ομοιότητα των δύο περιπτώσεων:
Ruzzu
—
μεταξύ 1937 και 1952, εργάτης του γεωργικού τομέα επί περίοδο κατά τι μεγαλύτερη των 5 ετών, στην Ιταλία
Δικαίωμα για μειωμένη σύνταξη
—
3.11.1952 — 3.2.1969: εργάτης ορυχείου στο Βέλγιο
—
1.5.1969 —31.10.1977: ομοίως
—
αποχώρηση από την υπηρεσία την 1.11.1977
Σύνολο αναγνωριζόμενης στο Βέλγιο σταδιοδρομίας: 26 έτη
—
Χορηγήθηκε σύνναξη quo,6.2.1981 από τον ONPTS και από 1.11.1977: 26/30στά του συνολικού δικαιώματος βελγικής συντάξεως συν μειωμένη ιταλική σύνταξη υπολογισμένη κατά τους κανόνες του αναλογικού επιμερισμού
Η εφαρμοστέα βελγική νομοθεσία για την απόκτηση και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων του Romano και του Ruzzu κατά την αποχώρηση τους από την υπηρεσία ήταν το άρθρο 10, παράγραφος 2, του Βασιλικού Διατάγματος 50 της 24ης Οκτωβρίου 1967 ( 1 ) κατά το οποίο ο εργάτης ορυχείου που
« δεν συγκεντρώνει τριάντα ημερολογιακά έτη απασχολήσεως κατά σύνηθες και κύριο επάγγελμα ως εργαζόμενος υπογείως σε ορυχείο ή λατομείο με υπόγεια εκμετάλλευση, συγκεντρώνει όμως είκοσι πέντε τουλάχιστον ... θεωρείται ότι αποδεικνύει απασχόληση κατά σύνηθες και κύριο επάγγελμα υπό την ιδιότητα αυτή κατά τη διάρκεια προσθέτου αριθμού ετών, ίσου προς τη διαφορά μεταξύ του τριάντα και του αριθμού των ημερολογιακών ετών που απέδειξε ότι απησχολήθη υπό την ιδιότητα αυτή κατά σύνηθες και κύριο επάγγελμα. Καθένα από τα πρόσθετα έτη θεωρείται ως έτος υπογείου απασχολήσεως σε ανθρακωρυχεία προ του 1955 ».
Με το νόμο της 10ης Φεβρουαρίου 1981 που ίσχυσε αναδρομικά από 1ης Ιανουαρίου 1981 προστέθηκε στο άρθρο 10, παράγραφος 2, 1 του προαναφερθέντος Βασιλικού Διατάγματος 50, νέο εδάφιο με την ακόλουθη διατύπωση :
« Ο αριθμός αυτός των προσθέτων ετών μειώνεται πάντως κατά τον αριθμό των ετών για τα οποία ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει σύνταξη αποχωρήσεως ή ανάλογο πλεονέκτημα δυνάμει άλλου βελγικού συστήματος, εκτός του συστήματος συνταξιοδοτήσεως των αυτοτελώς εργαζομένων, δυνάμει συστήματος αλλοδαπής χώρας ή δυνάμει συστήματος που εφαρμόζεται στο προσωπικό οργάνου δημοσίου διεθνούς δικαίου » ( 2 ).
Πριν από το 1981 δηλαδή, ο βελγικός νόμος αναγνώριζε στους εργάτες υπεδάφους ορυχείου με πραγματική άσκηση του επαγγέλματός τους στο Βέλγιο τουλάχιστο 25 ετών, ένα είδος πριμοδότησης, δηλαδή κατά ανώτατο όριο 5 πρόσθετα έτη πλασματικής απασχόλησης, ως αντιστάθμισμα για εργασία που φθείρει πρόωρα την υγεία. Ο νόμος χορηγούσε στους εργάτες ορυχείου, μετά το 25ο έτος απασχόλησης, σύνταξη 30/30στών που αντιστοιχεί κανονικά σε 30 έτη πραγματικής άσκησης του επαγγέλματος τους.
Ωστόσο, ήδη πριν από τη νομοθετική μεταρρύθμιση του 1981, ο ONPTS χορήγησε στον Romano μόνο τα 25/30στά του συνολικού δικαιώματος συντάξεως με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος είχε αποκτήσει δικαίωμα μειωμένης συντάξεως σε άλλα κράτη μέλη, στον δε Ruzzu μόνο 26/30στά πλήρους σταδιοδρομίας με την αιτιολογία ότι είχε αποκτήσει δικαίωμα μειωμένης συντάξεως στην Ιταλία. Οι αποφάσεις αυτές στηρίχτηκαν σε διοικητική πρακτική που υποβλήθηκε ήδη στην εκτίμηση σας στο πλαίσιο της υπόθεσης Celestre κ.ά. ( 3 ).
Ο Romano όπως και ο Ruzzu προσέβαλαν τις αποφάσεις αυτές ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Στη συνέχεια ο ONPTS άσκησε έφεση κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν σχετικώς.
2.
Λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες της προαναφερθείσας αποφάσεως σας, τα Cour du travail της Λιέγης στην περίπτωση του Romano και της Mons στην περίπτωση του Ruzzu έκριναν ότι, για την περίοδο πριν από την 1η Ιανουαρίου 1981, η βελγική σύνταξη εργάτη ορυχείου δεν μπορούσε να υποστεί καμιά μείωση.
Αντιθέτως, έκριναν ότι η τροποποίηση που επήλθε το 1981 εγείρει πρόβλημα ερμηνείας το οποίο σας υπέβαλαν με τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
Cour νης Αιέγης
« 1)
Λαμβανομένης υπόψη της προσθήκης νέων κειμένων:
α)
το άρθρο 10, παράγραφος 2, 1, του Βασιλικού Διατάγματος 50 της 24ης Οκτωβρίου 1967, με το νόμο της 10ης Φεβρουαρίου 1981, άρθρο 11·
β)
στο Βασιλικό Διάταγμα της 21ης Δεκεμβρίου 1967, με την προσθήκη του άρθρου 32 quinquies, με το Βασιλικό Διάταγμα 1981, άρθρο 3,
το άρθρο 10, παράγραφος 2, 1, όπως συμπληρώθηκε, αποτελεί κανόνα περί απαραδέκτου της σωρεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού 1408/71;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, ο κανόνας αυτός του νέου άρθρου 10, παράγραφος 2, 1, συμβιβάζεται με τη Συνθήκη της Ρώμης και με τους σχετικούς κοινοτικούς κανονισμούς, συγκεκριμένα τους κανονισμούς 1408/71 και 574/72;
3 )
Πρέπει να γίνει εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, σε συνδυασμό με το άρθρο 46, παράγραφος 1, και με ποιο τρόπο στη συγκεκριμένη περίπτωση του εφεσίβλητου, κατόπιν των νέων κανόνων που προκύπτουν από το νόμο της 10ης Φεβρουαρίου 1981 και από το Βασιλικό Διάταγμα της 30ής Μαρτίου 1981, και της ερμηνείας που δίνει στην απόφαση ONPTS κατά Celestre της 2ας Ιουλίου 1981 το εκκαλούν, το οποίο υποστηρίζει ότι οι κανόνες περί απαραδέκτου της σωρεύσεως δεν εφαρμόζονται παρά μόνο αν η σύνταξη υπολογίζεται και χορηγείται δυνάμει του άρθρου 46, παράγραφος 2, α και β, του κανονισμού 408/71 ; »
Cour τον Mons
« Το άρθρο 51 της Συνθήκης της Ρώμης και οι κανονισμοί 1408/71, και συγκεκριμένα τα άρθρα 12 και 46, και 574/72 έχουν την έννοια ότι συμβιβάζεται προς τους στόχους της Συνθήκης και τις διατάξεις των κανονισμών η νομοθετική διάταξη κράτους μέλους δυνάμει της οποίας αφαιρούνται από τις περιόδους συμπληρωματικής ασφάλισης, οι οποίες γίνονται δεκτές κατ' αποκλειστική εφαρμογή της διάταξης αυτής και χωρίς προσφυγή στο σύστημα του αναλογικού επιμερισμού (νομοθεσία τύπου Α), τα έτη (τα έτη αυτά δεν προστίθενται στα προηγούμενα) για τα οποία ο εργαζόμενος μπορεί να έχει αξίωση σε άλλο κράτος μέλος για παροχή συντάξεως αναπηρίας σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες ( νομοθεσία τόπου Β ), δεδομένου ότι η μείωση αυτή συνεπάγεται μείωση της συντάξεως λόγω αποχωρήσεως που χορηγείται δυνάμει μόνης της εθνικής νομοθεσίας (νομοθεσία τύπου Α), λόγω του ότι χορηγείται παροχή αναπηρίας κατά το σύστημα του αναλογικού επιμερισμού σε άλλο κράτος μέλος (νομοθεσία τύπου Β); Σημειωτέον ότι οι δύο αυτές παροχές πρέπει να θεωρηθούν της ιδίας φύσεως (υπόθεση Celestre) και ότι η μείωση την οποία συνεπάγεται η διάταξη είναι η μείωση της συντάξεως λόγω αποχωρήσεως που αποκτήθηκε χωρίς εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ( βλ. υπόθεση Jerzak ).
Η καταφατική απάντηση δεν έχει ως συνέπεια να χάσει ο διακινούμενος εργαζόμενος το ευεργέτημα της συμπληρωματικής περιόδου ασφαλίσεως σε κράτος μέλος που έχει νομοθεσία του τύπου Α και δεν σημαίνει επίσης ότι δικαιολογείται η εφαρμογή, δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 διατάξεως που απαγορεύει τη σώρευση των παροχών αν η προς μείωση παροχή έχει αποκτηθεί μόνο σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ( τύπου Α ) ; »
3.
Όπως ορθά παρατηρεί η Επιτροπή τα τρία ερωτήματα που υπέβαλε το Cour της Λιέγης, όπως διατυπώνονται, εγείρουν πρόβλημα ως προς την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων και του Δικαστηρίου.
Εμμένοντας στην τήρηση των ορίων που χαράσσει το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο αρνείται να αποφανθεί όσον αφορά την ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας, το συμβιβαστό αυτής προς το κοινοτικό δίκαιο και την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων σε συγκεκριμένη περίπτωση.
Σε τέτοιες περιπτώσεις προσπαθείτε να δώσετε στο δικαστή a quo, αναδιατυπώνοντας εν ανάγκη το ερώτημά του, τα στοιχεία ερμηνείας που θα του επιτρέψουν να επιλύσει τη διαφορά που έχει αχθεί ενώπιόν του.
Έτσι έχετε κρίνει ότι
« Στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 177 της Συνθήκης, ναι μεν το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί του συμβιβαστού εθνικής διατάξεως προς το κοινοτικό δίκαιο, πλην όμως μπορεί να επισημαίνει από τη διατύπωση των ερωτημάτων που υποβάλλει ο εθνικός δικαστής, και βάσει των δεδομένων που εκθέτει ο τελευταίος, τα στοιχεία εκείνα που αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να επιτρέψει στον εν λόγω δικαστή να επιλύσει το νομικό πρόβλημα του οποίου έχει επιληφθεί » ( 4 ).
Ασπαζόμενος κατά τα ουσιώδη σημεία τη σχετική πρόταση της Επιτροπής, σας προτείνω να αναδιατυπώσετε κατά τον ακόλουθο τρόπο τα ερωτήματα που υπέβαλε το Cour της Λιέγης.
1)
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του η εθνική διάταξη κράτους μέλους η οποία, ενόψει του υπολογισμού συντάξεως αποχωρήσεως, ορίζει ότι δεν αναγνωρίζονται ως περίοδοι πλασματικής απασχολήσεως τα έτη για τα οποία ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει σύνταξη αποχωρήσεως ή ανάλογο πλεονέκτημα δυνάμει του συστήματος άλλου κράτους μέλους;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, οι εφαρμοστέες διατάξεις των κανονισμών 1408/71 και 574/72 έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν καταρχή την εφαρμογή εθνικής διατάξεως όπως η προαναφερθείσα;
3)
Ειδικότερα, κατά ποιο τρόπο και σε ποιο στάδιο της εφαρμογής του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71 πρέπει ενδεχομένως να ληφθεί υπόψη η εν λόγω εθνική διάταξη;
Τα ερωτήματα που υπέβαλε το Cour της Mons ανταποκρίνονται κατά τα ουσιώδη προς το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα που διατυπώνω πιο πάνω.
4.
Ο ONPTS φρονεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο διότι η σταδιοδρομία του Romano και του Ruzzu στο Βέλγιο αρκούν να θεμελιώσουν το δικαίωμα συντάξεως τους δυνάμει μόνο της βελγικής νομοθεσίας. Το άρθρο 51 και οι κανονισμοί που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή του αφορούν μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες η εθνική ρύθμιση δεν αρκεί για τη γένεση δικαιώματος συντάξεως ή θεμελιώνει μόνο περιορισμένο δικαίωμα.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Ναι μεν, όπως έχετε κρίνει με την απόφαση Petroni ( 5 ),
«Το άρθρο 51 της Συνθήκης αφορά κυρίως ( 6 ) την περίπτωση όπου βάσει μόνης της νομοθεσίας κράτους μέλους ο ενδιαφερόμενος δεν αποκτά δικαίωμα παροχών λόγω του ότι οι περίοδοι ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει υπ' αυτή τη νομοθεσία δεν είναι αρκετές »,
πλην όμως ποτέ δεν ερμηνεύσατε τη διάταξη αυτή κατά τον περιοριστικό τρόπο που προτείνει ο ONPTS και που αντιβαίνει τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα της εν λόγω διάταξης.
Πράγματι, το άρθρο 51 προβλέπει την καθιέρωση συστήματος που εξασφαλίζει στους διακινούμενους εργαζομένους
« το συνυπολογισμό όλων των περιόδων που λαμβάνονται υπόψη από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες για την κτήση και τη διατήρηση του δικαιώματος προς λήψη παροχής όπως και για τον υπολογιομό του ύψους αυτών ( 7 )».
Η διάταξη αυτή έχει επομένως γενικότερη σημασία από αυτή που της αναγνωρίζει ο ONPTS. Το Δικαστήριο εξάλλου υπογραμμίζει παγίως την έκταση της. Με την απόφαση Nonnenmacher ( 8 ) έκρινε
«ότι [τα άρθρα 48 ώς 51 της Συνθήκης]... αποβλέπουν στην καθιέρωση της πληρέστερης δυνατής ελευθερίας στην κυκλοφορία των εργαζομένων ο σκοπός αυτός περιλαμβάνει την εξάλειψη εμποδίων νομοθετικού χαρακτήρα που είναι ικανά να θέσουν σε μειονεκτική θέση τους διακινούμενους εργαζομένους' επομένως, εν αμφιβολία, τα εν λόγω άρθρα και τα μέτρα που λαμβάνονται εις εκτέλεσίν τους πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι αποβλέπουν στο να μη αποβαίνει μειονεκτική η νομική θέση των διακινούμενων εργαζομένων, ιδίως στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης ».
Μπορεί λοιπόν να γίνει επίκληση του άρθρου 51 στην περίπτωση που ο εργαζόμενος υπήκοος κράτους μέλους έχει πραγματοποιήσει περιόδους ασφαλίσεως σε διάφορα κράτη της Κοινότητας. Επομένως η ένσταση αναρμοδιότητας που προβάλλει ο ONPTS πρέπει να απορριφθεί.
5.
Αν δεν είχε μεσολαβήσει ο βελγικός νόμος της 10ης Φεβρουαρίου 1981 με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 10, παράγραφος 2, 1, του Βασιλικού Διατάγματος 50 της 21ης Δεκεμβρίου 1967, η κατάσταση των Romano και Ruzzu θα ήταν πανομοιότυπη εκείνης την οποία εξετάσατε στο πλαίσιο της προαναφερθείσας απόφασης Celestre ( 9 ).
Πριν από την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας συστηματικά τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 υπό το φως των άρθρων 48 ώς 51 της Συνθήκης έθεσε τους ακόλουθους κανόνες:
—
όταν αποκτάται δικαίωμα παροχών σε κάποιο κράτος μέλος, με την εφαρμογή μόνης της νομοθεσίας αυτού του κράτους, οι κοινοτικοί κανονισμοί και συγκεκριμένα η παράγραφος 3 του άρθρου 46 δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση αυτού του δικαιώματος ( 10 ) ·
—
ωστόσο ο διακινούμενος εργαζόμενος διατηρεί το δικαίωμα να υπαχθεί στο κοινοτικό σύστημα που θεσπίζει το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 ( 11 ) ·
—
ως σύστημα του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, νοείται η εφαρμογή ακεραίων των διατάξεων του εν λόγω άρθρου, περιλαμβανομένης και της παραγράφου 3 ( 12 ).
Με την απόφαση Celestre το Δικαστήριο επανέλαβε ή έθεσε για πρώτη φορά τους ακόλουθους κανόνες:
1)
Εφόσον ο εργαζόμενος λαμβάνει σύνταξη δυνάμει μόνης της εθνικής νομοθεσίας, οι κοινοτικοί κανόνες δεν εμποδίζουν την επ' αυτού εφαρμογή μόνης της εθνικής νομοθεσίας στο σύνολο της περιλαμβανομένων και των διατάξεων που απαγορεύουν τη σώρευση' ωστόσο το σύστημα που προκύπτει κατ' αυτό τον τρόπο δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκό από το κοινοτικό σύστημα του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71 ( 13 ).
2)
Η σύνταξη γήρατος και οι παροχές αναπηρίας λογίζονται ως παροχές της ίδιας φύσεως. Για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 44 ως 51 του κανονισμού 1408/71. Δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού αποκλείεται η εφαρμογή των εθνικών κανόνων που απαγορεύουν τη σώρευση. Συνεπώς το ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 46, παράγραφος 1, είναι το ποσό που θα εδικαιούτο ο εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, αν δεν ελάμβανε σύνταξη δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ( 14 ).
3)
Το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο ε, του κανονισμού 574/72 ορίζει ότι σε περίπτωση που δεν μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς οι περίοδοι ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία κράτους μέλους, τεκμαίρεται ότι δεν συμπίπτουν με περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους: πρέπει επομένως να λαμβάνονται υπόψη ( 15 ).
Συμπληρώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το μηχανισμό εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 προσδιορίσατε ειδικότερα την έκταση της παραγράφου 1 του άρθρου 46.
Το ποσό της παροχής στην οποία αναφέρεται η εν λόγω παράγραφος αποκτάται όχι αυστηρώς δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας αλλά κατόπιν εφαρμογής και του κοινοτικού δικαίου κατά το μέρος που εξουδετερώνει τα αποτελέσματα της εθνικής διατάξεως που απαγορεύει τη σώρευση.
Τοποθετώντας αυτόν τον κανόνα στο πλαίσιο αυτού του καθόλου μηχανισμού, και δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 46 αλληλοσυμπληρώνονται, το ποσό της παροχής που υπολογίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο πρέπει να συγκριθεί με το ποσό που προκύπτει από τους κανόνες των παραγράφων 2 και 3 με συνέπεια την ενδεχόμενη εφαρμογή της μειώσεως που προβλέπει η τελευταία αυτή παράγραφος.
Αντίθετα λοιπόν με όσα υποστηρίζει ο Ο Ν PTS, η νομολογία σας δεν εμφανίζει « παλινδρόμηση » μεταξύ της αποφάσεως Petrani και των αποφάσεων Mura και Greco ούτε ανοίγει « τρίτη οδό » στη μέθοδο εκκαθαρισμού των παροχών. Η μόνη παρατήρηση που μπορεί να γίνει είναι ότι μεταξύ του εθνικού συστήματος καθαυτού λαμβανομένου και του ίδιου συστήματος προσαρμοσμένου στις απαιτήσεις του κοινοτικού συντονισμού πρέπει να γίνει δεκτή η ευνοϊκότερη λύση.
6.
Επανέρχομαι στις υπό κρίση συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Το κεντρικό πρόβλημα στις υποθέσεις αυτές είναι η συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 46, παράγραφος 1, και 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Αυτό ήταν το πρόβλημα και στην υπόθεση Celestre. Άρα το ζήτημα που ανακύπτει είναι μήπως υπάρχουν εν προκειμένω νέα στοιχεία.
Όπως ανέφερα ήδη, η μόνη διαφορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ότι στην υπόθεση Celestre δεν υπήρχε — αυτό έκριναν τα βελγικά δικαστήρια — αντιτάξιμος νομοθετικός κανόνας απαγορευτικός της σώρευσης ενώ στην περίπτωση των Romano και Ruzzu υπάρχει.
Στην πραγματικότητα ολίγο ενδιαφέρει η πηγή του εθνικού κανόνα που απαγορεύει τη σώρευση: διοικητική πρακτική ή νομοθετική ή κανονιστική διάταξη. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει θέσει ως αρχή ότι αν υπάρχει εθνική διάταξη που απαγορεύει τη σώρευση — πράγμα που θα κρίνουν τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα — δεν επηρεάζει την παροχή που έχει αποκτηθεί δυνάμει του κοινοτικού δικαίου. Έτσι, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην ουσία και όχι στον τόπο του κανόνα.
Ο ONPTS και η Βελγική Κυβέρνηση αντιτάσσουν ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 αναφέρεται στη σώρευση ή μη σώρευση παροχών και ότι η εθνική διάταξη που αναφέρεται μόνο στις περιόδους ασφαλίσεως που λαμβάνονται υπόψη δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει το κείμενο του άρθρου 1, ιη ), του εν λόγω κανονισμού που ορίζει ότι
« Ως “ περίοδοι ασφαλίσεως ” νοούνται οι περίοδοι εισφορών ή απασχολήσεως που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία, υπό την οποία επραγματοποιήθησαν ή θεωρούνται ότι επραγματοποιήθησαν, καθώς και κάθε εξομοιούμενη προς αυτές περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως. »
Η διάταξη αυτή τότε μόνο θα μπορούσε να ενισχύσει την προαναφερθείσα άποψη αν ήταν δυνατό, προκειμένου να δικαιολογηθεί εξαίρεση από τον εν λόγω κανόνα του άρθρου 12, να διαχωριστούν οι έννοιες των παροχών και των περιόδων ασφαλίσεως.
Ο διαχωρισμός αυτός δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει. Πράγματι, το δικαίωμα παροχών εξαρτάται αναγκαστικά και άμεσα από τις πραγματικές ή πλασματικές περιόδους ασφαλίσεως που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του.
Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 1, ιη ), δεν φαίνεται να μπορεί να ερμηνευτεί ως εξαίρεση στον κανόνα του άρθρου 12, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, του εν λόγω κανονισμού.
Έτσι, με την απόφαση Kaufmann ( 16 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι:
« Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 3 [ήδη άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ] αναφέρεται σε όλες τις ρήτρες μειώσεως ή αναστολής που προβλέπονται από τις εθνικές νομοθεσίες και έχουν ως σκοπό να αποτρέψουν ορισμένες σωρεύσεις παροχών χωρίς να διακρίνει αναλόγως του αν οι ρήτρες αυτές αφορούν το δικαίωμα προς λήψη παροχής ή τη χορήγηση της παροχής. »
Κατά την άποψη μου λοιπόν αρμόζει καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, του Cour du travail της Λιέγης, όπως αναδιατυπώθηκε.
7.
Με αφετηρία την αρχή ότι η παροχή στην οποία αναφέρεται το άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 εκκαθαρίζεται μέσω εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο ειδικός κανόνας του άρθρου 12, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, του ίδιου κανονισμού που θεσπίζει, στο κοινοτικό επίπεδο, το μη εφαρμοστέο των κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως στην περίπτωση παροχών της ίδιας φύσεως έχει εφαρμογή επί της εν λόγω παροχής.
Το ποσό της παροχής θα πρέπει να προσδιοριστεί κατά την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, ανεξαρτήτως του δικαιώματος προς λήψη παροχής που προκύπτει ενδεχομένως από τη νομοθεσία οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους. Το κοινοτικό δίκαιο αποβλέπει στα πλήρη αποτελέσματα κάθε περιόδου ασφαλίσεως σε κάθε κράτος μέλος, όπως προκύπτει από την όγδοη αιτιολογική σκέψη (πρώτο τμήμα) του κανονισμού 1408/71, όπου αναφέρεται:
« προς το σκοπό αυτό οι δικαιούχοι παροχών αναπηρίας, γήρατος και θανάτου ( συντάξεις ) πρέπει να δύνανται να απολαύουν του οννόλον νων παροχών που έχονν αποκτήσει στα διάφορα κράτη μέλη... » ( 17 ).
Δικαίωμα προς λήψη παροχών γήρατος αποκτάται, στις υπό κρίση υποθέσεις, δυνάμει μόνης της βελγικής εθνικής νομοθεσίας. Το δικαίωμα αυτό δεν θα ελαμβάνετο πλήρως υπόψη αν μειωνόταν συνεπεία δικαιώματος προς λήψη παροχών της ίδιας φύσεως που αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος. Το εν λόγω δικαίωμα δεν είναι πάντως απόλυτο. Λαμβάνεται πλήρως υπόψη, χωρίς να μειώνεται δυνάμει εθνικού κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως
«... προς αποφυγή όμως αδικαιολογήτων σωρεύσεων που προκύπτουν ιδίως από τη χρονική σύμπτωση περιόδων ασφαλίσεως και περιόδων εξομοιουμένων προς αυτές, είναι αναγκαίο να τεθεί ως ανώτατο όριο το υψηλότερο ποσό παροχής που θα όφειλε ένα από αυτά τα κράτη στον εργαζόμενο, αν αυτός είχε ασκήσει εκεί ολόκληρη την επαγγελματική του δραστηριότητα » ( δεύτερο τμήμα της ίδιας αιτιολογικής σκέψης ).
Το όριο αυτό θεσπίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 46 του κανονισμού, επισημαίνω πάντως, όπως και το Δικαστήριο με την απόφαση Celestre, τις διατάξεις του άρθρου 15, παράγραφος 1, ε ), του κανονισμού 574/72 ( 18 ).
Σχετικώς είναι άνευ σημασίας το ότι έτσι μπορεί να προκύψει διαφορά ως προς τη θέση του διακινούμενου εργαζομένου αφενός και του στάσιμου εργαζομένου αφετέρου. Η διαφορά αυτή που καθίσταται εν προκειμένω συγκεκριμένη όσον αφορά τα δικαιώματα συντάξεως, απλώς αντικατοπτρίζει τη διαφορά που διακρίνει τις εν λόγω κατηγορίες ενδιαφερομένων κατά τις οικείες περιόδους δραστηριότητας. Υπενθυμίζω εξάλλου ότι ο στόχος του κανονισμού 1408/71 δεν είναι η εναρμόνιση αλλά μόνο ο συντονισμός διαφόρων συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης που εμφανίζουν « σημαντικές διαφορές » ( 19 ) και ότι η απλοποίηση που επέρχεται είναι δυνατό να βαίνει μόνο « μέχρις ορισμένου βαθμού » ( 20 ).
Ο εν λόγω κανονισμός που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή των άρθρων 48 ώς 51 της Συνθήκης πρέπει πάντα να εξετάζεται σε σχέση με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο έδαφος της Κοινότητας. Τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τον κανονισμό αυτό για τους διακινούμενους εργαζομένους εντάσσονται στο πλαίσιο της εν λόγω αρχής, το δε Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι
« η αιτίαση ότι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι ευνοούνται σε σχέση με τους εργαζομένους που δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη χώρα τους δεν μπορεί να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι δεν γίνεται λόγος για δυσμενή διάκριση στην περίπτωση εννόμων καταστάσεων που δεν είναι συγκρίσιμες » ( 21 ).
8.
Σας προτείνω λοιπόν να απαντήσετε
—
Στο Cour du travail της Λιέγης:
ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του η εθνική διάταξη κράτους μέλους δυνάμει της οποίας, για τον υπολογισμό συντάξεως αποχωρήσεως, ο αριθμός των πλασματικών περιόδων απασχολήσεως που λαμβάνονται υπόψη μειώνεται κατά τον αριθμό των ετών για τα οποία ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει σόνταξη αποχωρήσεως ή ανάλογο πλεονέκτημα δυνάμει συστήματος άλλου κράτους μέλους.
—
Στο Cour της Λιέγης και στο Cour της Mons:
—
ότι εφόσον ο εργαζόμενος λαμβάνει σόνταξη δυνάμει μόνης της εθνικής νομοθεσίας, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν εμποδίζουν την εφαρμογή επ' αυτού μόνης της εθνικής νομοθεσίας στο σύνολό της περιλαμβανομένων και των εθνικών κανόνων που απαγορεύουν τη σώρευση, υπό την επιφύλαξη ότι αν η εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο από την εφαρμογή του συστήματος του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, θα πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου αυτού.
—
ότι ο υπολογισμός της κοινοτικής παροχής βάσει του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71 σημαίνει ότι σε όλες τις φάσεις της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, περιλαμβανομένης και της παραγράφου 1, εφαρμόζονται επίσης και οι διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, δυνάμει των οποίων δεν έχουν εφαρμογή οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Moniteur belge της 27ης Οκτωβρίου 1967' διάταγμα που τροποποιήθηκε με το νόμο της 26ης Ιουνίου 1972 ( Moniteur belge της 30ής Ιουνίου 1972, σ. 7738 ) και με το νόμο της 28ης Μαρτίου 1975 ( Moniteur belge της 8ης Απριλίου 1975, σ. 4108).
( 2 ) 'Αρθρο Ι (Moniteur belge της 14ης Φεβρουαρίου 1981, σ. 1699 ).
( 3 ) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 116, 117, 119, 120 και 121/80, απόφαση της 2ας Ιουλίου 1981 (Συλλογή 1981, σ. 1737).
( 4 ) Υπόθεση 82/71, Sail κατά Ministére public italien, απόφαση της 21ης Μαρτίου 1972, σκέψη 3 ( Rec. 1972, σσ. 119 και 136).
( 5 ) Υπόθεση 24/75, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1975 ( Rec. σ. 1149 και συγκεκριμένα, σκέψη 14, σ. 1160 ).
( 6 ) Υπογράμμιση δική μου.
( 7 ) Υπογράμμιση δική μου.
( 8 ) Υπόθεση 92/63, απόφαση της 9ης Ιουνίου 1964 ( Rec. σ. 559 και συγκεκριμένα, σ. 573 ).
( 9 ) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 116, 117, 119, 120 και 121/80, απόφαση της 2ας Ιουλίου 1981 (Συλλογή 1981, σ. 1737).
( 10 ) Υπόθεση 24/75, Petroni κατά ONPTS, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1975 (Rec. σ. 1149)· υπόθεση 807/79, Gravina κατά Landesversicherungsanstalt Schwaben, απόφαση της 9ης Ιουλίου 1980 ( Rec. σ. 2205 ).
( 11 ) Υπόθεση 22/77, FNROM κατά Mura Ι, απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1977 (Rec. σ. 1699)· υπόθεση 37/77, Greco κατά FNROM, απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1977 (Rec. σ. 1711)· υπόθεση 98/77, Schaap κατά Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor Bank- en Verzekeringswezen, απόφαση της 14ης Μαρτίου 1978 ( Rec. σ. 707)· υπόθεση 105/77, Bestuur van de Sociale Verzekeringsbank κατά Boerboom-Kersjes, απόφαση της 14ης Μαρτίου 1978(Reco.717).
( 12 ) Υπόθεση 236/78, FNROM κατά Mura II, απόφαση της 16ης Μαΐου 1979 (Reco. 1819).
( 13 ) Παράγραφος α) του διατακτικού και παραπομπή στην υπόθεση 98/77, Schaap, απόφαση της 14ης Μαρτίου 1978 ( Rec. σ. 707 ).
( 14 ) Σκέψεις 11 και 12, παράγραφοι 6 και γ, του διατακτικού και παραπομπή στην υπόθεση D'Amico κατά ONPTS, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 (Rec. σ. 2951).
( 15 ) Σκέψεις 13 και 14 και παράγραφος δ) του διατακτικού.
( 16 ) Υπόθεση 184/73, Bestuur van de Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging κατά Kaufmann, απόφαση της 15ης Maiou 1974 ( Rec. σ. 517 καν συγκεκριμένα σ. 524 ).
( 17 ) Υπογράμμιση δική μου.
( 18 ) Σκέψη 14 τιις αποφάσεως Celestre.
( 19 ) Τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
( 20 ) Δεύτερη αιτιολογική σκέψη.
( 21 ) Υπόθεση 22/77, Mura κατά FNROM, απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1977. σκέψη 9 ( Rec. σ. 1707 ).
Full & Egal Universal Law Academy