ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 20ής Μαρτίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το άρθρο 89 του γαλλικού νόμου 82-652 της 29ης Ιουλίου 1982 περί οπτικοακουστικής μεταδόσεως ορίζει:
« Κανένα κινηματογραφικό έργο που προβάλλεται στις αίθουσες κινηματογραφικών θεαμάτων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ταυτόχρονης εκμετάλλευσης υπό μορφή υποθεμάτων που προορίζονται για πώληση ή μίσθωση για ιδιωτική χρήση του κοινού, και συγκεκριμένα υπό μορφή βιντεοκασέτας ή βιντεοδίσκου, προτού παρέλθει η προθεσμία που θα οριστεί με διάταγμα και η οποία θα τρέχει από τη χορήγηση της άδειας εκμετάλλευσης. Της προθεσμίας αυτής που εκτείνεται μεταξύ έξι και δεκαοκτώ μηνών μπορεί να γίνουν δεκτές παρεκκλίσεις υπό προϋποθέσεις που ορίζονται με διάταγμα. »
Η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το διάταγμα 83-4 της 4ης Ιανουαρίου 1983, το οποίο όρισε τη σχετική προθεσμία σε ένα έτος από τη χορήγηση της άδειας εκμετάλλευσης με την οποία επιτρέπεται η προβολή της συγκεκριμένης ταινίας. Το ίδιο διάταγμα όρισε ότι παρεκκλίσεις από τον κανόνα αυτό μπορούν να εγκριθούν από το Υπουργείο Πολιτισμού μετά από αίτηση του έχοντος τα δικαιώματα της ταινίας και αφού γνωμοδοτήσει επιτροπή που συγκροτείται υπό την αιγίδα του Centre national de la cinématographic
Έτσι, η πώληση ή η εκμίσθωση βιντεοκασετών οποιασδήποτε ταινίας που προβάλλεται ταυτόχρονα σε αίθουσες κινηματογράφου απαγορεύεται, αν δεν χορηγηθεί εξαίρεση, επί ένα έτος από την ημερομηνία χορηγήσεως του πιστοποιητικού αδείας εκμεταλλεύσεως της ταινίας. Είναι προφανές ότι η απαγόρευση αφορά μόνο τις ιδιωτικές προβολές και ότι δεν απαγορεύεται η προβολή μαγνητοταινιών βίντεο στο κοινό, πρακτική η οποία υφίσταται και, όπως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο, μάλλον επεκτείνεται. Φαίνεται επίσης προφανές ότι η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για την παραγωγή ή την εισαγωγή τέτοιων υποθεμάτων βίντεο κατά τη διάρκεια του επίμαχου έτους. Υπάρχει διαφωνία των διαδίκων ως προς το αν η απαγόρευση μπορεί να εφαρμοστεί στις κασέτες που προορίζονται για εξαγωγή. Υπάρχει επίσης ορισμένη αμφιβολία, από απόψεως ερμηνείας του γαλλικού δικαίου, ως προς το τι συνιστά « ταυτόχρονη εκμετάλλευση » υπό την έννοια του νόμου και ως προς το τι θα ίσχυε σε περίπτωση που οι βιντεοκασέτες θα προβάλλονταν νόμιμα προτού προβληθεί η ταινία, αν η άδεια προβολής της ταινίας χορηγείτο μεταγενεστέρως.
Κατά την Επιτροπή, ανάλογη νομοθεσία δεν υφίσταται σε κανένα άλλο κράτος μέλος. Πάντως, στη Γερμανία ο νόμος προβλέπει ότι όταν μια ταινία έχει λάβει κρατική επιχορήγηση, δεν μπορούν να διατεθούν βιντεοκασέτες ή βιντεοδίσκοι της ταινίας αυτής επί έξι μήνες από την πρώτη προβολή της στους κινηματογράφους, όπως βεβαίωσε ο εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Στη Δανία, όπως αναφέρει η Επιτροπή, οι ταινίες που επιχορηγούνται από το Εθνικό Ίδρυμα Κινηματογράφου της Δανίας υπόκεινται σε ανάλογη απαγόρευση για περίοδο ενός έτους. Την απαγόρευση αυτή έχει θεσπίσει το ίδιο το Εθνικό Ίδρυμα Κινηματογράφου.
Επιπλέον, σε ορισμένα κράτη μέλη το αυτό αποτέλεσμα έχει επιτευχθεί, χωρίς νομοθεσία, από την ίδια τη βιομηχανία του κινηματογράφου. Έτσι, στην Ιταλία, συμφωνία μεταξύ επαγγελματικών ενώσεων προβλέπει ότι δεν επιτρέπεται η εκμετάλλευση των ταινιών υπό μορφή βιντεοκασέτας επί 12 μήνες από την πρώτη προβολή τους στους κινηματογράφους. Παρεμφερείς συμφωνίες μεταξύ επαγγελματικών ενώσεων έχουν συναφθεί στη Γερμανία και στις Κάτω Χώρες, όπου ισχύει προθεσμία 6 μηνών. Σε ορισμένα άλλα κράτη μέλη παρόμοια απαγόρευση θεσπίζεται με διατάξεις ad hoc σε συμβάσεις διανομής ταινιών. Στις περιπτώσεις αυτές η προθεσμία κυμαίνεται μεταξύ 3 και 6 μηνών.
Οι ενάγουσες στις δύο υποθέσεις ισχυρίζονται ότι οι διατάξεις αυτές του γαλλικού δικαίου αντίκεινται στα άρθρα 30, 34 και 59 της Συνθήκης.
Η υπόθεση 60/84, Cinéthèque, αφορά την ταινία « Merry Christmas, Mr. Lawrence » την οποία η Fédération nationale des cinémas français χαρακτηρίζει ως « εθνικότητας Νέας Ζηλανδίας ». Η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά στους κινηματογράφους της Γαλλίας με τον τίτλο « Furyo » την 1η Ιουνίου 1983, παρά το γεγονός ότι μέχρι τις 28 Ιουνίου 1983 δεν είχε λάβει άδεια εκμεταλλεύσεως. Η δεύτερη ενάγουσα Glinwood Films Ltd είναι βρετανική εταιρία στην οποία ανήκουν τα δικαιώματα της ταινίας. Η Glinwood Films Ltd παραχώρησε στη γαλλική εταιρία AAA το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής και προβολής της ταινίας στους κινηματογράφους της Γαλλίας. Με σύμβαση που συνήφθη στις 28 Ιουλίου 1983, η Glinwood Films Ltd παραχώρησε στη Cinéthèque, πρώτη ενάγουσα, το αποκλειστικό δικαίωμα παραγωγής και πωλήσεως βιντεοκασετών της ταινίας για περίοδο 6 ετών από 1ης Οκτωβρίου 1983 στη Γαλλία και από 1ης Ιουνίου 1984 στο Βέλγιο και την Ελβετία. Μέρος των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως ανήκε στην AAA, η οποία για το λόγο αυτό συνήνεσε γραπτώς στη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ της Glinwood και της Cinéthèque. Η Cinéthèque άρχισε τότε να παράγει βιντεοκασέτες, ορισμένες από τις οποίες πώλησε στο Discophile Club de France ( DCF ) και στην Téléfrance. Καμία αίτηση για έγκριση παρεκκλίσεως από τον κανόνα της ενιαυσίας προθεσμίας δεν υποβλήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού όσον αφορά την ταινία « Furyo ».
Η Fédération nationale des cinémas français ισχυριζόμενη ότι οι ενάγουσες είχαν παραβιάσει τη γαλλική νομοθεσία που επικαλείτο, επιδίωξε και πέτυχε την έκδοση, στις 19 Οκτωβρίου 1983, προσωρινής Διατάξεως περί κατασχέσεως των κασετών της ταινίας που βρίσκονταν στην κατοχή της Cinéthèque και των άλλων εμπόρων, μέχρι την εκπνοή της ενιαυσίας προθεσμίας, εκτός αν το Υπουργείο Πολιτισμού ενέκρινε παρέκκλιση. Με την ίδια Διάταξη απαγορεύτηκε στη Cinéthèque οποιαδήποτε περαιτέρω διανομή αντιτύπων των κασετών. Η Διάταξη αυτή επικυρώθηκε με δεύτερη Διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1983. Η Cinéthèque και η Glinwood ενήγαγαν τότε τη Fédération nationale και ζήτησαν άρση του μέτρου. Το DCF άσκησε αργότερα εκούσια πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγουσών, η δε Téléfrance προσκλήθηκε να μετάσχει στη δίκη ως συνενάγουσα.
Το Tribunal de grande instance του Παρισιού ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση, υπέβαλε την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 177. Η αίτηση περιέχει τα ακόλουθα τρία ερωτήματα:
« 1)
Συμβιβάζονται με τις διατάξεις των άρθρων 30 και 34 της Συνθήκης της Ρώμης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων οι διατάξεις του άρθρου 89 του γαλλικού νόμου της 29ης Ιουλίου 1982, τις οποίες συμπλήρωσε το διάταγμα της 4ης Ιανουαρίου 1983, και οι οποίες ρυθμίζουν τη διάδοση κινηματογραφικών έργων, θεσπίζοντας τη μετάβαση από τον ένα τρόπο διαδόσεως στον άλλο, με την απαγόρευση της σύγχρονης εκμετάλλευσης έργων στις αίθουσες κινηματογράφου και υπό μορφή βιντεοκασέτας επί ένα έτος, εκτός αν επιτραπεί παρέκκλιση;
2)
Οι ίδιες αυτές διατάξεις του εσωτερικού δικαίου συμβιβάζονται με τις διατάξεις του άρθρου 59 της Συνθήκης της Ρώμης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως σε ένα από τα δύο πρώτα αυτά ερωτήματα, η ρύθμιση που προβλέπεται από το άρθρο 89 του νόμου της 29ης Ιουλίου 1982 και το διάταγμα της 4ης Ιανουαρίου 1983 συμβιβάζεται με τις διατάξεις του άρθρου 36 της Συνθήκης της Ρώμης που προβλέπει παρεκκλίσεις από τα άρθρα 30 και 34 της ίδιας Συνθήκης; »
Η υπόθεση 61/84, Editions René Chateau, αφορά τη γαλλική ταινία « Le Marginal ». Η ταινία αυτή έλαβε άδεια εκμεταλλεύσεως στις 27 Οκτωβρίου 1983 και προβλήθηκε στους κινηματογράφους αυθημερόν. Με σύμβαση που συνήφθη στις 20 Ιουνίου 1982, οι Cérito Films και Les Films Ariane επέτρεψαν στην πρώτη ενάγουσα Éditions René Chateau να παράγει και να διαθέτει επί δεκαετία βιντεοκασέτες της ταινίας αυτής στη Γαλλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και ορισμένες τρίτες χώρες, το αργότερο από τις 15 Ιανουαρίου 1984. Με έγγραφο της 20ής Δεκεμβρίου 1983, ο Jean-Paul Belmondo, γενικός διευθυντής της Cérito Films και πρωταγωνιστής της ταινίας, επέτρεψε να αρχίσει από την ημερομηνία του εγγράφου η διανομή βιντεοκασετών, προφανώς λόγω της ύπαρξης ανεπίσημων ( « πειρατικών » ) αντιγράφων της ταινίας. Οι Éditions René Chateau ήταν επίσης, με τη Cérito Films, και διανομέας της ταινίας στο Παρίσι και τα περίχωρά του. Η δεύτερη ενάγουσα Hollywood Boulevard Diffusion—Michel Fabre είναι ιδιοκτήτρια τριών κινηματογράφων στο Παρίσι, στους οποίους προβλήθηκε η ταινία.
Η Fédération nationale επιδίωξε και πέτυχε και πάλι να απαγορευθεί, με Διάταξη του δικαστηρίου, στις René Chateau και Hollywood Boulevard η διανομή των βιντεοκασετών και να διαταχθεί η κατάσχεση των βιντεοκασετών αυτών μέχρι τις 27 Οκτωβρίου 1984, εκτός αν το Υπουργείο Πολιτισμού ενέκρινε παρέκκλιση από τον κανόνα της ενιαυσίας προθεσμίας. Το Υπουργείο Πολιτισμού ουδέποτε παρέσχε σχετική έγκριση. Εν πάση περιπτώσει, η René Chateau και η Hollywood Boulevard ενήγαγαν τότε από κοινού τη Fédération nationale και ζήτησαν άρση του μέτρου όπως και οι ενάγουσες στην υπόθεση 60/84. Η βελγική εταιρία DGD παρενέβη εκουσίως ως τρίτη ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι η Διάταξη του δικαστηρίου την εμπόδιζε να εισάγει ή να εξάγει βιντεοκασέτες της ταινίας « Le Marginal ».
Υπάρχουν διάφορα επιχειρήματα ως προς την έκταση στην οποία ο νόμος αυτός επηρεάζει ή έχει επηρεάσει την εισαγωγή ή την εξαγωγή βιντεοκασετών ή του επίσημου αντίγραφου από το οποίο μπορούν, κατόπιν αδείας, να κατασκευαστούν στη Γαλλία βιντεοκασέτες στην περίπτωση των εν λόγω ταινιών. Νομίζω ότι τα ζητήματα που τίθενται οφείλονται στο γεγονός ότι ο νόμος δεν απαγορεύει ρητώς ούτε την εισαγωγή ούτε την εξαγωγή των βιντεοκασετών ή του επίσημου αντίγραφου ταινιών οι οποίες ταυτόχρονα προβάλλονται στη Γαλλία.
Όσον αφορά τις εισαγωγές, τα ζητήματα που ανακύπτουν οπωσδήποτε τις επηρεάζουν, δεδομένου ότι το γεγονός ότι οι έμποροι μπορούν μεν να εισάγουν νομίμως εμπορεύματα, αλλά απαγορεύεται να τα διανέμουν επί περίοδο έως και δώδεκα μηνών, μπορεί, λόγω των δαπανών αγοράς και αποθηκεύσεως, να έχει στην πράξη ως αποτέλεσμα να μην εισάγονται τα εμπορεύματα αυτά. Υπάρχουν μικρές προοπτικές πωλήσεων πριν βεβαιωθούν οι λιανοπωλητές ότι μπορούν να πωλήσουν ή να εκμισθώσουν τα εμπορεύματα.
Με το πρώτο ερώτημα, συνεπώς, ερωτάται αν ο νόμος αυτός αντίκειται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ αυτό καθαυτό, δεδομένου ότι αν δεν αντίκειται, δεν χρειάζεται να ληφθεί υπόψη το άρθρο 36. Οι ενάγουσες στις κύριες δίκες ισχυρίζονται ότι η περίπτωση του νόμου αυτού σαφώς εμπίπτει στην αρχή που διατύπωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 8/74, Dassonville [ 1974 ] ECR 837. Είναι « ικανός να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο ». Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί, ως μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικό περιορισμό. Οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι είναι δυνατό να αποτελεί ο νόμος αυτός τέτοιο μέτρο έστω και αν δεν εφαρμόζεται μόνο στις εισαγωγές αλλά « ισχύει αδιακρίτως » για τις εισαγωγές και τα εγχώρια προϊόντα, και έστω και αν δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι εισάγει δυσμενείς διακρίσεις. Αρκεί ο νόμος αυτός να παρεμποδίζει, στην πράξη, την εκμετάλλευση στη Γαλλία υποθεμάτων βίντεο τα οποία έχουν κατασκευαστεί σε άλλα κράτη μέλη ή στη Γαλλία από επίσημο αντίγραφο που έχει αποσταλεί από άλλο κράτος μέλος, για να θεωρηθεί ότι αντίκειται στο άρθρο 30.
Όπως αντιλαμβάνομαι, οι διάδικοι δεν αμφισβητούν το ότι οι βιντεοκασέτες και το επίσημο αντίγραφο αποτελούν εμπορεύματα όσον αφορά το άρθρο 30. Νομίζω ότι, βάσει των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 7/68, Επιτροπή κατά Ιταλίας [ 1968 ] EC R 423 και 155/73, Sacchi [1974] ECR 409, σαφώς αποτελούν εμπορεύματα. Στη δεύτερη υπόθεση αναφέρεται επί λέξει ότι « εμπίπτει στους κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων το εμπόριο υλικού, υποθεμάτων εγγραφής ήχου, ταινιών και άλλων προϊόντων που χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση τηλεοπτικών μηνυμάτων ».
Είναι επίσης σαφές ότι, όπως υποστηρίζουν οι ενάγουσες, ορισμένες απαγορεύσεις (π.χ. των πωλήσεων) θεωρήθηκαν ότι αντίκεινται στο άρθρο 30 έστω και αν ισχύουν αδιακρίτως για τα εγχώρια και τα εισαγόμενα εμπορεύματα (π.χ. στις υποθέσεις 120/78, «Cassis de Dijon» [1979] ECR 649, 788/79, Gilli και Andres [ 1980] ECR 2071, 220/80, Robertson, Συλλογή 1982, σ. 2349). Εξάλλου, το γεγονός ότι η απαγόρευση ισχύει για περιορισμένο χρονικό διάστημα δεν την εμποδίζει να εμπίπτει στο άρθρο 30 ( υπόθεση 82/77, Openbaar Ministerie κατά Van Tiggele [ 1978 ] ECR 25 ) και δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι ο περιορισμός του ενός έτους είναι ελάχιστος και αμελητέος, είτε βάσει της αποφάσεως του Δικαστηρίου στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 177 και 178/82, Van de Haar (Συλλογή 1985, σ. 1797 ), είτε ακόμα και σε περίπτωση που ο κανόνας του ελάχιστου αποτελέσματος εφαρμοζόταν πράγματι στα πραγματικά περιστατικά.
Ούτε το γεγονός ότι είναι δυνατό να εγκριθεί παρέκκλιση αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 30 στο εν λόγω μέτρο (υπόδεση Van Tiggele και υπόθεση 27/80, Retje [ 1980] ECR 3839 ).
Σε πολλές περιπτώσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα μέτρο είχε αποτέλεσμα ισοδύναμο με ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών λόγω του ότι το μέτρο εισήγαγε τυπικές ή ουσιαστικές διακρίσεις. Έκρινε ότι αυτή καθαυτή η δυσμενής διάκριση σε βάρος προϊόντων άλλου κράτους μέλους αποτελούσε ή δημιουργούσε τον περιορισμό. Εντούτοις, η δυσμενής διάκριση, μολονότι μπορεί να αρκεί, ή και να αποτελέσει αποφασιστικό στοιχείο, προκειμένου να εφαρμοστεί στο σχετικό μέτρο το άρθρο 30, δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 30. Αυτό φαίνεται να συνάγεται από την ίδια την απόφαση στην υπόθεση « Cassis de Dijon » ( σκέψη 8 ) και διευκρινίζεται στην υπόθεση 53/80, Officier van Justitie κατά Kaasfabriek Eyssen, Συλλογή 1981, σ. 409, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαγόρευση των πωλήσεων τυριού fondu εμπίπτει στο άρθρο 30 έστω και αν δεν υπάρχει απόδειξη ότι εισάγει οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση σε βάρος των εισαγομένων προϊόντων. Έτσι, τα μέτρα που ισχύουν εξίσου για τα εισαγόμενα προϊόντα και τα προϊόντα εγχώριας παραγωγής είναι δυνατό, στην πράξη, να αναγκάζουν τους εισαγωγείς να προβαίνουν σε ενέργειες στις οποίες δεν θα προέβαιναν διαφορετικά και οι οποίες εμμέσως τους αποθαρρύνουν από το να πραγματοποιούν εισαγωγές ή, δημιουργώντας πρόσθετα προβλήματα, τους εμποδίζουν να πραγματοποιούν τις εισαγωγές αυτές. Έτσι, το γεγονός ότι κράτος μέλος υποχρεώνει τους κατασκευαστές σε άλλο κράτος μέλος να συσκευάζουν τα προϊόντα τους σε κουτιά ή φιάλες σχήματος ή μεγέθους διαφορετικού από εκείνα που συνηθίζουν να χρησιμοποιούν για τις πωλήσεις στην εσωτερική αγορά ή για τις εξαγωγές σε άλλα κράτη μέλη είναι δυνατό να ισοδυναμεί με περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 30, έστω και αν το κράτος μέλος αυτό επιβάλλει την ίδια υποχρέωση στους δικούς του παραγωγούς. Έτσι, ακόμα και οι νόμοι οι οποίοι δεν αφορούν άμεσα τις εισαγωγές είναι δυνατό να επηρεάζουν τις πιθανότητες εισαγωγής προϊόντων από άλλα κράτη μέλη και, συνεπώς, να αντίκεινται στο άρθρο 30 (υπόθεση 152/78, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας [ 1980 ] ECR 2299.
Από την άλλη πλευρά, είναι πλήρως αποδεδειγμένο ότι, όταν δεν υπάρχει δυσμενής διάκριση, το τελευταίο αυτό είδος μέτρων δεν εμπίπτει απαραιτήτως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30.
Καταρχάς, όπως διευκρίνισε η απόφαση στην υπόθεση Cassis de Dijon, ελλείψει κοινών κανόνων σχετικά με την παραγωγή και τη διάθεση ενός προϊόντος στην αγορά, εναπόκειται στα κράτη μέλη να ρυθμίσουν όλα τα ζητήματα που αφορούν την παραγωγή του προϊόντος και τη διάθεση του στο έδαφός τους. « Τα εμπόδια στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία τα οποία οφείλονται στις διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών που αφορούν τη διάθεση των επίμαχων προϊόντων στο εμπόριο, πρέπει να γίνουν δεκτά στο μέτρο που οι διατάξεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν απαραίτητες για την εξυπηρέτηση επιτακτικών αναγκών, ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων, την προστασία της δημόσιας υγείας, την εντιμότητα στις εμπορικές ανταλλαγές και την προστασία των καταναλωτών ». Στην υπόθεση Gilli και Andres το Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι κανόνες που αφορούν την « κατανάλωση προϊόντων στο έδαφός τους » καθώς και την παραγωγή και διανομή των προϊόντων αυτών μπορούν να « δικαιολογηθούν ως απαραίτητοι » για την ικανοποίηση τέτοιων επιτακτικών αναγκών. Πάντως, μόνο όταν μπορούν να δικαιολογηθούν ως απαραίτητοι μπορούν « να παρεκκλίνουν από τις επιταγές του άρθρου 30 », να θεωρηθούν δηλαδή ότι εξυπηρετούν ανάγκες οι οποίες δεν αποτελούν άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Στην υπόθεση αυτή, όπως και στην υπόθεση Cassis de Dijon, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα ληφθέντα μέτρα δεν « εξυπηρετούν σκοπό δημοσίου συμφέροντος που να υπερισχύει των επιταγών της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των θεμελιωδών κανόνων της Κοινότητας ». Αντιθέτως, θεώρησε ότι « το πρακτικό αποτέλεσμα των διατάξεων του είδους αυτού έγκειται κυρίως στην προστασία της εθνικής παραγωγής με την απαγόρευση της θέσης σε κυκλοφορία στην εσωτερική αγορά προϊόντων άλλων κρατών μελών, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που επιβάλλει η εθνική ρύθμιση ».
Περαιτέρω, επί διαφορετικής βάσεως στην υπόθεση 75/81, Blesgen κατά Βελγίου, Συλλογή 1982, σ. 1211, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 30 δεν έχει εφαρμογή στην απαγόρευση καταναλώσεως ή πωλήσεως οινοπνευματωδών πέραν ορισμένου ορίου περιεκτικότητας σε αλκοόλη σε χώρους προσιτούς στο κοινό, καθόσον η απαγόρευση δεν δημιουργούσε διάκριση ανάλογα με τη φύση ή την προέλευση των προϊόντων και δεν επηρέαζε τις άλλες μορφές διαθέσεως των οινοπνευματωδών αυτών ποτών στο εμπόριο. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένα τέτοιο νομοθετικό μέτρο δεν συνδέεται με τις εισαγωγές των προϊόντων και, για το λόγο αυτό, δεν είναι ικανό να παρεμβάλει εμπόδια στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Στην υπόθεση 155/80, Oebel, Συλλογή 1981, σ. 1993, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι γερμανικοί κανονισμοί που απαγορεύουν τη μεταφορά και παράδοση προϊόντων αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής σε καταναλωτές και λιανοπωλητές πριν από ορισμένη ώρα δεν ήταν αντίθετοι προς το άρθρο 30 καθόσον δεν περιόριζαν τις εισαγωγές και εξαγωγές μεταξύ κρατών μελών στο μέτρο που δεν έθεταν περιορισμούς στις παραδόσεις προς τους χονδρεμπόρους. Στην υπόθεση 58/80, Dansk Supermarked κατά Imerco, Συλλογή 1981, σ. 181, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα κράτη μέλη μπορούν νόμιμα να απαγορεύουν τη διάθεση εισαγομένων εμπορευμάτων στο εμπόριο, όταν οι συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιείται η διάθεση τους προς πώληση συνιστούν παράβαση των συναλλακτικών ηθών τα οποία θεωρούνται κανονικά και θεμιτά στο κράτος εισαγωγής, εφόσον η απαγόρευση αυτή δεν αφορά αυτή καθαυτή την εισαγωγή των εμπορευμάτων.
Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 διερευνήθηκε από το Δικαστήριο σε πολύ μεγάλο αριθμό καταστάσεων και αναπόφευκτα θα επεκτείνεται κατά περίπτωση καθώς παρουσιάζονται νέες καταστάσεις. Δεν είμαι βέβαιος αν η υπό κρίση περίπτωση καλύπτεται πλήρως από καμία προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου.
Είναι, πάντως, σαφές ότι, μολονότι φαίνεται ότι το άρθρο 30 έχει διατυπωθεί κατά τρόπο απόλυτο, έτσι ώστε κατά το άρθρο αυτό οποιοδήποτε μέτρο που περιορίζει τις εισαγωγές να απαγορεύεται απολύτως, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το εν λόγω άρθρο δεν πρέπει να εκλαμβάνεται υπ' αυτήν την έννοια.
Συνοψίζοντας, νομίζω ότι ένα μέτρο αντίκειται στο άρθρο 30: α ) όταν απαγορεύει ή περιορίζει ποσοτικά τις εισαγωγές· β) όταν δημιουργεί διακρίσεις σε βάρος των εισαγομένων προϊόντων επιβάλλοντας π.χ. στους εισαγωγείς αυστηρότερα πρότυπα από ό,τι στους εγχώριους παραγωγούς, έτσι ώστε να δυσχεραίνεται στην πράξη η εισαγωγή και με τον τρόπο αυτό να περιορίζονται οι εισαγωγές εμπορευμάτων· γ) όταν, μολονότι δεν στρέφεται κατά της εισαγωγής αυτής καθαυτής αλλά αφορά και τα εγχώρια και τα εισαγόμενα εμπορεύματα, απαιτεί από τους παραγωγούς ή τους διανομείς να προβούν σε πρόσθετες ενέργειες, πέρα από εκείνες στις οποίες θα προέβαιναν κανονικά και νόμιμα κατά τη διάθεση του εμπορευμάτων, πράγμα το οποίο δυσχεραίνει την εισαγωγή έτσι ώστε να περιορίζονται, ενδεχομένως, οι εισαγωγές εμπορευμάτων και να προστατεύονται στην πράξη οι εγχώριοι παραγωγοί. Η τελευταία κατηγορία γ ) δεν αντίκειται στο άρθρο 30 όταν μπορεί να αποδειχτεί ότι το μέτρο δικαιολογείται από επιτακτικές ανάγκες του είδους των αναγκών που αντιμετωπίστηκαν στην υπόθεση Cassis de Dijon.
Από την άλλη πλευρά, σε τομείς όπου δεν υπάρχουν κοινά πρότυπα και κανόνες στην Κοινότητα, όταν τα εθνικά μέτρα δεν στρέφονται ειδικά κατά των εισαγωγών, δεν εισάγουν διακρίσεις σε βάρος των εισαγωγών, δεν καθιστούν την πώληση των προϊόντων δυσχερέστερη για τους εισαγωγείς από ό,τι για τους εγχώριους παραγωγούς και δεν παρέχουν προστασία στους εγχώριους παραγωγούς, τότε, κατά την άποψη μου, τα μέτρα αυτά δεν εμπίπτουν στο άρθρο 30, έστω και αν, στην πράξη, οδηγούν σε περιορισμό ή μείωση των εισαγωγών.
Στην υπό κρίση υπόθεση ο νόμος δεν δημιουργεί διακρίσεις σε βάρος των εισαγωγών. Πράγματι οι εισαγωγείς μπορούν να πραγματοποιούν εισαγωγές. Βρίσκονται επομένως στην ίδια ακριβώς θέση με τους εγχώριους εμπόρους. Οι δεύτεροι δεν επιτυγχάνουν περισσότερα οφέλη από τους εισαγωγείς, οι πρώτοι δεν υφίστανται μεγαλύτερη ζημία έναντι των γάλλων εμπόρων λόγω της απαγορεύσεως εκμεταλλεύσεως των βιντεοκασετών. Ο λόγος που θα οδηγούσε τους εμπόρους στη Γαλλία να μην αγοράσουν από γάλλο διανομέα προϊόντων βίντεο ( αδυναμία διαθέσεως προς πώληση ή εκμίσθωση) συμπίπτει με το λόγο που θα τους οδηγούσε να μην αγοράσουν από διανομέα σε άλλο κράτος μέλος. Από την άποψη αυτή και οι δύο διανομείς υπόκεινται στους αυτούς όρους εμπορίας. Πράγματι, ασκούν εμπορία στην ίδια αγορά. Το άρθρο 30 δεν μπορεί να είχε την πρόθεση, στο θέμα αυτό, να παράσχει στους διανομείς άλλου κράτους μέλους καλύτερους όρους από ό,τι στους εγχώριους διανομείς. Θα μπορούσε, αν ήταν προφανώς παράλογο να τίθενται τα εισαγόμενα προϊόντα στην ίδια θέση με τα εγχώρια, να είναι το μέτρο αυτό ατυχές για το λόγο αυτό. Αυτό όμως δεν συμβαίνει εδώ και, κατά τη γνώμη μου, ο νόμος αυτός δεν εμπίπτει στο άρθρο 30.
Και αν ακόμα δεν κατέληγα στο συμπέρασμα αυτό, θα εξέφραζα, εν πάση περιπτώσει, την άποψη ότι η απαγόρευση που περιέχει ο γαλλικός νόμος αποτελεί « επιτακτική » ανάγκη, έστω και αν είναι δυνατό να χορηγηθεί εξαίρεση και για τις εγχώριες και για τις εισαγόμενες βιντεοκασέτες. Η δικαιολογία που προβλέπεται για την απαγόρευση, και η οποία ισχύει για όλες τις βιντεοκασέτες συμπεριλαμβανομένων και των εισαγομένων, είναι ότι η απαγόρευση είναι αναγκαία προκειμένου να προστατευτεί η βιομηχανία του κινηματογράφου, από την οποία εξαρτώνται και οι ίδιες οι βιντεοκασέτες. Η κεντρική ιδέα του επιχειρήματος είναι ότι η παραγωγή ταινιών στοιχίζει πολλά χρήματα. Το πλέον σημαντικό μέρος των εσόδων για την κάλυψη του κόστους αυτού και η δυνατότητα πραγματοποιήσεως κέρδους εξαρτάται από την προβολή των ταινιών αυτών στις δημόσιες αίθουσες κινηματογράφου. Αυτό μπορεί να γίνει επί περιορισμένο χρονικό διάστημα. Η μείωση του αριθμού των εισιτηρίων και ο ανταγωνισμός των αμερικανικών ταινιών καθιστά πολύ δύσκολη τη θέση των ευρωπαίων παραγωγών ταινιών και, στην προκειμένη περίπτωση, των γάλλων παραγωγών ταινιών. Το να επιτρέπεται η πώληση ή η εκμίσθωση βιντεοταινιών και η προβολή τους από την τηλεόραση ταυτόχρονα με την προβολή των ταινιών στις δημόσιες αίθουσες κινηματογράφου μόνο να δυσχεράνει περισσότερο μπορεί τη θέση της βιομηχανίας του κινηματογράφου. Έχει ουσιαστική σημασία να ληφθούν γενικά μέτρα' με το να επαφίεται στους ιδιώτες να ρυθμίζουν συμβατικώς τη θέση τους δεν μπορεί να προστατευτεί η βιομηχανία στο σύνολό της, το γεγονός δε ότι στις περιπτώσεις αυτές οι έχοντες τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως των ταινιών και οι διανομείς τους επιθυμούν να επιτραπεί η κυκλοφορία των βιντεοταινιών δεν σημαίνει ότι ο νόμος δεν δικαιολογείται.
Οι ενάγουσες δεν δέχονται τα επιχειρήματα αυτά. Σε γενικές γραμμές υποστηρίζουν την άποψη ότι δεν είναι ακριβής η αναλογία των εσόδων προς κάλυψη του κόστους από την προβολή των ταινιών στις δημόσιες αίθουσες κινηματογράφου σε σύγκριση με τις εισπράξεις από τις βιντεοταινίες. Εν πάση περιπτώσει, αν καταστεί δυνατό να προβάλλονται οι βιντεοταινίες αμέσως, οι πωλήσεις και τα δικαιώματα που εισπράττονται από τις πωλήσεις αυτές θα αυξηθούν. Επιπλέον, από την προβολή στους κινηματογράφους καλύπτεται το κόστος μόνο όσον αφορά μία μικρή μειοψηφία ταινιών. Η πραγματική χρονική περίοδος κατά την οποία οι ταινίες μπορούν να προβληθούν στα μεγαλύτερα κέντρα είναι συχνά πολύ βραχεία. Κατά γενικό κανόνα, δώδεκα μήνες είναι πολύ μακρά περίοδος. Ο κάτοχος των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως μιας ταινίας θα έπρεπε να μπορεί να αποφασίζει πώς θέλει να διαθέσει την ταινία του, η δε βιομηχανία μπορεί να προστατευτεί, όπως προστατεύεται σε άλλα κράτη μέλη, με συμφωνίες ad hoc για κάθε ταινία μεταξύ του έχοντος τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως και των διανομέων.
Υποστηρίζεται, κυρίως από την Επιτροπή, ότι οι ταινίες αποτελούν μέρος της σύγχρονης πολιτιστικής ζωής. Είναι θεμιτό να θεσπίζονται περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών, οι οποίοι να μπορούν να παραβιάζουν την αρχή που περιέχεται στο άρθρο 30, προκειμένου να διαφυλαχτούν ή να υποστηριχτούν πολιτιστικές δραστηριότητες. Δεν νομίζω ότι είναι απαραίτητο να τεθεί το ζήτημα τόσο γενικά, μολονότι δέχομαι ότι οι πολιτιστικοί στόχοι μπορούν ενίοτε να αποτελούν επιτακτική ανάγκη. Εδώ είναι προφανές ότι η ενίσχυση των πολιτιστικών στόχων εξαρτάται ουσιαστικά από οικονομικούς παράγοντες. Αυτό που μπορεί πράγματι να υποστηριχτεί είναι ότι η βιομηχανία του κινηματογράφου μπορεί λογικά να προστατευτεί επί οικονομικής βάσεως μόνο αν δοθεί στις ταινίες ένας ορισμένος χρόνος κατά τον οποίο μόνο αυτές να μπορούν να διατίθενται. Αν δεν δοθεί ο χρόνος αυτός, όχι μόνο η βιομηχανία ταινιών της Κοινότητας δεν θα είναι σε θέση να παράγει ταινίες για τον κινηματογράφο, αλλά αναπόφευκτα δεν θα διατίθενται τέτοιες ταινίες σε βιντεοταινίες ή για να προβληθούν από την τηλεόραση. Μόνο με τον υγιή ανταγωνισμό το τμήμα αυτό της βιομηχανίας, το οποίο φέρει το μεγαλύτερο μέρος του κόστους, θα έχει τη δυνατότητα να καλύψει το κόστος αυτό. Μπορεί να το καλύψει μόνο αν οι κινηματογράφοι είναι προσιτοί, μπορούν δε να γίνουν προσιτοί μόνο αν μπορούν να προβάλλουν τις ταινίες πρώτοι και όχι τελευταίοι, δεδομένου ότι, ουσιαστικά, οι ταινίες παράγονται μάλλον για τη μεγάλη οθόνη παρά για τις δευτερογενείς βιντεοταινίες.
Αν τα πραγματικά περιστατικά έχουν όπως τα αναφέρει η Fédération, τότε νομίζω ότι είναι εμπορικώς ορθό και προς το γενικό συμφέρον να ρυθμιστεί η προβολή των ταινιών στους κινηματογράφους, ή υπο μορφή βιντεοταινίας, ή απο την τηλεόραση κατά τέτοιο τρόπο ώστε η βιομηχανία να προστατεύεται και να υποστηρίζεται. Μόνο με τον τρόπο αυτό μπορεί ο « καταναλωτής » να εξασφαλίσει την προσφορά νέων ταινιών.
Συνεπώς, και αν ακόμα δεν είχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο νόμος αυτός δεν εμπίπτει στο άρθρο 30 για τον πρώτο λόγο που ανέπτυξα, θα δεχόμουν ότι είναι δυνατό να μην εμπίπτει στο άρθρο 30 αν μπορούσε να αποδειχτεί ότι το ληφθέν μέτρο δικαιολογείται ως αναγκαίο για την υποστήριξη της βιομηχανίας του κινηματογράφου και τη διατήρηση της προσφοράς νέων ταινιών στον καταναλωτή. Ο σκοπός αυτός είναι θεμιτός.
Κατά τη γνώμη μου, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει αν οι συγεκριμένες διατάξεις που έχουν θεσπιστεί « δικαιολογούνται ως αναγκαίες », δεδομένου ότι, κατά την άποψή μου, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να επιλύει τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων. 'Ετσι, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί με την απάντηση ότι η βιομηχανία των ταινιών κινηματογράφου και η προσφορά νέων ταινιών απαιτούν πράγματι αυτό το είδος προστασίας. Είναι ορθό ότι η παραγωγή ταινιών συντηρείται ουσιαστικά με τις εισπράξεις από την προβολή στους κινηματογράφους; Μέχρι ποιου σημείου θα θιγόταν η βιομηχανία αν επιτραπεί ταυτόχρονα και η κυκλοφορία βιντεοταινιών; Είναι αναγκαίο απαγόρευση όπως αυτή που έχει θεσπιστεί να ισχύει επί δώδεκα μήνες;
Μεγάλη σημασία έχει το ερώτημα κατά πόσο είναι αναγκαίο να καλύπτει η απαγόρευση περιπτώσεις όπου ο κάτοχος των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως της ταινίας και ο διανομέας ταινιών επιθυμούν να επιτραπεί να κυκλοφορήσουν οι βιντεοκασέτες ταυτόχρονα με την προβολή της ταινίας.
Δεν θεωρώ, πάντως, ότι ο εν λόγω νόμος εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης. Κατά το νόμο, ο έχων τα δικαιώματα της ταινίας δεν μπορεί να τα εκμεταλλευτεί πλήρως κατά τη διάρκεια του πρώτου ετους και δεν νομίζω ότι είναι ορθο να λεχθεί οτι ο νομος προστατεύει τα δικαιώματά τον επ τη; lixivia; έτσι ώστε κάθε απώλεια στις β'.ντεοταινίες να θεωρείται επακόλουθο της προστασίας. Ούτε, κατά τη γνώμη μου, ο νόμος αυτός εμπίπτει σε οποιαδήποτε άλλη από τις κατηγορίες που καθορίζονται στο άρθρο 36.
Όσον αφορά τις εξαγωγές, τα πραγματικά περιστατικά είναι λιγότερο σαφή. Η γαλλική κυβέρνηση αναφέρει ότι ο νόμος δεν εφαρμόζεται καθόλου στις εξαγωγές, ενώ οι ενάγουσες αναφέρουν ότι οι διαταγές κατασχέσεως ήταν γενικές άσχετα από το μελλοντικό προορισμό των βιντεοκασετών και ότι κατασχέθηκαν οι βιντεοκασέτες που επρόκειται να εξαχθούν στο Βέλγιο.
Νομίζω, εν πάση περιπτώσει, ότι ούτε ο νόμος που θέσπισε, ούτε τα μέτρα που υποτίθεται ότι έλαβε η γαλλική κυβέρνηση εμπίπτουν στο άρθρο 34. Στην υπόθεση 155/80, Oebel, Συλλογή 1981, το Δικαστήριο αποφαίνεται στη σελίδα 2009 ότι « το άρθρο 34 αφορά τα εθνικά μέτρα που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα να περιορίσουν ειδικώς τα ρεύματα των εξαγωγών και να επιβάλουν μ' αυτό τον τρόπο μία διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίσουν ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην εθνική παραγωγή ή στην εσωτερική αγορά του ενδιαφερομένου κράτους». Η απόφαση στην υπόθεση 237/82, Jongeneel Kaas κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1984, σ. 483) αποδεικνύει ότι η έννοια του « [ ιδιαίτερου πλεονεκτήματος] στην εθνική παραγωγή ή στην εσωτερική αγορά του ενδιαφερομένου κράτους» πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Αναφερόμενο σε προηγούμενη απόφαση του στην υπόθεση 53/76, Bouhelier [1977] ECR 197, το Δικαστήριο αποφάνθηκε στην υπόθεση αυτή ότι μέτρο το οποίο επιβάλλει έλεγχο εγγράφων μόνο για τις εξαγωγές αποτελεί μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 34. Η υπό κρίση νομοθεσία, όμως, δεν δημιουργεί ούτε τυπικά ούτε ουσιαστικά διακρίσεις σε βάρος των εμπορευμάτων που προορίζονται για εξαγωγή, ούτε αποβλέπει ειδικά στον περιορισμό των εξαγωγών. Επομένως, δεν εμπίπτει στο άρθρο 34.
Θα πρέπει, τέλος, να προστεθεί ότι ούτε το άρθρο 30 ούτε το άρθρο 34 έχουν εφαρμογή σε συναλλαγές που διενεργούνται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό κράτους μέλους: βλ. υποθέσεις 314-316/81 και 83/82, Waterkeyn, Συλλογή 1982, σ. 4337 και υπόθεση 286/81, Oosthoek's Uitgeversmaatschappij, Συλλογή 1982, σ. 4575. Αυτό θα ίσχυε στην περίπτωση που ο όλος κύκλος παραγωγής της ταινίας και των βιντεοκασετών πραγματοποιείτο μέσα στη Γαλλία και δεν επρόκειτο να γίνουν εξαγωγές. Από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, μάλλον αυτή είναι η περίπτωση της υπόθεσης 61/84, αυτό όμως αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο πρέπει να κριθεί από το εθνικό δικαστήριο.
Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται κατά πόσο οι αμφισβητούμενες διατάξεις του γαλλικού δικαίου συμβιβάζονται με το άρθρο 59 της Συνθήκης που επιβάλλει την κατάργηση, στο εσωτερικό της Κοινότητας, των περιορισμών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από υπηκόους κράτους μέλους εγκατεστημένους σε κράτος άλλο από εκείνο του αποδέκτη της παροχής.
Μολονότι πιστεύω ότι ούτε η παραχώρηση αδείας εκμεταλλεύσεως των δικαιωμάτων από το δικαιούχο ούτε η εκμετάλλευση των δικαιωμάτων από τον κάτοχο της άδειας θεωρούνται ως υπηρεσίες κατά την έννοια του άρθρου 60, η απαγόρευση της εκμίσθωσης βιντεοκασετών κατά το χρονικό διάστημα του ενός έτους είναι δυνατό να αποτελεί περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στο μέτρο που εμποδίζει, κατά το διάστημα του ενός έτους, πρόσωπα σε άλλα κράτη μέλη να εκμισθώνουν βιντεοκασέτες σε πρόσωπα που κατοικούν στη Γαλλία. Παρόμοιος περιορισμός θα υπήρχε σε περίπτωση που η νομοθεσία εμπόδιζε επίσης τους γάλλους διανομείς να εκμισθώνουν βιντεοκασέτες σε πρόσωπα σε άλλα κράτη μέλη.
Οι περιορισμοί που απαγορεύονται πρέπει, πάντως, είτε να δημιουργούν διακρίσεις, είτε να αποτελούν « υποχρέωση η οποία επιβάλλεται στον παρέχοντα την υπηρεσία ειδικά λόγω της εθνικότητάς του ή λόγω του ότι δεν έχει τη μόνιμη κατοικία του στο κράτος όπου παρέχεται η υπηρεσία, και η οποία δεν ισχύει για τα εγκατεστημένα στο εθνικό έδαφος πρόσωπα ή είναι ικανή να απαγορεύσει ή να παρεμποδίσει κατ' άλλο τρόπο τις δραστηριότητες του παρέχοντος την υπηρεσία » ( υπόθεση 33/74, Van Binsbergen κατά Bedrijfsvereniging Metaalnijverheid [ 1974] ECR 1299, στη σελίδα 1309· υπόθεση 39/75, Coenen κατά Sociaal-Economische Raad [1975] ECR 154, στη σελίδα 1555 ). Πιο πρόσφατα το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 48,59 και 65 επιδιώκουν όλα την εξάλειψη των μέτρων που υπάγουν τους υπηκόους κράτους μέλους σε αυστηρότερους κανόνες ή καθιστούν μειονεκτική τη νομική ή πραγματική τους κατάσταση σε σχέση με τους υπηκόους του κράτους μέλους που θεσπίζει το μέτρο (υπόθεση 251/83, Haug Adrion κατά Frankfurter Versicherungs-AG ( Συλλογή 1984, σ. 4277 ).
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν γίνονται, κατά τη γνώμη μου, διακρίσεις λόγω ιθαγενείας ή κατοικίας του προμηθευτή ή του τόπου κατασκευής ή διανομής των βιντεοκασετών: οι προμηθευτές κασετών εκτός Γαλλίας δεν είναι σε χειρότερη θέση από τους προμηθευτές στη Γαλλία, ούτε υπόκεινται σε αυστηρότερους κανόνες. Διαφορά ή διάκριση υπάρχει όχι μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών που παρέχουν την ίδια υπηρεσία, αλλά μεταξύ δύο υπηρεσιών, της προμήθειας ταινιών και της προμήθειας βιντεοκασετών.
Δεν θεωρώ, επομένως, ότι οι διατάξεις του νόμου που αναφέρεται στο ερώτημα είναι ασυμβίβαστες με το άρθρο 59 της Συνθήκης. Αν δεν είχα καταλήξει στην άποψη αυτή, θα θεωρούσα ότι ενδεχομένως μπορούν, αναλόγως των πραγματικών περιστατικών, να δικαιολογηθούν για λόγους « γενικού συμφέροντος » ( van Binsbergen ). Μολονότι δεν θεωρώ ότι το άρθρο 36 μπορεί να εφαρμοστεί κατ' αναλογία στην περίπτωση αυτή ώστε να διασωθεί η αμφισβητούμενη διάταξη, μπορεί, για τους ίδιους λόγους που ανέφερα προηγουμένως, να προβληθεί δικαιολογία ανάλογη με εκείνη που συνίσταται στην επιτακτική ανάγκη όσον αφορά το άρθρο 30.
Οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι ο νόμος αντίκειται στην αρχή της ελευθερίας εκφράσεως. Επικαλέστηκαν το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία εγγυάται την ελευθερία εκφράσεως με ορισμένες εξαιρέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου.
Αν η άποψη στην οποία κατέληξα όσον αφορά το πρώτο σημείο είναι ορθή, τότε παρέλκει η εξέταση του ισχυρισμού αυτού.
Η γαλλική κυβέρνηση, ωστόσο, απαντά ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο τα μέτρα που θεσπίζουν τα κράτη μέλη είναι σύμφωνα με τη Σύμβαση και ότι βάσει της εκθέσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην υπόθεση 5178/81, De Geïllustreerde Pers κατά Κάτω Χωρών, την οποία ενέκρινε η Επιτροπή Υπουργών με ψήφισμα της 17ης Φεβρουαρίου 1977 (Απόφαση και Πρακτικά, 1977, αριθ. 8), δεν υπάρχει παράβαση της Σύμβασης.
Η Επιτροπή, βασιζόμενη στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 36/75, Rutili κατά Υπουργείου Εσωτερικών [1975] EC R 1219, υποστηρίζει ότι οι εξαιρέσεις από τις θεμελιώδεις αρχές που θεσπίζει η Συνθήκη πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως της Σύμβασης και ότι, βάσει της υποθέσεως De Geïllustreerde Pers, ο γαλλικός νόμος είναι σύμφωνος προς τη Σύμβαση, δεδομένου ότι συνιστά « προστασία των δικαιωμάτων άλλων » αφού επιδιώκει να εξασφαλίσει βιώσιμο μέλλον στη βιομηχανία του κινηματογράφου.
Από τις υποθέσεις 4/73, Nold κατά Επιτροπής, (1974) ECR 491, στη σελίδα 507, και 44/79, Hauer κατά Rheinland-Pfalz (1979) ECR 3727, στη σελίδα 3745, συνάγεται σαφώς ότι η Σύμβαση παρέχει στο Δικαστήριο τις κατευθυντήριες γραμμές κατά τη θέσπιση των θεμελιωδών εκείνων κανόνων δικαίου που αποτελούν τμήμα του κοινοτικού δικαίου, μολονότι η Σύμβαση δεν δεσμεύει την Κοινότητα αυτή καθαυτή, ούτε αποτελεί τμήμα του δικαίου της (υπόθεση 48/75, Royer [1976] ECR 185, και 118/75, Watson και Beimann [ 1976 ] ECR 1185 όπου το Δικαστήριο δεν δέχτηκε τον ισχυρισμό ότι η Σύμβαση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κοινοτικού δικαίου ).
Κατά τη γνώμη μου, είναι ορθό ότι, όπως υποστηρίζει και η Επιτροπή, οι εξαιρέσεις του άρθρου 36 και η έκταση εφαρμογής των « επιτακτικών αναγκών » βάσει των οποίων θεσπίζονται μέτρα που δεν εμπίπτουν στο άρθρο 30 θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως της Σύμβασης ( Rutili, γενικός εισαγγελέας Warner στην υπόθεση 34/79, Regina κατά Henn και Darby [ 1979 ] ECR 3795, στη σελίδα 3821 ).
Για τις ανάγκες της υπό κρίση υποθέσεως μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ελευθερία του λόγου ή της εκφράσεως αποτελεί τμήμα του κοινοτικού δικαίου σε τομείς όπου άπτεται των δραστηριοτήτων της Κοινότητας. Δεν με ικανοποιεί, όμως, το επιχείρημα που προβάλλεται στην υπόθεση αυτή, κατά το οποίο, το άρθρο 10 της Σύμβασης παραβιάζεται απλώς και μόνο διότι η σειρά με την οποία χρησιμοποιούνται οι διάφορες μέθοδοι παρουσιάσεως του ίδιου κινηματογραφικού υλικού ρυθμίζεται από το κράτος, ή το επιχείρημα ότι υπάρχει κανόνας του κοινοτικού δικαίου, ο οποίος βασίζεται στη Σύμβαση ή εξασφαλίζει τη συμφωνία του κοινοτικού δικαίου με τη Σύμβαση και ο οποίος απαγορεύει τη ρύθμιση αυτή.
Ούτε ικανοποιούμαι με το επιχείρημα που προτείνεται στην υπόθεση αυτή ότι, ανεξάρτητα από τη Σύμβαση, υπάρχουν κανόνες του κοινοτικού δικαίου, οι οποίοι διέπουν την ελευθερία της εκφράσεως και οι οποίοι δήθεν παραβιάζονται από τον εν λόγω νόμο που ρυθμίζει τη σειρά και το χρόνο εκμεταλλεύσεως των διαφόρων μορφών του ίδιου υλικού.
Στις προτάσεις μου στην υπό κρίση υπόθεση περιορίζομαι στα άρθρα της Συνθήκης που αναφέρονται στο ερώτημα και άφησα εσκεμμένως κατά μέρος τα ζητήματα που είναι πιθανό να τεθούν όσον αφορά το άρθρο 5 αν εξεταστεί σε συνδυασμό με τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης και υπό το φως της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 229/83, Leclerc και Thouars ( Συλλογή 1985, σ. 17 ). Αυτά αποτελούν διαφορετικά ζητήματα, τα οποία δεν τίθενται εν προκειμένω.
Θεωρώ, συνεπώς, ότι στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις του άρθρου 89 του γαλλικού νόμου της 29ης Ιουλίου 1982, όπως συμπληρώθηκε από το Διάταγμα της 4ης Ιανουαρίου 1983, με τις οποίες ρυθμίζεται η διανομή κινηματογραφικών έργων στη Γαλλία, στο βαθμό που καθιερώνουν χρονική απόσταση μεταξύ του ενός τρόπου διανομής κινηματογραφικών έργων και του άλλου απαγορεύοντας, επί ένα έτος, εκτός αν εγκριθεί παρέκκλιση, την ταυτόχρονη εκμετάλλευση του έργου στους κινηματογράφους και υπό μορφή βιντεοκασέτας, δεν αποδείχθηκε ότι αντίκεινται στα άρθρα 30, 34 ή 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει επί των δικαστικών εξόδων των διαδίκων στις κύριες δίκες. Οι λοιποί παρεμβαίνοντες διάδικοι πρέπει να φέρουν έκαστος τα δικαστικά του έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy