ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 14ης Φεβρουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ι — Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Η σημασία της υπό κρίση υπόθεσης έγκειται κυρίως, κατά τη γνώμη μου, στα επιχειρήματα των διαδίκων τα οποία περιλαμβάνονται στον τρίτο λόγο που πρόβαλε η προσφεύγουσα σχετικά με την πολιτική της Επιτροπής όσον αφορά το ύψος των προστίμων. Όπως είναι γνωστό, η πολιτική της Επιτροπής επί των προστίμων συνίσταται, σε περίπτωση υπερβάσεως των ποσοστώσεων, στην εφαρμογή ενός γενικού ποσού προστίμου, το οποίο έχει ως βάση το μέσο όρο των δαπανών μιας πρότυπης επιχείρησης καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής ( « standard integrated company » ). Όπως η Επιτροπή επανέλαβε με κάθε λεπτομέρεια στις σελίδες 12 και 13 του υπομνήματος της αντικρούσεως, το γενικό αυτό ποσό προστίμου αποσκοπεί ιδίως στην εξουδετέρωση του πλεονεκτήματος που θα αποκόμιζαν οι επιχειρήσεις σε περίπτωση υπερβάσεως των ποσοστώσεων. Όμως, η προσφεύγουσα, με τον τρίτο της λόγο, προβάλλοντας πειστικά επιχειρήματα υποστηρίζει, αφενός, ότι το γενικό αυτό ποσό καθώς και ο υπολογισμός του ύψους του προστίμου βάσει του ποσού αυτού δεν εξαφανίζουν πάντοτε το πλεονέκτημα που αποκομίζουν οι επιχειρήσεις καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής σε περίπτωση υπερβάσεως των ποσοστώσεων και, αφετέρου, ότι η εφαρμογή του γενικού αυτού ποσού συνεπάγεται διάκριση εις βάρος των επιχειρήσεων που έχουν ειδικευτεί στη μεταποίηση ημιτελών προϊόντων ή παλαιών σιδηρικών και οι οποίες πραγματοποιούν προστιθέμενη αξία κατώτερη αυτής που πραγματοποιούν οι επιχειρήσεις καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής. Οι επιχειρήσεις αυτές, στις οποίες υπάγεται και η προσφεύγουσα, ζημιώνονται υπερβολικά λόγω της εφαρμογής του σταθερού αυτού ποσού. Νομίζω πράγματι, ότι η συνέπεια αυτή οφείλεται σχεδόν εξ ορισμού, στην εφαρμογή του πιο πάνω σταθερού ποσού προστίμου. Συνεπώς, το ποσό αυτό θέτει όντως στο Δικαστήριο ένα προφανές και θεμελιώδες πρόβλημα για λόγους που αφορούν την επιείκεια, την αρχή της ίσης μεταχείρισης και την αρχή της αναλογικότητας. Το πρόβλημα αυτό μπορεί, σε κάποιο βαθμό, να συγκριθεί με ανάλογο πρόβλημα, το οποίο έπαιζε άλλοτε αποφασιστικό ρόλο κατά την εναρμόνιση των συστημάτων του φόρου κύκλου εργασιών. Πράγματι, εξαιτίας κυρίως της διακρίσεως που υφίστατο εις βάρος των ειδικευμένων επιχειρήσεων, σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής, λόγω της σωρευτικής φορολογίας κάθε σταδίου παραγωγής για τη συνολική αξία του πωλούμενου υπ' αυτών προϊόντος ( ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η προστιθέμενη αξία είναι πολύ χαμηλότερη στις ειδικευμένες επιχειρήσεις), ως σημείο αφετηρίας για την εναρμόνιση των συστημάτων του φόρου κύκλου εργασιών ελήφθη το σύστημα του φόρου επί της προστιθέμενης αξίας. Κατά τη γνώμη μου, μπορεί, πράγματι, να υποστηριχθεί βάσιμα ότι ένα σύστημα προστίμων για υπερβάσεις ποσοστώσεων το οποίο ευνοεί τις επιχειρήσεις καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής ( και επιτρέπει επιπλέον να υφίσταται ένα σημαντικό κέρδος, τουλάχιστον όταν πρόκειται για πρώτη παράβαση ) και ταυτόχρονα μεταχειρίζεται δυσμενώς (λόγω του εξαιρετικά απαγορευτικού του αποτελέσματος ) όλες τις ειδικευμένες επιχειρήσεις που πραγματοποιούν μικρότερη προστιθέμενη αξία, πρέπει, επίσης, να κριθεί ως αντίθετο προς την επιείκεια και, ειδικότερα, ως εισάγον διακρίσεις. Συνεπώς, θα επανέλθω λεπτομερέστερα επί του σημείου αυτού κατά την εκτίμηση του τρίτου λόγου.
Προφανώς, πρέπει να εξετάσω διεξοδικότερα το σημείο αυτό, ως προς το οποίο ο εισηγητής δικαστής έθεσε, επίσης, εύστοχα ερωτήματα κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, στο πλαίσιο των σχετικών ρυθμίσεων και πραγματικών περιστατικών. Στην υπό κρίση υπόθεση, και αντίθετα προς ό, τι συνηθίζω σε τέτοιες περιπτώσεις, θεωρώ χρήσιμο να επαναλάβω στις προτάσεις μου, σχεδόν ολόκληρη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων, λόγων και επιχειρημάτων των διαδίκων, τροποποιώντας την αρίθμηση τους, και αυτό για να καταδειχθεί καλύτερα η σημασία του σημείου αυτού σε σχέση με το σύνολο των προβληθέντων λόγων. Ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, η εκτίμηση μου ως προς τον πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγο θα είναι σχετικά σύντομη.
Θα παραλείψω μόνο το μέρος της έκθεσης για την επ' ακροατηρίου συζήτηση το οποίο αφορά τη διεξαγωγή της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, δεδομένου ότι έχει μικρότερη σημασία για τις προτάσεις μου. Αντίθετα, σ' αυτό το τμήμα των προτάσεων μου θα συμπεριλάβω και το κείμενο των άρθρων 58, παράγραφος 4, και 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Επίσης, κατά την εκτίμηση μου, θα εξετάσω επιπλέον, εφόσον παρίσταται ανάγκη, τα επιχειρήματα που περιλαμβάνονται στις γραπτές παρατηρήσεις και τα οποία εκτίθενται μόνο περιληπτικά στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, καθώς επίσης και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας.
II — Η σχετική ρύθμιση και τα σχετικά περιστατικά
1. Η σχετική ρνθμιση
α)
Η Επιτροπή, προς αντιμετώπιση έκδηλης κρίσεως στην αγορά χάλυβα, κατά την έννοια του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, θέσπισε, με την απόφαση 2794/80, της 31ης Οκτωβρίου 1980 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 13/10, σ. 50) ένα σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα το οποίο ίσχυσε από την 1η Οκτωβρίου 1980 μέχρι τις 30 Ιουνίου 1981.
β)
Η Επιτροπή, δεδομένου ότι, κατά τα μέσα του 1981, η ευρωπαϊκή βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα εξακολουθούσε να διέρχεται περίοδο έκδηλης κρίσεως, με την απόφαση 1831/81 της 24ης Ιουνίου 1981 ( ΕΕ 1981, L 180, σ. 1 ), όπως τροποποιήθηκε από τις αποφάσεις 1832/31 της 3ης Ιουλίου 1981 ( ΕΕ 1981, L 184, σ. 1), 2804/81 της 23ης Σεπτεμβρίου 1981 ( ΕΕ 1981, L 278, σ. 1 ) και 553/82 της 3ης Μαρτίου 1982 (ΕΕ 1982, L 65, σ. 6), θέσπισε ένα νέο σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα και ένα σύστημα ελέγχου για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, το οποίο στηριζόταν επίσης στα άρθρα 47 και 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και έπρεπε να εφαρμοστεί κατά την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1981 μέχρι 30 Ιουνίου 1982.
Το άρθρο 5 της απόφασης 1831/81 ορίζει ότι η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο, για κάθε επιχείρηση, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατό να διατεθεί στην κοινή αγορά, βάσει των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, και με την εφαρμογή επί των πιο πάνω παραγωγών και ποσοτήτων ορισμένων ποσοστών μειώσεως της παραγωγής.
Το άρθρο 7 α) της απόφασης 1831/81, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1, παράγραφος 5, της απόφασης 1832/81, ορίζει τα εξής:
« Η παραγωγή αναφοράς για τις κατηγορίες V και VI υπολογίζεται ως εξής:
—
λαμβάνονται υπόψη οι ποσοστώσεις που καθορίστηκαν από την Επιτροπή κατά την περίοδο εφαρμογής της αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ, συμπεριλαμβανομένων και όλων των προσαρμογών οι οποίες έγιναν για τα προϊόντα της ομάδας IV, η οποία ορίζεται στο άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως, εξαιρουμένης της κατηγορίας IV ( χονδρόσυρμα ),
—
οι ποσοστώσεις αυτές χρησιμοποιούνται για την αναπροσαρμογή των αντιστοίχων παραγωγών αναφοράς βάσει των ποσοστώσεων μειώσεως της παραγωγής τα οποία ισχύουν κατά τη διάρκεια των εξεταζόμενων τριών τριμήνων,
... »
Εξάλλου, το άρθρο 12 της απόφασης 1831/81 ορίζει τα εξής:
« Στις επιχειρήσεις που υπερβαίνουν τις ποσοστώσεις παραγωγής τους ή το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατό να διατεθεί στην κοινή αγορά, επιβάλλεται κατά κανόνα πρόστιμο 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως.
Στην περίπτωση που η παραγωγή μιας επιχειρήσεως υπερβαίνει την ποσόστωση της κατά 10% ή περισσότερο, ή στην περίπτωση που μία επιχείρηση έχει ήδη υπερβεί κατά τη διάρκεια προηγούμενου τριμήνου την ή τις ποσοστώσεις της, τα πρόστιμα ανά τόνο δύνανται να διπλασιαστούν. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν και για την υπέρβαση των ποσοτήτων που είναι δυνατόν να διατεθούν στην αγορά.
Το ποσό αυτό επιβαρύνεται κατά 1% για κάθε μήνα καθυστερήσεως της καταβολής' η καθυστέρηση υπολογίζεται αρχίζοντας από την ημερομηνία που καθορίζεται στην απόφαση περί επιβολής κυρώσεως ».
Εντούτοις, προκειμένου η πιο πάνω διάταξη να κατανοηθεί ορθώς πρέπει να εννοηθεί σε σχέση με τα άρθρα 58, παράγραφος 4, και 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Το άρθρο 58, παράγραφος 4, της Συνθήκης είναι διατυπωμένο ως εξής:
« Η Ανωτάτη Αρχή δύναται να επιβάλει στις επιχειρήσεις που παραβιάζουν τις αποφάσεις που λαμβάνει κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου πρόστιμα, το ύψος των οποίων είναι κατ' ανώτατο όριο ίσο προς την αξία των ποσοτήτων που παρήχθησαν αντικανονικά ».
Το άρθρο 36 είναι διατυπωμένο ως εξής:
« Η Ανωτάτη Αρχή πριν επιβάλει μια από τις χρηματικές κυρώσεις ή καθορίσει μία από τις χρηματικές ποινές που προβλέπονται στην παρούσα συνθήκη, οφείλει να παράσχει στον ενδιαφερόμενο την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.
Οι χρηματικές κυρώσεις και οι χρηματικές ποινές που επιβάλλονται δυνάμει των διατάξεων της παρούσης συνθήκης δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής πλήρους δικαιοδοσίας.
Οι προσφεύγοντες, κατά τους όρους που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 33 της παρούσης συνθήκης, δύνανται να επικαλεσθούν εις ενίσχυση της προσφυγής αυτής την έλλειψη νομιμότητας των αποφάσεων και συστάσεων η οποία τους προσάπτεται ».
Τέλος, το άρθρο 14 της απόφασης 1831/81, όπως επίσης είναι διατυπωμένο στο άρθρο 1, παράγραφος 8, της απόφασης 1832/81, αναφέρει τα εξής:
«Αν, λόγω του ύψους των ποσοστών μειώσεως της παραγωγής τα οποία εφαρμόζονται επί ένα τρίμηνο, το σύστημα ποσοστώσεων δημιουργήσει εξαιρετικές δυσκολίες σε μια επιχείρηση, η Επιτροπή θα προβεί σε κατάλληλη προσαρμογή των παραγωγών αναφοράς για τις εξεταζόμενες κατηγορίες, εφόσον η επιχείρηση υποβάλει αίτηση κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα του σχετικού τριμήνου, στις περιπτώσεις όπου:
—
η ολική παραγωγή αναφοράς των κατηγοριών Ια ως Ιδ είναι κατώτερη από 1000000 τόνους ανά έτος και συνίσταται τουλάχιστον κατά 75 ο/ο από προϊόντα για τα οποία το ποσοστό μειώσεως της παραγωγής υπερβαίνει το 20 %, ή
—
η ολική παραγωγή αναφοράς των κατηγοριών V και VI είναι κατώτερη από 60000 τόνους και το ποσοστό μειώσεως υπερβαίνει το 20 % ».
2. Γα πραγματικά περισνανικά
Με έγγραφο της 20ής Αυγούστου 1981, η Επιτροπή όρισε την ποσόστωση παραγωγής της προσφεύγουσας για το τρίτο τρίμηνο ( 3604 τόνοι) και με έγγραφο της 28ης Οκτωβρίου 1981, για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 (3912 τόνοι). Η προσφεύγουσα δεν ενθυμείται την ακριβή ημερομηνία λήψεως του εγγράφου της 20ής Αυγούστου 1981, δεδομένου ότι το έγγραφο αυτό απευθυνόταν στην έδρα της προσφεύγουσας και έπρεπε να παρέλθει κάποιο διάστημα για να το λάβει.
Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι υπερέβη τις ποσοστώσεις παραγωγής που είχαν οριστεί για τα προϊόντα των κατηγοριών V και VI κατά 2330 τόνους, για το τρίτο τρίμηνο του 1981, και κατά 3263 τόνους, για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 και ότι υπερέβη το τμήμα της ποσόστωσης της, που μπορούσε να διατεθεί στην κοινή αγορά το τέταρτο τρίμηνο του 1981, κατά 697 τόνους (η ποσότητα που είχε οριστεί ανερχόταν σε 2944 τόνους ).
Η Επιτροπή, με έγγραφο της 15ης Φεβρουαρίου 1983, το οποίο εστάλη βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσήψε στην επιχείρηση Queenborough Rolling Mill Company Ltd ( εφεξής « QRM » ) ότι υπερέβη την ποσόστωση παραγωγής της για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981, καθώς και το τμήμα της ποσόστωσης της που μπορούσε να διατεθεί στην κοινή αγορά για το τέταρτο τρίμηνο του 1981. Η QRM, απαντώντας στο πιο πάνω έγγραφο, τόσο με έγγραφα της 23ης Φεβρουαρίου, 25ης Απριλίου και 9ης Ιουνίου 1983, όσο και προφορικώς, δεν αμφισβήτησε αυτές τις διάφορες παραβάσεις, αλλά εξέθεσε τους λόγους που την οδήγησαν στην υπέρβαση των ποσοστώσεων που είχαν οριστεί, και ιδίως την ύπαρξη σημαντικών αποθεμάτων του σχετικού προϊόντος καθώς και τις αμφιβολίες της ως προς το εάν το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής είχε εφαρμογή και στην ίδια. Η Επιτροπή, κρίνοντας ανεπαρκή τα επιχειρήματα της QRM της επέβαλε, με απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1984, πρόστιμο ύψους 491988 ECU, δηλαδή 280708 λιρών Αγγλίας.
Η υπό κρίση προσφυγή στρέφεται κατά της πιο πάνω αποφάσεως της Επιτροπής της 26ης Ιανουαρίου 1984.
III — Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουσα άσκησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, την υπό κρίση προσφυγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Μαρτίου 1984.
Η προσφεύγουσαζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1984·
2)
επικουρικώς, να ακυρώσει ή να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε με την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1984·
3)
και στις δύο περιπτώσεις να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπήξητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή·
2)
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
IV — Λόγοι και κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
1. Ως προς την εκ μέρους της προσφεύγουσας γνώση του συστήματος των ποσοστώσεων
Η προσφεύγουσα, υπό τύπον εισαγωγής, περιγράφει την επιχείρηση της. Πρόκειται περί μικρής επιχειρήσεως, ο ετήσιος κύκλος εργασιών της οποίας ανέρχεται σε 4,5 περίπου εκατομμύρια λίρες Αγγλίας ( 7,65 εκατομμύρια ECU ). Η εταιρία αυτή ασχολείται κυρίως με την ελασματοποίηση και τη μεταποίηση των σιδηροτροχιών, τις οποίες δεν χρησιμοποιούν πλέον οι βρετανικοί σιδηρόδρομοι, σε ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής. Αποτελεί επιχείρηση που παράγει ένα μόνο προϊόν, έτσι ώστε δεν έχει τη δυνατότητα να στρέψει ορισμένες δυνατότητες της παραγωγής της προς προϊόντα που δεν υπόκεινται σε σύστημα ποσοστώσεων ή να κατανείμει ισόρροπα την παραγωγή της μεταξύ διαφόρων προϊόντων. Η προσφεύγουσα, ως μικρή επιχείρηση, θεωρούσε το 1981 ότι τα μέτρα προς αντιμετώπιση της κρίσεως, που είχε επιβάλει η Επιτροπή, αφορούσαν προεχόντως τις σημαντικότερες ενώσεις επιχειρήσεων, και όχι τις μικρές επιχειρήσεις μεταποιήσεως και παραγωγής ενός μόνο προϊόντος από παλαιά, κυρίως, σιδηρικά. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι διαχειριστές της πίστευαν καλόπιστα ότι η Συνθήκη ΕΚΑΧ και τά μέτρα προς αντιμετώπιση της κρίσεως δεν εφαρμόζονταν στην ίδια, δεδομένου ότι δεν κατασκεύαζε καινουργή ελάσιμα προϊόντα από χάλυβα και επομένως δεν μπορούσε να επηρεάσει την παραγωγή χάλυβα της Κοινότητας.
Η Επιτροπή τονίζει, επίσης, υπό τύπον εισαγωγής, ότι οι σχέσεις της με την QRM χαρακτηρίζονταν, μέχρι τις αρχές του 1982, από τη συνειδητή και ηθελημένη άρνηση της QRM να συμμορφωθεί προς τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Επικαλείται τη διαφορά μεταξύ αυτής και της QRM, η οποία αναφύηκε τον Αύγουστο 1979 και συνεχίστηκε μέχρι την απόφαση της της 13ης Φεβρουαρίου 1982, με την οποία η QRM υποχρεώθηκε να δηλώσει τη δυνάμενη να τύχει εισφοράς παραγωγή της και να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά. Η QRM αποδέχτηκε αυτήν την απόφαση. Αντίθετα με ό, τι η QRM αφήνει να εννοηθεί, δηλαδή ότι ενήργησε πεπλανημένα πλην καλόπιστα, η Επιτροπή φρονεί ότι η προσφεύγουσα ηθελημένα αγνόησε τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚΑΧ και το σύστημα των ποσοστώσεων. Στον πιο πάνω ισχυρισμό, η προσφεύγουσα απαντά ότι, μέχρι την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1982, πίστευε ότι ούτε το σύστημα των εισφορών ούτε αυτό των ποσοστώσεων εφαρμόζονταν ως προς την ίδια, η γνώμη δε αυτή οφείλεται στο ότι δεν αντιλήφθηκε καλώς την έννοια της απόφασης 1831/81, πράγμα το οποίο την οδήγησε επιπροσθέτως σε απώλεια ποσοστώσεων.
2. Οι προβαλλόμενοι λόγοι
Η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους:
2.1. Πρώτος λόγος: καθυστερημένη λήψη του εγγράφου που όριζε τις ποσοστώσεις για το τρίτο τρίμηνο του 1981
Ο λόγος αυτός υποδιαιρείται σε δύο σκέλη:
2.1.1. Πρώτο σκέλος: αδυναμία συμμορφώσεως προς τη χορηγηθείσα ποσόστωση
Η προσφεύγονοα παρατηρεί καταρχάς ότι έλαβε το έγγραφο που καθόριζε την ποσόστωση για το τρίτο τρίμηνο του 1981 ενώ είχαν ήδη παρέλθει τα δύο τρίτα του τριμήνου. Προσθέτει ότι, δεδομένου ότι το εργοστάσιο της ελασματοποιήσεως είχε δημιουργηθεί πρόσφατα και ήταν αναγκασμένη να το λειτουργεί με σχετικά περιορισμένους οικονομικούς πόρους καθώς επίσης και να ικανοποιεί νέους πελάτες, δεν ήταν σε θέση να μειώσει πρόσκαιρα την παραγωγή της ενώ είχε ήδη παρέλθει μεγάλο μέρος του σχετικού τριμήνου. Εξάλλου, δεν είχε άλλες δυνατότητες παραγωγής. Καθώς οι παραγγελίες ήταν πολύ σημαντικές σε σύγκριση με το μέγεθος της επιχείρησης της, ενώ, εξάλλου, δεν της είχε ακόμα παραδοθεί ένα τμήμα των εγκαταστάσεων της, φρονεί ότι της ήταν σχεδόν αδύνατο να διακόψει την παραγωγή και να ευθυγραμμιστεί προς την απόφαση. Σ' αυτό προστίθεται και το γεγονός ότι η επιχείρηση έκλεισε για δύο βδομάδες, τον Αύγουστο του 1981, λόγω διακοπών. Η QRM, δεδομένου ότι η μέση μηνιαία παραγωγή της ανέρχεται τουλάχιστον σε 2300 τόνους, ότι τόσο οι παραδόσεις για παραγγελίες που είχαν γίνει πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 1981 όσο και οι παραδόσεις προς τακτικούς πελάτες ανήλθαν σε 4238 τόνους για το τρίτο τρίμηνο και ότι το απόθεμά της ανερχόταν, στα τέλη Αυγούστου, σε 1900 τόνους, αναγκάστηκε να παραγάγει, 2338 τόνους ( 4238 τόνοι μείον 1900 τόνοι ). Πράγματι, η προσφεύγουσα παρήγαγε το Σεπτέμβριο 2516 τόνους, πράγμα που δείχνει ότι μόνο η παραγωγή 178 τόνων ( 2516 τόνοι μείον 2338 τόνοι ) είναι αδικαιολόγητη.
Η Επιτροπή απορρίπτει το σκέλος αυτό του πρώτου λόγου ως αβάσιμο. Πρώτα απ' όλα τονίζει ότι το έγγραφο με το οποίο χορηγήθηκε η ποσόστωση για το τρίτο τρίμηνο απεστάλη στις 20 Αυγούστου 1981. Η Επιτροπή, μολονότι θεωρεί ότι η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι αυτή κατά την οποία το έγγραφο έφθασε στην έδρα της QRM ( δηλαδή γύρω στις 24 Αυγούστου ), στην επίμαχη απόφαση δέχτηκε ότι η πλεονασματική παραγωγή μπορούσε να οφείλεται στο γεγονός ότι το έγγραφο έφθασε στην QRM αργότερα από ό,τι συνηθίζεται. Περαιτέρω, εξετάζει σε ποιο 6αθμό μπορεί να θεωρηθεί ότι η υπέρβαση παραγωγής οφείλεται σ' αυτή την καθυστέρηση. Δεδομένου ότι η QRM υπερέβη επίσης σημαντικά την ποσόστωση της παραγωγής της στις αρχές μόλις του 1982, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι αιτία της υπέρβασης δεν ήταν η εκπρόθεσμη λήψη. Παρ' όλα αυτά, αποφάσισε να μειώσει το κανονικό ύψος του προστίμου για το τρίτο τρίμηνο κατά 50 % πράγμα που ισοδυναμεί με « απαλλαγή »1165 παρανόμως παραχθέντων πλεονασματικών τόνων.
Τέλος, η Επιτροπή φρονεί ότι οι λόγοι που επικαλείται η QRM για να δικαιολογήσει την υπέρβαση, ιδίως οι παραδόσεις σε τακτικότατους πελάτες καθώς και οι ποσότητες ως προς τις οποίες είχε αναληφθεί δέσμευση να παραδοθούν μετά την 1η Σεπτεμβρίου, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τον παράνομο χαρακτήρα της υπέρβασης. Οι επιβληθέντες από τις ποσοστώσεις περιορισμοί αποτελούν πράξεις δημόσιου δικαίου και, επομένως, υπερισχύουν των συμβατικών υποχρεώσεων.
2.1.2. Αεύτερο σκέλος: η αδυναμία προβλέψεως του νέου συστήματος ποσοστώσεων
Με το δεύτερο αυτό σκέλος, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι πίστευε ότι τα μέτρα προς αντιμετώπιση της κρίσεως δεν αφορούσαν τις μικρές επιχειρήσεις μεταποιήσεως και παραγωγής ενός μόνο προϊόντος. Η QRM, ως μικρή επιχείρηση, δεν μπορούσε ούτε να προβλέψει ότι κατά τη διάρκεια του θέρους του 1981, με την απόφαση 1831/81, θα θεσπιζόταν ένα νέο και περίπλοκο σύστημα ποσοστώσεων, ούτε να μελετήσει τα σχέδια και τις αποφάσεις της Επιτροπής. Επομένως, ήταν αναγκασμένη να περιμένει τη λήψη του εγγράφου της Επιτροπής το οποίο καθόριζε τους συγκεκριμένους όρους που είχαν επιβληθεί στην QRM για το τρίτο τρίμηνο του 1981. Όταν έλαβε τελικά το έγγραφο που καθόριζε τις ποσοστώσεις, δεν της απέμενε πλέον καμία δυνατότητα συμμορφώσεως προς αυτό.
Πρώτα από όλα, η Επιτροπή επισημαίνει τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Φεβρουαρίου 1982 στις υποθέσεις 276/80, Padana, Συλλογή 1982, σ. 517'στις υποθέσεις 39, 43, 85 και 88/81, Χαλυβουργική ΑΕ και Ελληνική Χαλυβουργία ΑΕ, Συλλογή 1982, σ. 593, και της 3ης Μαρτίου 1982 στην υπόθεση 14/81, Alpha Steel, Συλλογή 1982, σ. 749, σύμφωνα με τις οποίες οι μικρές επιχειρήσεις μεταποιήσεως και παραγωγής ενός μόνο προϊόντος υπόκεινται στο σύνολο των κανόνων του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής.
Δεύτερον, η Επιτροπή φρονεί ότι η απόφαση 1831/81 παρέσχε στην QRM όλα τα αναγκαία στοιχεία για να υπολογίσει τις δικές της ποσοστώσεις, πράγμα το οποίο δεν ήταν δύσκολο δεδομένου ότι η QRM είχε ήδη στη διάθεση της, σύμφωνα με την απόφαση 2794/80, τις παραγωγές αναφοράς της οι οποίες δεν είχαν προσαρμοστεί. Η QRM, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Επιτροπής και λαμβανομένης υπόψη της υπέρβασης της παραγωγής κατά 1165 τόνους, την οποία αγνόησε η Επιτροπή μειώνοντας κατά 50 ο/ο το πρόστιμο για το τρίτο τρίμηνο, μπορούσε να παραγάγει το Σεπτέμβριο 1981 1351 τόνους. Η Επιτροπή φρονεί ότι η μείωση αυτή δεν είναι παράλογη συγκρινόμενη με την προηγούμενη μέση μηνιαία παραγωγή των 1709 τόνων της QRM.
2.2. Ο δεύτερος λύγος: εξαιρετικές δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981
Η προσφεύγουσα στηρίζει αυτό το λόγο στο γεγονός ότι κατά το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981 αντιμετώπισε εξαιρετικές δυσκολίες, κατά την έννοια του άρθρου 14 της απόφασης 1831/81. Θεωρεί ότι κατά τη διάρκεια των δύο αυτών τριμήνων, λειτούργησε υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες που λειτούργησε και κατά τη διάρκεια του πρώτου και δεύτερου τριμήνου του 1982, ως προς τα οποία η Επιτροπή εφάρμοσε την ευνοϊκή διάταξη του άρθρου 14. Μολονότι η Επιτροπή, για λόγους καθαρά τυπικούς, αρνήθηκε να προσαρμόσει τις ποσοστώσεις της για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981, η QRM έχει τη γνώμη ότι η Επιτροπή, καθορίζοντας το ύψος του προστίμου, όφειλε να λάβει υπόψη της τις δυσκολίες της QRM. Εξάλλου, στις 16 Μαΐου 1983, η Επιτροπή, μολονότι η αίτηση προσαρμογής είχε υποβληθεί εκπρόθεσμα, υποσχέθηκε να την εξετάσει με τη μεγαλύτερη προσοχή πράγμα που, προφανώς, δεν έκανε. Εντούτοις, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ούτε τη νομιμότητα της απόφασης σχετικά με τον καθορισμό της ποσόστωσης για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο ούτε τη νομιμότητα του άρθρου 14 της απόφασης 1831/81 ούτε τη νομιμότητα της ατομικής απόφασης της 22ας Νοεμβρίου 1983 με την οποία δεν έγινε δεκτή η βάσει του άρθρου 14 αίτηση προσαρμογής για τη σχετική περίοδο.
Αντιθέτως, η Επιτροπή επισημαίνει τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως στην υπόθεση 76/83, Boël, απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1984 ( Συλλογή 1984, σ. 859 ) σύμφωνα με την οποία οι μη αμφισβητηθείσες προηγουμένως ατομικές αποφάσεις με τις οποίες καθορίζεται ή απορρίπτεται αίτηση προσαρμογής των ποσοστώσεων παραγωγής, δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθούν στο πλαίσιο προσφυγής με την οποία ζητείται η ακύρωση μιας απόφασης με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο. Περαιτέρω, τονίζει ότι το άρθρο 14 δεν εφαρμόζεται ως προς τον καθορισμό των προστίμων, πράγμα που επίσης απορρέει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 81/83, Busseni (Συλλογή 1984, σ. 2951 ). Συνεπώς, το επιχείρημα που η προσφεύγουσα αντλεί από το άρθρο 14 της απόφασης 1831/81 δεν είναι δυνατό να δικαιολογήσει μείωση του επιβληθέντος προστίμου.
2.3. Ο τρίτος λόγος: εσφαλμένος υπολογισμός του προστίμου για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981
Η προσφεύγουσα στηρίζει τον πιο πάνω λόγο στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Θεωρεί ότι το πρόστιμο των 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως, που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις που υπερβαίνουν τις ποσοστώσεις τους έχει αποτελέσματα δυσαναλόγως βαρύτερα για μια μεταποιητική επιχείρηση σε σύγκριση με μια επιχείρηση καθέτου διαρθρώσεωςπαραγωγής. Επίσης, η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη της τις αντικειμενικές διαφορές που υφίστανται μεταξύ των επιχειρήσεων βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα. Από απάντηση της Επιτροπής στην υπόθεση 234/82, Ferriere di Roè Voleiano, απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1983 (Συλλογή 1983, σ. 3921), προκύπτει ότι ο αριθμός των 75 ECU ορίστηκε με γνώμονα μια πρότυπη επιχείρηση καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής και κατά τρόπο που να εξουδετερώνει το πλεονέκτημα που θα αντλούσε μια τέτοια επιχείρηση από υπέρβαση της ποσόστωσης. Θα ήταν σωστότερο για την Επιτροπή να διακρίνει απλώς μεταξύ των τριών κύριων κατηγοριών παραγωγών (μεταποιητικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις κατεργασίας σιδήρου και χάλυβα που λειτουργούν με ηλεκτρικές υψικαμίνους και επιχειρήσεις καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής) ορίζοντας ένα σταθερό πρόστιμο για κάθε κατηγορία. Η προσφεύγουσα, για να αποδείξει τα μειονεκτήματα και τις ζημίες που υφίστανται οι μεταποιητικές επιχειρήσεις λόγω αυτής της ομοιόμορφης μεταχείρισης, κατάρτισε συγκριτικό πίνακα, ο οποίος δείχνει ότι μια επιχείρηση καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής έχει μέση συνεισφορά (υπολογιζόμένη βάσει της καθαρής τιμής πωλήσεως μειωμένης κατά το κόστος παραγωγής) 120 λίρες Αγγλίας ανά τόνο χάλυβα ενώ η συνεισφορά μιας μεταποιητικής επιχείρησης φθάνει μόνο τις 35 λίρες Αγγλίας. Επομένως, η επιβολή του ίδιου προστίμου των 75 ECU ( το οποίο αντιστοιχεί σε 43 λίρες Αγγλίας) αφήνει στην επιχείρηση καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής θετικό υπόλοιπο 77 λιρών Αγγλίας ενώ η μεταποιητική επιχείρηση έχει αρνητικό υπόλοιπο 8 λιρών Αγγλίας. Κατά την προσφεύγουσα, ο καθορισμός ενιαίου ύψους του προστίμου είναι αντίθετος προς την επιείκεια και την αρχή της ισότητας.
Καταρχάς, η Επιτροπή απαντά, ότι δυνάμει του άρθρου 12, της απόφασης 1831/81, στην περίπτωση που η παραγωγή μιας επιχείρησης υπερβαίνει την ποσόστωση της κατά 10 % ή περισσότερο, ή στην περίπτωση που μια επιχείρηση έχει ήδη υπερβεί κατά τη διάρκεια προηγούμενου τριμήνου την ή τις ποσοστώσεις της, τα πρόστιμα είναι δυνατό να φθάσουν μέχρι το διπλάσιο των 75 ECU. Η νομιμότητα της πιο πάνω διάταξης αναγνωρίστηκε ρητώς από το Δικαστήριο στην απόφαση του της 18ης Οκτωβρίου 1983 στην υπόθεση 179/82, Lucchini ( Συλλογή 1983, σ. 3083 ). Υπό το φως της νομολογίας αυτής, ο λόγος που προβάλλει η QRM δεν μπορεί να γίνει δεκτός παρά μόνο αν η κατάσταση της προσφεύγουσας πρέπει να θεωρηθεί ως ειδική ή εξαιρετική, πράγμα το οποίο, κατά την Επιτροπή, δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Εξάλλου, το ίδιο επιχείρημα προβλήθηκε στις υποθέσεις 234/82, Roe Voleiano και 235/82, San Carlo, αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1983 ( Συλλογή 1983, σελίδες 3921 και 3949 αντίστοιχα ). Όπως απέδειξε η Επιτροπή στις πιο πάνω υποθέσεις, η πρόταση της προσφεύγουσας να γίνεται διάκριση, όσον αφορά το επιβαλλόμενο πρόστιμο, μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών παραγωγών όχι μόνο δεν προβλέπεται σε κανένα σημείο της Συνθήκης ΕΚΑΧ αλλά είναι, επιπλέον, ανέφικτη δεδομένου ότι αν γινόταν δεκτή θα ήταν αδύνατο να τεθεί φραγμός στις αιτήσεις εφαρμογής των άλλων διακρίσεων.
Τέλος, η Επιτροπή φρονεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση San Carlo, έχει ήδη κρίνει ότι στο άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν προβλέπεται ο καθορισμός του προστίμου σε αναφορά με την προστιθέμενη αξία (ή τη μέση συνεισφορά ή το μέσο κέρδος ) αποφανθέν ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται « στην έννοια της αξίας των ποσοτήτων που παρήχθησαν αντικανονικά και όχι στην έννοια του περιθωρίου κέρδους που απέφερε η παραγωγή των ποσοτήτων αυτών ».
2.4 Ο τέταρτος Âóyoç: εσφαλμένος υπολογισμός του προστίμου για το τέταρτο τρίμηνο του 1981
Η προοφενγονοα στηρίζει το λόγο αυτό στο γεγονός ότι, κατά τη γνώμη της, είναι άδικη η κατά 25 ο/ο αύξηση του προστίμου για το τέταρτο τρίμηνο, σε σχέση με το κανονικό ύψος για το τρίμηνο αυτό, λόγω υπερβάσεως της ποσόστωσής της κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου, δεδομένου ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η προσφεύγουσα βρισκόταν, κατά τη διάρκεια του τριμήνου αυτού, σε εξαιρετική κατάσταση η οποία δικαιολογούσε ύψος προστίμου μειωμένο κατά 50 % σε σχέση με το κανονικό. Η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη της την εξαιρετική αυτή κατάσταση όταν επικαλέστηκε την υπέρβαση αυτή προκειμένου να αυξήσει το πρόστιμο για υπέρβαση της ποσόστωσης κατά το επόμενο τρίμηνο. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, όφειλε να επιβάλει πρόστιμο αυξημένο κατά 12,5 % και όχι κατά 25 ο/ο σε σχέση με το κανονικό ύψος του προστίμου. Συνεπώς, η QRM φρονεί ότι στην περίπτωση που η υπέρβαση κατά το τρίτο τρίμηνο ήταν απολύτως δικαιολογημένη, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αυξήσει το πρόστιμο για το τέταρτο τρίμηνο, και κατά συνέπεια, στην περίπτωση που η πρώτη υπέρβαση ήταν εν μέρει δικαιολογημένη ( πράγμα που αναγνωρίζει η Επιτροπή ), όφειλε επίσης μόνο εν μέρει να λάβει υπόψη της την υπέρβαση αυτή.
Η Επιτροπή, απαντώντας στο λόγο αυτό, αναφέρεται στο κείμενο του άρθρου 12 της απόφασης 1831/81, το οποίο προβλέπει αύξηση του κανονικού ύψους του προστίμου, και παρατηρεί ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη ο αριθμός των υπερβάσεων κατά την περίοδο εφαρμογής των ποσοστώσεων. Δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι η QRM υπερέβη την ποσόστωση της κατά το τρίτο τρίμηνο, η υπέρβαση κατά το τέταρτο τρίμηνο συνιστά δεύτερη παράβαση, αν και η Επιτροπή δέχτηκε να αντιμετωπίσει ευμενέστερα την παράβαση που διαπράχτηκε κατά το τρίτο τρίμηνο. Εξάλλου, οι περιστάσεις που οδήγησαν στην πιο πάνω ευνοϊκή μεταχείριση αφορούν αποκλειστικά το τρίτο τρίμηνο και δεν υπάρχει κανένας λόγος να ληφθούν εκ νέου υπόψη για το τέταρτο τρίμηνο. Κατά την Επιτροπή, είναι αδύνατο να γίνουν δύο παραχωρήσεις, μία για το τρίτο τρίμηνο και μία για το τέταρτο τρίμηνο, βάσει μιας και της αυτής ελαφρυντικής περίστασης. Τέλος, η Επιτροπή φρονεί ότι η κατά 25 ο/ο αύξηση δεν είναι καθόλου παράνομη, δεδομένου ότι το άρθρο 12 της απόφασης 1831/81 προβλέπει τη δυνατότητα αυξήσεως μέχρι 100 ο/ο.
V — Εκτίμηση των λόγων και συμπέρασμα
1. Ο πρώτος λόγος (αδυναμία συμμορφώσεως στις χορηγηθείσες ποσοστώσεις )
Νομίζω ότι το μέσο αμύνης της Επιτροπής όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου, το οποίο συνόψισα προηγουμένως, πρέπει να γίνει δεκτό. Όπως η ίδια η προσφεύγουσα βεβαιώνει, καθώς η επιχείρηση της είχε κλείσει για δύο εβδομάδες, τον Αύγουστο του 1981, λειτούργησε κατά το ήμισυ μόνο του τρίτου τριμήνου εν αγνοία της ποσόστωσης παραγωγής της, λόγω της καθυστερημένης γνωστοποιήσεως της ποσόστωσης αυτής. Η Επιτροπή ορθώς έλαβε υπόψη της αυτή την περίσταση, μειώνοντας κατά 50 % το πρόστιμο για το τρίτο τρίμηνο. Εξάλλου, νομίζω, όπως ακριβώς και η Επιτροπή και για τους ίδιους λόγους που αυτή επικαλέστηκε, ότι η σύναψη συμβάσεων παραδόσεως δεν μπορεί, προφανώς, να δικαιολογήσει υπερβάσεις ποσοστώσεων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί μόνο για τους λόγους αυτούς. Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται όσον αφορά και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου έστω και αν μπορεί να τεθεί δικαιολογημένα το ερώτημα αν η προσφεύγουσα, δεδομένου ότι δεν της είχαν γνωστοποιηθεί οι ποσοστώσεις της, μπορούσε και όφειλε να τις υπολογίσει η ίδια, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή. Πράγματι, η προσφεύγουσα είχε λάβει γνώση, το αργότερο στα τέλη Αυγούστου, των ποσοστώσεων που της είχαν χορηγηθεί και ως εκ τούτου των επιπλέον ποσοτήτων που μπορούσε να παραγάγει κατά το τρίτο τρίμηνο.
2. Ο δεύτερος λόγος
Η προσφεύγουσα, με το δεύτερο λόγο της, επικαλείται τις εξαιρετικές δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για εξαιρετικές δυσκολίες κατά την έννοια του άρθρου 14 της απόφασης 1831/81. Η προσφεύγουσα, μολονότι η Επιτροπή, κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981, αντίθετα με ό,τι έπραξε κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο του 1982, δεν εφάρμοσε για τυπικούς λόγους το προαναφερθέν άρθρο 14, φρονεί ότι η τελευταία, για τους λόγους που έχω ήδη αναφέρει, όφειλε να λάβει υπόψη της τις δυσκολίες αυτές κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου.
Εν τω μεταξύ, η προσφεύγουσα, κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας, δήλωσε ρητώς ότι δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα ούτε της απόφασης που όριζε τις ποσοστώσεις για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο ( σύμφωνα με το άρθρο 36, τρίτη παράγραφος) ούτε του άρθρου 14 της απόφασης 1831/81, ούτε της ατομικής απόφασης της 22ας Νοεμβρίου 1983 ( με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της περί προσαρμογής βάσει του άρθρου 14, για τη σχετική περίοδο ). Η προσφεύγουσα επιβεβαίωσε το αυτό εκ νέου και κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει επίσης να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος για τους λόγους που ανέφερε η Επιτροπή.
3. Ο τρίτος λόγος ( εσφαλμένος υπολογισμός του προστίμου για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981, φερόμενη παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης )
3.1. Η άποψη της προσφεύγουσας
Όπως ήδη προείπα στις προκαταρκτικές μου παρατηρήσεις, η προσφεύγουσα, με τον τρίτο της λόγο, ισχυρίζεται ότι πρόστιμο ύψους 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως, που ορίζεται με βάση μια πρότυπη επιχείρηση καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής, συνεπάγεται την εισαγωγή διακρίσεων σε βάρος της προσφεύγουσας και σε βάρος άλλων επιχειρήσεων μεταποιήσεως ημιτελών προϊόντων. Η προσφεύγουσα, στην παράγραφο 24 της προσφυγής της, αναπτύσσει το λόγο αυτό υπολογίζοντας ότι ύψος προστίμου της τάξεως αυτής αφήνει στις επιχειρήσεις καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής καθαρό κέρδος 77 περίπου αγγλικών λιρών ανά τόνο, ενώ το ίδιο πρόστιμο ζημιώνει τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως ημιτελών προϊόντων 8 λίρες Αγγλίας επί της « αξίας παραγωγής τους » ( 1 ). Εν προκειμένω, με τη φράση « αξία παραγωγής » εννοείται η καθαρή τιμή πωλήσεως, πλην των κυμαινομενων εξόδων, ανά τόνο. Τα στοιχεία που περιλαμβάνει η προσφυγή διευκρινίζονται στο παράρτημα της απάντησης. Η προσφεύγουσα διευκρινίζει σ' αυτό, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον υπολογισμό της « αξίας παραγωγής » περιλαμβάνεται όχι μόνο το κέρδος αλλά και η συνεισφορά στα σταθερά έξοδα. Στην ίδια απάντηση, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι υπολογισμοί της βασίζονται στο βασικό κριτήριο που η ίδια η Επιτροπή χρησιμοποίησε στην υπόθεση 234/82 (απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1982, Fernere di Roè Volciano κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3933 ). Η προσφεύγουσα παραπέμπει, ιδίως, στο ακόλουθο χωρίο της εν λόγω αποφάσεως: « Ο αριθμός των 75 ECU καθορίστηκε εξάλλου αφού ελήφθη ως βάση μια “ πρότυπη καθετοποιημένη επιχείρηση ”, από την οποία ( κατ' αυτόν τον τρόπο ) αφαιρείται το πλεονέκτημα που συνιστά η μείωση του σταθερού της κόστους από κάθε τόνο που παράγεται καθ' υπέρβαση » ( η εντός της παρενθέσεως λέξη είναι δική μου προσθήκη για λόγους σαφήνειας ).
Η προσφεύγουσα, στηριζόμενη στους υπολογισμούς που παρατίθενται στην παράγραφο 24 της προσφυγής της, διατείνεται ότι η Επιτροπή μπορεί να διακρίνει μεταξύ τριών διαφορετικών προστίμων ανάλογα με τις τρεις κατηγορίες παραγωγών που αναφέρονται στην προσφυγή χωρίς να προσκρούει σε πρακτικά προβλήματα διοικητικής φύσεως ( σχετικά βλέπε επίσης την παράγραφο 19 της απάντησης ).
3.2. Το μέσο άμννας της Επιτροπής
Η Επιτροπή, προς υπεράσπιση της, τονίζει καταρχάς, ότι το Δικαστήριο, στην έβδομη σκέψη της απόφασης του της 19ης Οκτωβρίου 1983, στην υπόθεση 179/82 (Lucchini, Συλλογή 1983, σ. 3083 ), αναγνώρισε ρητώς τη νομιμότητα του γενικού ποσού του προστίμου με την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρετικών περιπτώσεων που δικαιολογούσαν παρεκκλίσεις. Η υπόδειξη της προσφεύγουσας να γίνει διάκριση μεταξύ τριών διαφορετικών προστίμων για τις τρεις κατηγορίες παραγωγών δεν είναι σύμφωνη με τη σχετική έννοια των « εξαιρετικών περιπτώσεων ». Δεύτερον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι στην υπόθεση Roè Volciano που έχω ήδη αναφέρει εξήγησε λεπτομερέστατα τον τρόπο καθορισμού του γενικού προστίμου. Η εξήγηση αυτή είναι διατυπωμένη ως εξής:
« —
Οι τρόποι υπολογισμού του προστίμου είναι πανομοιότυποι για τους παραγωγούς χάλυβα και για τις επιχειρήσεις που διενεργούν μόνο μεταποιήσεις. Πράγματι, το σύστημα ποσοστώσεων έχει ως σκοπό να περιορίσει την παραγωγή, οποιοιδήποτε κι αν είναι εξάλλου οι τρόποι και τα διάφορα στάδια παραγωγής.
—
Ο αριθμός των 75 ECU ανά τόνο υπέρβασης καθορίστηκε κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι επιχειρήσεις να μην έχουν συμφέρον να υπερβαίνουν τις ποσοστώσεις που τους έχουν χορηγηθεί: οι επιχειρήσεις δεν πρέπει να πραγματοποιούν κέρδη στις ποσότητες που παράγουν καθ' υπέρβαση, αλλά ούτε και πρέπει να παρακινούνται να μειώνουν τις ζημίες με τις υπερβάσεις. Ο αριθμός των 75 ECU καθορίστηκε εξάλλου αφού ελήφθη ως βάση μια « πρότυπη καθετοποιημένη επιχείρηση », από την οποία αφαιρείται το πλεονέκτημα που συνιστά η μείωση του σταθερού της κόστους από κάθε τόνο που παράγεται καθ' υπέρβαση.
—
Η δικαιολογία αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε πρόστιμο πρέπει να είναι ανάλογο με το πλεονέκτημα που η υπέρβαση παρέχει στην τιμωρούμενη επιχείρηση, εκτός αν επιδιώκεται η μη εφαρμογή της κύρωσης. Ούτε και το ύψος του προστίμου μπορεί να περιορίζεται αφού ληφθεί υπόψη η προστιθέμενη αξία που δημιουργείται με τη μεταποίηση.
—
Πράγματι, η προστιθέμενη αξία είναι, αφενός μεν, συνάρτηση πολλών παραμέτρων και ποικίλλει κατά μεταποιημένο προϊόν, αφετέρου δε, δεν υπάρχουν δύο μόνο κατηγορίες επιχειρήσεων (παραγωγής και μεταποίησης ), αλλά ολόκληρη σειρά επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα.
—
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, ο αυτοματισμός αυτός της κύρωσης θέτει το πρόβλημα κατά πόσο υπάρχει δυσαναλογία μεταξύ της επιβαλλόμενης κύρωσης και της διαπραχθείσας παράβασης.
—
Κατά την Επιτροπή, κάθε τόνος παραγόμενος καθ' υπέρβαση συμβάλλει στην ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης και επομένως αντιστρατεύεται τους στόχους του συστήματος.
—
Κατά δεύτερο λόγο, ο μεταποιητής αναλαμβάνει τον κίνδυνο της κύρωσης με πλήρη συναίσθηση, εφόσον πληροφορείται εκ των προτέρων το ποσοστό του προστίμου που προβλέπεται με το άρθρο 9, πρώτη παράγραφος, της απόφασης.
—
Η Επιτροπή προσθέτει ότι το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ περιορίζει το ύψος του προστίμου « κατ' ανώτατο όριο ίσο προς την αξία των ποσοτήτων που παρήχθησαν αντικανονικά », οποιοσδήποτε και αν είναι εξάλλου ο τρόπος με τον οποίο έχει παραχθεί η εν λόγω ποσότητα και, επομένως, χωρίς να προσαρμόζει το ύψος του προστίμου προς την προστιθέμενη από το μεταποιητή αξία.
Τρίτον, η Επιτροπή φρονεί ότι η άποψη που υποστηρίζει η προσφεύγουσα όχι μόνο δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στη Συνθήκη, αλλά είναι επιπλέον πρακτικώς ανεφάρμοστη. Η Επιτροπή εξηγεί το σημείο αυτό παρατηρώντας, αφενός, ότι τα διάφορα επίπεδα κέρδους ποικίλλουν από επιχείρηση σε επιχείρηση και, αφετέρου, ότι σε περίπτωση που η πρόταση της προσφεύγουσας γινόταν δεκτή, αυτό θα οδηγούσε, προφανώς, σε αιτήσεις για την εφαρμογή και άλλων διακρίσεων.
Τέταρτον, η Επιτροπή θεωρεί ότι ήδη το Δικαστήριο στην τριακοστή πέμπτη σκέψη της απόφασης San Carlo (απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 235/82, Συλλογή 1983, σ. 3971 ), απέρριψε οποιαδήποτε σύνδεση του ύψους του προστίμου με την προστιθέμενη αξία. Το σχετικό χωρίο της εν λόγω σκέψεως είναι διατυπωμένο ως εξής: « Το Δικαστήριο διαπιστώνει αφενός ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ αναφέρονται στην έννοια της αξίας των ποσοτήτων που παρήχθησαν αντικανονικά και όχι στην έννοια του περιθωρίου κέρδους που απέφερε η παραγωγή των ποσοτήτων αυτών » ( 2 ).
Η Επιτροπή, στην ανταπάντηση της προσθέτει επιπλέον ότι η λέξη « συνεισφορά », που χρησιμοποίησε η προσφεύγουσα, ναι μεν φαίνεται να συνδέεται στενά με την έννοια της « προστιθέμενης αξίας », πλην όμως η Συνθήκη χρησιμοποιεί μόνο τη λέξη « αξία ». Η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι οποιοσδήποτε άλλος κανόνας είναι πρακτικά ανεφάρμοστος, διευκρινίζοντας την άποψη αυτή με νέα παραδείγματα.
Η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση συμπλήρωσε το μέσο αυτό άμυνας με το επιπλέον επιχείρημα ότι η διαφοροποίηση του προστίμου αναλόγως του κέρδους, της προστιθέμενης αξίας ή αυτού που η προσφεύγουσα αποκαλεί « συνεισφορά » θίγει το σύστημα των ποσοστώσεων. Οι παραγωγοί, παραδίδοντας σε μια μεταποιητική επιχείρηση, η οποία υπόκειται στο εν λόγω σύστημα, ημιτελή προϊόντα, τα οποία δεν υπόκεινται στο σύστημα των ποσοστώσεων, μπορούν να πετύχουν μείωση του προστίμου για τα μεταποιημένα αυτά προϊόντα σε περίπτωση υπερβάσεως της ποσόστωσης. Συνεπώς, για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς το σύστημα των ποσοστώσεων, είναι ανάγκη να εφαρμόζεται ένα ενιαίο ύψος προστίμου για όλες τις επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως διαρθρώσεως της παραγωγής τους. Η Επιτροπή θεώρησε επίσης ότι μια σε τέτοιο βαθμό εξατομίκευση των προστίμων, όπως είναι δυνατό να γίνει σε περίπτωση παραβάσεως των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν μπορεί, για πρακτικούς λόγους, να αντιμετωπιστεί σε περίπτωση παραβάσεων όπως αυτές της προκείμενης περίπτωσης.
3.3. Εκτίμηση των επιχειρημάτων των διαδίκων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις. Εκτιμώντας τα επιχειρήματα των διαδίκων, θα παρατηρήσω, πρώτα απ' όλα, ότι δεν μπορεί, στην παρούσα διαδικασία να ληφθεί υπόψη η πρόταση της προσφεύγουσας ότι είναι προτιμότερο να χρησιμοποιεί η Επιτροπή τρία γενικά πρόστιμα για τις τρεις κατηγορίες παραγωγών που αναφέρει, ανεξαρτήτως των πλεονεκτημάτων που μπορεί να έχει αυτή η πρόταση. Το μόνο ερώτημα που τίθεται στο Δικαστήριο εν προκειμένω, είναι αν η προσφεύγουσα προσκόμισε αποδείξεις για εξαιρετικές περιστάσεις, που μπορούν να εφαρμοστούν στην περίπτωση της και οι οποίες δικαιολογούν παρέκκλιση από το γενικό πρόστιμο ( βλέπε την προαναφερθείσα έβδομη σκέψη της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Lucchini ). Όμως, κατά τη γνώμη μου, η διαπίστωση αυτή δεν αποκλείει το γεγονός ότι η προσφεύγουσα μπορεί επίσης να επικαλεστεί εξαιρετικές περιστάσεις που την αφορούν ( εν προκειμένω την ύπαρξη διακρίσεων ) και τις οποίες μπορούσαν επίσης να επικαλεστούν παρόμοιοι παραγωγοί. 'Ετσι, η ίδια η Επιτροπή, κατά την άσκηση της πολιτικής της επί των προστίμων, εφάρμοσε ήδη εν τω μεταξύ, επί όλων των ομοίων περιπτώσεων, διαφορετικές εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες έχουν γίνει δεκτές από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Δεύτερον, θα παρατηρήσω ότι κακώς η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο, στην προαναφερθείσα τριακοστή πέμπτη σκέψη της απόφασης του San Carlo, δεν έκανε επίσης δεκτή την αρχή κατά την οποία το ύψος του προστίμου καθορίζεται βάσει της προστιθέμενης αξίας. Όπως διευκρινίζεται στην τριακοστή τέταρτη σκέψη της πιο πάνω απόφασης, με την προαναφερθείσα τριακοστή πέμπτη σκέψη απορρίπτεται μόνο η άποψη που υποστήριζε η προσφεύγουσα σ' αυτή την υπόθεση, κατά την οποία « το ύψος του προστίμου έπρεπε να είναι κατ' ανώτατο όριο, ίσο προς τα κέρδη που πραγματοποίησε από την ποσότητα η οποία παρήχθη καθ' υπέρβαση ». Πράγματι, ένα τέτοιο κριτήριο θα είχε ως συνέπεια να μην υφίστανται κυρώσεις για τις υπερβάσεις των ποσοστώσεων των ελλειμματικών επιχειρήσεων. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το σύστημα θα έχανε ένα μεγάλο μέρος της αποτελεσματικότητάς του. Οι ελλειμματικές, ιδίως, επιχειρήσεις με μεγάλες δυνατότητες παραγωγής μπορούν να έχουν επίσης συμφέρον να μειώσουν τα γενικά τους έξοδα με υπέρβαση των ποσοστώσεων. Πράγματι, μια τέτοια πολιτική τους επιτρέπει επίσης να περιορίσουν τις ζημίες τους.
Τρίτον, θα παρατηρήσω ότι, όπως ακριβώς και η Επιτροπή, φρονώ ότι υφίστανται ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της πολιτικής επί των προστίμων, την οποία αφορά η προκείμενη περίπτωση, και της πολιτικής των προστίμων, που πρέπει να θεωρείται ως αποτελεσματική και δίκαιη σε περίπτωση παραβάσεων των άρθρων 85 και 86. Πρώτα απ' όλα, στην περίπτωση των απαγορευμένων από τα τελευταία αυτά άρθρα πρακτικών των επιχειρήσεων, τα αποτελέσματα αυτής της πρακτικής η οποία, ειδικότερα, εμποδίζει την αύξηση των τιμών ή τη μείωση των τιμών και των εξόδων, είναι σημαντικά από την άποψη μιας αποτελεσματικής ως προς τα πρόστιμα πολιτικής ( 3 ). Όπως προκύπτει από την εθνική και κοινοτική νομική πρακτική καθώς και άλλα στοιχεία, τέτοια αποτελέσματα είναι δυνατό να διαφέρουν σημαντικά από περίπτωση σε περίπτωση: γενικά δεν υπερβαίνουν το 10 ο/ο του κύκλου εργασιών που αφορά η πρακτική αυτή μολονότι, όπως συνάγεται από τα σχετικά στοιχεία, είναι επίσης δυνατό το ποσοστό αυτό να φθάνει το 30, 50 ή ακόμα και το 60% του κύκλου εργασιών. Υπό εξαιρετικές συνθήκες της αγοράς ή σε περίπτωση σαφώς δεσπόζουσας από οικονομική άποψη θέσεως των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων είναι δυνατό να φθάσει ακόμα και το 90 ο/ο του κύκλου εργασιών, ακολουθώντας την άνοδο των τιμών, όπως καταφαίνεται, μεταξύ άλλων, από την περίπτωση του ΟΠΕΚ. Τελικά, ο καθορισμός του προστίμου κατά τρόπο ώστε να αντιστοιχεί όσο το δυνατό περισσότερο στην προκληθείσα από εναρμονισμένη πρακτική ή από κατάχρηση δεσπόζουσας οικονομικής θέσεως ζημία μπορεί, σε τελευταία ανάλυση, να διευκολύνει την εκ μέρους ιδιωτών άσκηση προσφυγών αποζημιώσεως. Οι παραβιάσεις του συστήματος των ποσοστώσεων στις βιομηχανίες σιδήρου και χάλυβα είναι προφανώς διαφορετικής φύσεως όσον αφορά καθένα από τα τρία σημεία που προανέφερα. Όσον αφορά το πρώτο σημείο, τα πλεονεκτήματα προκύπτουν όχι από αύξηση των τιμών ή παρεμπόδιση μειώσεως των τιμών και του κόστους, αλλά, από παράνομες, ακριβώς, μειώσεις του κόστους (μείωση των γενικών εξόδων). Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι είναι, τουλάχιστον, δυνατό να διαιρεθούν οι παραβάσεις σε ορισμένες κατηγορίες. Επίσης, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της προσφεύγουσας, αποδεικνύεται ότι η διαφορά όσον αφορά τα αποκτούμενα πλεονεκτήματα είναι σαφώς μικρότερη απ' όσο προκύπτει από την εφαρμογή της πολιτικής των εναρμονισμένων πρακτικών. Εξάλλου, η επιδιωκόμενη ταχύτητα εκτιμήσεως, προκειμένου να είναι αποτελεσματικά τα πρόστιμα, καθώς και ο μεγάλος αριθμός υποθέσεων εμποδίζουν πράγματι την εξατομίκευση των προστίμων στον ίδιο βαθμό με αυτόν που επιτυγχάνεται στην περίπτωση παραβάσεων των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. 'Ετσι, εξηγείται η πρακτική κατά την οποία η Επιτροπή αφήνει κατ' αρχάς στο Δικαστήριο το έργο της εκτίμησης των εξαιρετικών περιστάσεων σε μια ατομική περίπτωση, εφόσον, τουλάχιστον από τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν προσφέρονται σχετικά στοιχεία. Όσον αφορά το τρίτο σημείο, μπορεί να τεθεί σοβαρά το ερώτημα αν επίσης οι ιδιώτες μπορούν, κατ' αρχήν, να ασκήσουν αγωγές αποζημιώσεως κατά των επιχειρήσεων που υπερβαίνουν τις ποσοστώσεις τους όπως ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση των προσφυγών για παραβάσεις των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, η προσεκτική εκτίμηση της προκληθείσας ζημίας ή των αποκτηθέντων πλεονεκτημάτων είναι λιγότερο σημαντική εδώ. Μια γενικότερη εκτίμηση των αποκτηθέντων πλεονεκτημάτων είναι, ήδη, αρκετή για την επίτευξη ενός προληπτικού αποτελέσματος το οποίο να μην εισάγει διακρίσεις.
Το κύριο μέσο άμυνας νης Επιτροπής. Η επιχειρηματολογία της Επιτροπής στην υπόθεση Volciano, στην οποία έχω ήδη αναφερθεί, αποτελεί τον κεντρικό άξονα της άμυνας της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, θα αρχίσω εξετάζοντας το βάσιμο αυτού του ισχυρισμού.
Στο πρώτο σκέλος του ισχυρισμού αυτού, η Επιτροπή δικαιολογεί το ενιαίο ύψος του προστίμου επικαλούμενη το στόχο που επιδιώκει το σύστημα των ποσοστώσεων, δηλαδή τον έλεγχο της παραγωγής ανεξάρτητα από τα χρησιμοποιούμενα μέσα παραγωγής. Όμως ο στόχος αυτός, ως έχει, δεν αποκλείει καθόλου τη δυνατότητα, σε περίπτωση που υφίστανται διαφορές στο ύψος παραγωγής, τα κέρδη ή το κόστος, η θεμελιώδης αρχή της ίσης μεταχείρισης να μπορεί, ακριβώς, να καθιστά αναγκαία, βάσει των πιο πάνω διαφορών, κάποια διαφοροποίηση των προστίμων. Ο στόχος αυτός μπορεί να δικαιολογήσει μόνο το προληπτικό αποτέλεσμα του καθορισμού του προστίμου που η αποτελεσματικότητά του είναι η ίδια σε όλες τις αναφερθείσες περιπτώσεις. Επίσης, η Επιτροπή, στα υπομνήματά της, δεν αρνήθηκε το γεγονός ότι τα πρόστιμα, όπως είχαν υπολογιστεί στην προσφυγή, συνεπάγονται από μόνα τους διαφορετικά αποτελέσματα. Επομένως, το πρόστιμο δεν επιτυγχάνει το στόχο του της παρεμπόδισης των υπερβάσεων στην περίπτωση των επιχειρήσεων καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής, ενώ, στην περίπτωση των οικείων μεταποιητικών επιχειρήσεων, το πρόστιμο συνοδεύεται από πραγματική ή ποινική κύρωση. Επομένως, εν πάση περιπτώσει, υφίσταται σοβαρή δυσμενής διάκριση κατά την ερμηνεία που δίνει στον όρο αυτό η νομολογία του Δικαστηρίου.
Η Επιτροπή, στο δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού της, διευκρινίζει τον προληπτικό σκοπό του προστίμου ( ο οποίος συνίσταται στην παρεμπόδιση της πραγματοποιήσεως κερδών και της μείωσης των ζημιών ) και βεβαιώνει ότι το ύψος του προστίμου αφορά αποκλειστικά τις επιχειρήσεις καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής οι οποίες εξ ορισμού πραγματοποιούν προστιθέμενη αξία μεγαλύτερη από ό,τι οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως ημιτελών προϊόντων. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιώνει ότι πράγματι οι επιχειρήσεις με χαμηλότερα, λόγω διαρθρωτικών αιτιών, πάγια έξοδα τιμωρούνται βαρύτερα.
Η Επιτροπή, στο τρίτο σκέλος του ίδιου ισχυρισμού, διατείνεται απλώς, χωρίς όμως να αιτιολογεί την άποψη της, ότι η δικαιολογία αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε πρόστιμο, για να είναι έγκυρο, πρέπει να είναι ανάλογο είτε προς το πραγματοποιηθέν κέρδος ή προς την προστιθέμενη αξία.
Στο τέταρτο μέρος, η Επιτροπή αναφέρει ότι η προστιθέμενη αξία εξαρτάται από πλήθος παραγόντων, ότι ποικίλλει από το ένα μεταποιημένο προϊόν στο άλλο και ότι δεν υφίστανται δύο τύποι επιχειρήσεων (αυτές που παράγουν και αυτές που μεταποιούν) αλλά μια ολόκληρη σειρά διάφορων τύπων. Το επιχείρημα αυτό αποτελεί από τη φύση του επιχείρημα που στηρίζεται στην πρακτική μάλλον παρά σε αρχές. Στην πράξη, τα μειονεκτήματα μιας τέτοιας διαφοροποίησης μπορούν να εξουδετερωθούν αν η ενδιαφερόμενη επιχείρηση υποχρεωθεί να αποδείξει ότι το αποκτηθέν διά της υπερβάσεως όφελος είναι μικρότερο. Προφανώς, η πιο πάνω απόδειξη είναι επίσης εύκολο να προσκομιστεί βάσει των λογιστικών στοιχείων που αφορούν το φόρο επί της προστιθέμενης αξίας, αν η έννοια αυτή ληφθεί ως βάση.
Στο πέμπτο μέρος, η ίδια η Επιτροπή βεβαιώνει ότι το ορισμένο ύψος του προστίμου θέτει το πρόβλημα αν το πρόστιμο είναι ανάλογο προς τη βαρύτητα της διαπραχθείσας παράβασης.
Στο έκτο, έβδομο και όγδοο μέρος αυτού του ισχυρισμού, η Επιτροπή, προκειμένου να θεμελιώσει την άποψη ότι πρέπει να δοθεί θετική απάντηση στο προαναφερθέν ερώτημα, στηρίζεται σε τρία επιχειρήματα. Πρώτον, κάθε παραγόμενος καθ' υπέρβαση τόνος συντελεί στη διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως. Αυτό είναι ίσως αληθές, αλλά λογικώς μπορεί να οδηγήσει μόνο στο συμπέρασμα ότι κάθε υπέρβαση πρέπει να αντιμετωπίζεται με εξίσου αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει ένα ύψος προστίμου το οποίο, σε μια περίπτωση ( αυτή των επιχειρήσεων καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής) δεν επιτυγχάνει τον προληπτικό του σκοπό ενώ σε άλλη ( αυτή των μεταποιητικών επιχειρήσεων ) ξεπερνά κατά πολύ τον προληπτικό του σκοπό, που δέχθηκε η ίδια η Επιτροπή. Δεύτερον, η Επιτροπή προβάλλει ως δικαιολογία τον ισχυρισμό ότι οι μεταποιητικές επιχειρήσεις γνωρίζουν επίσης το γενικό ποσό του προστίμου. Όμως, πιστεύω ότι η γνώση της ύπαρξης ενός ενιαίου ποσού δεν είναι δυνατό να δικαιολογήσει ένα αποτέλεσμα που εισάγει διακρίσεις. Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ακόμα ότι το άρθρο 58 ορίζει ως ανώτατο όριο του προστίμου την αξία της καθ' υπέρβαση παραχθείσας ποσότητας, και αυτό ανεξάρτητα από τις μεθόδους παραγωγής και επομένως χωρίς αναφορά στο ποσό της προστιθέμενης από μια μεταποιητική επιχείρηση αξίας. Ούτε το επιχείρημα αυτό μου φαίνεται, επίσης, πειστικό. Όπως ακριβώς ο καθορισμός από τον κανονισμό 17/62 ενός ανώτατου ορίου, ίσου προς 10 % του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, δεν εμποδίζει, κατά τον καθορισμό του προστίμου, να λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός της υπαιτιότητας, η βαρύτητα της παράβασης και το αποκτούμενο πλεονέκτημα ή η προκαλούμενη από αυτές ζημία, το ανώτατο όριο που θέτει το άρθρο 58 δεν εμποδίζει να λαμβάνονται επίσης υπόψη οι πιο πάνω παράγοντες. Αυτό είναι συμφυές σε κάθε καθορισμό ανωτάτου ορίου. Εξάλλου, οφείλω να παρατηρήσω εδώ ότι το κριτήριο που χρησιμοποίησε η Επιτροπή, όπως συνάγεται από την επιχειρηματολογία της, βασίζεται όχι επί της αξίας του προϊόντος στην αγορά, αλλά στην εξαφάνιση των αποκτηθέντων πλεονεκτημάτων ( κέρδη ή μείωση των ζημιών ). Νομίζω ότι οι πιο πάνω διαπιστώσεις αρκούν, ήδη, για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι, επίσης, ικανό να δικαιολογήσει τα προδήλως εισάγοντα διακρίσεις αποτελέσματα του ενιαίου ποσοστού του προστίμου.
Νέα επιχειρήματα. Κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα σχετικά με το πρακτικώς ανεφάρμοστο του προτεινόμενου από την προσφεύγουσα κριτηρίου, το οποίο προστέθηκε κατά την παρούσα διαδικασία και το οποίο ανέφερα προηγουμένως, δεν μπορεί να δικαιολογήσει, από τη φύση του, κατάδηλες παραβιάσεις της θεμελιώδους αρχής της ίσης μεταχείρισης όμοιων καταστάσεων και της άνισης ( αναλογικά) μεταχείρισης διαφορετικών καταστάσεων ως προς τα αποφασιστικής σημασίας σημεία τους. Εξάλλου, όπως ήδη παρατήρησα προηγουμένως, ένα κριτήριο, όπως αυτό που προτείνει η προσφεύγουσα, μπορεί εύκολα να εφαρμοστεί, εφόσον η προσφεύγουσα αναλαμβάνει το βάρος της απόδειξης της μείωσης του αποκτηθέντος ωφελήματος.
Στις προκαταρκτικές μου παρατηρήσεις επί του κυρίου μέσου άμυνας ανέφερα, ήδη, ότι το προαναφερθέν επιχείρημα της Επιτροπής, κατά το οποίο το Δικαστήριο, στην υπόθεση San Carlo, δεν δέχτηκε την άποψη κατά την οποία το ύψος του προστίμου πρέπει να καθορίζεται με βάση την προστιθέμενη αξία (ή με βάση μια « αξία παραγωγής » ή μια « συνεισφορά » ) δεν ήταν βάσιμο. Στην προαναφερθείσα υπόθεση, το Δικαστήριο απέρριψε μόνο την άποψη κατά την οποία το ύψος του προστίμου πρέπει να καθορίζεται βάσει του κέρδους που πραγματοποιήθηκε με την υπέρβαση.
Εξίσου αβάσιμο νομίζω ότι είναι το επιχείρημα που προστέθηκε επίσης κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι δηλαδή η διαφοροποίηση του προστίμου ανάλογα με το κέρδος, την προστιθέμενη αξία και αυτό που η προσφεύγουσα αποκαλεί « συνεισφορά » θίγει το σύστημα των ποσοστώσεων. Ο συλλογισμός επί του οποίου στηρίζεται το επιχείρημα αυτό και τον οποίο ανέφερα προηγουμένως δεν μπορεί να μεταβάλει το γεγονός ότι για να είναι ένα προληπτικό μέτρο, όσον αφορά μια ανεξάρτητη μεταποιητική επιχείρηση, απολύτως αποτελεσματικό, πρέπει να θεωρείται ως επαρκές για την αποτελεσματική καταπολέμηση των υπερβάσεων των ποσοστώσεων ένα πρόστιμο το οποίο στερεί την τελευταία από κάθε άμεσο ή έμμεσο όφελος που προκύπτει από τη σχετική παράβαση. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας κατά τον οποίο το ύψος του προστίμου επιτρέπει να υφίσταται ένα πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής σε περίπτωση υπερβάσεως της ποσόστωσης και, επομένως, δεν είναι απολύτως αποτελεσματικό στην περίπτωση αυτή (τουλάχιστον σε περίπτωση πρώτης παραβάσεως ).
Θεωρώ ορθό, όπως επιπλέον παρατήρησε και η Επιτροπή, ότι αν γίνει δεκτό, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, ότι παραβιάστηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης, αυτό θα μπορούσε ίσως να υποχρεώσει την Επιτροπή να αναθεωρήσει ( αυξήσει ) επίσης το ποσό του προστίμου που πρέπει να εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής ( 4 ). Το πρόβλημα, όμως, αυτό δεν τίθεται στην παρούσα διαδικασία.
Συμπέραομα. Συμπερασματικά, ως προς το σημείο αυτό, φρονώ ότι ο τρίτος λόγος της προσφεύγουσας είναι βάσιμος. Βάσει των υπολογισμών που παραθέτει η προσφεύγουσα στη σελίδα 7 της προσφυγής της, και οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν από την Επιτροπή, αλλά λαμβάνοντας υπόψη ένα περιθώριο αβεβαιότητας, που, εν προκειμένω, η ίδια η προσφεύγουσα παραδέχεται, προτείνω στο Δικαστήριο να μειώσει, στην προκείμενη περίπτωση, το γενικό ποσό, βάσει του οποίου υπολογίζεται το πρόστιμο, στο 35 ο/ο των 75 ECU, δηλαδή σε 26,25 ECU ανά τόνο υπερβάσεως.
4. Ο τέταρτος λόγος της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα, με τον τέταρτο λόγο της, ισχυρίζεται ότι το επιβληθέν για το τέταρτο τρίμηνο πρόστιμο υπερβαίνει κατά 25% το κανονικό ποσό που πρέπει να επιβληθεί για το εν λόγω τρίμηνο λόγω των υπερβάσεων των ποσοστώσεων που διαπιστώθηκε κατά το τρίτο τρίμηνο. Δεδομένου ότι η ίδια Επιτροπή παραδέχτηκε την ύπαρξη εξαιρετικής κατάστασης κατά το τρίτο τρίμηνο και, ως εκ τούτου, περιόρισε το ποσό του προστίμου για το τρίμηνο αυτό στο 50 % του κανονικού ποσού, η προσφεύγουσα φρονεί ότι εν προκειμένω η Επιτροπή όφειλε επίσης να αυξήσει το πρόστιμο για το τέταρτο τρίμηνο μόνο κατά το ήμισυ του 25 %, δηλαδή κατά 12,5 ο/ο.
Για να εκτιμηθεί το βάσιμο του πιο πάνω λόγου, θεωρώ προπάντων σημαντικό να διαπιστωθεί αν η δέκατη και η ενδέκατη σκέψη της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 78/83 ( Usinor) που εκδόθηκε την 13η Δεκεμβρίου 1984, μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της παρούσης υποθέσεως, μπορούν να στηρίξουν τον πιο πάνω λόγο της προσφεύγουσας με ανάλογη εφαρμογή. Το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση αυτή ότι μια « καθαρά τυπική » παράβαση κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981 δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επιβολή κατά το τέταρτο τρίμηνο αυξημένου λόγω υποτροπής προστίμου. Δεν νομίζω ότι υφίσταται αναλογία μεταξύ των δύο υποθέσεων ενόψει, επίσης, του κειμένου του άρθρου 12 της απόφασης 1831/81. Πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώθηκε σαφής παράβαση κατά το τρίτο τρίμηνο, μολονότι η Επιτροπή την καταλόγισε μόνο εν μέρει στην προσφεύγουσα. Εξάλλου, ορθώς η Επιτροπή παρατηρεί στο υπόμνημα αντικρούσεως της ότι η αύξηση του προστίμου μπορεί να φθάσει ακόμα και το 100 % του κανονικού ποσού. Υπό τις περιστάσεις αυτές, αύξηση κατά 25 % του βασικού ποσού, έστω και υπό το φως της μόλις προαναφερθείσης απόφασης του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άδικη. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι ο τέταρτος λόγος της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί.
5. Σύνοψη και συμπέρασμα
Συνοψίζοντας τις προηγούμενες διαπιστώσεις μου, φρονώ ότι ο πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγος της Επιτροπής, πρέπει να απορριφθούν για τους λόγους που ανέφερα προηγουμένως. Όσον αφορά τον τρίτο λόγο, ύστερα από προσεκτική εξέταση όλων των μέσων άμυνας που επικαλέστηκε η Επιτροπή, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι με το ορισθέν ποσό του προστίμου έγινε σαφής διάκριση σε βάρος της προσφεύγουσας χωρίς καμία ευλογοφανή δικαιολογία. Έτσι, καθώς πιστεύω, ο τρίτος λόγος είναι βάσιμος και το πρόστιμο που επιβλήθηκε για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981 πρέπει να υπολογιστεί εκ νέου για τους προαναφερθέντες λόγους.
Για το τρίτο τρίμηνο το πρόστιμο καθορίζεται ως εξής, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ίδια η Επιτροπή μείωσε το κανονικό ποσό κατά το μισό και ότι προτείνω στη συγκεκριμένη περίπτωση να μειωθεί το εν λόγω κανονικό ποσό του προστίμου σε 26,25 ECU ανά τόνο:
0,5 x 2330 ( τόνοι καθ' υπέρβαση της ποσόστωσης παραγωγής) x 26,25 ECU = 30581,25 ECU.
Όσον αφορά το τέταρτο τρίμηνο, λαμβανομένης υπόψη της κατά 25 % αύξησης που η ίδια η Επιτροπή επέβαλε επί του κανονικού ποσού του προστίμου και της μείωσης αυτού του κανονικού ποσού, που ο ίδιος προτείνω στην προκείμενη περίπτωση, το πρόστιμο πρέπει να οριστεί ως έξης:
3263 + 697 = 3960 (τόνοι καθ' υπέρβαση της ποσόστωσης παραγωγής και διαθέσεως) x 1,25 x 26,25 ECU = 129937,50 ECU.
Συνεπώς, συνολικά: 30581,25 ECU + 129937,50 ECU = 160518,75 ECU.
Συνεπώς, συμπερασματικά προτείνω:
1)
να απορριφθεί ο πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγος της προσφεύγουσας·
2
) να κηρυχθεί βάσιμος ο τρίτος λόγος της προσφεύγουσας, έστω και σύμφωνα με το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας, αποκλειστικά και μόνο ως αποτελών λόγο για μείωση του προστίμου·
3
) κατά συνέπεια, να μειωθεί το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα στα 160518,75 ECU·
4
) κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 1 ) Η προσφεύγουσα όπως ακριβώς και η Επιτροπή απέφυγε να χρησιμοποιήσει στους λόγους που πρόβαλε την έκφραση « προστιθέμενη αξία ». Κατά τη γνώμη μου. ο όρος που εκφράζει καλύτερα το κριτήριο που χρησιμοποίησαν οι δύο διάδικοι είναι ο όρος « αξία παραγωγής », ο οποίος περιλαμβάνει όχι μόνο το ενδεχόμενο όφελος αλλά επίσης τη συνεισφορά στα γενικά έξοδα. Η ίδια η προσφεύγουσα χρησιμοποιεί τον όρο « συνεισφορά ». Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δεν φάνηκε καθαρά σε ποια έκταση αυτός ο όρος διαφέρει πράγματι από την έννοια της « προστιθέμενης αξίας ».
( 2 ) Εν προκειμένω, επιβάλλεται να σημειωθεί, όπως προκύπτει από την τριακοστή τέταρτη σκέψη, ότι η εταιρία San Carlo είχε τη γνώμη ότι « το ύψος του προστίμου έπρεπε να είναι κατ' ανώτατο όριο Ισο προς τα κέρδη που πραγματοποίησε από την ποσότητα η οποία παρήχθη καθ' υπέρβαση». Επομένως, η εταιρία San Carlo υποστήριζε ότι η βάση υπολογισμού του προστίμου έπρεπε να είναι κατώτερη αυτής που αντιστοιχούσε στην έννοια της « προστιθέμενης αξίας ». Πράγματι, και ελλειμματικές επιχειρήσεις μπορούν επίσης να πραγματοποιούν θετική προστιθέμενη αξία.
( 3 ) Άλλα αποτελέσματα, όπως οι περιορισμοί στον ανταγωνισμό λόγω τεχνολογικών καινοτομιών, της ποιότητας ή των παροχών υπηρεσιών ή ο αποκλεισμός ορισμένων επιχειρήσεων είναι λιγότερο εύκολο να προσδιοριστούν ποσοτικά.
( 4 ) Αν η Επιτροπή, όπως ακριβώς στην περίπτωση ορισμένων σχετικά με ποσοστώσεις εναρμονισμένων πρακτικών, δεν επεδίωκε με τα επιβαλλόμενα πρόστιμα ένα απολύτως απαγορευτικό αποτέλεσμα, αυτό θα Ισχυε, βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όχι μόνο για τις επιχειρήσεις καθέτου διαρθρώσεως παραγωγής, αλλά για όλες τις επιχειρήσεις.
Full & Egal Universal Law Academy