ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 21ης Μαΐου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με προσφυγή που άσκησε στς 11 Μαρτίου 1984, η Sideradria SpA, ιταλική επιχείρηση που παράγει ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, ισχυριζόμενη ότι βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη οικονομική και ταμειακή κατάσταση, ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει ή να μειώσει ένα πρόστιμο όχι μόνο άδικο αλλά και μοιραίο για την επιβίωση της, που της επέβαλε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λόγω υπερβάσεως της ποσοστώσεως παραδόσεως για το τρίτο τρίμηνο του 1981.
Όπως όλοι οι κοινοτικοί παραγωγοί σιδήρου και χάλυβα η προσφεύγουσα υπόκειται στο σύστημα των ποσοστώσεων με το οποίο η Κοινότητα ελέγχει, προς το συμφέρον όλης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, την παραγωγή και εμπορία των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα. Οι κανόνες που διέπουν αυτή την οργάνωση της αγοράς είναι γνωστοί· εκείνοι, ιδίως, που αφορούν τα επίδικα περιστατικά καθορίζονται με τη γενική απόφαση της Επιτροπής, 1831/81/ΕΚΑΧ, της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 180, σ. 1 ) και τις διαδοχικές της τροποποιήσεις. Συνοπτικώς, όταν ο κλάδος αντιμετωπίζει μια δύσκολη συγκυρία, η Επιτροπή επιδιώκει την αποκατάσταση της ισορροπίας στην αγορά καθορίζοντας ανά τρίμηνο τις ποσοστώσεις παραγωγής και το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί, κάθε επιχείρηση, να πωλήσει μέσα στην κοινή αγορά. Οι πρώτες καθορίζονται βάσει της μεγαλύτερης παραγωγής που πραγματοποίησε η επιχείρηση κατά τη διάρκεια 12 διαδοχικών μηνών σε σχέση με ορισμένη χρονική περίοδο (στην παρούσα περίπτωση η Sideradria ανέφερε για την τριετία 1977-1980 τα στοιχεία που αφορούσαν την παραγωγή του 1979) το μέρος της παραγωγής που πωλήθηκε μέσα στην κοινή αγορά κατά τη διάρκεια των μηνών αυτών — « των καλύτερων » — χρησιμοποιείται κατόπιν ως βάση για τον υπολογισμό των ποσοστώσεων παραδόσεως.
2.
Κατ' εφαρμογή της αποφάσεως 1831/81 και βάσει των στοιχείων που παρέσχε η Sideradria, η Επιτροπή κοινοποίησε, στις 10 Αυγούστου 1981, στην εταιρία το ύψος των ποσοστώσεων που της χορηγήθηκαν για το τρίτο τρίμηνο του έτους αυτού επρόκειτο συνολικώς για παραγωγή 9798 τόνων από τους οποίους 4254 τόνοι μπορούσαν να πωληθούν. Ωστόσο, κατά τον έλεγχο της τηρήσεως των ποσοστώσεων αυτών η Επιτροπή διαπίστωσε ότι κατά τη διάρκεια του εν λόγω τριμήνου η παραγωγή της Sideradria υπερέβη τα όρια αυτά φθάνοντας στους 11989 τόνους από τους οποίους 10489 τόνοι είχαν ήδη διατεθεί στο εμπόριο εντός των κοινοτικών συνόρων.
Μετά από πρόσκληση της Επιτροπής να υποβάλει τις παρατηρήσεις της για τις παραβάσεις αυτές, η Sideradria απάντησε στις 8 Μαρτίου 1982 ισχυριζόμενη ότι: α) ως προς την υπέρβαση της παραγωγής είχε αρχικώς δηλώσει εσφαλμένα αριθμητικά στοιχεία και ότι, για το λόγο αυτό, είχε ήδη ζητήσει αναθεώρηση της ποσοστώσεως με έγγραφο της 12ης Οκτωβρίου 1981 β) όπως ανέφερε στο έγγραφο εκείνο η ποσόστωση παραδόσεως είχε υπολογιστεί βάσει των 12 « καλύτερων » μηνών παραγωγής που ανέφερε η επιχείρηση προς την Επιτροπή (δηλαδή σε σχέση με το έτος 1979 ), χωρίς όμως η Επιτροπή να λάβει υπόψη της τα ακόλουθα στοιχεία: 1 ) ότι το 1979η επιχείρηση είχε, κατ' εξαίρεση, εξαγάγει προς τρίτες χώρες περισσότερο του 70 Ψο της παραγωγής της· 2) κατά την περίοδο από 1ης Ιουλίου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1977 είχε τεθεί υπό εκκαθάριση και, συνεπώς, ούτε παρήγαγε ούτε επώλησε' 3) το 1978 επαναλαμβάνοντας τη λειτουργία της σε βραδύτερο βαθμό εξήγαγε προς τρίτες χώρες μόνο το 14 % της παραγωγής της 4) μετά το Μάιο του 1980 δεν πραγματοποίησε πλέον παραδόσεις εκτός Κοινότητας.
Ενόψει της καταστάσεως αυτής η προσφεύγουσα θεωρούσε ότι ήταν «παράλογο λόγω των μοιραίων γεγονότων » — δηλαδή της συμπτώσεως των καλύτερων μηνών παραγωγής με την περίοδο της μεγαλύτερης εξαγωγής της εκτός Κοινότητας — να υποστεί κυρώσεις « σε σημείο που να αναγκαστεί να κλείσει τις εγκαταστάσεις της επειδή οι ποσοστώσεις (παραδόσεως) στο εσωτερικό της κοινής αγοράς ( ήταν ) πολύ μικρές ». Κατά συνέπεια, η Sideradria ζητούσε από την Επιτροπή να τροποποιήσει τις ποσοστώσεις που της είχε χορηγήσει με την πεποίθηση ότι, εάν προέβαινε στην αναθεώρηση αυτή, οι δύο αιτιάσεις που της προσάπτει θα αποδειχθούν αβάσιμες. Κατά τη διάρκεια συναντήσεως που πραγματοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 11 Ιουνίου 1982, η επιχείρηση επανέλαβε τα επιχειρήματα αυτά προς υπεράσπιση της υπογραμμίζοντας τις σοβαρές δυσχέρειες που της δημιουργεί η μικρή ποσόστωση παραδόσεως σε σχέση με το ποσοστό παραγωγής.
Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά και μετά από έλεγχο των διορθώσεων που έγιναν στα στοιχεία αναφοράς, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση της 19ης Αυγούστου 1982, η οποία τροποποιούσε αναδρομικώς τις ποσότητες παραγωγής της επιχειρήσεως αίροντας, κατά τον τρόπο αυτό, την αντίστοιχη αιτίαση. Αντιθέτως, δεν ελήφθη καμία διάταξη σχετικά με το ποσό υπερβάσεως της ποσοστώσεως παραδόσεως. Για το θέμα αυτό — όπως παρατηρούσε η Επιτροπή — η ιταλική επιχείρηση δεν παρέσχε κανένα διορθωτικό στοιχείο: Συνεπώς — όπως τόνιζε η Επιτροπή — « έπρεπε ( βεβαίως ) να επιβληθούν κυρώσεις για την παράβαση αυτή ». Μετά, όμως, την ημερομηνία αυτή παρήλθαν δύο περίπου έτη χωρίς να γίνουν γνωστές οι κυρώσεις.
Τα όσα διαδραματίστηκαν κατά την περίοδο αυτή μπορούν να συνοψιστούν με λίγες λέξεις. Αναφέρω, καταρχάς, ότι λίγους μήνες μετά την έναρξη της ισχύος της αποφάσεως 1831/81, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι πολλές επιχειρήσεις αντιμετώπισαν σοβαρές δυσχέρειες για τη τήρηση του ποσοστού παραδόσεως εντός του κοινοτικού εδάφους. Με την απόφαση 2 804/81, της 23ης Σεπτεμβρίου 1981 ( ΕΕ L 278, σ. 1 ), έλαβε επομένως νέα μέτρα με σκοπό να προσαρμόσει το σύστημα υπολογισμού των ποσοστώσεων παραδόσεως προς τις διαφορετικές εμπορικές απαιτήσεις των επιχειρήσεων. Προστέθηκε, λοιπόν, στο άρθρο 8 της αποφάσεως 1831/81 μία δεύτερη παράγραφος που είχε ως εξής: « η Επιτροπή δύναται, εφόσον η επιχείρηση αποδείξει ότι ο καθορισμός των παραγωγών αναφοράς σύμφωνα με την παράγραφο 1 της προκαλεί σοβαρά προβλήματα, να προβεί σε κατάλληλη προσαρμογή στην περίπτωση που το ποσοστό των συνολικών παραδόσεων της επιχειρήσεως σε σχέση προς τη συνολική της παραγωγή έχει μεταβληθεί περισσότερο από 20 % μετά από τις αλλαγές που επήλθαν στη διάρθρωση των πωλήσεων... σε σύγκριση με τους δώδεκα καλύτερους μήνες ».
Με έγγραφο, λοιπόν, που απεστάλη στη Sideradria στις 3 Δεκεμβρίου 1982, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που προέβλεπε η νέα παράγραφος 2 επειδή η ποσότητα αναφοράς που χορηγήθηκε προκαλούσε « σειρά οικονομικών προβλημάτων στην επιχείρηση η οποία υποχρεώθηκε να παράγει για... αποθεματοποίηση » συνεπώς, αύξησε για το τέταρτο τρίμηνο του 1982 το ποσό της ποσοστώσεως παραδόσεως της Sideradria. Αντιθέτως δεν τροποποιήθηκε το ύφος των ποσοστώσεων που είχαν καθοριστεί για τα προηγούμενα τρίμηνα.
Μετά την απόφαση αυτή, την οποία η προσφεύγουσα δεν προσέβαλε, για την περίπτωση Sideradria αντηλλάγησαν ακόμη έγγραφα και πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις των δύο μερών. Όπως ιδίως προκύπτει από τα πρακτικά των ακροάσεων που παραχωρήθηκαν στον εκπρόσωπο της επιχειρήσεως στις 19 Φεβρουαρίου 1983 και στις 23 Ιανουαρίου 1984 σχετικά με την υπέρβαση της ποσοστώσεως παραδόσεως κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981, η Επιτροπή έλαβε δεόντως υπόψη της τους ισχυρισμούς της επιχειρήσεως και, έχοντας συνείδηση της δύσκολης οικονομικής της καταστάσεως, έκανε « το μέγιστο δυνατό για να τη βοηθήσει » ανέφερε, ωστόσο, ότι αν το μέρος των ποσοστώσεων που μπορούσαν να παραδοθούν μέσα στην κοινή αγορά « απεδείχθη ανεπαρκές, αυτό οφείλεται στις δηλώσεις της επιχειρήσεως και... στο γεγονός ότι δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν υπέρ αυτής άλλες ρήτρες αναθεωρήσεως ».
Τέλος, με απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1984, η Επιτροπή ανακοίνωσε επίσημα στη Sideradria ότι παραβίασε την απόφαση 1831/81 υπερβαίνοντας κατά 6107 τόνους την ποσόστωση παραδόσεως κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981, καθώς και ότι λόγω της βαρύτητας της παραβάσεως ( οι παραδόσεις ανέρχονταν στο διπλό και πλέον της ποσοστώσεως), της επέβαλε, βάσει του άρθρου 12, εδάφιο 2, της εν λόγω αποφάσεως, πρόστιμο 503827 ECU, που υπολογίστηκε με βάση το συντελεστή 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως με προσαύξηση 10°/ο.
3.
Με την παρούσα προσφυγή η Sideradria προβάλλει, ως κύριο αίτημα, την ακύρωση της αποφάσεως της 26ης Ιανουαρίου 1984 και, ως επικουρικό, τη μείωση του προστίμου. Προς στήριξη του πρώτου αιτήματος η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις ισχυρισμούς: α) τον προδήλως άδικο χαρακτήρα της πράξεως και την παράλογη αιτολογία της, β) τη μη λήψη υπόψη κρισίμων περιστατικών, γ ) την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Δεν θεωρώ αναγκαίο να συνοψίσω τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα προς στήριξη των δύο πρώτων ισχυρισμών της. Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, σκοπός τους είναι να αμφισβητήσουν τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό των ποσοτήτων αναφοράς βάσει των οποίων καθορίστηκαν οι ποσοστώσεις παραγωγής και παραδόσεως. Τα κριτήρια αυτά, όμως, περιέχονται στην απόφαση 1831/81, η οποία έχει καταστεί από μακρού χρόνου οριστική και επομένως δεν υπόκειται σε απευθείας έλεγχο της νομιμότητας. Προσθέτει ότι η αμφισβήτηση των κριτηρίων σημαίνει, επίσης, αμφισβήτηση των ποσοστώσεων που καθορίστηκαν βάσει αυτών επειδή, όμως, η Sideradria δεν προσέβαλε εγκαίρως την απόφαση που ορίζει τις ποσοστώσεις δεν μπορεί, βεβαίως, να την αμφισβητήσει σήμερα, δηλαδή στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως μιας κυρώσεως. Η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου είναι σαφής: βλέπε την πρόσφατη απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 270/82, Estel NV κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1195.
Οι δύο πρώτοι ισχυρισμοί πρέπει, επομένως, να απορριφθούν. Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό, η ιταλική επιχείρηση υποστηρίζει ότι δεν ειδοποιήθηκε εγκαίρως, δηλαδή κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 1982, για την υπέρβαση των ποσοστώσεων. Εξάλλου, η διαδικασία που κατέληξε στην κοινοποίηση του προστίμου διήρκεσε περίπου δύο έτη και χαρακτηρίζεται από μακρές περιόδους σιωπής οι οποίες δημιούργησαν στους υπεύθυνους της επιχειρήσεως την ελπίδα μιας ευνοϊκής λύσεως. Υπό τις περιστάσεις αυτές, υποστηρίζει, το γεγονός της επιβολής προστίμου συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Η άποψη αυτή δεν είναι πειστική. Παρατηρώ, πρώτον, ότι η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να ενημερώνει τις επιχειρήσεις οι οποίες υπερβαίνουν τις ποσοστώσεις παραδόσεως ( ούτε γίνεται αντιληπτό πώς θα μπορούσε να τηρηθεί εγκαίρως μια τέτοια υποχρέωση). Εξάλλου, η αρχή που επικαλείται η προσφεύγουσα αποβλέπει στην προστασία της δικαιο-λογημενης εμπιστοσύνης κι αυτό, βεβαίως, δεν συμβαίνει στην περίπτωση εκείνου ο οποίος, αφού παραβίασε επιτακτικούς κανόνες και με πλήρη συνείδηση του γεγονότος, ερμηνεύει την πάροδο του χρόνου και τη σιωπή της αρμόδιας αρχής ως ενδείξεις παραιτήσεως από την επιβολή κυρώσεων. Δεδομένου ότι και ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος το κύριο αίτημα πρέπει να απορριφθεί.
4. Και έρχομαι στο επικουρικό αίτημα με το οποίο ζητείται μείωση του προστίμου. Η Sideradria το στηρίζει σε δύο επιχειρήματα. Κατά την προετοιμασία της αντικρούσεως των αιτιάσεων που προέβαλε αρχικώς η Επιτροπή — υποστηρίζει κυρίως η επιχείρηση — οι σύμβουλοί της διαπίστωσαν ότι είχαν πλανηθεί: κατά τη διάρκεια, δηλαδή, του έτους 1979 μέρος της παραγωγής που είχαν θεωρήσει ότι προοριζόταν για τις εκτός της Κοινότητας αγορές πωλήθηκε στην Ιταλία.
Η Επιτροπή ενημερώθηκε πάραυτα για την πλάνη αυτή, την οποία όμως, δεν έλαβε υπόψη της επιβάλλοντας το πρόστιμο. Το ότι η πλάνη αυτή είναι βεβαία, συνεχίζει η Sideradria, προκύπτει από τα λογιστικά της βιβλία: από τα έγγραφα αυτά, αντίγραφα των οποίων υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι για την παραγωγή που πωλήθηκε το 1979 καταβλήθηκε, κατά το μεγαλύτερο μέρος, ΦΠΑ, δηλαδή ο φόρος ο οποίος, κατά την ιταλική νομοθεσία, δεν καταβάλλεται για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται εκτός των κοινοτικών αγορών.
Ωστόσο, στην πρόσκληση του Δικαστηρίου να εξηγήσει την πλάνη και να αποδείξει ότι οι παραδόσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν πράγματι στην Ιταλία, η Sideradria δεν μπόρεσε ούτε να δικαιολογήσει τη στάση της ούτε να προσκομίσει τις αιτηθείσες αποδείξεις. Αντιθέτως, η Επιτροπή αμφισβήτησε επιτυχώς, βάσει της ιταλικής νομοθεσίας, το γεγονός ότι τα έγγραφα που υπέβαλε η προσφεύγουσα απέκλειαν την παράδοση του εμπορεύματος, το οποίο εμφανίζεται να πωλήθηκε στην Ιταλία, εκτός της κοινής αγοράς. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν νομίζω ότι τα περιστατικά που επικαλείται η επιχείρηση δικαιολογούν μείωση του προστίμου.
Το δεύτερο επιχείρημα είναι διαφορετικό. Κατά την προφορική διαδικασία ο συνήγορος της Sideradria ανέφερε ότι, στις 19 Δεκεμβρίου 1984, η Επιτροπή είχε και πάλι επιβάλει αυστηρές κυρώσεις στην προσφεύγουσα ( πάντοτε για μη τήρηση των ποσοστώσεων παραδόσεως ) επιβάλλοντας πρόστιμο 768404 ECU. Για να αιτιολογήσει την απόφαση αυτή και υπογραμμίζοντας την υποτροπή της Sideradria και την αυξημένη βαρύτητα της νέας παραβάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι υπολόγισε το πρόστιμο με 20 ECU ανά τόνο υπερβάσεως των πωλήσεων και τούτο λόγω της πολύ δύσκολης οικονομικής καταστάσεως που αντιμετώπιζε η επιχείρηση. Επειδή όμως — υποστηρίζει η επιχείρηση — οι οικονομικές συνθήκες οι οποίες « κατά την υποτροπή » οδήγησαν την Επιτροπή στο να δείξει επιείκεια υπήρχαν ήδη κατά το χρόνο της πρώτης παραβάσεως (για την οποία επιβλήθηκε κύρωση 75 ECU ανά τόνο, με προσαύξηση 10%) δεν γίνεται αντιληπτό γιατί το αντίστοιχο πρόστιμο δεν υπολογίστηκε με βάση τα 20 ECU ή ακόμα, επειδή η επιχείρηση δεν είχε υποστεί κυρώσεις, με βάση μικρότερο συντελεστή.
Η άποψη είναι ενδιαφέρουσα, αλλά, κατά τη γνώμη μου, αβάσιμη. Το γεγονός ότι για δεύτερη φορά της επιβλήθηκαν κυρώσεις για υπέρβαση των ποσοστώσεων παραδόσεως δεν ελαφρύνει τη βαρύτητα των πράξεων που αποδίδονται στην προσφεύγουσα. Θεωρώ, αντιθέτως, ότι αποτελεί στοιχείο εντελώς άσχετο με τα περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται η επίδικη απόφαση, ενώ το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει το εύλογο της κυρώσεως μόνο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Εν πάση περιπτώσει, είναι βεβαίως αληθές ότι το 1982η Sideradria δεν είχε υποστεί κυρώσεις και αντι-μεπώπιζε οικονομικές δυσχέρειες, είναι όμως επίσης αληθές ότι α ) εκδίδοντας την επίδικη απόφαση η Επιτροπή έλαβε υπόψη τα εν λόγω περιστατικά ( βλ. πρώτη αιτιολογική σκέψη, τελευταίο εδάφιο ) και β ) η προσαύξηση του προστίμου οφείλεται αποκλειστικώς στη σημαντική υπέρβαση της ποσοστώσεως.
Το συμπέρασμα αυτό σημαίνει ότι πρέπει να απορριφθεί και το επικουρικό αίτημα; Όχι αναγκαστικά. Πρέπει να αναφερθεί ότι, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι το ύψος της ποσοστώσεως παραδόσεως αποδείχθηκε ανεπαρκές, αποδίδοντας, όμως, το γεγονός αυτό στις δηλώσεις που υπέβαλε η επιχείρηση και στο γεγονός ότι δεν μπορούσαν, στην περίπτωσή της, να εφαρμοστούν άλλες ρήτρες αναθεωρήσεως. Η πρώτη, λοιπόν, διαπίστωση είναι αναμφισβήτητη (όπως γενικότερα είναι αναμφισβήτητος ο αντιφατικός χαρακτήρας των ενεργειών της επιχειρήσεως έναντι του ελεγκτικού οργάνου ). Η δεύτερη είναι, επίσης, ακριβής, αφήνει όμως στο Δικαστήριο περιθώριο να παρέμβει επιδεικνύοντας επιείκεια.
Πράγματι, θεσπίζοντας την απόφαση 1831/81η Επιτροπή δεν προέβλεψε ρήτρα (όμοια μ' εκείνη που προβλέφθηκε αργότερα με την πράξη της 23ης Σεπτεμβρίου 1981 ) η οποία θα της επέτρεπε, κατά τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραδόσεως, να αποφύγει τα σοβαρά προβλήματα που προκάλεσε στις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα το σύστημα υπολογισμού που ίσχυε ώς τότε. Εξάλλου, αν μπορεί να επισημανθεί ένα θετικό στοιχείο στην κατά τα άλλα αμελή διαχείριση της Sideradria, αυτό είναι το ότι ενημέρωνε πάντοτε πάραυτα την Επιτροπή για τις δυσχέρειες της, υποβάλλοντας όλα τα αντίστοιχα στοιχεία. Είναι, επομένως, γνωστό ότι κατά την τριετία 1977-1980 σημειώθηκαν παρατεταμένες παύσεις της λειτουργίας της επιχειρήσεως και για το λόγο αυτό οι πωλήσεις δεν μπόρεσαν να προγραμματιστούν κατά τρόπο ορθολογικό. Συνεπώς, η επιλογή του 1979 ως έτους αναφοράς για τον υπολογισμό των ποσοστώσεων, έστω και αν δεν συνέπιπτε με τη νέα εμπορική πολιτική της Sideradria, ήταν στην πράξη η μόνη δυνατή ή μάλλον ήταν μια υποχρεωτική επιλογή.
Είναι, λοιπόν, βέβαιο ότι βάσει των στοιχείων που εγνώριζε η Επιτροπή και εφόσον η Sideradria δεν της είχε υποβάλει άλλα κρίσιμα στοιχεία, η ποσόστωση δεν μπορούσε να τροποποιηθεί, επειδή κατά την επιβολή κυρώσεων για την υπέρβαση η Επιτροπή δεν φαίνεται να έλαβε δεόντως υπόψη της την προεκτεθείσα κατάσταση (η Sideradria μίλησε με κάποια έμφαση, αλλά όχι και χωρίς βάσιμα επιχειρήματα, για « μοιραία γεγονότα » ) και το γεγονός ότι η ίδια απέκλεισε, στην αρχή τουλάχιστον, κάθε δυνατότητα αναθεωρήσεως των ποσοστώσεων των επιχειρήσεων εκείνων που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες ( βλ. σχετικώς απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 2/83, Alfer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 799 ).
Υπό τις περιστάσεις αυτές νομίζω ότι μπορεί να γίνει δεκτό το επικουρικό αίτημα της Sideradria, το οποίο, πάντως, δεν δικαιολογεί μείωση τέτοια που να εξαλείφει ή να αποκρύπτει τη βαρύτητα της παραβάσεως που διέπραξε η επιχείρηση. Το 80 ο/ο του προστίμου που επέβαλε η Επιτροπή, νομίζω ότι συνιστά ένα εύλογο ποσό.
5.
Βάσει των προηγουμένων σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως ακολούθως επί της προσφυγής που άσκησε στις 11 Μαρτίου 1984 η SpA Sideradria, Industria Metallurgica, με έδρα την Adria (Rovigo-Ιταλία):
α )
να απορρίψει το αίτημα ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως,
β )
να μειώσει το πρόστιμο στο 80 °/ο του ποσού του.
Ως προς τα δικαστικά έξοδα, προτείνω να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων κατά την έννοια του άρθρου 69, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy