ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 14ης Μαΐου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
Α.
Στις υποθέσεις επί των οποίων αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου, οι ενάγοντες ζητούν την αποκατάσταση της ζημίας που υσχυρί-ζονται ότι υπέστησαν λόγω της μη ορθής εφαρμογής, από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, νομισματικών εξισωτικών ποσών στον τομέα του χοιρείου κρέατος.
Οι ενάγοντες είναι παραγωγοί-χοιροτρόφοι, εγκατεστημένοι στη Βρετάνη και στα Πυρηναία. Ο Surcouľ ζητεί την καταβολή του ποσού των 70541 γαλλικών φράγκων και ο Vidou την καταβολή του ποσού 74136 γαλλικών φράγκων. Στηρίζουν δε τις αξιώσεις τους ως εξής.
Κατά την άποψη τους, η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στον τομέα του βοείου κρέατος αντιβαίνει στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που θέτει το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ καθώς και στους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής που αναφέρονται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, κατά το οποίο πρέπει να εξασφαλιστεί δίκαιο βιοτικό επίπεδο στο γεωργικό πληθυσμό καθώς και η σταθεροποίηση των αγορών. Εξάλλου δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις νια την εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στον τομέα του χοιρείου κρέατος που θέτει ο κανονισμός 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών ( 1 ). Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι ο προαναφερθείς κανονισμός έχει ως στόχο να διαφυλάξει την ενότητα της αγοράς και το ενιαίο των τιμών που απειλείται από τις διακυμάνσεις των νομισμάτων. Κατά τους ενάγοντες, τα εξισωτικά ποσά δεν πρέπει να είναι υψηλότερα από τα ποσά που είναι απολύτως αναγκαία για να αντισταθμιστούν οι επιπτώσεις που έχουν τα νομισματικά μέτρα επί των τιμών των προϊόντων βάσεως.
Ο ενάγων φρονεί ότι η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα δεν τήρησε τις αρχές αυτές και ότι με τη θέσπιση και στη συνέχεια τη διατήρηση σε ισχύ των νομισματικών εξισωτικών ποσών στον τομέα του χοιρείου κρέατος προκάλεσε εκτροπή του ρεύματος του εμπορίου εντός της Κοινότητας και στρέβλωση του ανταγωνισμού εις βάρος των γάλλων παραγωγών.
Οι ενάγοντες φρονούν ότι δυνάμει του άρθρου Ι, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71, χωρεί εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στα προϊόντα για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών. Κατά την άποψη τους η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται στην περίπτωση της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα του χοιρείου κρέατος ( κανονισμός 2759/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975 ) ( 2 ) δεδομένου ότι ουδέποτε καθορίστηκε τιμή παρεμβάσεως σ' αυτό τον τομέα. Σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την οργάνωση των εν λόγω αγορών, η εφαρμογή μέτρων παρεμβάσεως είναι απλώς προαιρετική' μετά το 1971 δεν έγινε καμιά αγορά παρεμβάσεως. Οι ενάγοντες φρονούν ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά υπολογίζονται βάσει πλασματικής τιμής αγοράς η οποία στην πραγματικότητα δεν εφαρμόζεται.
Οι ενάγοντες φρονούν επίσης ότι η τιμή βάσεως που καθορίζεται ετησίως, από την οποία καθορίζεται το επίπεδο της τιμής αγοράς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τιμή παρεμβάσεως διότι αποτελεί απλώς « δείκτη συναγερμού » για την Επιτροπή προκειμένου να εξετάζει αν πρέπει να θεσπίσει μέτρα παρεμβάσεως.
Οι ενάγοντες φρονούν ότι αν εν πάση περιπτώσει ήταν δυνατή η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών, τα ποσά αυτά έπρεπε να υπολογιστούν — όπως οι εισφορές λόγω εισαγωγής και τα εξισωτικά ποσά του άρθρου 75 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972 — βάσει της ποσότητας των αναγκαίων για την παραγωγή χοιρείου κρέατος ζωοτροφών.
Οι ενάγοντες φρονούν ότι τα κοινοτικά όργανα υπερέβησαν προφανώς και σημαντικά τις αρμοδιότητες τους.
Υπολογίζουν δε τη ζημία που υπέστησαν βάσει του ισχύοντος κατά το χρόνο της ασκήσεως της προσφυγής νομισματικού εξισωτικού ποσού για το χοίρειο κρέας προελεύσεως Κάτω Χωρών.
Οι ενάγοντες προβάλλουν ως κύριο επιχείρημα τη χορήγηση νομισματικών εξισωτικών ποσών για τις εξαγωγές χοιρείου κρέατος από τις Κάτω Χώρες προς τη Γαλλία. Το πρόβλημα της εισπράξεως νομισματικών εξισωτικών ποσών κατά την εισαγωγή στις Κάτω Χώρες έθιξαν το πρώτο με την ανταπάντηση χωρίς ωστόσο να διατυπώσουν σχετικώς πλέον συγκεκριμένες παρατηρήσεις.
Τα νομισματικά εξισωτικά ποσά ανέρχονταν σε ποσοστό 5,8 % μιας θεωρητικής τιμής που υπολόγισε η Επιτροπή δηλαδή σε 49,20 γαλλικά φράγκα ανά σφάγιο των 80 κιλών. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αυτή η επιδότηση υπέρ του εισαγομένου από τις Κάτω Χώρες χοιρείου κρέατος είχε ως συνέπεια την πτώση των τιμών στη γαλλική αγορά. Με βάση τη μέση παραγωγή κρέατος που πραγματοποίησαν κατά τα πέντε τελευταία έτη, οι ενάγοντες φρονούν ότι υπέστησαν ζημία 52253 γαλλικών φράγκων και 54916 γαλλικών φράγκων αντιστοίχως.
Επιπλέον οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία διότι δεν μπόρεσαν να βελτιώσουν την κατάσταση των αποθεμάτων τους σε ρευστό, τις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων τους καθώς και την παραγωγικότητα τους. Τη ζημία αυτή αποτιμούν σε ποσοστό 35 % της άμεσης ζημίας που υπέστησαν.
Κατά την άποψη τους, και η άμεση και η έμμεση ζημία που υπέστησαν έχουν άμεση σχέση με την εφαρμογή των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Η εναγομένη, Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από το Συμβούλιο και την Επιτροπή φρονεί ότι οι αγωγές αποζημιώσεως είναι αστήρικτες. Τα δύο όργανα ζητούν την απόρριψη τους. Φρονούν δε ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να επικαλεστούν τα άρθρα 7 και 39 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Δέχονται μεν ότι το άρθρο 7 απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας. Φρονούν όμως ότι εν προκειμένω η απαγόρευση αυτή δεν παραβιάζεται διότι δεν πρόκειται για διαφοροποίηση λόγω ιθαγενείας αλλά αναλόγως των διαφόρων τόπων παραγωγής των συγκεκριμένων προϊόντων. Τα εν λόγω κοινοτικά όργανα φρονούν ότι το άρθρο 39 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορεί να στηρίξει τις απαιτήσεις των διαφόρων επιχειρηματιών διότι περιγράφει ορισμένους στόχους της γεωργικής πολιτικής, για την πραγματοποίηση των οποίων τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ορισμένη εξουσία εκτιμήσεως.
Τα κοινοτικά όργανα φρονούν επίσης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο κανονισμός 974/71 για την εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών. Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά εφαρμόζονται στα προϊόντα για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Τα κοινοτικά όργανα ισχυρίζονται ότι ο κανονισμός 2759/75 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος προβλέπει μέτρα παρεμβάσεως. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρατηρούν ότι το άρθρο 3 του κανονισμού αναφέρει τα ακόλουθα μέτρα παρεμβάσεως:
—
ενισχύσεις για ιδιωτική αποθεματοποίηση,
—
αγορές που πραγματοποιούνται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
Τα κοινοτικά όργανα φρονούν ότι δυνάμει του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, τα μέτρα παρεμβάσεως αρκεί να προβλέπονται και δεν απαιτείται να εφαρμόζονται πράγματι όπως εξάλλου δεν απαιτείται να υπάρχει τιμή παρεμβάσεως. Τα κοινοτικά όργανα δέχονται μεν ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως δεν πραγματοποίησαν καμιά αγορά μετά το 1971, η Κοινότητα όμως παρενέβη επανειλημμένα στον τομέα του χοιρείου κρέατος με ενισχύσεις για ιδιωτική αποθεματοποίηση. Κατά τα κοινοτικά όργανα αυτό αρκεί για να επιτευχθεί στον τομέα του χοιρείου κρέατος το επίπεδο τιμών που θεωρείται αναγκαίο εντός της Κοινότητας.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν αποδιοργάνωση των αγορών χοιρείου κρέατος, η οποία άλλωστε δεν διαπιστώνεται' η παραγωγή χοιρείου κρέατος χαρακτηρίζεται από ανοδική τάση τόσο στα κράτη με ασθενές όσο και στα κράτη με ισχυρό νόμισμα.
Η θέσπιση νομισματικών εξισωτικών ποσών ήταν αντιθέτως αναγκαία για να αποτραπεί η αποδιοργάνωση των αγορών λόγω της διαφορετικής εξελίξεως των νομισμάτων των κρατών μελών. Αν δεν υπήρχαν νομισματικά εξισωτικά ποσά θα διαταρασσόταν το σύστημα των παρεμβάσεων και θα μεταβαλόταν το ρεύμα του εμπορίου. Η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών υπήρξε αναγκαία προκειμένου να αντισταθμιστούν οι διαφορές των τιμών που οφείλονται στην εφαρμογή « πράσινων » τιμών στα γεωργικά προϊόντα. Για το λόγο αυτό το επίπεδο των νομισματικών εξισωτικών ποσών εξαρτάται κατά τρόπο σχεδόν μαθηματικό από τις πράσινες τιμές.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή φρονούν ότι η ζημία, όπως την υπολογίζουν οι ενάγοντες, είναι τελείως θεωρητική. Πουθενά δεν αναφέρεται από πού εξάγεται το ποσό των 49,20 γαλλικών φράγκων που αντιπροσωπεύει την επιδότηση για κάθε σφάγιο χοίρου προελεύσεως των Κάτω Χωρών.
Ακόμη και αν η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στον τομέα του χοιρείου κρέατος υπήρξε μη κανονική, δεν έπεται ότι οι ενάγοντες μπορούν να αξιώσουν αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ. Μόνη η διαπίστωση ότι κάποια διάταξη, όπως ο προαναφερθείς κανονισμός, είναι ανίσχυρη δεν αρκεί για να θεμελιώσει ευθύνη της Κοινότητας. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η Κοινότητα δεν υπέχει ευθύνη από κανονιστική πράξη που αντιπροσωπεύει επιλογή οικονομικής πολιτικής παρά μόνο αν συντρέχει αρκούντως διακεκριμένη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τα άτομα. Αυτό όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
Β.
Η θέση μου επί των υπό κρίση αγωγών αποζημιώσεως είναι η ακόλουθη.
Όπως ήδη ανέφερα, το Δικαστήριο κρίνει κατά πάγια νομολογία ότι η Κοινότητα δεν υπέχει ευθύνη από κανονιστικές πράξεις παρά μόνο αν συντρέχει αρκούντως διακεκριμένη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τα άτομα ( 3 ). Έτσι, πρέπει να εξεταστεί αν η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στον τομέα του χοιρείου κρέατος πρέπει να θεωρηθεί ως παράβαση του νόμου και αν πρόκειται για αρκούντως διακεκριμένη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τα άτομα. Στη συνέχεια θα πρέπει να εξεταστεί ενδεχομένως αν οι ενάγοντες απέδειξαν ότι υπέστησαν ζημία, ακολούθως δε αν η ζημία συνδέεται με παράνομη συμπεριφορά της Κοινότητας.
1. Περί του αν είναι νόμιμη η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στον τομέα του χοιρείου κρέατος
α)
Με τον κανονισμό 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών δόθηκε η εξουσία στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν νομισματικά εξισωτικά ποσά στις εμπορικές συναλλαγές που αφορούν ορισμένα γεωργικά προϊόντα. Δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού χωρεί εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στην περίπτωση που κάποιο κράτος μέλος αποδέχεται για τις εμπορικές συναλλαγές και για το νόμισμα του τιμή συναλλάγματος που υπερβαίνει το όριο της διακυμάνσεως η οποία επιτρέπεται από τις διεθνείς ρυθμίσεις, όριο που προκύπτει από την ισοτιμία του εθνικού νομίσματος του συγκεκριμένου κράτους μέλους η οποία έχει αναγνωριστεί από το διεθνές νομισματικό ταμείο στο οποίο έχει δηλωθεί. Ωστόσο, τα κράτη μέλη είχαν αυτή τη δυνατότητα μόνο εφόσον η εφαρμογή των εν λόγω νομισματικών μέτρων διετάρασσε το εμπόριο των γεωργικών προϊόντων. Αρχικώς, η εξουσία που δόθηκε στα κράτη μέλη είχε την έννοια προσωρινού μέτρου για την αντιμετώπιση των κινδύνων που παρουσίαζε για την καλή λειτουργία της κοινής γεωργικής αγοράς η ανώμαλη συρροή βραχυπροθέσμων κεφαλαίων. Στη συνέχεια ( 4 ), λόγω της νομισματικής αστάθειας θεσπίστηκαν στο γεωργικό τομέα ειδικές τιμές μετατροπής προκειμένου να επιτευχθεί η σταθερότητα των τιμών των γεωργικών προϊόντων. Η εφαρμογή των αντιπροσωπευτικών αυτών τιμών οι οποίες διέφεραν κατά κανόνα από τις πραγματικές τιμές μετατροπής είχε ως συνέπεια ότι οι τιμές εκφρασμένες σε εθνικό νόμισμα διέφεραν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Προκειμένου να εξουδετερωθεί η επίπτωση των διαφορετικών αυτών επιπέδων τιμών επί του ρεύματος του εμπορίου των γεωργικών προϊόντων εντός της Κοινότητας διατηρήθηκε η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Ήδη με τον κανονισμό 1112/73 ( 5 ), προσδιορίστηκαν και πάλι τα στοιχεία αναφοράς για τον υπολογισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών: ο κανονισμός 974/71 στηριζόταν στη διαφορά μεταξύ της ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος του συγκεκριμένου κράτους μέλους που είχε αναγνωριστεί από το διεθνές νομισματικό ταμείο στο οποίο είχε δηλωθεί και στον αριθμητικό μέσο όρο των τιμών συναλλάγματος σε σχέση με το δολάριο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ενώ ο νέος κανονισμός στηρίζεται στη διαφορά μεταξύ της τιμής μετατροπής που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και της τιμής μετατροπής που προκύπτει από την κεντρική τιμή ( 6 ).
Διαπιστώνεται έτσι ότι η σημασία των νομισματικών εξισωτικών ποσών μεταβλήθηκε από της θεσπίσεως τους. Αρχικά θεωρήθηκαν ως μέσον για την εξουδετέρωση των μεσοπρόθεσμων διακυμάνσεων των νομισμάτων, στη συνέχεια όμως χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να εξισωθούν τα διάφορα επίπεδα τιμών των γεωργικών προϊόντων εντός της Κοινότητας που προέκυπταν από την εφαρμογή διαφορετικών αντιπροσωπευτικών τιμών μετατροπής στις τιμές των γεωργικών προϊόντων οι οποίες εκφράζονταν κατά τρόπο ενιαίο σε λογιστικές μονάδες αρχικώς και σε ECU στη συνέχεια ( 7 ).
Δεδομένου ότι η σημασία των νομισματικών εξισωτικών ποσών μεταβλήθηκε — όπως είδαμε — ο δε κανονισμός 974/71 τροποποιήθηκε επανειλημμένα — ο κανονισμός 855/84 που μνημονεύτηκε πολλές φορές σ' αυτή την υπόθεση αποτελεί τη δέκατη τέταρτη τροποποίηση του πρώτου κανονισμού — η μέχρι στιγμής νομολογία του Δικαστηρίου πρέπει να εφαρμόζεται με προσοχή σε κάθε περίπτωση. Κάθε φορά πρέπει να εξετάζεται σε ποια έκδοση του κανονισμού 974/71 αναφέρονται οι προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου και σε ποιο νομικό-νομισματικό πλαίσιο εντάσσεται η έκδοση αυτή του κανονισμού. Αυτό ισχύει ιδίως για τις κρίσεις του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην ύπαρξη ενός « συστήματος ενιαίων τιμών » που υπήρξε βεβαίως, εκφρασμένο σε λογιστικές μονάδες ή σε ECU αλλά εγκαταλείφθηκε προοδευτικά όταν πλέον οι τιμές εκφράστηκαν σε εθνικό νόμισμα. Στην πραγματικότητα διαπιστώνομε ότι υπάρχουν πλέον διαβαθμίσεις των γεωργικών τιμών αναλόγως της περιφέρειας, της εποχής και των προϊόντων, οι οποίες προκύπτουν από τις διαφορετικά διαμορφούμενες αντιπροσωπευτικές τιμές για τα γεωργικά προϊόντα. Έτσι, παρατηρείται ότι οι αποκλίσεις μεταξύ των αντιπροσωπευτικών τιμών και των κεντρικών τιμών (ή των ισοδυνάμων, αν δεν υπάρχουν κεντρικές τιμές όπως συμβαίνει με τα νομίσματα που κυμαίνονται ελεύθερα ), διαφέρουν από το ένα νόμισμα στο άλλο, ότι οι τροποποιήσεις των αντιπροσωπευτικών τιμών αρχίζουν να ισχύουν σε διαφορετικά χρονικά σημεία στα διάφορα κράτη μέλη, ότι μέχρι στιγμής οι αντιπροσωπευτικές τιμές διέφεραν αναλόγως των προϊόντων και ότι μάλιστα η σχέση μεταξύ των τιμών των διαφόρων προϊόντων διαφέρει μέχρι στιγμής από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Δεν επιθυμώ να αναλύσω λεπτομερέστερα το ζήτημα αν η διαβάθμιση ( αναλόγως της περιοχής, της εποχής και των προϊόντων) των γεωργικών τιμών υπό τη μορφή αυτή είναι κανονική, δεδομένου ότι δεν αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως. Αναφέρω απλώς ότι το άρθρο 40, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει ότι « μια ενδεχόμενη κοινή πολιτική τιμών πρέπει να βασίζεται επί κοινών κριτηρίων και επί ενιαίων μεθόδων υπολογισμού »· στη Συνθήκη ΕΟΚ δεν γίνεται λόγος για « ενιαίες τιμές ».
Με την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1979, το Δικαστήριο δέχτηκε την εφαρμογή « πράσινων » τιμών μετατροπής τουλάχιστον στο πλαίσιο της εισφοράς λόγω συντρέχουσας ευθύνης στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων.
Ως προς το ζήτημα μήπως η χρησιμοποίηση « πράσινων » τιμών αντιβαίνει στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ διότι οι τιμές αυτές μπορούν να καταλήξουν σε άνισες επιβαρύνσεις σε σχέση με τη νομισματική κατάσταση κάθε κράτους μέλους, το Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
« ότι ναι μεν σε ορισμένες πράξεις η εφαρμογή αυτών των τιμών συναλλάγματος μπορεί ενδεχομένως να συνεπάγεται πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα που εμφανίζονται ίσως ως δυσμενείς διακρίσεις, πλην όμως κατά γενικό κανόνα η εν λόγω εφαρμογή συμβάλλει στη θεραπεία νομισματικών καταστάσεων που... θα προκαλούσαν διακρίσεις πολύ σοβαρότερες, προφανείς Kat γενικές·
ότι, επομένως, η υιοθέτηση του συστήματος των “ πράσινων ” τιμών συναλλάγματος καίτοι δεν είναι απαλλαγμένη μειονεκτημάτων δικαιολογείται από την απαγόρευση των διακρίσεων και τις απαιτήσεις της κοινής γεωργικής πολιτικής » ( 8 ).
Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71, νομισματικά εξισωτικά ποσά μπορούν να εφαρμοστούν στα ακόλουθα προϊόντα:
α )
στα προϊόντα, για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών
ß )
στα προϊόντα των οποίων η τιμή εξαρτάται από την τιμή των προϊόντων που αναφέρονται στην περίπτωση α) και τα οποία υπάγονται στην κοινή οργάνωση των αγορών ή αποτελούν αντικείμενο ειδικής ρυθμίσεως βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης.
β )
Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες θεωρούν μη κανονική την εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών, ιδίως διότι δεν υπάρχει τιμή παρεμβάσεως στην κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα του χοιρείου κρέατος, πρέπει πρώτο να εξεταστεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στο χοίρειο κρέας.
Ο κανονισμός 2759/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος, περιλαμβάνει καθεστώς τιμών στον τίτλο Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 3, προκειμένου να αποφευχθεί ή να μετριαστεί η σημαντική πτώση των τιμών μπορούν να λαμβάνονται τα ακόλουθα μέτρα:
—
ενισχύσεις για ιδιωτική αποθεματοποίηση,
—
αγορές που πραγματοποιούνται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
Ωστόσο, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στις άλλες οργανώσεις αγοράς, τα μέτρα παρεμβάσεως δεν λαμβάνονται αυτομάτως αλλά δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 6, πρέπει να αποφασίζονται κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 24 διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως. Μέτρα παρεμβάσεως μπορούν να αποφασιστούν όταν η κοινοτική τιμή της αγοράς εσφαγμένου χοίρου βρίσκεται σε επίπεδο χαμηλότερο του 103 % της τιμής βάσεως και υπάρχει κίνδυνος να παραμείνει σ' αυτό το επίπεδο. Η εν λόγω τιμή βάσεως καθορίζεται ετησίως πριν από την 1η Αυγούστου και εφαρμόζεται από Ι ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Από την τιμή βάσεως καθορίζεται η τιμή αγοράς του εσφαγμένου χοίρου ποιοτικού τύπου που εφαρμόζουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως όταν παρεμβαίνουν στην αγορά. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1423/78 ( 9 ) προβλέπει ότι η τιμή αγοράς του χοίρου κυμαίνεται μεταξύ 78 % και 92 % της τιμής βάσεως. Μέσα σ' αυτό το περιθώριο η τιμή αγοράς καθορίζεται κατά τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 24, δηλαδή κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως.
Το δεύτερο μέτρο παρεμβάσεως που προβλέπεται στην κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος, δηλαδή οι ενισχύσεις για την ιδιωτική αποθεματοποίηση χοιρείου κρέατος διέπεται ήδη από τον κανονισμό 2763/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί καθορισμού των γενικών κανόνων για τη χορήγηση ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση στον τομέα του χοιρείου κρέατος ( 10 ) καθώς και από τον κανονισμό 1092/80 της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 1980, περί των λεπτομερειών εφαρμογής της χορηγήσεως ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση χοιρείου κρέατος ( 11 ) Σύμφωνα με τον πίνακα που προσκόμισε η Επιτροπή και που δεν αμφισβήτησαν οι ενάγοντες, κατά την εν προκειμένω επίδικη περίοδο αποσύρθηκαν προσωρινώς από την αγορά 521776 τόνοι χοιρείου κρέατος με 24 περιπτώσεις ενισχύσεων για ιδιωτική αποθεματοποίηση.
Ως μερικό συμπέρασμα θα ήθελα να αναφέρω ότι η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος προβλέπει μέτρα παρεμβάσεως τα οποία εφαρμόζονται πράγματι. Συνεπώς, συντρέχουν οι όροι που προβλέπει ρητά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71, νομίζω δηλαδή ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Εφόσον όμως παρ' όλα αυτά οι ενάγοντες φρονούν ότι δεν χωρεί εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών διότι δεν υπάρχει τιμή παρεμβάσεως και ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως δεν πραγματοποίησαν αγορές χοιρείου κρέατος μετά το 1971, θα παρατηρήσω τα ακόλουθα.
Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71, αρκεί να προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών. Αυτό είναι σαφές στον τομέα που μας ενδιαφέρει. Αν η Κοινότητα αποφάσιζε να παρέμβει στην αγορά χοιρείου κρέατος με αγορές εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως θα έπρεπε να καθοριστεί τιμή αγοράς κυμαινόμενη μέσα στο περιθώριο που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2759/75. Αφού λοιπόν η παρέμβαση στην αγορά εκδηλώνεται στο επίπεδο της εν λόγω τιμής δεν βλέπω γιατί να μη χαρακτηριστεί αυτή η τιμή ως τιμή παρεμβάσεως.
Ωστόσο οι ενάγοντες μειώνουν την έκταση της έννοιας των μέτρων παρεμβάσεως κατά τρόπο εσφαλμένο ισχυριζόμενοι ότι μέτρα παρεμβάσεως υπάρχουν μόνο όταν οι οργανισμοί παρεμβάσεως προβαίνουν σε αγορά κρέατος. Η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος προβλέπει συγκεκριμένα δύο διαφορετικούς τύπους μέτρων παρεμβάσεως φαίνεται μάλιστα ότι δίνει προτεραιότητα στην παρέμβαση μέσω της χορηγήσεως ενισχύσεων για ιδιωτική αποθεματοποίηση. Συγκεκριμένα στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2759/75 αναφέρονται τα ακόλουθα:
« ότι αυτά τα τελευταία μέτρα δύνανται να συνίστανται σε αγορές που πραγματοποιούνται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως' ότι ενδείκνυται πάντως να προβλεφθούν επίσης και μέτρα ενισχύσεων για την ιδιωτική αποθεματοποίηση, διότι τα μέτρα αυτά είναι εκείνα που επηρεάζουν λιγότερο την ομαλή εμπορία των προϊόντων και δύνανται να μειώσουν τη σημασία των αγορών που πραγματοποιούν οι οργανισμοί παρεμβάσεως ότι για το σκοπό αυτόν πρέπει να προβλεφθεί ιδίως ο καθορισμός τιμής βάσεως που χρησιμεύει στην έναρξη λήψεως των μέτρων παρεμβάσεως, καθώς και οι όροι, σύμφωνα με τους οποίους πραγματοποιείται η παρέμβαση. »
Ως προς τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα τους, τα δύο μέτρα παρεμβάσεως δεν παρουσιάζουν σημαντική διαφορά. Πράγματι, αποβλέπουν απλώς στην προσωρινή ανακούφιση της αγοράς και όχι στην οριστική εξαφάνιση των προϊόντων που αποσύρθηκαν από την αγορά. Δεδομένου ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν μπορούν να παραμένουν αποθηκευμένα επ' αόριστο, θα τεθούν και πάλι αναπόφευκτα στο εμπορικό κύκλωμα. Αυτό ισχύει τόσο για το μέτρο της χορηγήσεως ενισχύσεων για ιδιωτική αποθεματοποίηση όσο και για το μέτρο της πραγματοποιήσεως αγορών από τους οργανισμούς παρεμβάσεως: « οι δημόσιες αρχές » αποθηκεύουν χοίρειο κρέας το οποίο θα πωληθεί από τους οργανισμούς παρεμβάσεως υπό τους όρους που προβλέπει το άρθρο 6 του κανονισμού 2759/75.
Κατά την άποψη των κοινοτικών οργάνων, αφού αποδείχτηκε αρκετή για τη σταθεροποίηση της αγοράς χοιρείου κρέατος η παρέμβαση μέσω της χορηγήσεως « ενισχύσεων για την ιδιωτική αποθεματοποίηση » το μόνο δυνατό συμπέρασμα είναι ότι το σύστημα της παρεμβάσεως και το καθεστώς των τιμών της κοινής οργάνωσης της εν λόγω αγοράς λειτούργησαν ικανοποιητικά. Σχετικά με το σημείο αυτό συμμερίζομαι την άποψη πουδιατύπωσε εμπειρογνώμων του εμπορικού δικαίου ο οποίος, υπό τον τίτλο « Σύγχρονα προβλήματα », αναφέρει τα ακόλουθα όσον αφορά την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος:
« Κατά τα τελευταία έτη, η σποραδική χορήγηση ενισχύσεων για την ιδιωτική αποθεματοποίηση αποδείχτηκε πολύ καλό προσωρινό μέτρο σταθεροποιήσεως της αγοράς με χαμηλό κόστος. Μετά το 1971 οι δημόσιες αρχές δεν παρενέβησαν πλέον με πραγματοποίηση αγορών εντός της Κοινότητας. Γενικώς μπορεί να θεωρηθεί ότι η κοινοτική αγορά χοιρείου κρέατος όπως λειτουργεί υπό το ισχύον σύστημα της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος είναι σταθερή αγορά » ( 12 ).
Είναι λοιπόν καταρχή θεμιτή η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στο χοίρειο κρέας. Το συμπέρασμα αυτό εξάγεται άμεσα από την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 ( 13 ) όπου το Δικαστήριο εκαλείτο να αποφανθεί επί της εκ των υστέρων χορηγήσεως εγγράφων για τη χορήγηση νομισματικών εξισωτικών ποσών για χοίρειο λίπος. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο εξέτασε απλώς αν είναι δυνατή η εκ των υστέρων χορήγηση εγγράφου ελέγχου, ασχολούμενο δε μ' αυτό το τυπικό ζήτημα δέχτηκε σιωπηρά ότι είναι νόμιμη η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών σε προϊόντα που υπάγονται στην κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος.
γ ) Όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών για το χοίρειο κρέας
Οι ενάγοντες θεωρούν επίσης μη κανονικό το συγκεκριμένο υπολογισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών διότι στηρίζεται σε πλασματική τιμή αγοράς η οποία δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Ακόμη και στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του εμπορίου με τις τρίτες χώρες το χοίρειο κρέας θεωρείται ως προϊόν παράγωγο των δημητριακών. Την άποψη αυτή συμμερίζεται ο κοινοτικός νομοθέτης όσον αφορά το μελλοντικό τρόπο υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών δεδομένου ότι, από 1ης Ιανουαρίου 1985, θεωρεί το χοίρειο κρέας ως παράγωγο των δημητριακών ( 14 ).
Σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει να σημειωθεί πρώτον ότι σύμφωνα με πίνακα που προσκόμισε η Επιτροπή και που δεν αμφισβήτησαν οι προσφεύγοντες, η βάση υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών που καθορίζουν τα κοινοτικά όργανα υπήρξε πάντα αισθητά χαμηλότερη της τιμής αγοράς του χοίρειου κρέατος εκτός για κάποιο τρίμηνο του 1983. Αυτό προκύπτει από τις λεπτομέρειες υπολογισμού που αφορούσαν πρώτον το 1971 την τιμή αγοράς του εσφαγμένου χοίρου, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 121/67 και καθόρισαν τη βάση υπολογισμού στο 92 % της τιμής βάσεως ( 15 ). Στη συνέχεια η βάση υπολογισμού καθορίστηκε στην κατώτατη τιμή αγοράς δηλαδή αρχικά σε 85 % και στη συνέχεια σε 78 % της τιμής βάσεως. Πα την περίοδο που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω η βάση υπολογισμού ήταν 78 ο/ο της τιμής βάσεως σύμφωνα με τον κανονισμό 1517/78, της 30ής Ιουλίου 1978 ( 16 ). Με τον κανονισμό 2025/83 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουλίου 1983 ( 17 ), προστέθηκε στο άρθρο 2 του κανονισμού 974/71η εξής παράγραφος 3α:
« Το νομισματικό εξισωτικό ποσό για τα προϊόντα τα οποία υπάγονται στον τομέα του χοιρείου κρέατος υπολογίζεται με βάση το 90 % του κατώτερου ορίου της τιμής αγοράς που ισχύει για τους σφαγέντες χοίρους. »
Έτσι, η βάση υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών ανέρχεται σε ποσοστό 70,2 ο/ο της τιμής βάσεως που καθορίζεται ετησίως.
Η βάση υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών βαίνει φθίνουσα, συνεπώς δε και το επίπεδο των ποσών αυτών. Η εξέλιξη αυτή τερματίστηκε προσωρινά με τη θέσπιση του κανονισμού 855/84 του Συμβουλίου που προβλέπει ότι από 1ης Ιανουαρίου 1985 μέχρι 31ης Οκτωβρίου 1987 το χοίρειο κρέας θεωρείται ως προϊόν παράγωγο των δημητριακών για τον υπολογισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Ωστόσο, η επίκληση του καθεστώτος των συναλλαγών με τις τρίτες χώρες, του ειδικού καθεστώτος που προβλέπεται για τις συναλλαγές με τα νέα κράτη μέλη και ο νέος τρόπος υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών από 1ης Ιανουαρίου 1985 δεν αποδεικνύουν ότι η προηγούμενη μέθοδος υπολογισμού υπήρξε μη κανονική. Η νέα μέθοδος υπολογισμού που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 855/84 « για τον υπολογισμό και την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα » ( 18 ) εντάσσεται σε σειρά μέτρων που αποβλέπουν στην κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών και που συνδέονται συγχρόνως με προσαρμογή των αντιπροσωπευτικών τιμών. Άρα η νέα μέθοδος υπολογισμού βρίσκεται σε τελείως διαφορετική αλληλουχία από τη μέθοδο υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών για την εν προκειμένω επίδικη περίοδο.
Η μέθοδος υπολογισμού των εισφορών λόγω εισαγωγής και των επιστροφών λόγω εξαγωγής εντάσσεται επίσης σε διαφορετικό πλαίσιο από τα νομισματικά εξισωτικά ποσά. Οι εισφορές λόγω εισαγωγής, αφενός, απαρτίζονται από διάφορα στοιχεία — μέρος των οποίων εξαρτάται, όπως γίνεται δεκτό, από την αναγκαία ποσότητα ζωοτροφών — ενώ, αφετέρου, το καθεστώς των συναλλαγών με τις τρίτες χώρες εξυπηρετεί άλλους σκοπούς από την εφαρμογή των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Τα ποσά αυτά αποβλέπουν στο να αντισταθμίσουν τις διαφορές του επιπέδου των εκφραζόμενων σε εθνικά νομίσματα τιμών στο πλαίσιο του ενιαίου κοινοτικού συστήματος τιμών ενώ για τον υπολογισμό των εισφορών λόγω εισαγωγής μπορούν να ληφθούν επίσης υπόψη και άλλα στοιχεία όπως λόγου χάρη η ανάγκη προστασίας της κοινοτικής γεωργίας στο εξωτερικό καθώς και τα συμφέροντα του διεθνούς εμπορίου ( 19 ).
Τα ίδια ισχύουν και για τις παρατηρήσεις των εναγόντων σχετικά με το άρθρο 75 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972. Τα εξισωτικά ποσά που εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο της προσαρμογής των γεωργικών τιμών των νέων κρατών μελών με τις τιμές της Κοινότητας στην αρχική της σύνθεση απέβλεπαν στην προσωρινή εξίσωση των διαφορών ως προς τις τιμές που θα έπρεπε να εξαλειφθούν προοδευτικά. Η εξέταση της μεθόδου υπολογισμού του εν λόγω τομέα δεν φωτίζει καθόλου το ερώτημα αν η γενικώς εφαρμοζόμενη μέθοδος υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών είναι κανονική δεδομένου ότι πρόκειται για τομείς τελείως διαφορετικούς.
Οι ενάγοντες δεν απέδειξαν εν πάση περιπτώσει ότι τα κοινοτικά όργανα θεωρούν γενικώς το χοίρειο κρέας ως προϊόν παράγωγο των δημητριακών.
δ ) Παοάβαοη τον άοθοον 39 της Συνθήκης ΕΟΚ
Οι ενάγοντες φρονούν ότι η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στο χοίρειο κρέας προσβάλλει τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής που διατυπώνεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχεία β ) και γ ), της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή την εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου στο γεωργικό πληθυσμό ιδίως με την αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία και τη σταθεροποίηση των αγορών. Πάντως οι ενάγοντες δεν αναφέρουν λεπτομερώς κατά ποίο τρόπο η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στο χοίρειο κρέας αντιβαίνει σ' αυτούς τους στόχους.
Αναλύοντας αυτό τον ισχυρισμό, παρατηρώ πρώτο ότι το άρθρο 39 της Συνθήκης ΕΟΚ αναφέρει ολόκληρη σειρά στόχων της κοινής πολιτικής, η πραγματοποίηση των οποίων βαρύνει τα κοινοτικά όργανα. Σχετικώς αρκεί να σημειωθεί πρώτον ότι, « όπως έχει επανειλημμένα δεχτεί το Δικαστήριο, τα όργανα οφείλουν να επιχειρούν να συμβιβάζουν τους διαφόρους στόχους του άρθρου 39 που δεν επιτρέπει να απομονώνεται ένας από τους στόχους αυτούς σε σημείο που να καθίσταται αδύνατη η επίτευξη άλλων στόχων » ( 20 ). Άρα τα κοινοτικά όργανα έχουν κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την επίτευξη των στόχων της Συνθήκης.
Οι ενάγοντες δεν προέβαλαν κανένα επιχείρημα σχετικά με το ζήτημα αν ο μηχανισμός των τιμών της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος αντιβαίνει στο στόχο της εξασφαλίσεως δίκαιου βιοτικού επιπέδου στο γεωργικό πληθυσμό. Η Κοινότητα καθορίζει ετησίως τιμή βάσεως για το χοίρειο κρέας ποιοτικού τύπου· όταν η τιμή αγοράς βρίσκεται σε επίπεδο χαμηλότερο του 103 % της τιμής βάσεως, όπως προβλέπει το άρθρο 4 του κανονισμού 2759/75, είναι δυνατή η λήψη μέτρων παρεμβάσεως για τη συγκράτηση των τιμών. Οι ενάγοντες δεν υποστήριξαν ότι με τον καθορισμό και μόνο της τιμής βάσεως τα κοινοτικά όργανα δεν συμμορφώθηκαν προς την υποχρέωση της εξασφαλίσεως δίκαιου βιοτικού επιπέδου στο γεωργικό πληθυσμό.
'Ετσι, απομένει να εξεταστεί αν' η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στο χοίρειο κρέας αντιβαίνει στο στόχο της σταθεροποιήσεως των αγορών. Σχετικώς πρέπει να σημειωθεί ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά αποβλέπουν ακριβώς στο να αποτρέψουν την αποδιοργάνωση της αγοράς που θα μπορούσε να προκύψει από την εφαρμογή αντιπροσωπευτικών τιμών οι οποίες διαφέρουν μεταξύ τους και αποκλίνουν από τις πραγματικές τιμές συναλλάγματος. Έτσι, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά αποβλέπουν επίσης στη πραγματοποίηση του στόχου που αναφέρεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή της σταθεροποιήσεως των αγορών.
Κατά τα λοιπά πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή και η επιτροπή διαχειρίσεως διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς το αν υπάρχει κίνδυνος διαταράξεως των γεωργικών αγορών. Στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας, ο δικαστής οφείλει να εξετάσει απλώς μήπως οι αρχές υπέπεσαν σε προφανή πλάνη ή διέπραξαν κατάχρηση εξουσίας ή μήπως υπερέβησαν προφανώς τα όρια της διακριτικής τους ευχέρειας ( 21 ). Εν προκειμένω κανένα στοιχείο δεν μαρτυρεί πταίσμα εκ των κοινοτικών οργάνων. Δεδομένου ότι κατά την περίοδο της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών οι αντιπροσωπευτικές τιμές διέφεραν των κεντρικών τιμών, υπήρχε ο κίνδυνος διαταράξεως του εμπορίου. Επιπλέον η Κοινότητα διατήρησε τα εν λόγω μέτρα στο πλαίσιο του απολύτως αναγκαίου δεδομένου ότι υπολόγισε τα νομισματικά εξισωτικά ποσά με βάση που κατά κανόνα ήταν χαμηλότερη της τιμής αγοράς του χοιρείου κρέατος. Εξάλλου η εισαγωγή της « ατέλειας » ( βλέπε σχετικώς παράγραφο Β. 2 κατωτέρω ) είχε ως συνέπεια ότι ακόμη και για τα ανατιμημένα νομίσματα, οι αποκλίσεις των τιμών λόγω της εφαρμογής των αντιπροσωπευτικών τιμών συμψηφίστηκαν μόνο εν μέρει.
ε ) Παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των οιακοίσεων που ποοβλέπει το άοθοο 7 της Ιν-νθήκης ΕΟΚ
Οι ενάγοντες προβάλλουν περαιτέρω ότι η εφαρμογή των νομισματικών εξισωτικών ποσών στο χοίρειο κρέας συνιστά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύει « εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσης Συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της,... κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας ».
Κατά την άποψη μου η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στο χοίρειο κρέας δεν συνιστά διάκριση και συγκεκριμένα δεν συνιστά διάκριση λόγω ιθαγένειας. Πράγματι οι περί εφαρμογής νομισματικών εξισωτικών ποσών διατάξεις δεν αναφέρονται στην ιθαγένεια των επιχειρηματιών αλλά στο νομισματικό χώρο όπου ασκούν τις δραστηριότητες τους οι τελευταίοι. Εξάλλου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διαφορετική μεταχείριση των επιχειρηματιών που ασκούν τις δραστηριότητες τους σε διαφορετικούς νομισματικούς χώρους συνιστά κατ' ανάγκη διάκριση. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση τότε μόνο συνιστά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων όταν εμφανίζεται ως αυθαίρετη ( 22 ). Εν προκειμένω δεν μπορεί να γίνει λόγος για αυθαίρετη διαφορετική μεταχείριση. Αντιθέτως η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών αποβλέπει ακριβώς στο συμψηφισμό άλλης διαφορετικής μεταχείρισης που προκύπτει από την εφαρμογή στον τομέα της γεωργίας αντιπροσωπευτικών τιμών οι οποίες διαφέρουν των πραγματικών τιμών συναλλάγματος και λόγω των οποίων τα επίπεδα των τιμών διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Πρόκειται δηλαδή κατά κάποιο τρόπο για τη μερική τουλάχιστον εξουδετέρωση μιας διαφορετικής μεταχείρισης με μια άλλη.
στ ) Μερικό συμπέρασμα
Το νέο μερικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα στο σημείο αυτό της ανάλυσης μου είναι ότι η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στο χοίρειο κρέας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά παράνομη συμπεριφορά των κοινοτικών οργάνων ούτε διακεκριμένη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τα άτομα. Ωστόσο, ακόμη και αν συνέτρεχαν αυτοί οι όροι, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ότι σε περίπτωση ζημίας που προκαλείται από παράνομη κανονιστική πράξη των κοινοτικών οργάνων και σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα άτομα δεν μπορούν να αξιώσουν αποζημίωση βάσει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ παρά μόνο υπό ορισμένες συνθήκες. Η περιοριστική αυτή αντίληψη του Δικαστηρίου στηρίζεται στη σκέψη ότι δεν μπορεί να παρεμποδίζεται πάντα η διαδικασία λήψεως αποφάσεων της νομοθετικής εξουσίας με το ενδεχόμενο αγωγών αποζημιώσεως κάθε φορά που η εν λόγω εξουσία καταλήγει, προς το γενικό συμφέρον, στη θέσπιση ρυθμίσεως ικανής να βλάψει ατομικά συμφέροντα. Επομένως στους τομείς επί των οποίων η Κοινότητα ασκεί την οικονομική πολιτική της μπορεί να απαιτείται από το άτομο να ανέχεται, εντός λογικών ορίων, βλαπτικές για τα οικονομικά συμφέροντα του συνέπειες κανονιστικής πράξης χωρίς να μπορεί να αξιώσει αποζημίωση ( 23 ).
Κατά συνέπεια δεν πληρούνται οι κατά το άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας.
2. Η ζημία ποο επικαλούνται οι ενάγοντες
Πάντως προκειμένου να εκτιμήσετε το σύνολο των επιχειρημάτων που επικαλούνται οι ενάγοντες θα εξετάσω τέλος αν απέδειξαν εν πάση περιπτώσει την επέλευση ζημίας.
Για τον υπολογισμό της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες λαμβάνουν ως βάση ένα θετικό νομισματικό εξισωτικό ποσό 5,8 % για το χοίρειο κρέας προελεύσεως Κάτω Χωρών. Με βάση αυτό το ποσοστό υπολογίζουν πριμοδότηση εξαγωγής 49,20 γαλλικών φράγκων ανά σφάγιο των 80 κιλών. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι η γαλλική τιμή αγοράς του χοιρείου κρέατος μειώθηκε κατ' ανάλογο ποσό. Οι προσφεύγοντες φρονούν ότι το ήμισυ του ποσού αυτού επιβάρυνε τους ίδιους ενώ το υπόλοιπο 50 ο/ο μετακυλήθηκε μεταξύ των άλλων επιχειρηματιών ( εμπόρων, κλπ. ). Στη συνέχεια οι προσφεύγοντες εφαρμόζουν το ήμισυ του ποσού των 49,20 γαλλικών φράγκων σε μέση ετήσια παραγωγή 1000 ζώων για τα πέντε τελευταία έτη.
Ωστόσο κατά τον υπολογισμό της ζημίας που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν, οι ενάγοντες δεν λαμβάνουν υπόψη ότι η μετατροπή της ενιαίας τιμής του χοιρείου κρέατος σε εθνικά νομίσματα δεν γίνεται με τις πραγματικές τιμές συναλλάγματος των διαφόρων νομισμάτων αλλά με την καλούμενη αντιπροσωπευτική τιμή για τη γεωργία η οποία μέχρι στιγμής διαφέρει ακόμη αναλόγως του προϊόντος. Για να εκτιμηθεί αν οι ενάγοντες υπέστησαν εν πάση περιπτώσει ζημία λόγω του ότι, χάρη στην εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών οι ολλανδοί χοιροτρόφοι πώλησαν το χοίρειο κρέας σε τιμή χαμηλότερη εκείνης που όφειλαν να εφαρμόσουν οι γάλλοι χοιροτρόφοι, προτείνω τους ακόλουθους υπολογισμούς που εκθέτω περιληπτικά στο παράρτημα.
Αφού οι ενάγοντες έλαβαν ως βάση, για την εκτίμηση της ζημίας, σφάγια των 80 κιλών, αυτή τη βάση θα λάβω και εγώ για το παράδειγμα μου, δηλαδή τα σφάγια των 80 κιλών. Εξάλλου, όπως οι ενάγοντες, θα λάβω υπόψη τις τιμές που ίσχυαν κατά το χρόνο της ασκήσεως της αγωγής και τις τιμές βάσεως του εσφαγμένου χοίρου ποιοτικού τύπου που καθόρισε το Συμβούλιο για την περίοδο από 1η Νοεμβρίου 1983 ιιέχρι 31ης Οκτωβρίου 1984.
Αν λάβομε υπόψη τιμή βάσεως 2053,87 ECU ανά χίλια κιλά η τιμή του σφαγίου των 80 κιλών είναι 164 ECU περίπου. Με βάση τις αντιπροσωπευτικές τιμές για το χοίρειο κρέας το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει περίπου 1112 γαλλικά φράγκα ή 445 φιορίνια.
Αν ένας ολλανδός χοιροτρόφος εξαγάγει το σφάγιο αυτό στη Γαλλία και εφόσον θέλει να επιτύχει σε γαλλικά φράγκα το ισόποσο της τιμής των 445 φιορινιών πρέπει να ζητήσει τιμή 1208 γαλλικών φράγκων περίπου. Αυτή η τιμή προκύπτει από την τιμή μετατροπής που ίσχυε για το ολλανδικό φιορίνι και το γαλλικό φράγκο κατά το χρόνο εκείνο. Εν προκειμένω πρέπει να εφαρμοστεί η πραγματική τιμή διότι ο ολλανδός εξαγωγέας δεν θα μπορεί πλέον να μεταφέρει στις Κάτω Χώρες το ποσό που έλαβε με την πλασματική τιμή που εφαρμόζεται στη γεωργία αλλά αποκλειστικά με την τιμή της αγοράς.
Αν τώρα συγκρίνομε την τιμή που πρέπει να επιτύχει ο ολλανδός κτηνοτρόφος για να λάβει το ισόποσο των 445 ολλανδικών φιορινιών διαπιστώνομε ότι η τιμή των 1208 γαλλικών φράγκων υπερβαίνει κατά 96 φράγκα την τιμή των 1112 φράγκων που πρέπει να επιτύχει ο γάλλος κτηνοτρόφος για να μπορέσει να πωλήσει στην τιμή βάσεως ένα σφάγιο των 80 χιλιόγραμμων. Η διαφορά αυτή ως προς την τιμή που είναι συνέπεια της εφαρμογής στη γεωργία αντιπροσωπευτικών τιμών οι οποίες διαφέρουν από τις πραγματικές τιμές και οι οποίες εκφραζόμενες σε εθνικά νομίσματα οδηγούν σε διαφορετικά επίπεδα τιμών πρέπει τώρα να συμψηφιστεί τουλάχιστον εν μέρει με την εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Αν περιλάβουμε στο παράδειγμα το νομισματικό εξισωτικό ποσό που ισχύει για το κρέας κατοικίδιου χοίρου, είτε πρόκειται για σφάγιο είτε για ημισφάγιο, δηλαδή ποσό 18,13 ολλανδικών φιορινιών περίπου και το οποίο επιστρέφεται στον ολλανδό εξαγωγέα, η ολλανδική τιμή μειώνεται από 445 σε 427 φιορίνια περίπου. Η μετατροπή του ποσού των 427 φιορινιών σε γαλλικά φράγκα σύμφωνα με την πραγματική τιμή μας δίνει τιμή 1159 γαλλικών φράγκων που πρέπει να εισπράξει ο ολλανδός επιχειρηματίας για να επιτύχει, σε ολλανδικό νόμισμα, το ισόποσο των 164 ECU, δηλαδή την τιμή του σφαγίου των 80 κιλών υπολογιζόμενη σύμφωνα με την τιμή βάσεως. Και αυτή η τιμή υπερβαίνει κατά 47 γαλλικά φράγκα περίπου την τιμή που πρέπει να επιτύχει ο γάλλος επιχειρηματίας για να εισπράξει το ισόποσο των 164 ECU.
Ο υπολογισμός αυτός δείχνει ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά δεν αντισταθμίζουν εξ ολοκλήρου αλλά μόνο κατά το ήμισυ περίπου το ανταγωνιστικό μειονέκτημα που υφίστανται οι ολλανδοί επιχειρηματίες ( 24 ). Αν εν προκειμένω οι πραγματικές διαφορές μεταξύ των τιμών συμψηφίζονται μόνο εν μέρει, αυτό οφείλεται στο ότι ο κανονισμός 652/79 του Συμβουλίου, της 29ης Μαρτίου 1979, περί των συνεπειών του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής ( 25 ) εισήγαγε την έννοια της ατέλειας για τα κράτη μέλη με ανατιμημένο νόμισμα. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι δεν ελαμβάνετο πλέον συστηματικά υπόψη για τον υπολογισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών κάθε διαφορά μεταξύ της ισχύουσας στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής τιμής μετατροπής και της τιμής μετατροπής που προκύπτει από την κεντρική τιμή αλλά η πραγματική νομισματική διαφορά μειωνόταν κατά την καλούμενη ατέλεια. Η ατέλεια ανέρχεται σε μία μονάδα για τα κράτη μέλη που λαμβάνουν νομισματικά εξισωτικά ποσά κατά την εισαγωγή και που επιστρέφουν κατά την εξαγωγή, δηλαδή για τα καλούμενα κράτη μέλη με ανατιμημένο νόμισμα.
Αν τώρα συγκρίνομε όσα υποστηρίζουν οι ενάγοντες σχετικά με τον υπολογισμό της ζημίας που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν με τους δικούς μου υπολογισμούς καταλήγομε στο ακόλουθο συμπέρασμα.
Ακόμη και με την εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών το ολλανδικό χοίρειο κρέας παραμένει ακριβότερο στη Γαλλία από το χοίρειο κρέας γαλλικής παραγωγής αφού η διαφορά των δύο εθνικών τιμών συμψηφίζεται μόνο εν μέρει με την εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών. Έτσι, αν παρά την εφαρμογή νομισματικών ποσών το ολλανδικό χοίρειο κρέας είναι κατ' ανάγκη ακριβότερο στη Γαλλία από το χοίρειο κρέας γαλλικής παραγωγής δεν αντιλαμβάνομαι πώς οι εκτροφείς χοίρων στη Γαλλία υπέστησαν ζημία από την εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών. Θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να υποστηριχτεί ότι η επίπτωση των νομισματικών εξισωτικών ποσών εμποδίζει την τιμή αγοράς του χοιρείου κρέατος στη Γαλλία να ανέλθει στο επίπεδο της τιμής των Κάτω Χωρών και ότι οι γάλλοι επιχειρηματίες έχουν έτσι διαφυγόν κέρδος. Πάντως αυτό το ενδεχόμενο διαφυγόν κέρδος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ζημία διότι οι γάλλοι επιχειρηματίες δεν μπορούν να απαιτήσουν από την Κοινότητα να τους εγγυηθεί το κέρδος αυτό. Πράγματι το επίπεδο του εισοδήματος που πρέπει να εξασφαλίζεται στους γεωργούς προσδιορίζεται με τον καθορισμό των τιμών από το Συμβούλιο — στο συγκεκριμένο τομέα της τιμής βάσεως για το χοίρειο κρέας ποιοτικού τύπου — και με τον καθορισμό των αντιπροσωπευτικών τιμών που εφαρμόζονται στα γεωργικά προϊόντα. Εξάλλου, στον εν λόγω τομέα πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως στο πλαίσιο του οποίου μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τη γενική εξέλιξη των τιμών, την εξέλιξη της νομισματικής κατάστασης και το επίπεδο του εισοδήματος των προσώπων που εργάζονται στη γεωργία.
Κατά συνέπεια αφού οι ενάγοντες δεν απέδειξαν επαρκώς ότι υπέστησαν ζημία παρέλκει η μνεία και άλλων σφαλμάτων του υπολογισμού τους. Αρκεί να αναφέρω τα ακόλουθα.
Οι ενάγοντες φρονούν ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται στο εισαγόμενο από τις Κάτω Χώρες στη Γαλλία χοίρειο κρέας ανέρχονται στο 5,8 % μιας θεωρητικής τιμής. Όμως, η Επιτροπή εκφράζει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά όχι σε ποσοστά αλλά σε απόλυτες τιμές σε εθνικό νόμισμα ανά μονάδα βάρους. Επιπλέον, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά υπόκεινται σε διακυμάνσεις οπότε δεν αντιλαμβάνομαι από πού εξάγεται το ποσοστό που αναφέρουν οι ενάγοντες. Κατά τα λοιπά οι ενάγοντες ζητούν αποζημίωση για περίοδο πέντε ετών προ της ασκήσεως της αγωγής δηλαδή περιλαμβανομένης και της περιόδου από 6 Απριλίου μέχρι 12 Οκτωβρίου 1981, καίτοι κατά την εν λόγω περίοδο και σύμφωνα με τα δικά τους στοιχεία δεν εφαρμόστηκαν νομισματικά εξισωτικά ποσά στο χοίρειο κρέας προελεύσεως Κάτω Χωρών. Ίσως έτσι εξηγείται ότι οι ενάγοντες ζητούν μεν αποζημίωση για τη ζημία που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν κατά τα πέντε τελευταία έτη πλην όμως τα συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία που προβάλλουν κατά τους υπολογισμούς τους αναφέρονται στην παραγωγή χοιρείου κρέατος των τριών τελευταίων ετών.
Επιπλέον οι ενάγοντες δεν αναφέρουν με ποια κριτήρια υπολόγισαν την έμμεση ζημία που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν, στο 35 % της άμεσης ζημίας.
Γ.
Αφού για τους λόγους αυτούς η χορήγηση νομισματικών εξισωτικών ποσών κατά την εξαγωγή χοιρείου κρέατος από τις Κάτω Χώρες υπήρξε κανονική οι δε ενάγοντες δεν απέδειξαν την ύπαρξη ζημίας, προτείνω:
1)
να απορριφθεί η αγωγή,
2)
να καταδικαστούν οι ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Α )
Αντιπροσωπευτικές τιμές για το χοίρειο κρέας που ισχύουν από 1ης Νοεμβρίου 1983:
I ECU = 6,77297 γαλ. φράγκα ( 26 ) = 2,70981 ολλ. φιορίνια ( 27 )
Β)
Πραγματική τιμή της 4ης Νοεμβρίου 1983 ( 28 )
1 ECU =
6,87689
γαλ. φράγκα =
2,53280 ολλ. φιορίνια
1
γαλ. φράγκο =
0,36831 ολλ. φιορίνια
2,71513
γαλ. φράγκα =
1 ολλ. φιορίνι
Γ )
Τιμή βάσεως του εσφαγμένου χοίρου ποιοτικού τύπου ( 29 ) (από 1η Νοεμβρίου 1983 μέχρι 31ης Οκτωβρίου 1984):
2053,85 ECU ανά 1000 kg
Δ )
Νομισματικά εξισωτικά ποσά για το κρέας κατοικίδιου χοίρου, σε σφάγια ή ημισφάγια προελεύσεως Κάτω Χωρών ( 30 ):
22,66 ολλ. φιορίνια ανά 100 kg
Ε )
Σφάγια των 80 κιλών με τιμή βάσεως:
164,31 ECU
= 1112,86 γαλ. φράγκα ( τιμή βάσεως Γαλλίας )
= 445,25 ολλ. φιορίνια ( τιμή βάσεως Κάτω Χωρών )
ΣΤ )
Τιμή βάσεως σφαγίου Κάτω Χωρών ( 445,25 ολλ. φιορίνια ) σε γαλλικά φράγκα σύμφωνα με την πραγματική τιμή της 4ης Νοεμβρίου 1983:
= 1208,91 γαλ. φράγκα = τιμή βάσεως + 96,05 γαλ. φράγκα
Ζ )
Τιμή βάσεως ανά σφάγιο Κάτω Χωρών μείον νομισματικό εξισωτικό ποσό:
445,25 ολλ. φιορίνια — 18,13 ολλ. φιορίνια = 427,12 ολλ. φιορίνια
Η )
Τιμή βάσεως σφαγίου Κάτω Χωρών 80 kg μείον νομισματικό εξισωτικό ποσό Κάτω Χωρών, ιιετατραπείσα σε γαλλικά φράγκα σύμφωνα με την πραγματική τιμή της 4ης Νοεμβρίου l 983:
427,12 ολλ. φιορίνια
= 1159,68 γαλ. φράγκα
= τιμή βάσεως + 46,82 γαλ. φράγκα
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) ΕΕ ειδ έκδ. 03/006. σ. 192.
( 2 ) EE ειδ έκδ. 03/014. σ. 3.
( 3 ) Απόφαση της 25ης Μαίου 1978 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 83 και 94/76. 4, 15 και 40/77, Bayerische HNL και άλλοι κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Sig. 1978, σ. 1209, στη σ. 1224.
( 4 ) Για τα «νέα» μέλη με τον κανονισμό 222/73, ABI. 1973, L 27, σ. 4' για τις Κάτω Χώρες με τον κανονισμό 2544/73, ABI. 1973. L 263, α 2 για την Ιταλία με τον κανονισμό 2958/73, ABI. 1973, L 303. σ.1 για όλα τα κράτη μέλη με τον κανονισμό 475/75. ΕΕ ειδ. 6κδ. 03/011, σ. 232.
( 5 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 160.
( 6 ) Αυτό εφαρμόζεται στα νομίσματα που κυμαίνονται μαζί αλλά που διατήρησαν μεταξύ τους ανώτατη απόκλιση 2,25 %. Για τα νομίσματα που κυμαίνονται ελεύθερα η ρύθμιση ήταν κάπως περισσότερο περίπλοκη: βλέπε άρθρο 2, παράγραφος Ι, του κανονισμού 974/71 όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1112/73.
( 7 ) Βλέπε Ρ. Gilsdorf: Der Währungsausgleich aus rechtlicher Sicht. Köln 1978, σσ. 22 και επ. o Gilsdorf φρονεί ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά δεν αποτελούν πλέον προσωρινά μέτρα για την αποφυγή των διαταράξεων που προκύπτουν από τη νομισματική τάξη αλλά αποτελούν οιονεί « στοιχείο της κοινής οργάνωσης των αγορών ».
( 8 ) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1979, στην υπόθεση 138/78, Hans-Markus Stõlting κατά Hauplzollamt Hamburg-Jonas. Sig. 1979, σ. 713, στις σσ. 722 και επ.
( 9 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 218.
( 10 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 19.
( 11 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028. σ. 136.
( 12 ) Ο. Gotlsmann: Der gemeinsame Asrarmarkl. III A 3. σ. 4.
( 13 ) Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982. στην υπόθεση 302/81. Alfred Eggers & Co. κατά Haupizollami Kassel. Συλλογή 1982. σ. 3443.
( 14 ) Άρθρο 2. παράγραφος Ι. εδάφιο 3. του κανονισμού 974/71. όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 855/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984. για τον υπολογισμό και την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται σε ορισιιένα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ 1984. L 90. σ. 1).
( 15 ) Βλέπε κανονισιιό 641/71 της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 1971. ABl. 1971. L 73. σ. 10.
( 16 ) ABI. 1978, L 178, σ. 65.
( 17 ) EE 1983, L 199, σ. 11.
( 18 ) EE 1984, L 90, σ. 1.
( 19 ) Βλέπε απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 4/79, Société coopérative « Providence agricole de la Champagne» κατά ONIC, Slg. 1980, σ. 2823, στις σ. 2845 και επ.
( 20 ) Απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984 στην υπόθεση 59/83, SA Biovilac BV κατά Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, Συλλογή 1984. σ. 4057, σκέψη 16.
( 21 ) Βλέπε απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1977 στην υπόθεση 29/77, SA Roqueiie Frères κατά Γαλλικής Δημοκρατίας Sig. 1977, σ. 1835, στη σ. 1842.
( 22 ) Απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973 στην υπόθεση 43/72. Merlcur-AuBenHandels-GmhH κατά Επιτροπής Sla. 1973. σ. 1055. στη σ. 1074.
( 23 ) Βλέπε απόφαση της 25ης Μαΐου 1978 στις συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 83 και 94/76, 4. 15 και 40/77. Bayerische NHL Vermehrunąsbeiriehe GmbH & Co. KG και άλλοι κατά Συμβουλίου και Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Sig. 1978. σ. 1209. στις σσ. 1224 και επ.. με την οποία κρίθηκε παράνομη η συμπεριφορά των κοινοτικών οργάνων.
( 24 ) Ανάλογοι υπολογισμοί που αφορούν άλλα χρονικά σημείο εντός των εν προκειμένω επίδικων πέντε ετών δίνουν παρόμοια αποτελέσματα.
( 25 ) ABI. 1979, L 84, σ. Ι.
( 26 ) Κανονισμός 1626/83, ΕΕ 1983, L 160, σ. 6.
( 27 ) Κανονισμός 1223/83, ΕΕ 1983, L 132, σ. 33.
( 28 ) ΕΕ 1983, C' 298, σ. 1.
( 29 ) Κανονισμός 1599/83, ΕΕ 1983. L 163, σ. 55.
( 30 ) Κανονισμός 3032/83. ΕΕ 1983. L 300, σ. 1.
Full & Egal Universal Law Academy