ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 7ης Μαρτίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
1.1. Το πρόβλημα πον ανέκυψε
Η παρούσα υπόθεση θέτει το όχι και τόσο σύνηθες ζήτημα αν ο Deak, ουγγρικής ιθαγένειας και κατοικων με την ιταλίδα μητέρα του στο Βέλγιο, μπορεί να αξιώσει τα βελγικά επιδόματα ανεργίας ή τα επιδόματα αναμονής, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου. Η δυσκολία κατανοήσεως της μελλοντικής πρακτικής εφαρμογής του δεν διευκολύνει την επίλυση του προβλήματος.
Το παραπέμπον δικαστήριο Βασίζει τα δύο του ερωτήματα ως προς το προαναφερόμενο πρόβλημα στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
Όπως ανέφερε το Δικαστήριο με τις από 26 Οκτωβρίου 1984 γραπτές ερωτήσεις του προς το Βελγικό Εθνικό Γραφείο Απασχολήσεως (Office national de l'emploi, στο εξής: ONEM ) και προς την Επιτροπή, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 μπορεί να είναι επίσης σημαντικό για την επίλυση του προβλήματος που τέθηκε. Σχετικά, το Δικαστήριο παρέπεμψε με τις ερωτήσεις στις σχετικές αποφάσεις της 30ής Μαΐου 1979 στην υπόθεση Even ( υπόθεση 207/78, Rec. 1979, σ. 2019 ), της 14ης Ιανουαρίου 1982 στην υπόθεση Reina (υπόθεση 65/81, Συλλογή 1982, σ. 33) και της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση Castelli (υπόθεση 261/83, Συλλογή 1984, σ. 3129). Στη συνέχεια θα επανέλθω εκ νέου επί ορισμένου αριθμού άλλων σημαντικών αποφάσεων για την υπό κρίση υπόθεση.
1.2. Τα υποβληθέντα ερωτήματα
Τα ερωτήματα ως προς το ανακυψαν πρόβλημα, τα οποία υπέβαλε προς το Δικαστήριο το Cour du travail της Λιέγης, έχουν ως εξής:
« Ι.
Σημαίνει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ότι πρόσωπο, μη υπήκοος κράτους μέλους, μπορεί να υπαχθεί στους βελγικούς νόμους περί ανεργίας από το γεγονός και μόνο ότι η μητέρα του είναι υπήκοος κράτους μέλους, και αυτό κατ' εφαρμογή της φράσης “ καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους” που περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού;
II.
Στην περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο, μη υπήκοος κράτους μέλους, υπάγεται στους βελγικούς νόμους περί ανεργίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού, υπάγεται στο άρθρο 124 του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 22ας Δεκεμβρίου 1963 περί απασχόλησης και ανεργίας, το οποίο προβλέπει επίδομα αναμονής για τους πρώην φοιτητές, οι οποίοι δεν έχουν ακόμη ανεύρει εργασία, και αυτό βάσει της ίσης μεταχείρισης που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71, ενώ το άρθρο 67 του εν λόγω κανονισμού δεν προβλέπει προφανώς παρόμοια παροχή ανεργίας χωρίς περίοδο ασφάλισης ή απασχόλησης; »
Με τις ερωτήσεις της 26ης Οκτωβρίου, το Δικαστήριο ρώτησε πρώτον αν τα επιδόματα αναμονής, που θεσπίστηκαν με το βασιλικό διάταγμα της 30ής Μαρτίου 1982, πρέπει να θεωρηθούν ως κοινωνικά πλεονεκτήματα κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, υπό την έννοια ότι συνιστούν πλεονεκτήματα « τα οποία, ανεξαρτήτως του αν συνδέονται προς ορισμένη σύμβαση εργασίας ή όχι, χορηγούνται εν γένει στους ημεδαπούς εργαζομένους και ιδίως λόγω της αντικειμενικής ιδιότητός τους ως εργαζομένων ή απλώς και μόνο λόγω της κατοικίας τους εντός της εθνικής επικρατείας και των οποίων η επέκταση στους εργαζομένους που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών φαίνεται για το λόγο αυτό ικανή να διευκολύνει την ευχέρεια διακινήσεως τους εντός της Κοινότητος ». Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στην πρώτη αυτή ερώτηση, το Δικαστήριο ρώτησε εν συνεχεία αν το πλεονέκτημα παρόμοιων επιδομάτων αναμονής πρέπει να επεκταθεί, κατ' εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού 1612/68, σε πρόσωπο που είναι υιός εργαζομένου, υπηκόου κράτους μέλους, αλλά αυτός ο ίδιος δεν είναι υπήκοος του κράτους μέλους.
1.3. Οι σχετικές διατάξεις τον κοινοτικού και τον εθνικού δίκαιον
α)
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, έχει ως εξής:
« Ο παρών κανονισμός ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες. »
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του προαναφερόμενου κανονισμού ορίζει ότι:
« Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη, και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού. »
Το άρθρο 67 του προαναφερόμενου κανονισμού έχει ως εξής:
« 1)
Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό την ιδιότητα του μισθωτού υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ως να επρόκειτο για περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός, υπό τον όρο πάντως ότι οι περίοδοι απασχολήσεως θα είχαν θεωρηθεί ως περίοδοι ασφαλίσεως αν είχαν πραγματοποιηθεί υπό τη νομοθεσία αυτή.
2)
Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από την πραγματοποίηση περιόδων απασχολήσεως, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό την ιδιότητα μισθωτού υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ως να επρόκειτο για περιόδους απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν.
3)
Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 71, παράγραφος 1, περίπτωση α ), εδάφιο ii ) και β ), εδάφιο ii), η εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 τελεί υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος έχει πραγματοποιήσει τελευταία:
—
στην περίπτωση της παραγράφου 1, περιόδους ασφαλίσεως,
—
στην περίπτωση της παραγράφου 2, περιόδους απασχολήσεως,
κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας δυνάμει της οποίας ζητούνται οι παροχές.
4)
Όταν η διάρκεια χορηγήσεως των παροχών εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2, κατά περίπτωση. »
β)
Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 1968, έχει ως εξής:
« Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους. »
γ)
Κατά το άρθρο 124 του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963, περί απασχολήσεως και ανεργίας, όπως ίσχυε κατά το χρόνο των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, οι «νεαροί εργαζόμενοι αρχηγοί οικογενείας », οι οποίοι μετά το πέρας των σπουδών τους ή της μαθητείας τους, είναι άνεργοι, δικαιούνται επιδομάτων ανεργίας εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού.
Το άρθρο 125 του προαναφερόμενου βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963 ορίζει ότι το άρθρο 124 εφαρμόζεται για τους αλλοδαπούς και τους απάτριδες εργαζομένους « μόνο στα πλαίσια διεθνούς συμβάσεως ».
Το βασιλικό διάταγμα της 30ής Μαρτίου 1982 ορίζει, στο άρθρο του 2, ότι « οι νεαροί εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 124 του βασιλικού διατάγματος (της 20ής Δεκεμβρίου 1963), οι οποίοι όμως δεν έχουν την ιδιότητα αρχηγού οικογενείας, μπορούν να λαμβάνουν επιδόματα αναμονής». Εξάλλου, το άρθρο 3 ορίζει ότι οι διατάξεις των τίτλων Ι μέχρι III του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963 — περιλαμβανομένου και του προαναφερόμενου άρθρου 125 — έχουν εφαρμογή στα επιδόματα αναμονής.
2. Εκτίμηση των γραπτών παρατηρήσεων που κατέθεσαν οι διάδικοι
2.1. Το πρώτο ερώτημα τον παραπέμποντος δικαοτηρίου
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο, τόσο το ΟΝΕΜ όσο και η Επιτροπή συνάγουν από την απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1976 στην υπόθεση Kermaschek (υπόθεση 40/76, Rec. 1976, σ. 1669 ) ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Το ΟΝΕΜ συνάγει τούτο από το γεγονός ότι, κατά την άποψη του, στην περίπτωση των επιδομάτων ανεργίας και αναμονής δεν πρόκειται για αξιώσεις που απορρέουν από τα δικαιώματα ενός δικαιούχου παροχών, αλλά για αξιώσεις που μπορούν να αξιώσουν μόνο εκείνοι που πληρούν προσωπικά τις προϋποθέσεις χορηγήσεως. Μια από τις προϋποθέσεις αυτές είναι ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι υπήκοος κράτους μέλους.
Με τις παρατηρήσεις της, και η Επιτροπή παρατηρεί ότι η προαναφερόμενη απόφαση εισάγει σαφή διάκριση μεταξύ αφενός των εργαζομένων και αφετέρου των μελών της οικογενείας τους και των επιζώντων τους. Έχει επίσης τη γνώμη ότι το πλεονέκτημα που αξιώνει εν προκειμένω ο Deák δεν συνιστά παροχή την οποία μπορούσε να αξιώσει υπό την ιδιότητα του ως μέλους της οικογενείας διακινούμενου εργαζομένου που κατέστη άνεργος, υπό την έννοια ότι συνιστά παρεπόμενο δικαίωμα που απορρέει από την ιδιότητα του διακινούμενου εργαζομένου την οποία έχει ο ανιών του.
Πράγματι, για το επίδομα του άρθρου 124 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963, δεν λαμβάνεται υπόψη η προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου (ο οποίος είναι νέος εργαζόμενος ), αλλά η ιδιότητά του « ως μέλους της οικογενείας » εργαζομένου.
Επομένως, και η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, στο πρώτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
Λαμβάνοντας υπόψη κυρίως την ένατη αιτιολογική σκέψη της προαναφερόμενης απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kermaschek, συμμερίζομαι την άποψη, η οποία προτείνεται ομόφωνα από το ΟΝΕΜ και την Επιτροπή, ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Όπως προκύπτει από την προηγούμενη σκέψη, τα μέλη της οικογενείας των εργαζομένων, υπηκόων κράτους μέλους « δικαιούνται μόνο παροχών που προβλέπονται από τις νομοθεσίες αυτές για τα μέλη της οικογένειας των εργαζομένων που κατέστησαν άνεργοι, νοουμένου ότι η ιθαγένεια των μελών αυτών της οικογενείας είναι, ως προς το θέμα αυτό, αδιάφορη ».
2.2. Το όεύτερο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου
Λαμβάνοντας υπόψη την αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου, δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να απαντήσει σ' αυτό καθαυτό το δεύτερο ερώτημα, που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο. Πάντως, δεδομένου ότι το δεύτερο ερώτημα αφορά στην πραγματικότητα τα επιδόματα αναμονής των πρώην φοιτητών, θεωρώ χρήσιμο να μεταβάλω τη διατύπωση του εν λόγω ερωτήματος υπό το φως των ερωτήσεων που υπέβαλε το Δικαστήριο προς το ΟΝΕΜ και την Επιτροπή.
2.3. Οι ερωτήσεις του δικαστηρίου
Δυστυχώς, μόνο η Επιτροπή απάντησε στις δύο προαναφερθείσες ερωτήσεις που το Δικαστήριο υπέβαλε προς το ΟΝΕΜ και την Επιτροπή. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να προβεί σε κατ' αντιπαράθεση εκτίμηση, ώστε να του επιτραπεί να λάβει επίσης υπόψη στο σκεπτικό την άποψη του ΟΝΕΜ ή της Βελγικής Κυβερνήσεως.
Επ' αυτού, βασιζόμενη κυρίως στις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Cristini (υπόθεση 32/75, Rec. 1975, σ. 1085) και Castelli (υπόθεση 261/83, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 3199), η Επιτροπή απάντησε ως εξής στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου:
« α)
Τα επιδόματα αναμονής που θεσπίστηκαν με το βασιλικό διάταγμα της 30ής Μαρτίου 1982 συνιστούν κοινωνικά πλεονεκτήματα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, εφόσον, ανεξαρτήτως του αν συνδέονται με την ύπαρξη προγενέστερης συμβάσεως εργασίας, χορηγούνται στα πρόσωπα που χαρακτηρίζονται από την εθνική νομοθεσία ως εργαζόμενοι και κατοικούν στο Βέλγιο.
β)
Η επέκταση των κοινωνικών αυτών πλεονεκτημάτων στα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στον κύκλο των δικαιούχων του κανονισμού 1612/68, και κυρίως στους κατιόντες κάτω των 21 ετών ή στους εξαρτώμενους εργαζομένου μισθωτού στο Βέλγιο και υπηκόου κράτους μέλους, φαίνεται ικανή να διευκολύνει την κινητικότητα των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
γ)
Η ίση μεταχείριση που επιβάλλει το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 αποβλέπει επίσης στο να εμποδίσει τις δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος των κατιόντων κάτω των 21 ετών ή εξαρτωμένων από τον εργαζόμενο, οποιαδήποτε και αν είναι η ιθαγένεια (κράτους μέλους ή τρίτου κράτους ) των κατιόντων αυτών.
δ)
Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η χορήγηση ενός κοινωνικού πλεονεκτήματος, όπως τα επιδόματα αναμονής που θεσπίστηκαν με το βασιλικό διάταγμα της 30ής Μαρτίου 1982 υπέρ των νέων εργαζομένων που αναζητούν εργασία, δεν μπορεί, όταν αξιώνεται από κατιόντα εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο α), του εν λόγω κανονισμού, να εξαρτάται από την ύπαρξη διεθνούς συμβάσεως μεταξύ του Βασιλείου του Βελγίου και του κράτους (ενδεχομένως τρίτου κράτους) του οποίου ο εν λόγω κατιών είναι υπήκοος. »
Ο εκπρόσωπος του ενδιαφερομένου στην κύρια υπόθεση ( ο οποίος δεν υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις) προσχώρησε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στην άποψη της Επιτροπής. Έκρινε κυρίως ότι, με τα ερωτήματα του, κακώς το παραπέμπον δικαστήριο έθεσε τα επιδόματα ανεργίας και τα επιδόματα αναμονής επί ίσης βάσεως. Και αυτός θεωρεί ότι τα επιδόματα αναμονής στους πρώην φοιτητές οι οποίοι εισέρχονται στην αγορά εργασίας συνιστούν κοινωνικά πλεονεκτήματα που πρέπει εν προκειμένω να εκτιμώνται όχι βάσει του κανονισμού 1408/71, αλλά βάσει του κανονισμού 1612/68.
Καίτοι τα επιχειρήματα προς στήριξη της άποψης της, τα οποία η Επιτροπή πρόβαλε με τις απαντήσεις της στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, μου φαίνονται γενικώς ισχυρά, δεν προτείνω στο Δικαστήριο να δεχτεί με την απάντηση του την άποψη αυτή. Πράγματι, εκτός από τους λόγους ουσίας, στηρίζομαι κυρίως σε ένα δικονομικό λόγο. Από άποψη ουσίας, θεωρώ σχετικά ότι η διαφορά από τις υποθέσεις Cristini και Castelli, τις οποίες η Επιτροπή επικαλείται ως νομολογιακά προηγούμενα, έγκειται πρωτίστως στο γεγονός ότι οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν προφανώς κοινωνικό πλεονέκτημα, το οποίο δεν ήταν δυνατό να θεωρηθεί ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Frilli ( υπόθεση 1/72, Rec. 1972, σ. 457 ). Και στις δύο περιπτώσεις, επρόκειτο για πλεονεκτήματα που αποτελούσαν μέρος « γενικών συστημάτων κοινωνικής προστασίας, τα οποία προβλέφθηκαν για το σύνολο του πληθυσμού και στηρίζονται στις προϋποθέσεις της ιθαγένειας και της κατοικίας », όπως αναφέρει η εικοστή σκέψη της εν λόγω απόφασης. Εν συνεχεία, η 21η σκέψη αναφέρει μεταξύ των προϋποθέσεων παρεμβάσεως του Δικαστηρίου: « την προστασία των διακινούμενων εργαζομένων σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εν λόγω προστασία αποδεικνύεται δυνατή με την τήρηση των αρχών της κοινωνικής νομοθεσίας της Κοινότητας και χωρίς εν τούτοις να ανατρέπεται το σύστημα της οικείας εθνικής νομοθεσίας» (η υπογράμμιση δεν υπάρχει στο πρωτότυπο). Δεδομένου ότι το ΟΝΕΜ δεν κατέθεσε εν προκειμένω γραπτή απάντηση στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου και δήλωσε ρητώς κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι δεν μπορεί να λάβει θέση επί του σημείου αυτού, θεωρώ αδύνατο από πλευράς ουσίας και αντικανονικό από δικονομική άποψη να προτείνω, παρ' όλ' αυτά, μια άποψη στο Δικαστήριο. Έχω τη γνώμη ότι η διαδικασία με εκατέρωθεν ακρόαση ήταν αναγκαία, κυρίως για να διαπιστωθεί αν η προϋπόθεση της απόφασης Frilli, την οποία υπογράμμισα, συντρέχει. Οι αποφάσεις στις υποθέσεις Even (υπόθεση 207/78, Rec. 1979, σ. 2019) και Reina (υπόθεση 65/81, Συλλογή 1982, σ. 33), τις οποίες επίσης το Δικαστήριο παρέθεσε εν συνεχεία στις ερωτήσεις του, αφορούσαν — αντίθετα από τις υποθέσεις Cristini και Castelli — τα κοινωνικά πλεονεκτήματα υπέρ των εργαζομένων και όχι τα κοινωνικά πλεονεκτήματα υπέρ των μελών της οικογένειάς τους. Ως εκ τούτου, οι υποθέσεις αυτές δεν έθεταν τα προβλήματα που είναι καθοριστικά στην παρούσα υπόθεση. Εν προκειμένω, αναφέρομαι κυρίως στο μελλοντικό αποτέλεσμα που — άποψη όπως αυτή της Επιτροπής — μπορούσε να έχει υπέρ των νέων, υπηκόων τρίτων κρατών (τέκνων υπηκόων κράτους μέλους) και στο ενδεχόμενο ασυμβίβαστο του μελλοντικού αυτού αποτελέσματος προς το σύστημα που θεσπίζουν οι οικείες εθνικές νομοθεσίες. Τέλος, θεωρώ ότι το μέρος β ) της απάντησης της Επιτροπής στη δεύτερη ερώτηση του Δικαστηρίου συνιστά το αδύνατο σημείο της επιχειρηματολογίας της. Για να δικαιολογήσει τη γνώμη της, σύμφωνα με την οποία άλλη άποψη μπορούσε υπό ορισμένες περιστάσεις να διακυβεύσει την κινητικότητα εργαζομένου με εξαρτώμενο τέκνο το οποίο έχει την ιθαγένεια τρίτης χώρας, η Επιτροπή παραπέμπει εν προκειμένω, άνευ ετέρου, στην επιχειρηματολογία της που περιλαμβάνεται στη σελίδα 4 της απάντησης της. Η επιχειρηματολογία όμως αυτή αφορά μόνο τα τέκνα τα οποία είναι και υπήκοοι κράτους μέλους. Πράγματι, σε μια παρόμοια περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση στην υπόθεση Inzirillo ( υπόθεση 63/76, Rec. 1976, σ. 2057 ) ότι άποψη διαφορετική από αυτήν που προβάλλει η Επιτροπή μπορούσε να παρακινήσει τον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο να μετακομίσει σε άλλο κράτος μέλος όπου θα μπορούσε να επιτύχει τα εν λόγω πλεονεκτήματα για το τέκνο του. Κατά την απόφαση του Δικαστηρίου, η συνέπεια αυτή θα ήταν πράγματι αντίθετη προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Χωρίς να γίνει περισσότερο εμπεριστατωμένη εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στα άλλα κράτη μέλη, και σε περίπτωση παρόμοια με αυτήν που γίνεται λόγος εν προκειμένω ( όπου το τέκνο έχει την ιθαγένεια τρίτου κράτους ), δεν μου φαίνεται προφανές ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι οι προαναφερόμενες σκέψεις της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Inzirillo εφαρμόζονται άνευ ετέρου στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να αναφέρει οπωσδήποτε στην απάντηση του στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν ότι είναι δυνατό να έχει εφαρμογή ο κανονισμός 1612/68, αλλά χωρίς να δώσει οριστική απάντηση στα ερωτήματα αυτά, για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Αν το παραπέμπον δικαστήριο κρίνει από αυτό ότι πρέπει να υποβάλει συμπληρωματικά ερωτήματα στο Δικαστήριο, θα εξασφαλιστεί καλύτερα η δυνατότητα μιας κατ' αντιμωλία εξετάσεως. Αν, όπως ανέφερα προηγουμένως, τα ερωτήματα διατυπώνονταν με μεγαλύτερη ευρύτητα, οι κυβερνήσεις άλλων κρατών μελών θα μπορούσαν επίσης να οδηγηθούν να καταστήσουν γνωστή την άποψη τους.
Η εξέλιξη της διαδικασίας στην υπόθεση 265/83, στην οποία το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 13 Φεβρουαρίου 1985, δείχνει κατ' εμέ τη σημασία της δυνατότητας μιας τέτοιας κατ' αντιμωλία εξετάσεως. Η υπόθεση αυτή αφορούσε το δικαίωμα κατοικίας μιας υπηκόου τρίτου κράτους, η οποία ήταν σε διάσταση με το γάλλο σύζυγο της αλλ' όχι διαζευγμένη. Καίτοι το Δικαστήριο δεν επρόκειτο να αποφανθεί επί κοινωνικών πλεονεκτημάτων όπως αυτά που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, τρία κράτη μέλη υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις λόγω της σημαντικής επιδράσεως την οποία τα υποβληθέντα ερωτήματα, που αφορούσαν τη νομική κατάσταση μέλους της οικογένειας το οποίο δεν ήταν υπήκοος κράτους μέλους, μπορούσαν επίσης να έχουν στην υπόθεση αυτή.
3. Συμπέρασμα
Εν συμπεράσματι, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα ως εξής:
1)
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι πρόσωπο, μη υπήκοος κράτους μέλους, μπορεί να αξιώσει τα επιδόματα ανεργίας και τα επιδόματα αναμονής, που απορρέουν από εθνική νομοθεσία όπως αυτή για την οποία γίνεται λόγος εν προκειμένω, από μόνο το γεγονός ότι η μητέρα του είναι υπήκοος κράτους μέλους, και αυτό κατ' εφαρμογή των λέξεων « καθώς και για τα μέλη της οικογένειας τους », που περιλαμβάνονται στο προαναφερόμενο άρθρο.
2)
Πρώην φοιτητής, ο οποίος δεν ανεόρε ακόμη εργασία μετά το πέρας των σπουδών του ή της μαθητείας του, αλλά δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους, δεν μπορεί επομένως, δυνάμει του κανονισμού 1408/71, να αξιώσει επίδομα αναμονής κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 124 του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963 περί απασχολήσεως και ανεργίας και των άρθρων 2 και 3 του βασιλικού διατάγματος της 30ής Μαρτίου 1982. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δεν είναι δυνατό να κριθεί οριστικά το ζήτημα αν τα επιδόματα αναμονής, όπως αυτά για τα οποία γίνεται λόγος εν προκειμένω, συνιστούν κοινωνικά πλεονεκτήματα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 34), τα οποία υπήκοος τρίτου κράτους το οποίο αφορούν τα ερωτήματα του παραπέμποντος δικαστηρίου μπορεί επίσης να αξιώσει.
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy