ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 30ής Απριλίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δκαστές,
Η υπό κρίση υπόθεση η οποία παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ αφορά την ερμηνεία της οδηγίας του Συμβουλίου 77/187 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171 ).
Ο Mikkelsen εργαζόταν στην εφεσίβλητη εταιρία ως προϊστάμενος παραγωγής όταν, στις 3 Σεπτεμβρίου 1981, η εταιρία αυτή ανάγγειλε, λόγω οικονομικών δυσχερειών, παύση των πληρωμών της. Την ίδια μέρα η εν λόγω εταιρία προέβη στην απόλυση του Mikkelsen από τις 31 Δεκεμβρίου 1981. Στις 19 Οκτωβρίου 1981, η εγκατάσταση μεταβιβάστηκε σε νέα εταιρία, την Danmols Inventar- og Mοbelfabrik, στην οποία ο Mikkelsen συνέχιζε να εργάζεται ως προϊστάμενος παραγωγής, προσφέροντας την ίδια εργασία και λαμβάνοντας τον ίδιο μισθό όπως και όταν εργαζόταν στην εφεσίβλητη εταιρία.
Ο Mikkelsen, στη νέα εταιρία, αντίθετα προς ό, τι συνέβαινε στην παλαιά, ήταν μέτοχος. Το Vestre Landsret, το οποίο υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, ανέφερε ότι ο Mikkelsen κατείχε το 50% των μετοχών. Φαίνεται ότι αυτό είναι λάθος διότι, σύμφωνα με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δανικού δικαστηρίου, οι μετοχές του Mikkelsen αντιπροσώπευαν το 33% του συνόλου, γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, από τους διαδίκους στην κύρια δίκη, ενώ οι υπόλοιπες μετοχές ανήκαν στον πατέρα του. Εντούτοις ο Mikkelsen κατείχε το 50% των δικαιωμάτων ψήφου στην εταιρία, ενώ ο πατέρας του διέθετε το υπόλοιπο. Επιπλέον, ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, ενώ ο πατέρας του ήταν, επίσης, διευθυντής. Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο πληροφορήθηκε ότι μια δανική εταιρία πρέπει να έχει, τουλάχιστον, τρεις διευθυντές, κατά τρόπο ώστε, προφανώς, υπήρχε και ένας τρίτος διευθυντής.
Μετά τη μεταβίβαση της εγκατάστασης στη νέα εταιρία, η εφεσίβλητη εταιρία κηρύχτηκε σε πτώχευση με απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1981.
Ύστερα από τη μεταβίβαση της εγκατάστασης, ο Mikkelsen άσκησε αγωγή κατά του πρώην εργοδότη του, της εφεσίβλητης εταιρίας, ζητώντας την καταβολή ποσού ίσου προς μισθούς δύο μηνών, για την περίοδο από 1ης Νοεμβρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1981, καθώς και το επίδομα αδείας για τους δύο αυτούς μήνες και για την προγενέστερη της απολύσεως του περίοδο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του, διότι, ανεξάρτητα από το ποια ήταν η κατάσταση του Mikkelsen στη νέα εταιρία, τα δικαιώματά του είχαν μεταβιβαστεί από την εφεσίβλητη εταιρία.
Το Vestre Landsret, το οποίο επιλήφθηκε της υπόθεσης αυτής κατ' έφεση, υπέβαλε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177, δύο προδικαστικά ερωτήματα.
Το πρώτο ερώτημα είναι το εξής: « Ο όρος “ εργαζόμενος ”, που αναφέρεται στην οδηγία έχει την έννοια ότι είναι αρκετό ο ενδιαφερόμενος να υπήρξε εργαζόμενος απασχοληθείς από τον εκχωρητή ή πρέπει ο ενδιαφερόμενος να απασχολείται επίσης ως εργαζόμενος και από τον εκδοχέα; »
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αναφέρει ότι: « τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, μεταβιβάζονται, εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής, στον εκδοχέα.»
Στην υπόθεση 19/83, Wendelboe κατά L. J. Music ( απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 462 ), έγινε δεκτό από το Δικαστήριο ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο πρόσωπα που απασχολούνταν από τον εκχωρητή κατά το χρόνο της εκχωρήσεως' στην ίδια απόφαση τονίστηκε επίσης ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, με την επιφύλαξη, πάντως, ορισμένων εξαιρέσεων, εμποδίζει την απόλυση ενός εργαζομένου απλώς και μόνο λόγω της μεταβιβάσεως.
Κατά τη γνώμη μου, η οδηγία έχει ως αποτέλεσμα να δικαιούται ο εργαζόμενος που απασχολείται από τον εκχωρητή κατά το χρόνο της εκχωρήσεως να επικαλεστεί, έναντι του εκδοχέα, όλα τα απορρέοντα από την υφιστάμενη εργασιακή σχέση δικαιώματα. Έτσι, δυνάμει του άρθρου 3, δικαιούται να απαιτήσει να συνεχίσει να απασχολείται από τον εκδοχέα υπό τους ίδιους όρους με τους οποίους απασχολείτο από τον εκχωρητή, ή, στην περίπτωση που ο εκδοχέας αρνείται ή δεν τηρεί τους όρους αυτούς, ο εργαζόμενος μπορεί να εναγάγει τον εκδοχέα λόγω παραβάσεως των όρων της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 4, η μεταβίβαση, αυτή καθαυτή, δεν συνιστά λόγο απολύσεως από τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα, εκτός αν η απόλυση οφείλεται σε λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που προϋποθέτουν μεταβολές στο επίπεδο της απασχόλησης' αν η σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση καταγγελθεί ( παραδείγματος χάρη από τον εργαζόμενο ) λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη.
Έτσι, η απόλυση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί εφόσον ο εργοδότης απολύσει τον εργαζόμενο για έναν από τους αναφερόμενους στο άρθρο 4, παράγραφος 1, λόγους. Διαφορετικά, αν η πραγματική ή σχεδιαζόμενη απόλυση στηρίζεται στη μεταβίβαση της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, ο εργαζόμενος μπορεί να επικαλεστεί τα δικαιώματα που του παρέχει το άρθρο 3.
Εξάλλου, αν ο εργαζόμενος που απασχολείται σε εργοδότη του οποίου η εγκατάσταση μεταβιβάζεται συμφωνεί πραγματικά και με τη δική του θέληση με τον εργοδότη αυτό ή τον εκδοχέα της εγκατάστασης ότι δεν θα προσληφθεί από τον εκδοχέα με σύμβαση εργασίας ή με εργασιακή σχέση, τότε, νομίζω, ότι δεν δικαιούται να απαιτήσει από τον εκδοχέα να τηρήσει από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της συμφωνίας τις απορρέουσες από την προηγούμενη σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση υποχρεώσεις. Εντούτοις, ελλείψει πραγματικής και ρητής συμφωνίας περί του αντιθέτου, τα δικαιώματα που ήδη απέκτησε ως εργαζόμενος έναντι του εκχωρητή θα εξακολουθούν να μπορούν να αντιταχθούν και έναντι του εκδοχέα.
Με άλλα λόγια, σε περίπτωση μεταβιβάσεως μιας εγκατάστασης, ο εργαζόμενος στον εκχωρητή μεταφέρεται στον εκδοχέα με την ίδια ιδιότητα και διατηρεί όλα του τα δικαιώ-' ματα, σύμφωνα με το άρθρο 3, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας απολύσεως για μία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 4. Αν συμφωνήσει πραγματικά με τον εκδοχέα να αποδεχτεί καθεστώς διαφορετικό από αυτό του εργαζόμενου, δεν θα μπορεί, στο μέλλον, να στηρίζεται στο άρθρο 3. Αφετέρου, μολονότι το ζήτημα αυτό δεν αμφισβητήθηκε, νομίζω ότι τα έναντι του εκχωρητού αποκτηθέντα δικαιώματα μπορούν να αντιταχθούν στον εκδοχέα, εκτός αν οι εκ των δικαιωμάτων αυτών αξιώσεις ικανοποιήθηκαν μέσω συμφωνιών που συνάφθηκαν στο πλαίσιο μιας πραγματικής σύμβασης.
Είναι, προφανώς, κεφαλαιώδους σημασίας για τα εθνικά δικαστήρια να βεβαιωθούν ότι μια τέτοια συμφωνία είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης και όχι αποτέλεσμα ασκηθείσας εκ μέρους του εκχωρητού ή του εκδοχέα βίας.
Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν, στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος πρέπει επίσης, προκειμένου να υπαχθεί στις διατάξεις της οδηγίας, να έχει την ιδιότητα του εργαζομένου που απασχολείται από τον εκδοχέα, η περιλαμβανόμενη στην οδηγία έκφραση « εργαζόμενος » καλύπτει και το πρόσωπο το οποίο συμμετέχει κατά 50 ο/ο στην εν λόγω εταιρία.
Αν, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, σύμφωνα με τις αποφάσεις που εκδόθηκαν στις υποθέσεις 75/63, Hoekstra κατά Bedrijfsvereniging voor Detailhandel [1964] ECR σ. 177, και 53/81, Levin κατά Staatsecretaris van Justitie, Συλλογή 1982, σ. 1035, ο όρος « εργαζόμενος » πρέπει να προσδιοριστεί ειδικά σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και όχι να εξαρτάται από την ισχύουσα στη συγκεκριμένη περίπτωση εθνική νομοθεσία, θα ήμουν έτοιμος να δεχτώ, βάσει ενός αναλόγου με τον διατυπωθέντα από την Επιτροπή συλλογισμό, ότι εργαζόμενος είναι το πρόσωπο το οποίο έναντι αμοιβής συμφωνεί να εργάζεται για κάποιον άλλο, και στο πρόσωπο αυτό νομίμως είναι δυνατό, να δίνονται εντολές σχετικά με το τι κάνει και το πώς οφείλει να το κάνει, στο πλαίσιο είτε μιας σύμβασης εργασίας είτε μιας εργασιακής σχέσης.
Αν, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτή είναι η έννοια του εργαζομένου, τότε το γεγονός ότι ένα πρόσωπο συμμετέχει κατά 50 % στην εν λόγω εταιρία δεν ασκεί κατά οποιονδήποτε τρόπο αποφασιστική επιρροή. Συμμετοχή κατά 50 ο/ο στο εταιρικό κεφάλαιο ή στις μετοχές δεν σημαίνει ότι παρέχει και δικαίωμα ελέγχου επί της εταιρίας αυτό είναι δυνατό να εξαρτάται από τα δικαιώματα ψήφου τα οποία δεν είναι κατ' ανάγκη ίσα προς τη συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο. Ούτε επίσης νομίζω ότι ο έλεγχος του 50 0/0 των δικαιωμάτων ψήφου έχει αποφασιστική σημασία. Αυτό εξαρτάται από το τι αντιπροσωπεύουν τα δικαιώματα ψήφου και από το πώς είναι δυνατό να ξεπεραστούν τα αδιέξοδα. Είναι δυνατό να πρόκειται για δικαιώματα ψήφου σε γενική συνέλευση των μετόχων ή είναι δυνατό να περιλαμβάνονται δικαιώματα ψήφου στο διοικητικό συμβούλιο. Το παρεχόμενο από συμμετοχή κατά 50 % στην εταιρία δικαίωμα ελέγχου εξαρτάται επίσης από τις εξουσίες και τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου. Αν η εταιρία διευθύνεται και διοικείται από τρεις διευθυντές με ίσα δικαιώματα ψήφου, το γεγονός ότι ένας από αυτούς κατέχει το 50 % των δικαιωμάτων ψήφου στις συνελεύσεις των μετόχων δεν εμποδίζει την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου από το να αποφασίσει να τον « προσλάβει ή να τον απολύσει » ή από το να του δίνει εντολές σχετικά με το τι να κάνει υπό την ιδιότητα του όχι ως διευθυντή ή μετόχου, αλλά ως στελέχους ή εργαζομένου στην εταιρία. Δεν βλέπω τίποτα το ασυμβίβαστο μεταξύ του γεγονότος ότι ένα πρόσωπο που ελέγχει το 50% των δικαιωμάτων ψήφου, ως μέτοχος, ή το 50% του εταιρικού κεφαλαίου, αφενός, και του γεγονότος ότι το πρόσωπο αυτό συνάπτει ξεχωριστή σύμβαση εργασίας η οποία τον υποχρεώνει να ακολουθεί τις εντολές του διοικητικού συμβουλίου ή ενός ανώτατου στελέχους της εταιρίας, αφετέρου. Έστω και αν μπορούσε, ως μέτοχος που συμμετέχει κατά 50% στην εταιρία, να ψηφίζει την απομάκρυνση των λοιπών διευθυντών και να τοποθετεί στο διοικητικό συμβούλιο δικούς του υποψηφίους, πράγμα που δεν συμβαίνει κατ' ανάγκη με το 50% των μετοχών, θα εξακολουθούσε να λαμβάνει εντολές ως προς το τι να κάνει, κατ' εφαρμογή των συμβατικών του υποχρεώσεων. Κατά τη γνώμη μου, είναι εσφαλμένος ο συλλογισμός ότι επειδή μπορεί να ψηφίσει την απομάκρυνση των λοιπών διευθυντών, δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να αναλάβει ως εργαζόμενος συμβατικές υποχρεώσεις έναντι της εταιρίας.
Κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα υπάγεται, κυρίως, στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων τα οποία πρέπει να αποφασίσουν βάσει των πραγματικών περιστατικών κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης, έστω και αν υιοθετηθεί ένας κοινοτικός ορισμός κατά την έννοια που προανέφερα. Έτσι, το ζήτημα είναι αν ο ενδιαφερόμενος δεσμεύεται συμβατικά ή υπάγεται σε εργασιακή σχέση στο πλαίσιο των οποίων μπορεί να του ζητηθεί να εκτελέσει εντολές βάσει της εν λόγω συμβάσεως ή σχέσεως. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα είναι αν υπόκειται στον έλεγχο της εταιρίας για όσο χρόνο διαρκεί η εργασιακή σχέση και όχι το τι θα μπορούσε να κάνει αν έφθανε μέχρι του σημείου να αλλάξει τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου. Δεν υφίσταται απαράβατος κανόνας σύμφωνα με τον οποίο η συμμετοχή κατά 50% στην εταιρία ή έστω η κατοχή του 50% των δικαιωμάτων ψήφου τον εξαιρεί από τον έλεγχο αυτό.
Εντούτοις, δεν νομίζω ότι πρέπει, στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής, να θεσπιστεί ειδικός ή εξαντλητικός κοινοτικός ορισμός. Δεν υφίσταται στην οδηγία ρητός ορισμός των όρων « εργαζόμενος », « σύμβαση εργασίας » ή « εργασιακή σχέση ». Η οδηγία αυτή, όπως ακριβώς και οι οδηγίες του Συμβουλίου 75/129 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 44 ) και 80/987 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35 ), δεν αποσκοπούν στην επίτευξη πλήρους εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα αυτό. Η υπό κρίση υπόθεση πρέπει να διακριθεί από την υπόθεση Levin όπου ο όρος « εργαζόμενος » εμφανίζεται στο άρθρο 48 της Συνθήκης, το οποία θεωρείται από το Δικαστήριο ως ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας και ως άμεσα εφαρμοστέο και ως προς το οποίο ένας ενιαίος ορισμός είναι ουσιώδους σημασίας. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ο κοινοτικός ορισμός που υιοθετήθηκε με την Ι η σκέψη της απόφασης στην υπόθεση Hoekstra έγινε αποκλειστικά με παραπομπή στις εθνικές νομοθεσίες: « κατ' αυτόν τον τρόπο η έννοια του μισθωτού ή εξομοιούμενου προς μισθωτό έχει κοινοτικό περιεχόμενο και αφορά όλους αυτούς οι οποίοι, υπ' αυτήν τους την ιδιότητα και υπό οποιαδήποτε ονομασία, καλύπτονται από τα διάφορα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης ».
Είναι αλήθεια ότι στην οδηγία για την οποία πρόκειται δεν υφίσταται η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987/EOK του Συμβουλίου διάταξη, σύμφωνα με την οποία η τελευταία « δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών να διατυπώνουν ορισμούς των εννοιών “μισθωτός ” , “ εργοδότης ”, ... ». Το γεγονός ότι η φράση αυτή εμφανίζεται στη μεταγενέστερη οδηγία, ενώ δεν υπάρχει στην πρώτη, δεν επιτρέπει να συναχθεί, κατ' άμεσο τρόπο, ούτε ότι επιδιώχτηκε ούτε ότι δεν επιδιώχτηκε η επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος. Αυτό που εγώ θεωρώ σημαντικό στην περίπτωση αυτή είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ορισμός του όρου « εργαζόμενος », ότι η οδηγία αυτή αποτελεί μάλλον προσέγγιση παρά πλήρη εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών, και, όπως προέκυψε σαφώς από τις αγορεύσεις στην υπό κρίση υπόθεση, υφίστανται επί του παρόντος στα διάφορα κράτη μέλη διαφορετικοί κανόνες όσον αφορά τη φύση της υποχρεώσεως η οποία μπορεί ή δεν μπορεί να αποτελεί σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση. Νομίζω ότι το συμπέρασμα αυτό συμβιβάζεται με τη 16η σκέψη της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Wendelboe στην οποία έγινε δεκτό ότι η ύπαρξη ή όχι συμβάσεως εργασίας ή εργασιακής σχέσεως, κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, πρέπει να αποδεικνύεται σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού δικαίου, υπό την επιφύλαξη πάντως ότι τηρούνται οι επιτακτικές διατάξεις της οδηγίας και ειδικότερα το άρθρο 4, παράγραφος 1.
Αν και η ύπαρξη ενός κοινοτικού ορισμού μπορεί να είναι αναμφισβήτητα ευκταία, μέχρι σήμερα δεν έχει θεσπιστεί κανένας σχετικά με το θέμα που μας ενδιαφέρει. Κατά τη γνώμη μου, σκοπός της οδηγίας είναι να διασφαλιστεί ώστε οι βάσει συμβάσεως εργασίας ή εργασιακής σχέσεως απασχολούμενοι ως εργαζόμενοι στα διάφορα κράτη μέλη να έχουν την ίδια μεταχείριση σε περίπτωση μεταβιβάσεως. Μολονότι ο ορισμός της σχέσης αυτής είναι δυνατό να ποικίλλει, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο εφόσον σε κάθε κράτος μέλος τηρείται το περιεχόμενο του ορισμού. Η διατύπωση από το Δικαστήριο ενός ξεχωριστού ορισμού του όρου « εργαζόμενος » χωρίς να έχουν μελετηθεί πλήρως οι κατηγορίες των προσώπων που μπορεί να είναι ή να θεωρούνται ως εργαζόμενοι στα διάφορα κράτη μέλη παρουσιάζει τον κίνδυνο να αποκλειστούν από τις διατάξεις της οδηγίας πρόσωπα που σε μερικά κράτη μέλη θα θεωρούνταν, βάσει του εθνικού τους δικαίου, ως εργαζόμενοι.
Εννοείται ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίσουν για την εφαρμογή της οδηγίας περιοριστικότερους ορισμούς. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο προς το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι το ζήτημα αν ένα πρόσωπο πρέπει να θεωρείται ως εργαζόμενος, κατά την έννοια της οδηγίας, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να επιλύεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους η οποία διέπει τη σύμβαση εργασίας ή την εργασιακή σχέση.
Θα έπρεπε, ίσως, να τονιστεί ότι η παύση πληρωμών, όπως αυτή που συνέβη στην περίπτωση της εφεσίβλητης εταιρίας το Σεπτέμβριο 1981, δεν αποκλείει την εφαρμογή της οδηγίας: υποθέσεις 135/83, Abels κατά Bedrijfsvereniging voor de Metaalindustrie, 179/83, Industriebond κατά Κάτω Χωρών και 186/83, Botzen κατά Rotterdamsche Droogdok Maatschappij (αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1985 ).
Νομίζω επίσης ότι, μολονότι γνωστοποιήθηκε στον Mikkelsen η απόλυση του πριν από τη μεταβίβαση της εγκατάστασης, εφόσον η απόλυση αυτή δεν άρχισε να ισχύει παρά μόνο μετά τη μεταβίβαση είναι σαφές ότι ο Mikkelsen πρέπει να θεωρηθεί ως εργαζόμενος απασχολούμενος από τον εκχωρητή κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι εργαζόταν στον εκχωρητή.
Κατά συνέπεια, η άποψή μου είναι ότι στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
1)
Αν και στην οδηγία 77/187 του Συμβουλίου πρέπει να δοθεί η έννοια ότι ένας εργαζόμενος που απασχολείται από τον εκχωρητή κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως δικαιούται να επικαλεστεί τις διατάξεις της οδηγίας αυτής έναντι του εκδοχέα της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως, ο εργαζόμενος που απασχολείται από τον εκχωρητή και ο οποίος συνάπτει σύμβαση ή δημιουργεί σχέση με τον εκδοχέα διαφορετική από αυτή του εργαζομένου, δεν δικαιούται να επικαλεστεί διατάξεις της οδηγίας αυτής για ζητήματα μεταγενέστερα του χρόνου συνάψεως της σύμβασης αυτής ή της δημιουργίας της σχέσης αυτής.
2)
Το ζήτημα αν στον όρο « εργαζόμενος », κατά την έννοια της πιο πάνω οδηγίας, συμπεριλαμβάνεται και πρόσωπο το οποίο συμμετέχει κατά 50 % στην εταιρία του εκδοχέα, εξαρτάται από το αν το πρόσωπο αυτό είναι εργαζόμενος σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους η οποία διέπει τη σύμβαση ή τη σχέση μεταξύ του προσώπου αυτού και του εκδοχέα.
Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι στην κύρια δίκη' όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής το ζήτημα αυτό δεν πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy