ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
της 3ης Δεκεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
1.1. Το αντικείμενο των δύο υποθέσεων
Οι δύο υποθέσεις που εξετάζουμε σήμερα, δηλαδή οι υποθέσεις 106/84 και 243/84, εγείρουν και πάλι το ζήτημα υπό ποίες συνθήκες τα αλκοολούχα ποτά πρέπει να θεωρούνται ως ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος, ή απλώς ως έμμεσα ανταγωνιστικά κατά την έννοια του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος.
Με την προσφυγή της στην υπόθεση 106/84, η Επιτροπή συνάγει από τη σχετική με τα αλκοολούχα ποτά νομολογία του Δικαστηρίου που επικαλείται ότι οι δανικοί οίνοι από οπώρες πρέπει να θεωρηθούν ως ομοειδείς προς τους λαμβανόμενους από σταφύλια, πράγμα που θα προκαλέσει ίσως έκπληξη σε όσα από τα μέλη του Δικαστηρίου γνωρίζουν από οίνους. Ομως η προσφυγή αφορά επίσης τους οίνους λικέρ που παρασκευάζονται από οπώρες ή από σταφύλια. Από τα επιχειρήματα της Επιτροπής συνάγεται ότι η άποψη της στηρίζεται επίσης στις προτάσεις περί εναρμονίσεως που η ίδια υπέβαλε όσον αφορά το φόρο καταναλώσεως αλκοολούχων ποτών. Η σχέση μ' αυτές τις προτάσεις περί εναρμονίσεως υπάρχει και στη συζήτηση μεταξύ της Επιτροπής και της δανικής κυβερνήσεως όσον αφορά το χρόνο ενάρξεως της εκκρεμοδικίας εν προκειμένω, δηλαδή μερικά χρόνια μετά την κοινοποίηση στην Επιτροπή της δανικής νομοθεσίας που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς. Τέλος το ζήτημα αν η δανική κυβέρνηση ορθώς επικαλείται για την υπεράσπιση της τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Chemial Farmaceutici (υπόθεση 140/79, Συλλογή 1981, σ. 1 ) και Vinal ( υπόθεση 46/80, Συλλογή 1981, σ. 77) παρουσιάζει ενδιαφέρον για την υπό κρίση υπόθεση.
Στην προδικαστική υπόθεση 243/84, το ουίσκυ πρέπει να θεωρηθεί ως ομοειδές με άλλα αποστάγματα (εν προκειμένω ιδίως το aquavit) όπως φαίνεται να προκύπτει εκ πρώτης όψεως από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 171/78 (Επιτροπή κατά Δανίας, Jurispr. 1980, σ. 447). Πράγματι, όπως προκύπτει από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών σε εκείνη την υπόθεση, η υψηλότερη επιβάρυνση του ουίσκυ σε σχέση με το aquavit υπήρξε η κύρια, αν όχι η αποκλειστική, αιτία της υποβολής της υποθέσεως στο Δικαστήριο. Το ουίσκυ δεν μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί συγχρόνως ως ομοειδές με τους οίνους λικέρ, όπως ισχυρίζεται η John Walker στην υπό κρίση υπόθεση. Όπως όμως προκύπτει από τη δωδέκατη σκέψη της προαναφερθείσας απόφασης, το Δικαστήριο δεν εξήτασε το ζήτημα αν το ουίσκυ εμπίπτει στην κατηγορία των οίνων λικέρ ή των αποσταγμάτων. Με την εν λόγω σκέψη το Δικαστήριο έκρινε συγκεκριμένα, αφενός, ότι « υπάρχει μεταξύ των αποσταγμάτων, θεωρουμένων ως σύνολο, απροσδιόριστος αριθμός ποτών που μπορούν να χαρακτηριστούν ως “ομοειδή προϊόντα” κατά την έννοια του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος». Αφετέρου, όμως, πρόσθεσε στην ίδια φράση ότι «η κρίση ως προς αυτό το σημείο είναι ενδεχομένως δύσκολη σε ορισμένες περιπτώσεις λαμβανομένης υπόψη της (ρύσεως των διαφόρων παραγόντων, με κριτήρια διακρίσεως όπως η γεύση και οι καταναλωτικές συνήθειες». Δεδομένου ότι μεταξύ των κυρίων άλλων επίδικων στην υπόθεση 171/78 προϊόντων ήταν και η βότκα, το κονιάκ, το τζιν και το ρούμι, πρέπει να θεωρηθεί ότι με την εν λόγω φράση το Δικαστήριο περιέλαβε και το ουίσκυ, τούτο μάλιστα υπό το φως των σκέψεων 9 έως 13 της απόφασης, με την ίδια ημερομηνία, στην υπόθεση 168/78 που είναι λεπτομερέστερες ως προς αυτό το σημείο. Πράγματι, όσον αφορά τις καταναλωτικές συνήθειες τα εν λόγω ποτά προσφέρονται γενικώς σε δεξιώσεις — προκειμένου να μειωθεί ο αλκοολικός βαθμός προστίθεται νερό, αεριούχο νερό ή παγάκια — ως ποτά ομοειδή με τα απεριτίφ ή τους οίνους λικέρ και με άλλα αραιωμένα ποτά, όπως το καμπάρισόδα, το τζιντόνικ και άλλα προφανώς παρεμφερή. Ερωτάται όμως αν το ζήτημα της κατατάξεως του ουίσκυ είτε στην κατηγορία των αποσταγμάτων είτε στην κατηγορία των οίνων λικέρ ή απεριτίφ μπορεί να παραμείνει εκκρεμές και στην υπό κρίση υπόθεση. Η έκταση των παρατηρήσεων, γραπτών και προφορικών, της John Walker υπέρ της ομοιότητας μεταξύ του ουίσκυ και των οίνων λικέρ υπογραμμίζει, εκτός από τις φορολογικές και οικονομικές συνέπειες που θα έχει η απόφαση του Δικαστηρίου, τη σημασία του εν λόγω ζητήματος.
1.2. Η εξέλιξη της αγοράς των εν λόγω ¡προϊόντων ονη Δανία
Για να κατανοηθεί καλύτερα το οικονομικό πλαίσιο των δύο υποθέσεων θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω, πρώτον, τα στατιστικά στοιχεία που προσκόμισε η δανική κυβέρνηση με τα παραρτήματα II και IV των απαντήσεων της στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Τα στατιστικά στοιχεία του παραρτήματος II εμφανίζουν το διπλό πλεονέκτημα ότι διευκολύνουν τη σύγκριση με το σύστημα εναρμονίσεως της Επιτροπής και διευκρινίζουν τη συγκριτική κατάσταση της αγοράς των διαφόρων ποικιλιών αλκοολούχων ποτών καθώς και τη σχέση μεταξύ της εθνικής παραγωγής και των εισαγωγών από άλλες χώρες. Το παράρτημα IV δείχνει λεπτομερώς την εξέλιξη των εισαγωγών ουίσκυ γενικώς και του ουίσκυ « Johnnie Walker » ειδικότερα.
Πίνακας της καταναλώσεως αλκολούχων ποτών υποκειμένων σε φορολογία ( 1971 — 1984 )
Έτος
Οίνοι από σταφύλια της κατηγορίας των επιτραπέζιων
Οίνοι από οπώρες της κατηγορίας των επιτραπέζιων
Οίνοι από σταφύλια της κατηγορίας λικέρ
Οίνοι από οπώρες της κατηγορίας λικέρ
Οινοπνευματώδη ποτά
Σύνολο
από το οποίο εισαγωγή
Σύνολο
από το οποίο εισαγωγή
Σύνολο
από το οποίο εισαγωγή
Σύνολο
από το οποίο εισαγωγή
Σύνολο
από το αποίο εισαγωγή
1 000 1
%
1 000 1
1 000 1
%
1 000 1
%
1 000 1
1 000 1
%
1 000 1
1 000 1
%
1971
21 803
100
415
0
0
7 976
100
2 917
23
0,8
16 484
4 000
26,7
1972
24 803
100
742
2
0,3
8 513
100
3 297
5
0,2
18 141
4 847
26,7
1973
37 745
100
875
14
1,6
11 185
100
4 156
5
0,1
18 205
4 607
25,3
1974
34 893
100
1 132
12
1,1
9 294
100
3 357
19
0,6
19 075
4 645
24,4
1975
42 841
100
1 149
19
1,7
9 855
100
4 234
33
0,8
21 414
5 657
26,4
1976
47 195
100
921
6
0,7
11 063
100
4 374
35
0,8
23 524
6 557
27,9
1977
44 081
100
846
19
2,3
10 425
100
4 040
24
0,6
22 312
6 120
27,4
1978
47 434
100
1 012
94
9,3
10 127
100
3 852
35
0,9
16 856
3 682
21,8
1979
53 973
100
1 393
239
17,2
11 127
100
4 527
42
0,9
1 835
4 268
23,3
1980
55 260
100
1 649
335
20,3
10 048
100
4 822
29
0,6
19 244
5 215
27,1
1981
64 486
100
1 899
562
29,6
10 328
100
5 678
25
0,4
20 003
5 702
28,5
1982
70 645
100
1 943
541
27,8
10 336
100
5 880
34
0,6
20 614
6 016
29,2
1983
78 554
100
2 282
758
33,2
8 957
100
6 670
30
0,5
19 566
5 423
27,7
1984
79 991
100
1 783
739
41,5
8 225
100
6 416
67
1,0
19 100
5 506
28,8
Οσον αφορά την πρώτη στατιστική παρατηρούμε ευθύς εξαρχής τα ακόλουθα:
Πρώτον, φαίνεται ότι η αύξηση της κατανάλωσης των οίνων από οπώρες εκτός των οίνων λικέρ πραγματοποιήθηκε κυρίως, μετά το 1977, προς όφελος των οίνων από οπώρες καταγωγής άλλων χωρών και δεν έβλαψε τις εισαγωγές επιτραπέζιων οίνων από σταφύλια οι οποίες αυξήθηκαν, κατά ποσότητα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και κατά ποσοστό στον ίδιο βαθμό.
Δεύτερον, τα στατιστικά αυτά στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν την εντύπωση της άμεσης ή έμμεσης προστασίας των εν λόγω οίνων από οπώρες που θα μπορούσε να δημιουργηθεί από το ότι ο υπολογιζόμενος ανά λίτρο συντελεστής φορολογίας των οίνων από οπώρες είναι αναμφισβήτητα χαμηλότερος. Πράγματι το μερίδιο της αγοράς που αντιπροσωπεύουν οι εν λόγω οίνοι από οπώρες ( περιλαμβανομένων και των εισαγομένων) υπολείπεται πάντα κατά 3 % αυτού που αντιπροσωπεύουν οι επιτραπέζιοι οίνοι από σταφύλια και μετά το 1977. Ως προς αυτό το σημείο η υπόθεση 106/84 αφορά αμελητέα ποσά, η δε σημασία που της αποδίδει η Επιτροπή οφείλεται μάλλον στο ότι η διαφοροποιημένη φορολογία των επιτραπέζιων οίνων και των οίνων από οπώρες μπορεί ίσως να επηρεάσει δυσμενώς τις περί εναρμονίσεως προτάσεις της. Εκτός των προαναφερθέντων όσον αφορά τους επιτραπέζιους οίνους θα παρατηρήσω πάντως ότι η κατανάλωση οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ αυξήθηκε σταθερά (γύρω στο 70%) μετά το 1978, ότι κατά την ίδια περίοδο οι εισαγωγές οίνων από σταφύλια του τύπου λικέρ μειώθηκαν σταθερά (συνολικά περίπου 20ο/ο αφού παρουσίασαν κάποια αύξηση το 1979) και ότι οι εισαγωγές οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ παρέμειναν πάντα σε επίπεδο χαμηλότερο του 1 % της συνολικής κατανάλωσης. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν πράγματι την ύπαρξη κάποιου προστατευτικού αποτελέσματος της διαφοροποιημένης φορολογίας μεταξύ των οίνων λικέρ από οπώρες και από σταφύλια. Ίσως λοιπόν δεν είναι τυχαίο το ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε κατά τη συζήτηση παρά μόνο τους οίνους λικέρ ως αποτελούντες το αντικείμενο της διαφοράς.
Τρίτον, παρατηρούμε ότι καίτοι τα αποστάγματα φορολογούνται βαρύτερα από τους οίνους λικέρ αντιπροσωπεύουν πάντα μετά το 1978 αισθητά μεγαλύτερο τμήμα της αγοράς (20-30 0/0). Νομίζω ότι η διαπίστωση αυτή έχει σημασία για την εκτίμηση του ζητήματος αν το ουίσκυ υφίσταται αμέσως ή εμμέσως διάκριση λόγω της κατατάξεως του στην κατηγορία των αποσταγμάτων και όχι στην κατηγορία των οίνων λικέρ.
Τέταρτον, φαίνεται ότι μετά την ύφεση του 1978 (οπότε ασκήθηκε η προσφυγή κατά της Δανίας στην υπόθεση 171/78 που μνημόνευσα ήδη ), οι εισαγωγές αποσταγμάτων αυξήθηκαν σε αισθητά μεγαλύτερα ποσοστά (συγκεκριμένα περίπου 50 ο/ο ) από τη συνολική κατανάλωση αποσταγμάτων ( η οποία αυξήθηκε μόνο κατά 20 ο/ο περίπου ).
Όσον αφορά ειδικότερα τις εισαγωγές ουίσκυ, ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει το παράρτημα IV της απάντησης της δανικής κυβέρνησης:
Εισαγωγές και εξαγωγές ουίσκυ στη Δανία 1975—1984
Έτος
Εισαγωγές ουίσκυ
σε χιλ. λίτρων
Εξαγωγές 1 ουίσκυ
σε χιλ. λίτρων
Εισαγωγές 2 Johnnie Walker
σε χι?., λίτρων
1 975
3 983
466
453
1 976
4 654
529
533
1977
3 970
566
509
1 978
3 509
495
343
1 979
2 722
85
328
1 980
2 786
84
314
1 981
3 232
95
268
1 982
3 320
151
245
1 983
3 374
311
219
1 984
3 848
103
...
Από τη δεύτερη αυτί] στατιστική προκύπτει ότι μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1980 (έτος εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 171/78) και της 1ης Ιανουαρίου 1985 οι εισαγωγές ουίσκυ αυξήθηκαν περισσότερο από 30 ο/ο καίτοι οι εισαγωγές ουίσκυ «Johnnie Walker» μειώθηκαν κατά το ίδιο ποσοστό και κατά την ίδια περίοδο ( μάλιστα δε μειώθηκαν ακόμη περισσότερο σε μεγαλύτερη περίοδο). Ενθυμείστε ότι κατά τη συζήτηση οι εκπρόσωποι της Johnnie Walker απέδωσαν αυτή την αντίστροφη εξέλιξη στην επίπτωση του τμήματος « ad valorem » που είναι υψηλό στους δανικούς φόρους καταναλώσεως αποσταγμάτων. Πράγματι είναι φανερό ότι τα ακριβότερα προϊόντα επιβαρύνονται κατ' αυτό τον τρόπο περισσότερο από τα φθηνότερα.
1.3. Αιάγραμμα των προτάσεων
Μετά τη γενική αυτή εισαγωγή και για τις δύο υποθέσεις θα τις εξετάσω ως εξής δεδομένου ότι· παρουσιάζουν και ομοιότητες και διαφορές. Στο οεντερο και το τρίτο μέρος των προτάσεων μου θα επαναλάβω τα πραγματικά περιστατικά, τα αιτήματα, τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα των διαδίκων στις υποθέσεις 106/84 και 243/84 αντιστοίχως, από την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση προσθέτοντας και ορισμένες δικές μου παρατηρήσεις. Στο τέταρτο μέρος θα αναλύσω εν συντομία τις δώδεκα αποφάσεις που είναι σημαντικές είτε για τη μία από τις δύο υποθέσεις (πέντε αποφάσεις) ή και για τις δύο (επτά αποφάσεις). Σ' αυτό το μέρος θα εξετάσω βεβαίως ιδιαίτερα τα συμπεράσματα που συνάγονται από τις εν λόγω αποφάσεις για τις δύο υπό κρίση υποθέσεις. Τέλος στο πέμπτο μέρος θα διατυπώσω τη δική μου άποψη διαδοχικά ως προς τις υποθέσεις 106/84 και 243/84. Και στο τέταρτο και στο πέμπτο μέρος των προτάσεων μου θα εξετάσω επίσης νέες απόψεις που διατυπώθηκαν κατά τη συνεδρίαση.
2. Τα πραγματικά περιστατικά, τα αιτήματα, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων στην υπόθεση 106/84
2.1. Τα πραγματικά περιστατικά
2.1.1.
Η δανική νομοθεσία περί φόρου καταναλώσεως αλκοολούχων ποτών διακρίνει τρεις κατηγορίες: τα αποστάγματα, τους οίνους και οίνους από οπώρες και τους ζύθους.
2.1.2.
Ο κωδικοποιημένος νόμος 371, της 1ης Ιουλίου 1982 ( Lovtidende, Α, 1982 ), όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 149, της 11ης Απριλίου 1984, περί φόρου καταναλώσεως αποσταγμάτων δίνει στο άρθρο 1, παράγραφος 1, τον ορισμό των προϊόντων που υπόκεινται σε φόρο καταναλώσεως:
—
τα προϊόντα που υπάγονται στις κλάσεις 22.04 έως 22.06 του κοινού δασμολογίου (στο εξής: ΚΔ), δηλαδή το μερικώς ζυμωθέν γλεύκος σταφυλών, έστω και αν η ζύμωση ανεστάλη κατ' άλλο τρόπο και όχι διά προσθήκης αλκοόλης^ οι οίνοι από νωπά σταφύλια, το γλεύκος από νωπά σταφύλια του οποίου η ζύμωση ανεστάλη διά της προσθήκης αλκοόλης, το βερμούτ και άλλοι οίνοι από νωπά σταφύλια παρασκευασμένοι με τη βοήθεια αρωματικών φυτών ή υλών, με αλκοολικό τίτλο μέχρι 23 ο/ο vol. και ειδικό βάρος μέχρι 1,07 σε 20o C·
—
τα προϊόντα που υπάγονται στην κλάση 22.07 του ΚΔ ( οίνοι από οπώρες και συγγενή προϊόντα) με αλκοολικό τίτλο μέχρι 20o vol. και ειδικό βάρος μέχρι 1,06 σε 20 C·
—
τα λοιπά ποτά με αλκοολικό τίτλο μέχρι 23o vol. και ειδικό βάρος μέχρι 1,07 σε 20o C που παρασκευάζονται από οίνους ή οίνους από οπώρες των κλάσεων 22.04 έως 22.07 του ΚΔ.
Οι οίνοι από σταφύλια με αλκοολικό τίτλο άνω των 23o vol. και οι οίνοι από οπώρες με αλκοολικό τίτλο άνω των 20o vol. εμπίπτουν στο άρθρο 1, παράγραφος 1, εδάφια 2 και 3, του κωδικοποιημένου νόμου 370, της 1ης Ιουλίου 1982 ( Lovtidende, Α, 1982 ), περί φόρου καταναλώσεως αποσταγμάτων.
2.1.3.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, εδάφιο 1, του κωδικοποιημένου νόμου 371 καθορίζει το συντελεστή του φόρου καταναλώσεως οίνων από σταφύλια, ανά λίτρο, σε 10,725 δανικές κορόνες για τους επιτραπέζιους οίνους, σε 19,93 δανικές κορόνες για τους αφρώδεις οίνους και σε 19,93 δανικές κορόνες για τα άλλα προϊόντα, στο δε εδάφιο 2, το συντελεστή του φόρου καταναλώσεως οίνων από οπώρες, ανά λίτρο, σε 6,92 δανικές κορόνες για τους οίνους επιτραπέζιου τύπου με αλκοολικό τίτλο μέχρι 14o vol. και σε 11,02 δανικές κορόνες για τα λοιπά προϊόντα.
2.1.4.
Ο νόμος 371 δεν περιέχει ορισμό των οίνων από οπώρες. Σύμφωνα με εγκύκλιο της Direktoratet for Toldvaesenet (Γενική Διεύθυνση Τελωνείων) του 1978, οι οίνοι από οπώρες είναι προϊόντα που λαμβάνονται από χυμούς οπωρών, κλπ. ή μέλι, κατόπιν ζυμώσεως αλλά χωρίς απόσταξη μετά τη ζύμωση: πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον ένα λίτρο καθαρής αλκοόλης ζυμώσεως, μη αποσταγμένης, ανά 100 λίτρα' η περιεκτικότητα τους σε αλκοόλη μπορεί να αυξηθεί, εντός των ανωτάτων ορίων που καθορίζει για λόγους κατατάξεως ο νόμος, με την προσθήκη αποσταγμένης αλκοόλης.
2.1.5
Με έγγραφο της 21ης Σεπτεμβρίου 1982 προς την κυβέρνηση της Δανίας η Επιτροπή παρατήρησε ότι ο κωδικοποιημένος νόμος 371 συνιστά παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ διότι επιφυλάσσει στους εθνικούς οίνους από οπώρες ευνοϊκότερη μεταχείριση από τους εισαγόμενους οίνους εκ σταφυλών, που είναι προϊόντα ομοειδή ή, τουλάχιστον, ανταγωνιστικά.
2.1.6.
Με την από 25 Νοεμβρίου 1982 απάντηση της η κυβέρνηση της Δανίας αμφισβήτησε ότι υπάρχει σχέση ομοιότητας ή ανταγωνισμού μεταξύ των εν λόγω προϊόντων και επέμεινε στο ότι δεν υπάρχει επί κοινοτικού επιπέδου εναρμόνιση στο θέμα της φορολογίας.
2.1.7.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1983 η Επιτροπή απηύθυνε στην κυβέρνηση της Δανίας αιτιολογημένη γνώμη με την οποία της προσάπτει ότι παρέβη το άρθρο 95 της Συνθήκης και την καλεί να συμμορφωθεί προς την εν λόγω γνώμη εντός προθεσμίας ενός μηνός.
2.1.8.
Με την από 17 Νοεμβρίου 1983 απάντηση της η κυβέρνηση της Δανίας αμφισβήτησε ότι παρέβη το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2.2. Αιτήματα των διαο'ικων
2.2.1.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο :
—
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Δανίας, παραλείποντας να θεσπίσει ενιαίους φόρους κατανάλωσης για τους οίνους από σταφύλια και τους οίνους από οπώρες παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος, ή, επικουρικά, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ·
—
να καταδικάσει το Βασίλειο της Δανίας στα δικαστικά έξοδα.
2.2.2.
Το ΒααίΑειο της /¡ανίας ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
2.3. Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των όιαοίκων
2.3.1.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η δανική νομοθεσία αντιβαίνει στο άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
α)
Το άρθρο 95 πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν τον ανταγωνισμό και την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Το άρθρο αυτό απαγορεύει απερίφραστα όλα τα εμπόδια στο εμπόριο, πέραν των δασμών ή φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, υπό τη μορφή φορολογικών διακρίσεων εις βάρος των εισαγόμενων προϊόντων που είναι όμοια, ομοειδή ή ανταγωνιστικά με τα εθνικά. Με τις αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980 ( 168/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Smi. σ. 347· 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Smi. σ. 385' 171/78, Επιτροπή κατά Δανίας, Smi. σ. 447) το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 95 πρέπει να εφαρμόζεται με αντικειμενικά κριτήρια, δεν επιτρέπει καμιά εξαίρεση και υπερισχύει ενδεχομένων πολιτικών θεωρήσεων. Το άρθρο αυτό που διατυπώνει τη θεμελιώδη αρχή της τελωνειακής ένωσης δεν επιτρέπει εφαρμογή υπό αίρεση ή ερμηνεία ασυμβίβαστη προς τους κανόνες της Συνθήκης. Τα εθνικά φορολογικά συστήματα δεν πρέπει να παράγουν, έναντι των οικονομικών παραγόντων των άλλων κρατών μελών, δευτερεύοντα αποτελέσματα αντίθετα προς την πραγμάτωση της κοινής αγοράς. Έτσι το άρθρο 95 περιορίζει σημαντικά την ελευθερία των κρατών στο δημοσιονομικό τομέα.
β)
Το αν δύο προϊόντα είναι μεταξύ τους ομοειδή εκτιμάται in concreto. Κατ' εφαρμογή των κριτηρίων που αναπτύχθηκαν με τις αποφάσεις της 4ης Απριλίου 1968 ( Fink-Frucht, 27/67, Smi. σ. 327), της 17ης Φεβρουαρίου 1976 (Rewę, 45/75, Smi. σ. 181), της 10ης Οκτωβρίου 1978 (Hansen, 148/77, Smi. σ. 1787), της 27ης Φεβρουαρίου 1980 (προαναφερθείσες υποθέσεις 168, 169 και 171/68) και της 15ης Μαρτίου 1983 (Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, 319/81, Smi. σ. 601), οι οίνοι από σταφύλια και οι οίνοι από οπώρες είναι ομοειδή προϊόντα- έχουν τις ίδιες ιδιότητες, ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες, λαμβάνονται διά ζυμώσεως, ομοιάζουν ως προς τον αλκοολικό τίτλο και καταναλίσκονται στις ίδιες ποσότητες. Η διαφορά ως προς την πρώτη ύλη δεν αποκλείει κάθε ομοιότητα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ταυτότητα δασμολογικής κατάταξης αποτελεί τεκμήριο ομοιότητας αλλά ότι η διαφορετική κατάταξη δεν αποκλείει κατ' ανάγκη κάθε ομοιότητα. Η κατάταξη του ΚΔ, που στηρίζεται στην — παλαιότερη — ονοματολογία των Βρυξελλών δεν έχει οπωσδήποτε στενή σχέση με τη διάρθρωση της Συνθήκης ΕΟΚ. Προϊόντα προφανώς ομοειδή κατατάσσονται σε διαφορετικές κλάσεις ενώ στην ίδια κλάση υπάρχουν μη ομοειδή προϊόντα. Το δανικό φορολογικό σύστημα εμφανίζει αναμφισβήτητα χαρακτηριστικά προστατευτισμού ή διακρίσεων, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος της εθνικής παραγωγής οίνων, δηλαδή οι οίνοι από οπώρες, υπάγεται στην ευνοούμενη φορολογική κατηγορία ενώ σχεδόν όλα τα εισαγόμενα προϊόντα, δηλαδή οι οίνοι από σταφύλια, υφίστανται βαριά φορολογία.
Απαντώντας στο επιχείρημα της δανικής κυβέρνησης ότι δηλαδή η Επιτροπή δεν υποστήριξε ότι η δανική νομοθεσία αντιβαίνει και στη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την Πορτογαλία, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 21 της εν λόγω συμφωνίας, η οποία εξάλλου διέπεται από την αρχή της αμοιβαιότητας, απαγορεύει τη φορολογική διάκριση μεταξύ ομοειδών προϊόντων. Η Πορτογαλία δεν ήγειρε ζήτημα δανικού φόρου κατανάλωσης οίνων από οπώρες κατά τις συνόδους της μικτής επιτροπής που ασχολείται με το χειρισμό και την εκτέλεση της συμφωνίας. Η υπό κρίση προσφυγή στηρίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 95 της Συνθήκης, η δε Επιτροπή δεν έλαβε θέση ως προς το ζήτημα μήπως εμπλέκεται και το εν λόγω άρθρο 21.
Το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τότε την ισχύουσα νομοθεσία, η οποία θεσπίστηκε μετά την προσχώρηση της Δανίας στην Κοινότητα, δεν ευσταθεί. Η Κοινότητα ουδέποτε παραιτήθηκε του δικαιώματος της να φροντίζει ώστε να συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο τα εθνικά φορολογικά συστήματα.
γ)
Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι οι οίνοι από σταφύλια και οι οίνοι από οπώρες είναι απλώς ανταγωνιστικά προϊόντα, η δανική νομοθεσία έχει πάντως προστατευτικό χαρακτήρα και εισάγει διακρίσεις. Το άρθρο 95 πρέπει να εφαρμόζεται ως σύνολο. Απαγορεύει κάθε εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που προκύπτει από στρέβλωση της λειτουργίας του ανταγωνισμού. Η ανάλυση της δανικής νομοθεσίας υπό το φως των κριτηρίων που δέχεται η απόφαση της 12ης Ιουλίου 1983 (Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 170/78, Smi. σ. 2265) καταδεικνύει ότι η φορολογία των εισαγόμενων οίνων από σταφύλια δημιουργεί διακρίσεις στο επίπεδο του μεγέθους του φόρου σε σχέση με την περιεκτικότητα σε αλκοόλη και με τον όγκο. Ο φόρος καταναλώσεως, εκφραζόμενος σε ποσοστό επί της λιανικής τιμής που είναι ο ίδιος για τα εθνικά και για τα εισαγόμενα προϊόντα, δεν αποκλείει τις στρεβλώσεις εις βάρος των τελευταίων.
δ )
Το δανικό φορολογικό σύστημα δεν είναι ουδέτερο, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος της εθνικής παραγωγής υπάγεται στην ευνοϊκότερη φορολογική κατηγορία. Η διαφορετική φορολογία βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως η πρώτη ύλη ή η μέθοδος παρασκευής, δικαιολογείται στο παρόν στάδιο του κοινοτικού δικαίου. Πρέπει πάντως οι στόχοι οικονομικής πολιτικής που επιδιώκει να συμβιβάζονται και αυτοί προς το κοινοτικό δίκαιο και να μη διακρίνουν αμέσως ή εμμέσως εις βάρος των εισαγωγών ούτε να προστατεύουν τα ανταγωνιστικά εθνικά προϊόντα. Με τις αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1981 ( Chemial Farmaceutici, 140/79, Smi. σ. 1, και Vinal, 46/80, Smi. σ. 77 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαφοροποιημένη φορολογία για τη μετουσιωμένη συνθετική αλκοόλη και τη μετουσιωμένη αλκοόλη εκ ζυμώσεως εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό βιομηχανικής πολιτικής δεδομένου ότι σκοπεί να ευνοήσει την απόσταξη γεωργικών προϊόντων. Ωστόσο η ευνοϊκότερη μεταχείριση των δανών οπωροπαραγωγών σε σχέση με τους οινοπαραγωγούς των άλλων κρατών μελών δεν μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή.
Οι αρχικές προτάσεις περί εναρμονίσεως περιελάμβαναν τις ακόλουθες τέσσερις κατηγορίες: την αλκοόλη, το ζύθο, τον οίνο και τα ανάμικτα ποτά. Βάσει της αρχικής προτάσεως, οι οίνοι από οπώρες της κλάσεως 22.07, με αλκοολικό τίτλο πλέον των 15o vol. υπόκεινται σε πλήρη συντελεστή. Το γεγονός ότι ούτε οι αρχικές ούτε οι μεταγενέστερες προτάσεις περιείχαν διατάξεις για τους οίνους από οπώρες με αλκοολικό τίτλο κάτω των 15o δεν σημαίνει ότι επιτρέπονται οι διακρίσεις εις βάρος των ομοειδών ή ανταγωνιστικών εισαγόμενων προϊόντων. Η επίτευξη εναρμονίσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση για την τήρηση του άρθρου 95. Στα κράτη μέλη που παράγουν σημαντικές ποσότητες ποτών διαφόρων κατηγοριών όπως ο οίνος και ο ζύθος, η διαφοροποιημένη φορολογία δεν μπορεί να οδηγεί σε φορολογική διάκριση εις βάρος των εισαγωγών η σχέση μεταξύ του φόρου καταναλώσεως για τις διάφορες κατηγορίες πρέπει, σ' αυτή την περίπτωση, να καθορίζεται μέσω εναρμονίσεως.
2.4.
Η κυβέρνηοη του Βασιλείου νης Δανίας αμφισβητεί ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
α)
Η νομοθεσία που θεσπίστηκε κατά το χρόνο της προσχωρήσεως της Δανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες κατήργησε την εκ παραδόσεως διάκριση εις βάρος των εισαγόμενων οίνων στη συνέχεια δεν τροποποιήθηκε ουσιωδώς. Η Επιτροπή, στην οποία κοινοποιήθηκε η νέα αυτή νομοθεσία, ουδέποτε αμφισβήτησε τη διαφοροποιημένη φορολογία και περιορίστηκε απλώς να προωθήσει την εναρμόνιση.
Οι εισαγωγές οίνων από οπώρες του επιτραπέζιου τύπου, σχεδόν ανύπαρκτες υπό το κράτος της παλαιάς νομοθεσίας, αντιπροσώπευαν το 1983 ποσοστό 33 ο/ο της συνολικής κατανάλωσης. Οι εισαγωγές οίνων από οπώρες εκ των υποκειμένων σε υψηλή φορολογία παρέμειναν σε χαμηλά επίπεδα, πράγμα που οφείλεται στην ποιότητα των δανικών προϊόντων και στην εμπορική επιτυχία των παραγωγών. Το 1983 εξήχθη το ένα τρίτο της παραγωγής οίνων από οπώρες άλλων τύπων πλην του επιτραπέζιου. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν το άνοιγμα της δανικής αγοράς οίνων από οπώρες που είναι εξάλλου πολύ μικρής κλίμακας σε σχέση με την αγορά των οίνων από σταφύλια.
Η παλαιά νομοθεσία είχε ομολογουμένως ως σκοπό την ενίσχυση των δανών οπωροπαραγωγών. Οι στατιστικές για τα έτη 1972 έως 1982 καταδεικνύουν ότι η συγκομιδή οπωρών ποικίλλει αισθητά από χρόνο σε χρόνο και ότι οι φυτείες μηλιών μειώθηκαν σταθερά σε έκταση συνεπεία του αλλοδαπού ανταγωνισμού και της συστηματικής πολιτικής της εκριζώσεως. Στη Δανία δεν υπάρχει υπερπαραγωγή μήλων οι εισαγωγές εξυπηρετούν κυρίως την άμεση κατανάλωση ή την παρασκευή χυμού μήλων, ενώ ένα σημαντικό μέρος της εθνικής παραγωγής χρησιμοποιείται για την παρασκευή οίνων από οπώρες. Προκειμένου να περιοριστεί η εγχώρια παραγωγή οίνων από οπώρες, φορολογούνται οι χρησιμοποιούμενοι χυμοί.
Η ήδη ισχύουσα νομοθεσία δεν ενέχει καμία ρητή διάκριση αναλόγως της καταγωγής των προϊόντων η νομοθεσία αυτή συνάδει προς το άρθρο 39 της Συνθήκης ΕΟΚ καθόσον αποβλέπει να εξασφαλίσει εύλογο βιοτικό επίπεδο στο γεωργικό πληθυσμό χωρίς να προκαλέσει υπερπαραγωγή.
β )
Η πρώτη και η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 95 αλληλοσυμπληρώνονται και συμβάλλουν από κοινού στην πραγμάτωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων' δεν αποτελούν πάντως μία και μόνη διάταξη αλλά έχουν, η καθεμιά, το δικό της πεδίο εφαρμογής. Από τις προαναφερθείσες αποφάσεις Fink-Frucht, Rewę και Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου προκύπτει ότι η πρώτη παράγραφος αφορά τη φορολογία των προϊόντων ανεξαρτήτως της επιπτώσεως της στην τελική τιμή, ενώ, για τη δεύτερη παράγραφο, η επίπτωση αυτή είναι αποφασιστικής σημασίας. Αν κάποιο φορολογικό σύστημα είναι προφανώς προστατευτικό τη στιγμή που είναι λιγότερο βέβαιο ότι τα προϊόντα είναι κατά το μάλλον ή ήττον ομοειδή ή ανταγωνιστικά, το Δικαστήριο θα μπορούσε να αρκεστεί, όπως και στην προαναφερθείσα υπόθεση 171/78, να διαπιστώσει το προστατευτικό αυτό αποτέλεσμα. Εν προκειμένω, ο χαρακτήρας της δανικής νομοθεσίας ως δημιουργικής διακρίσεων ή προστατευτικής θα πρέπει να αποδειχθεί επακριβώς.
γ)
Οι οίνοι από σταφύλια και οι οίνοι από οπώρες δεν είναι ομοειδή προϊόντα. Ρύθμιση της μεθόδου παρασκευής υπάρχει μόνο για τους οίνους από σταφύλια. Οι οίνοι από οπώρες μπορεί να είναι προϊόντα και βιομηχανικής και οικιακής παρασκευής. Σύμφωνα με υπουργική εγκύκλιο, πρόκειται για προϊόντα που λαμβάνονται κατόπιν ζυμώσεως χυμών φρούτων ή μέλιτος, τα οποία περιέχουν τουλάχιστο ένα λίτρο μη αποσταγμένης αλκοόλης ζυμώσεως, λαμβανόμενης ως 100 ο/ο καθαρής αιθυλικής αλκοόλης, ανά 100 λίτρα. Συνήθως ο χυμός μήλου υφίσταται ζύμωση μέχρι του βαθμού 6 έως 8%. Το τελικό προϊόν λαμβάνεται κατόπιν προσθήκης μη ζυμωθέντος χυμού κερασιών και αιθυλικής αλκοόλης. Αντίθετα με τους οίνους από σταφύλια, οι οίνοι από οπώρες εμφανίζουν τα ίδια χαρακτηριστικά κάθε έτος. Με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Fink-Frucht και Rewę το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάταξη των προϊόντων στο ΚΔ έχει σημασία για την εκτίμηση της ομοιότητας. Με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980 η θέση αυτή παραλλάχθηκε κάπως, χωρίς όμως να τεθεί εν αμφιβολία. Αντίθετα με τους οίνους από σταφύλια, οι οίνοι από οπώρες δεν καλύπτονται από κοινή οργάνωση αγοράς. Αν υποτεθεί ότι πρόκειται για ομοειδή προϊόντα, η διαφορά αυτή ως προς τη μεταχείριση είναι ασυμβίβαστη με την απαγόρευση κάθε διάκρισης στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, που θέτει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Σύμφωνα με την απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982 (Kupferberg, 104/81, Smi. σ. 3641), το άρθρο 21, παράγραφος 1, της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου με την Πορτογαλία ισοδυναμεί με το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα πορτογαλικά προϊόντα που αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα της αγοράς. Η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι παραβιάζεται το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ και ταυτόχρονα να αναγνωρίζει σιωπηρά ότι δεν παραβιάζεται το άρθρο 21 της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου.
δ )
Το γεγονός ότι οι οίνοι από σταφύλια και οι οίνοι από οπώρες είναι ανταγωνιστικά προϊόντα δεν σημαίνει ότι η διαφορά φορολογίας συνιστά προστασία της εθνικής παραγωγής.
Η εκτίμηση της επίδικης φορολογίας υπό το φως των κριτηρίων που θέτει η προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Ιουλίου 1983, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, καταδεικνύει ότι η δανική νομοθεσία δεν έχει προστατευτικό αποτέλεσμα. Όσον αφορά τη φορολογική επιβάρυνση σε σχέση με την ποσότητα των εμπορευμάτων, οι οίνοι από σταφύλια υπόκεινται σε φορολογία μεγαλύτερη κατά 55 % οι επιτραπέζιοι και κατά 80 ο/ο οι οίνοι λικέρ. Από τα προϊόντα με αλκοολικό τίτλο από 20 έως 23o οι φορολογούμενοι ως αποστάγματα οίνοι από οπώρες υπόκεινται σε φορολογία μεγαλύτερη κατά 170 %. Από πλευράς σχέσεως της φορολογικής επιβάρυνσης και του αλκοολικού τίτλου, οι οίνοι από σταφύλια υπόκεινται σε φορολογία μεγαλύτερη κατά 66 έως 135 %. Το τμήμα του φόρου καταναλώσεως σε σχέση με τη λιανική τιμή είναι σχεδόν το ίδιο και για τις δύο κατηγορίες προϊόντων ( κατά το υπόμνημα αντικρούσεως, για τους οίνους από οπώρες είναι από 23 έως 38 % και για τους επιτραπέζιους οίνους από σταφύλια από 11 έως 40 % της λιανικής τιμής' ο τρόπος υπολογισμού διευκρινίζεται με την ανταπάντηση). Το Δικαστήριο δεν έχει λάβει θέση ως προς τη βαρύτητα που έχει καθένα από αυτά τα κριτήρια. Ωστόσο η επίπτωση του φόρου επί της τιμής είναι αποφασιστικής σημασίας για την εφαρμογή του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος. Για τον υπολογισμό της επιπτώσεως αυτής, τα περιθώρια κέρδους στο στάδιο του χονδρικού ή του λιανικού εμπορίου είναι άνευ σημασίας. Η σύγκριση πρέπει να γίνεται με τους οίνους από σταφύλια των φθηνότερων κατηγοριών, η τιμή των οποίων επηρεάζεται περισσότερο από το φόρο και η ανταγωνιστική σχέση των οποίων με τους οίνους από οπώρες δεν αποκλείεται a priori. Για τους επιτραπέζιους οίνους — που αντιπροσωπεύουν το 90 /ο των συνολικών πωλήσεων οίνων από σταφύλια επιτραπέζιου τύπου — το ποσοστό της φορολογίας είναι μικρότερο του 30 ο/ο έναντι 26 ή 29 % για τους οίνους από οπώρες. Στον τομέα των οίνων λικέρ των χαμηλής ποιότητας κατηγοριών, το ποσοστό του φόρου κυμαίνεται ανάμεσα στο 25 και 38 % της τιμής για τους οίνους από σταφύλια έναντι 27 έως 38 % για τους οίνους από οπώρες. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι η δανική νομοθεσία δεν είναι προστατευτική κατά την έννοια του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης.
ε )
Με την προαναφερθείσα απόφαση Hansen και με τις επίσης προαναφερθείσες αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980 το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να διατηρούν σε ισχύ φορολογικά συστήματα εύνοιας δικαιολογούμενα από βάσιμους λόγους οικονομικούς και κοινωνικούς, όπως η χρησιμοποίηση ορισμένων πρώτων υλών ή η ενίσχυση ορισμένων κατηγοριών παραγωγών τα συστήματα αυτά πρέπει όμως να εφαρμόζονται χωρίς διάκριση και στα εισαγόμενα προϊόντα που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες. Η δανική νομοθεσία σκοπεί να εξασφαλίσει επαρκές εισόδημα στους οπωροπαραγωγούς που εργάζονται υπό δύσκολες κλιματολογικές συνθήκες και να υποστηρίξει αυτόν τον τομέα παραγωγής. Με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Chemial και Vinal, το Δικαστήριο δεν καταδίκασε τη διαφορά φορολογίας μεταξύ της γεωργικής και της συνθετικής αλκοόλης, χωρίς ωστόσο να κάνει λόγο για απόφαση των κοινοτικών οργάνων ευνοϊκή για τη γεωργική αλκοόλη. Στη Δανία, τα εισαγόμενα προϊόντα υπάγονται στο σύστημα εύνοιας χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συγκεκριμένες συνθήκες παραγωγής.
Η ευνοϊκή μεταχείριση προϊόντων που μπορούν να παραχθούν στο κράτος εισαγωγής αποτελεί ίσως ένδειξη συγκεκαλυμμένου προστατευτικού αποτελέσματος της φορολογικής νομοθεσίας χωρίς όμως να συνιστά απόδειξη παραβάσεως του άρθρου 95. Η αντίληψη της Επιτροπής καταλήγει σε διάκριση ανεπίτρεπτη μεταξύ των κρατών μελών. Ενώ η νομοθεσία της Δανίας, η οποία για λόγους κλιματολογικών συνθηκών παράγει μόνο οίνο από οπώρες, εκτιμάται σε σχέση με το άρθρο 95, οι διαφορές ως προς τη φορολογία που υπάρχουν στη Γαλλία και στο Λουξεμβούργο, χώρες που παράγουν και τις δύο κατηγορίες οίνων, θα πρέπει να καταργηθούν μέσω εναρμονίσεως.
3. Το πραγματικό περιστατικά, τα υποβληθέντα ερωτήματα, οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που υπέβαλε το Δικαστήριο στην υπόθεση 243/84
3.1. Τα πραγματικά περιστατικά και τα υποβληθέντα ερωτήματα
3.1.1.
Η δανική νομοθεσία περί φόρου καταναλώσεως αλκοολούχων ποτών διακρίνει τρεις κατηγορίες ποτών: τα αποστάγματα, τους οίνους και οίνους από οπώρες και τους ζύθους.
3.1.2.
Ο κωδικοποιημένος νόμος 370, της 1ης Ιουλίου 1982 ( Lovtidende, Α, 1982 ) όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 149, της 11ης Απριλίου 1984, περί φόρου καταναλώσεως αποσταγμάτων δίνει στο άρθρο 1, παράγραφος 1, τον ορισμό των προϊόντων που υπόκεινται σε φόρο καταναλώσεως1 συγκεκριμένα αναφέρονται:
—
τα αποστάγματα, περιλαμβανομένης και της αιθυλικής αλκοόλης, προϊόντα που υπάγονται στην κλάση 22.09 του κοινού δασμολογίου, δηλαδή η μη μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη, τα αποστάγματα, ηδύποτα και άλλα οινοπνευματώδη ποτά, τα σύνθετα αλκοολούχα παρασκευάσματα (συμπεπυκνωμένα εκχυλίσματα) για την παρασκευή ποτών·
—
τα προϊόντα που υπάγονται στις κλάσεις 22.05 και 22.06 του ΚΔ, δηλαδή οι οίνοι από νωπά σταφύλια, το γλεύκος από νωπά σταφύλια η ζύμωση του οποίου ανεστάλη με την προσθήκη αλκοόλης, το βερμούτ και άλλοι οίνοι από νωπά σταφύλια παρασκευασμένοι με τη βοήθεια αρωματικών φυτών ή υλών, με αλκοολικό τίτλο πλέον του 23 % vol.·
—
τα προϊόντα που υπάγονται στην κλάση 22.07 του ΚΔ, δηλαδή ο μηλίτης, ο απίτης, το υδρόμελι και άλλα ποτά προερχόμενα από ζύμωση, με αλκοολικό τίτλο πλέον του 20 ο/ο vol.·
—
τα προϊόντα που υπάγονται στις κλάσεις 22.04 έως 22.07 του ΚΔ και εμφανίζουν το χαρακτήρα αποστάγματος λόγω της περιεκτικότητας τους σε πικρές ή αρωματικές ουσίες, σε ζάχαρη, κλπ.
Σύμφωνα με το άρθρο 2, ο φόρος καταναλώσεως απαρτίζεται από έναν ειδικό φόρο ο οποίος καθορίζεται ανά λίτρο καθαρής αιθυλικής αλκοόλης και ένα φόρο επί της αξίας. Η φορολογητέα αξία του προϊόντος ισούται καταρχήν με την υψηλότερη τιμή στην οποία πωλούν οι χονδρέμποροι, περιλαμβανομένου και του φόρου καταναλώσεως αποσταγμάτων ( ειδικός φόρος ανά λίτρο αιθυλικής αλκοόλης και φόρος ad valorem ) αλλά χωρίς το φόρο προστιθέμενης αξίας. Το φορολογικό αυτό σύστημα θεσπίστηκε κατόπιν των αποφάσεων της 27ης Φεβρουαρίου 1980 (Επιτροπή κατά Δανίας, 171/78, Smi. σ. 447, και Just, 68/79, Smi. σ. 501 ), με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαφορά φορολογίας μεταξύ του aquavit και των. λοιπών αποσταγμάτων αντιβαίνει στο άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
3.1.3.
Ο κωδικοποιημένος νόμος 371, της 1ης Ιουλίου 1982 ( Lovtidende, Α, 1982 ), όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 149 της 11ης Απριλίου 1984, περί φόρου καταναλώσεως οίνων και οίνων από οπώρες, προσδιορίζει στο άρθρο 1, παράγραφος 1, τα υποκείμενα σε φορολογία προϊόντα:
—
τα προϊόντα που υπάγονται στις κλάσεις 22.04 έως 22.06 του ΚΔ, δηλαδή το μερικώς ζυμωθέν γλεύκος σταφυλών, έστω και αν η ζύμωση ανεστάλη κατ' άλλο τρόπο και όχι διά προσθήκης αλκοόλης, οι οίνοι από νωπά σταφύλια, το γλεύκος από νωπά σταφύλια του οποίου η ζύμωση ανεστάλη διά της προσθήκης αλκοόλης, το βερμούτ και άλλοι οίνοι από νωπά σταφύλια παρασκευασμένοι με τη βοήθεια αρωματικών φυτών ή υλών, με αλκοολικό τίτλο μέχρι 23 % vol. και ειδικό βάρος μέχρι 1,07 σε 20o C·
—
τα προϊόντα που υπάγονται στην κλάση 22.07 του ΚΔ, οίνοι από οπώρες και συγγενή προϊόντα, με αλκοολικό τίτλο μέχρι 20o vol. και ειδικό βάρος μέχρι 1,06 σε 20o C·
—
τα λοιπά ποτά με αλκοολικό τίτλο μέχρι 23o vol. και ειδικό βάρος μέχρι 1,07 σε 20o C που παρασκευάζονται από οίνους ή οίνους από οπώρες των κλάσεων 22.04 έως 22.07 του ΚΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 2, τα προϊόντα αυτά υπόκεινται σε ειδικό φόρο που υπολογίζεται ανά λίτρο προϊόντος ανεξαρτήτως της αξίας τους. Γίνεται διάκριση μεταξύ του οίνου από σταφύλια και του παρασκευαζόμενου από άλλες οπώρες. Από τους οίνους εκ σταφυλών, ο νόμος ορίζει διαφορετικούς συντελεστές για τον μη αφρώδη επιτραπέζιο οίνο, τον αφρώδη οίνο και τα λοιπά προϊόντα, μεταξύ των οποίων ο οίνος λικέρ. Μεταξύ των οίνων από οπώρες γίνεται διάκριση ανάμεσα σε προϊόντα του τύπου επιτραπέζιος οίνος με ανώτατο αλκοολικό τίτλο 14o vol. και στους οίνους από οπώρες του τύπου λικέρ με αλκοολικό τίτλο από 14o vol. έως 20o vol. κατ' ανώτατο όριο πέραν του οποίου το προϊόν φορολογείται ως απόσταγμα.
3.1.4.
Ο νόμος 371 δεν περιέχει ορισμό των οίνων από οπώρες. Σύμφωνα με εγκύκλιο της Direktoratet for Toldvaesenet (Γενική Διεύθυνση Τελωνείων) του 1978, οι οίνοι από οπώρες είναι προϊόντα που λαμβάνονται από χυμούς οπωρών, κλπ. ή μέλι, κατόπιν ζυμώσεως αλλά χωρίς απόσταξη μετά τη ζύμωση· πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον ένα λίτρο καθαρής αλκοόλης ζυμώσεως, μη αποσταγμένης, ανά 100 λίτρα- η περιεκτικότητα τους σε αλκοόλη μπορεί να αυξηθεί εντός των ανωτάτων ορίων που καθορίζει ο νόμος για λόγους κατατάξεως, με την προσθήκη αποσταγμένης αλκοόλης αποκλειόμενης της αλκοόλης που έχει γευστικά χαρακτηριστικά, όπως το κονιάκ, το ρούμι ή το ουίσκυ.
3.1.5.
Σύμφωνα με τα άρθρα 33 του νόμου 370 και 25 του νόμου 371, την αρμοδιότητα για την επιβολή του φόρου καταναλώσεως στα εν λόγω προϊόντα έχει ειδική επιτροπή που συνεστήθη με το νόμο περί ΦΠΑ.
3.1.6.
Η εταιρία John Walker & Sons Ltd παράγει και διαθέτει στο εμπόριο, υπό την ονομασία « Johnnie Walker », σκοτσέζικο ουίσκυ αλκοολικού τίτλου 40 ο/ο. Το 1982 προσέφυγε κατά του Υπουργείου Φορολογίας της Δανίας ενώπιον του Østre Landsret ζητώντας την άρση της αντίθετης προς το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ διαφοράς φορολογίας μεταξύ του ουίσκυ Johnnie Walker και των ομοειδών ή ανταγωνιστικών δανικών προϊόντων, δηλαδή ορισμένων οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ.
3.1.7.
Με απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1984, το Østre Landsret ανέβαλε να αποφανθεί οριστικώς μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των ακολούθων ερωτημάτων:
1 )
Το άρθρο 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι το σκωτσέζικο ουίσκυ και οι οίνοι από οπώρες του τύπου « οίνοι λικέρ » πρέπει να θεωρηθούν ως « ομοειδή προϊόντα », « εισαγόμενα » και « εγχώρια », αντιστοίχως, οπότε θα ήταν αντίθετη προς την προαναφερθείσα διάταξη η διατήρηση φορολογικού συστήματος που πλήττει το ουίσκυ ως « έτερο απόσταγμα », με φόρους κατανάλωσης που υπολογίζονται εν μέρει βάσει της περιεκτικότητας του εμπορεύματος σε οινόπνευμα και εν μέρει βάσει της τιμής του, ενώ στους οίνους από οπώρες και στους οίνους από νωπά σταφύλια εφαρμόζεται φορολογικό σύστημα που προβλέπει την επιβολή ενός μόνο ειδικού φόρου, δοθέντος ότι τα φορολογικά συστήματα πλήττουν με χαμηλότερο φόρο κατανάλωσης τους οίνους από οπώρες (και τους οίνους από νωπά σταφύλια ) απ' ό, τι το ουίσκυ, ότι οι κανόνες φορολογίας δεν κάνουν καμία διάκριση αναλόγως της καταγωγής των προϊόντων και ότι στο κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται δεν παράγεται ουίσκυ ενώ τα τρία τέταρτα περίπου των προϊόντων που καταναλώνονται και υπόκεινται στο μεγαλύτερο συντελεστή που εφαρμόζεται στα αποστάγματα είναι εγχώριας παραγωγής, πλέον δε του 99 % των οίνων από οπώρες του τύπου « οίνοι λικέρ » είναι επίσης εγχώριας παραγωγής;
2 )
Το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στο ερώτημα 1 πρέπει να γίνει σύγκριση μεταξύ των φόρων κατανάλωσης που πλήττουν το σκωτσέζικο ουίσκυ και τους οίνους από οπώρες του τύπου « οίνοι λικέρ », σε καταφατική δε περίπτωση, αντίκειται η διάταξη αυτή σε φόρους κατανάλωσης, θεωρούμενους σε σχέση με την τιμή των εμπορευμάτων, την ποσότητα και την περιεκτικότητα σε αλκοόλη, όπως είναι ο αναφερόμενος στο παράρτημα;
3)
Το γεγονός ότι οι φορολογικοί κανόνες που εφαρμόζονται στους οίνους από οπώρες στηρίζονται ως προς το ιστορικό της γενέσεως τους στην επιθυμία να δοθούν στους οπωροκαλλιεργητές, οι οποίοι εργάζονται υπό δυσμενείς κλιματολογικές συνθήκες, μεγαλύτερες δυνατότητες εκμετάλλευσης της παραγωγής τους, ασκεί καμία επίδραση ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα 1 και 2;
3.1.8.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η εταιρία John Walker & Sons Ltd, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας και η δανική κυβέρνηση.
3.1.9.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε πάντως την Επιτροπή και τη δανική κυβέρνηση να απαντήσουν γραπτώς σε ορισμένες ερωτήσεις, πράγμα που έπραξαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
3.2. Γραπτές παρατηρηθείς που κατατέθηκαν ενώπιον τον δικαστηρίου
3.2.1.
Η εταιρία John Walker Sons Ltd, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη αναπτύσσει ορισμένες γενικές παρατηρήσεις πριν εισέλθει στην εξέταση των ερωτημάτων.
α)
Η δανική νομοθεσία επιβάλλει στα αποστάγματα υψηλό φόρο καταναλώσεως που περιλαμβάνει τον ειδικό φόρο ανά λίτρο αιθυλικής αλκοόλης και το φόρο ad valorem. O φόρος ad valorem ανέρχεται στο 60 ο/ο της τιμής αγοράς στο χονδρεμπόριο, ενώ ο ειδικός φόρος ανέρχεται στο 12 ο/ο. Οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ που υπάγονται στη δασμολογική κλάση 22.07 και έχουν αλκοολικό τίτλο μέχρι 20o vol. υπόκεινται σε χαμηλότερο ειδικό φόρο. Η ισχύουσα πριν από την είσοδο της Δανίας στην Κοινότητα νομοθεσία προστάτευε ανοικτά την εθνική παραγωγή οίνων από οπώρες. Η διαφορά στη μεταχείριση μεταξύ των εθνικών και των εισαγόμενων οίνων από οπώρες καταργήθηκε με τη νέα νομοθεσία, όχι όμως και η διαφορά μεταξύ των οίνων από οπώρες και από σταφύλια ούτε μεταξύ των εισαγόμενων αποσταγμάτων και των ανταγωνιστικών δανικών προϊόντων. Η ισχύουσα νομοθεσία θεσπίστηκε μετά τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980 με τις οποίες κρίθηκε ανεπίτρεπτη η φορολογική διάκριση μεταξύ των εισαγόμενων και των εθνικών αποσταγμάτων. Το δανικό φορολογικό σύστημα που διατηρήθηκε στην παραδοσιακή του δομή προστατεύει πλέον τους δανικούς οίνους από οπώρες έναντι των εισαγόμενων ομοειδών ή ανταγωνιστικών προϊόντων.
Το φάσμα των οίνων από οπώρες περιλαμβάνει, εκτός των παραδοσιακών λικέρ κερασιών, νέα προϊόντα που καταναλώνονται, όπως το σκοτσέζικο ουίσκυ, ως απεριτίφ.
Ο μικτός φόρος καταναλώσεως για μια φιάλη ουίσκυ Johnnie Walker 40o vol. και χονδρικής τιμής χωρίς ΦΠΑ 117,69 δανικών κορόνων είναι 79,56 δανικές κορόνες ενώ στον οίνο λικέρ 19,5o vol., λιανικής τιμής 27,95 δανικών κορόνων, επιβάλλεται μόνο ειδικός φόρος 7,71 δανικών κορόνων. Από το 1977 έως το 1983 οι εξαγωγές προς τη Δανία ουίσκυ Johnnie Walker κόκκινης ετικέτας μειώνονταν συνεχώς, ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές προς τα άλλα κράτη μέλη. Παράλληλα αυξήθηκε στη Δανία η κατανάλωση οίνων από οπώρες του τύπου οίνος λικέρ στην οποία κατανάλωση τα εθνικά προϊόντα αντιπροσωπεύουν ποσοστό 99 %. Η παραγωγή ουίσκυ είναι ανύπαρκτη στη Δανία· η κατανάλωση οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ είναι 6,6 εκατομμύρια λίτρα ετησίως από τα οποία 3,9 εκατομμύρια λίτρα άλλων οίνων πλην του λικέρ κερασιών επί συνολικής καταναλώσεως 14,5 εκατομμυρίων λίτρων αποσταγμάτων, τα 5,5 εκατομμύρια είναι εισαγόμενα.
Οι διαφορές μεταξύ των εθνικών συστημάτων φόρου καταναλώσεως επηρεάζουν την ελευθερία επιλογής του καταναλωτή και εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Το άρθρο 95 της Συνθήκης δεν συνιστά, ελλείψει εναρμονίσεως, κοινή αγορά των αλκοολούχων ποτών. Επιτρέπει όμως τη λήψη μέτρων κατά των νομοθεσιών που εισάγουν διακρίσεις, όπως η δανική νομοθεσία. Η παραγωγή οίνων λικέρ στη Δανία αναπτύχθηκε μόνο χάρη στο προστατευτικό φορολογικό σύστημα' δεν υπάρχουν εξάλλου σημαντικές εξαγωγές ή εισαγωγές αυτού του προϊόντος.
β )
Το πρώτο ερώτημα αναφέρεται στο αν η διαφοροποιημένη φορολογία συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο. Οι οίνοι λικέρ φορολογούνται ως προϊόντα ζυμώσεως παρά το γεγονός ότι το 95 % της αλκοόλης που περιέχουν είναι αιθυλική αλκοόλη που έχει προστεθεί, η δε γεύση και το χρώμα τους έχουν μεταβληθεί με την προσθήκη αρωματικών ουσιών. Η φορολογία των οίνων από σταφύλια δεν αμφισβητείται εν προκειμένω.
Με τις αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 1976 (Rewę, 45/75, Smi. σ. 181 ) και της 15ης Ιουλίου 1982 (Cogis, 216/81, Συλλογή σ. 2701), το Δικαστήριο έκρινε ως ομοειδή τα προϊόντα με παρεμφερείς ιδιότητες που ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες. Το αποφασιστικό κριτήριο είναι ο βαθμός της δυνατότητας αμοιβαίας αντικαταστάσεως και όχι η πρώτη ύλη, η ( βιομηχανική ή γεωργική) φύση του προϊόντος ή ο τρόπος παρασκευής του (ζύμωση ή απόσταξη ). Το Δικαστήριο έκρινε με την προαναφερθείσα απόφαση Rewę καθώς και με την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980 ( Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 168/78, Smi. σ. 347 ), ότι το ΚΔ παρέχει ενδεχομένως στοιχεία εκτιμήσεως αλλά δεν συνιστά αποφασιστικό κριτήριο ομοιότητας.
Στο πλαίσιο της πραγματοποίησης της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού, το άρθρο 95 αποτελεί το εργαλείο για την κατάργηση των δασμών και φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος· αίρει τις εσωτερικές επιβαρύνσεις που δημιουργούν διακρίσεις και εγγυάται την απόλυτη ουδετερότητα τους από πλευράς ανταγωνισμού. Με την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980 ( Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 170/78, Smi. σ. 417 ), το Δικαστήριο εξέτασε όχι μόνο την παρούσα κατάσταση της αγοράς αλλά και τις δυνατότητες εξελίξεως καθώς και τις νέες δυνατότητες αμοιβαίας αντικατάστασης προϊόντων στο πλαίσιο της ανάπτυξης της ελεύθερης κυκλοφορίας. Η φορολογική πολιτική των κρατών μελών δεν πρέπει να παγιοποιεί τις καταναλωτικές συνήθειες για να εξασφαλίζει πλεονεκτήματα στην εθνική βιομηχανία. Η ανάλυση του στοιχείου της ομοιότητας και της ανταγωνιστικής σχέσης πρέπει επομένως να στρέφεται προς τις καταναλωτικές συνήθειες που υπάρχουν στα διάφορα κράτη μέλη. Ακόμα και αν δεν είναι ακριβώς όμοια προϊόντα, το σκοτσέζικο ουίσκυ και οι επίδικοι οίνοι λικέρ είναι προϊόντα συμπληρωματικά και δεκτικά αμοιβαίας υποκαταστάσεως1 διατίθενται στο εμπόριο στους ίδιους τόπους, καταναλίσκονται υπό τις αυτές συνθήκες και κατά παρόμοιο τρόπο και εμφανίζουν παρεμφερή χαρακτηριστικά. Λόγω των διαφόρων τρόπων κατά τους οποίους καταναλίσκεται, όπως έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο, το ουίσκυ είναι ανταγωνιστικό άλλων ποτών με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε οινόπνευμα και πιο περιορισμένη χρήση. Κατά την εκτίμηση της σχέσης ομοιότητας ή ανταγωνισμού, το Δικαστήριο δεν αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στον αλκοολικό τίτλο. Η ανώτατη περιεκτικότητα σε οινόπνευμα, βάσει της οποίας προσδιορίζεται το σύστημα φορολογίας, δεν αποτελεί πλέον χαρακτηριστικό του προϊόντος αλλά κατέληξε να θεωρείται κριτήριο παρασκευής. Η δανική νομοθεσία προβλέπει διαφοροποιημένη φορολογία για την αποσταγμένη αλκοόλη όταν περιέχεται στο ουίσκυ υπόκειται σε υψηλό και όταν περιέχεται σε οίνους λικέρ, σε χαμηλό φόρο.
Η σχέση ομοιότητας ή ανταγωνισμού που υπάρχει μεταξύ των αποσταγμάτων ή μεταξύ των οίνων λικέρ και άλλων ποτών δεν αποκλείει τη σχέση ομοιότητας μεταξύ αποσταγμάτων και οίνων λικέρ. Η φορολογική πολιτική δεν πρέπει να επηρεάζει τη ζήτηση προϊόντων χαρακτηρίζοντας ως προϊόν πολυτελείας ένα προϊόν που είναι τρέχουσας κατανάλωσης στο κράτος καταγωγής.
Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν σημαντικές εισαγωγές, η έλλειψη ρητής διάκρισης μεταξύ των εισαγόμενων και των εθνικών οίνων λικέρ δεν ασκεί επιρροή. Άνευ σημασίας είναι εξάλλου και το γεγονός ότι το 75 ο/ο των καταναλισκομένων στη Δανία ποτών που φορολογούνται ως αποστάγματα είναι εθνικής καταγωγής' το ποσοστό αυτό είναι απλώς η συνέπεια της φορολογικής προστασίας του aquavit που υπόκειται σε χαμηλό φόρο ad valorem λόγω της αρκετά χαμηλής του τιμής. Το επιχείρημα ότι οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ ομοιάζουν περισσότερο στους οίνους από σταφύλια παρά στα αποστάγματα δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι οι οίνοι από οπώρες πλην του λικέρ κερασιών προσφέρονται ως υποκατάστατα του σκοτσέζικου ουίσκυ. Για την προστασία της δημόσιας υγείας ενδιαφέρει μόνο η λαμβανόμενη ποσότητα αλκοόλης και όχι η μορφή της κατανάλωσης.
Επομένως η απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα είναι ότι οι οίνοι λικέρ και το ουίσκυ είναι ομοειδή προϊόντα και ότι η διαφορά ως προς τη φορολογία αντιβαίνει στο άρθρο 95, πρώτη παράγραφος.
γ)
Το δεύτερο ερώτημα αναφέρεται ειδικότερα στην ανταγωνιστική σχέση μεταξύ των εν λόγω ποτών κατά την έννοια του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος. Με την απόφαση της 4ης Απριλίου 1968 (Fink-Frucht, 27/67, Smi. σ. 327), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 95 συμπληρώνει την παράγραφο 1 απαγορεύοντας τους εσωτερικούς φόρους που διακρίνουν εις βάρος του εισαγόμενου προϊόντος σε σχέση με το ανταγωνιστικό εθνικό προϊόν ή προστατεύουν ορισμένες δραστηριότητες έστω και διαφορετικές εκείνων που αφορούν την παρασκευή του εισαγόμενου προϊόντος. Για την ανάλυση της ανταγωνιστικής σχέσης, όπως και της σχέσης ομοιότητας, πρέπει να εξετάζονται οι δυνατότητες αναπτύξεως της αγοράς και οι δυνατότητες υποκατάστασης μεταξύ των προϊόντων. Με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1983 ( Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 170/78, Smi. σ. 2265 ), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι μπορεί να υπάρχει δυνατότητα αμοιβαίας υποκατάστασης προϊόντων εκ πρώτης όψεως πολύ διαφορετικών, όπως ο οίνος ή ο ζύθος, δεδομένου ότι μπορούν να ικανοποιήσουν τις ίδιες ανάγκες παρόμοιων ομάδων καταναλωτών και όχι οπωσδήποτε μόνο σε ένα συγκεκριμένο κράτος ή περιοχή. Το ουίσκυ αντιπροσωπεύει για το μέσο άγγλο ή σκότο καταναλωτή ό, τι και ο οίνος από οπώρες για το μέσο δανό καταναλωτή. Ο τελευταίος εξάλλου καταναλίσκει τον οίνο λικέρ κατά τον ίδιο τρόπο όπως και το ουίσκυ. Από πλευράς ύψους του φόρου σε σχέση με την ποσότητα, την περιεκτικότητα σε οινόπνευμα και την τιμή, στοιχεία που έχει δεχτεί ως κριτήρια συγκρίσεως το Δικαστήριο, το ουίσκυ υπόκειται σε σημαντικά υψηλότερο φόρο σε σύγκριση με τα ανταγωνιστικά δανικά προϊόντα. Ανεξάρτητα από τη σημασία που αναγνώρισε το Δικαστήριο στη σύγκριση των φόρων καταναλώσεως, η κατάσταση εν προκειμένω είναι τέτοια που ακόμη και αυτή η σύγκριση μαρτυρεί παράβαση του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος.
δ)
Με την απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978 ( Hansen και Balle, 148/77, Sml. σ. 1787 ), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι στο παρόν στάδιο εξέλιξης του κοινοτικού δικαίου τα κράτη μέλη μπορούν να ευνοούν από φορολογικής πλευράς ορισμένες κατηγορίες προϊόντων για βάσιμους οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους υπό τον όρο ότι δεν θα διακρίνουν εις βάρος των εισαγωγών ούτε θα προστατεύουν την εθνική παραγωγή. Εν προκειμένω, η αιθυλική αλκοόλη τόσο η εισαγόμενη όσο και η εθνικής παραγωγής υπόκειται σε ενιαίο φόρο· η διαφορά αρχίζει να υπάρχει όταν η αλκοόλη προστεθεί πλέον στους οίνους από οπώρες. Η σημαντική παραγωγή οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ στη Δανία εξηγείται μόνο αν ληφθεί υπόψη το προστατευτικό φορολογικό σύστημα.
Η κατάσταση των οπωροπαραγωγών δεν είναι χειρότερη στη Δανία από ό, τι σε άλλα κράτη μέλη της Βόρειας Ευρώπης. Οι αρχές της κοινής αγοράς παραβιάζονται αν τα κράτη μέλη επιβάλλουν ειδικούς φόρους στα προϊόντα που προέρχονται από άλλες κλιματικές ζώνες. Η παραγωγή φρούτων αποτελεί δευτερεύουσα δραστηριότητα των γεωργών. Οι δανοί παραγωγοί φρούτων προσήρμοζαν πάντα την παραγωγή τους προς τις τοπικές συνθήκες. Το Υπουργείο ουδέποτε προέβαλε αυτό το επιχείρημα ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου. Οι ενισχύσεις, ακόμη και αν θεωρηθούν αναγκαίες, πρέπει να πληρούν τα κριτήρια και να τηρούν τις διαδικασίες των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης. Οι φορολογικές διακρίσεις αναλόγως των κλιματολογικών συνθηκών στα άλλα κράτη μέλη προκαλούν διαίρεση της αγοράς ασυμβίβαστη με τις θεμελιώδεις αρχές των άρθρων 2 και 3 της Συνθήκης.
Στο τρίτο ερώτημα αρμόζει αρνητική απάντηση.
3.2.2.
Η δανική κυβέρνηση και, συγκεκριμένα, το Υπουργείο Φορολογίας εξετάζει τα ερωτήματα στο νομικό και οικονομικό τους πλαίσιο.
α )
Η Επιτροπή έχει ασκήσει κατά της Δανίας προσφυγή λόγω παραβάσεως για τη φορολογική διάκριση εις βάρος του οίνου από σταφύλια σε σχέση με τον οίνο από οπώρες· δεν θέτει όμως υπό αμφισβήτηση τη φορολογία των αποσταγμάτων και των οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ. Το συμβιβαστό προς τη Συνθήκη ΕΟΚ του μικτού συστήματος φορολογίας που θεσπίστηκε μετά την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση 171/80 ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Απαντώντας σε κοινοβουλευτική ερώτηση η Επιτροπή αναγνώρισε το νόμιμο αυτού του συστήματος και δέχτηκε ότι η δανική νομοθεσία δεν έχει προστατευτικό αποτέλεσμα. Η ελαφρή διαφορά μεταχείρισης μεταξύ των οίνων από οπώρες και των οίνων από σταφύλια εξηγείται από την επιθυμία ενισχύσεως των οπωροπαραγωγών και ευνοεί τόσο τους εθνικούς όσο και τους εισαγόμενους οίνους από οπώρες. Ομοίως, η φορολογία των αποσταγμάτων δεν διαφοροποιείται αναλόγως της χώρας καταγωγής.
Η δανική παραγωγή αποσταγμάτων περιλαμβάνει το schnaps, το bitter και ορισμένα λικέρ και άλλα οινοπνευματώδη' ο αλλοδαπός ανταγωνισμός εξαφάνισε την παραγωγή ουίσκυ. Ένα σημαντικό μέρος των καταναλισκομένων αποσταγμάτων είναι εισαγόμενα, το δε ουίσκυ αντιπροσωπεύει το ήμισυ περίπου των εισαγωγών. Η μείωση των πωλήσεων της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη δεν οφείλεται σε φορολογική διάκριση αλλά στον ανταγωνισμό με το φθηνότερο ουίσκυ. Όσον αφορά τους οίνους λικέρ μεγαλύτερου βαθμού οινοπνεύματος, οι εισαγωγές οίνων από σταφύλια αντιπροσωπεύουν σχεδόν το διπλάσιο της κατανάλωσης οίνων από οπώρες. Τα εθνικά προϊόντα αντιπροσωπεύουν το κύριο μέρος της κατανάλωσης οίνων από οπώρες, πράγμα που εξηγείται από την καλή τους ποιότητα. Το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων που φορολογούνται ως αποστάγματα είναι εθνικής καταγωγής, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των ελαφρύτερα φορολογούμενων προϊόντων είναι αλλοδαπής καταγωγής, πράγμα που αποδεικνύει ότι η δανική νομοθεσία δεν εισάγει διακρίσεις ούτε είναι προστατευτική.
Η κατάταξη των ποτών στις διάφορες φορολογικές κατηγορίες δεν είναι συνάρτηση της περιεκτικότητας σε οινόπνευμα αλλά της δασμολογικής κλάσης στην οποία υπάγονται. Η κατάταξη στο ΚΔ, που χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς στο πλαίσιο της τελωνειακής συνεργασίας σε παγκόσμια κλίμακα, στηρίζεται στη μέθοδο παρασκευής, στις πρώτες ύλες και στη χαρακτηριστική γεύση των ποτών. Οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ είναι προϊόντα ζύμωσης. Ο αλκοολικός τους τίτλος αυξάνεται όπως ακριβώς και εκείνος ορισμένων οίνων από σταφύλια, με την προσθήκη καθαρής αιθυλικής αλκοόλης' άνω του ορίου των 20o φορολογούνται ως αποστάγματα. Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη ισχυρίστηκε ενώπιον ειδικής επιτροπής ότι ορισμένοι από τους οίνους αυτούς απέκτησαν, λόγω των διαφόρων προσθέτων ουσιών, τα χαρακτηριστικά αποστάγματος. Η φορολογική επιβάρυνση του ουίσκυ Johnnie Walker, ερυθρή ετικέτα, ισούται με το 50 ο/ο της λιανικής τιμής- για τα τυπικά δανικά προϊόντα, η φορολογία είναι μεγαλύτερη' η φορολογική επιβάρυνση του οίνου λικέρ ανά λίτρο εμπορεύματος και ανά λίτρο καθαρής αλκοόλης είναι χαμηλότερη της επιβαλλόμενης στο ουίσκυ Johnnie Walker αλλά υψηλότερη αυτής που επιβάλλεται στα φθηνότερα ουίσκυ. Ο φόρος κατανάλωσης ανά λίτρο προϊόντος και ανά λίτρο καθαρής αλκοόλης είναι ελαφρά χαμηλότερος για τους οίνους από φρούτα παρά για τους οίνους από σταφύλια. Εντούτοις, σε ποσοστό επί της τιμής, είναι σχεδόν ο ίδιος. Με τις περί εναρμονίσεως προτάσεις της η Επιτροπή κάνει λόγο για διαφορά από 20 έως 65 % όσον αφορά τη σχέση φορολογίας ανά λίτρο καθαρής αλκοόλης, μεταξύ του αποστάγματος και των οίνων λικέρ. Ετσι, ο πενταπλάσιος για τα αποστάγματα σε σχέση με τους οίνους λικέρ φόρος κατανάλωσης που υπολογίζεται βάσει της περιεκτικότητας σε αιθυλική αλκοόλη είναι θεμιτός. Οι προτάσεις της Επιτροπής επιτρέπουν στη Δανία να διατηρήσει επί ορισμένη περίοδο το μικτό σύστημα φορολογίας. Η υψηλότερη φορολογία των οινοπνευμάτων εξ αποστάξεως είναι δικαιολογημένη και η μόνη που εξασφαλίζει τα σημερινά δημοσιονομικά έσοδα.
β )
Οι δύο παράγραφοι του άρθρου 95 αλληλοσυμπληρώνονται μεν, έχουν όμως, καθεμιά, το δικό τους πεδίο εφαρμογής.
Το πρώτο ερώτημα αφορά τη σχέση ομοιότητας κατά την έννοια της πρώτης παραγράφου. Οι πρώτες ύλες, οι μέθοδοι παρασκευής (απόσταξη για το ουίσκυ, φυσική ζύμωση για τους οίνους από οπώρες) και τα χαρακτηριστικά διαφέρουν. Για το λόγο αυτό τα προϊόντα υπάγονται σε διαφορετικές κλάσεις του ΚΔ. Η προσθήκη ουδέτερης αλκοόλης για την αύξηση του αλκοολικού τίτλου δεν μεταβάλλει τον οίνο από οπώρες σε απόσταγμα. Η διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος, ώστε να θεωρηθούν ομοειδή τα εν λόγω προϊόντα θα οδηγούσε σε εξίσου ευρεία ερμηνεία της έννοιας των εγχώριων και των εισαγόμενων προϊόντων. Το ad valorem μέρος του φόρου καταναλώσεως αποσταγμάτων δικαιολογείται, δεδομένου ότι αυτός ο τρόπος υπολογισμού προβλέπεται στο κοινό σύστημα του ΦΠΑ.
γ )
Σχετικά με το δεύτερο ερώτημα που αναφέρεται στο άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος, πρέπει να σημειωθεί ότι τα κράτη έχουν την ευχέρεια να φορολογούν βαρύτερα τα αποστάγματα από τους οίνους λικέρ και ότι η δανική νομοθεσία δεν έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα να προστατεύσει ορισμένη κατηγορία ποτών.
Λαμβανομένων υπόψη των διαφορών ως προς την ποιότητα και την κατανάλωση, το σκοτσέζικο ουίσκυ και οι οίνοι λικέρ δεν είναι ανταγωνιστικά προϊόντα. Το ουίσκυ παραμένει απόσταγμα ακόμα και αν καταναλίσκεται αναμεμιγμένο με νερό ή άλλο ποτό. Η μείωση των πωλήσεων της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη οφείλεται στον ανταγωνισμό με ουίσκυ άλλων τύπων των οποίων αυξήθηκε η συνολική κατανάλωση. Οι διαφορές των συντελεστών παραμένουν εντός των ορίων που πρότεινε η Επιτροπή και δικαιολογούνται από τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των προϊόντων. Μια απόφαση του Δικαστηρίου που θα επέβαλλε στη Δανία την ίδια φορολογική μεταχείριση για το ουίσκυ και για τους οίνους λικέρ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος, θα δέσμευε το Συμβούλιο, δεδομένου ότι η εναρμόνιση βάσει του άρθρου 99 δεν μπορεί να αντιβαίνει στο άρθρο 95.
δ )
Η διαφοροποιημένη φορολογία υπαγορεύτηκε από την επιθυμία να ληφθούν υπόψη οι δυσχερείς συνθήκες εργασίας των δανών οπωροπαραγωγών στην οποία αναφέρεται το τρίτο ερώτημα. Το Δικαστήριο έχει κρίνει θεμιτό το αντικειμενικό σύστημα φορολογικής εύνοιας.
3.2.3.
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, το πρώτο πρόβλημα είναι το ζήτημα της σχέσης ομοιότητας ή ανταγωνισμού μεταξύ των συγκεκριμένων προϊόντων η καταφατική απάντηση εγείρει το ζήτημα αν συμβιβάζεται το δανικό φορολογικό σύστημα με την απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
α)
Σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση Rewę, τα προϊόντα είναι ομοειδή αν έχουν παρεμφερείς ιδιότητες και καλύπτουν τις ίδιες ανάγκες. Το ουίσκυ, όπως και τα άλλα οινοπνευματώδη, είναι προϊόν αποστάξεως που χαρακτηρίζεται, πέραν των οργανοληπτικών ιδιοτήτων του, από την υψηλή περιε- κτικότητά του σε οινόπνευμα. Ο οίνος λικέρ είναι προϊόν ζύμωσης με ειδικά χαρακτηριστικά γεύσεως και αρώματος και χαμηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλη. Τα προϊόντα αυτά διαφέρουν ως προς την παρασκευή, τη σύνθεση και τις ανάγκες και προτιμήσεις στις οποίες ανταποκρίνονται. Εξάλλου η πολύ περιορισμένη προσθήκη αιθυλικής αλκοόλης στους οίνους λικέρ δεν τους αφαιρεί τη βασική ιδιότητα του οίνου και δεν τους καθιστά ομοειδή των αποσταγμάτων ποτά. Ο υψηλός αλκοολικός τίτλος δημιουργεί μεταξύ όλων των αποσταγμάτων ανταγωνιστική σχέση μερική ή δυνητική. Το Δικαστήριο έχει δεχτεί, με την προαναφερθείσα απόφαση 171/78, ότι ορισμένα αποστάγματα μπορεί να μην είναι ομοειδή λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους. Τα ποτά με χαμηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα που εμφανίζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γεύσεως δεν είναι όλα ομοειδή' πολύ περισσότερο, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ομοιότητας μεταξύ αυτών των ποτών και των αποσταγμάτων.
β )
Το γεγονός και μόνο ότι το ουίσκυ και οι οίνοι λικέρ αποτελούν αλκοολούχα ποτά δεν γεννά ρταξύ τους σχέση ανταγωνισμού μερική ή δυνητική. Οι οίνοι λικέρ δεν αποτελούν εναλλακτική λύση για τον καταναλωτή ουίσκυ λόγω του ότι δεν έχουν αρκετή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα- τα αποστάγματα δεν αποτελούν εναλλακτική λύση για τον καταναλωτή οίνων λικέρ διότι δεν έχουν τις ιδιαίτερες οργανοληπτικές ιδιότητες.
Η επιλογή ενός συστήματος φορολογίας διαφοροποιημένου ή ενιαίου δεν εμπίπτει στο άρθρο 95 αλλά στην κυριαρχία των κρατών στο δημοσιονομικό τομέα. Ελλείψει ενιαίου κοινοτικού συστήματος τα κράτη παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν τις διαφορές ως προς τη φορολογία μεταξύ προϊόντων που δεν είναι ούτε ομοειδή ούτε ανταγωνιστικά.
γ)
Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι υπάρχει κάποια σχέση ομοιότητας ή ανταγωνιστική, το σύστημα φορολογίας που διαφοροποιείται αναλόγως των διαφόρων τύπων προϊόντων και που επιδιώκει θεμιτό στόχο οικονομικής πολιτικής συμβιβάζεται προς το άρθρο 95, στο παρόν στάδιο εναρμονίσεως. Το σύστημα φορολογίας δεν πρέπει να αναλύεται αφηρημένα αναλόγως των κατηγοριών ομοειδών ή παρεμφερών προϊόντων αλλά κατά τρόπο συγκεκριμένο ανάλογα με το συγκεκριμένο προϊόν και την κατάταξη του. Παράβαση του άρθρου 95 συντρέχει μόνο όταν οι φορολογικές διατάξεις δεν. εφαρμόζονται κατά τον ίδιο τρόπο στα εθνικά και στα εισαγόμενα προϊόντα που ανταποκρίνονται στα ίδια κριτήρια κατατάξεως ή όταν τα κριτήρια κατατάξεως δεν είναι αντικειμενικά και ουδέτερα.
Επομένως τα αποστάγματα, περιλαμβανομένου και του σκοτσέζικου ουίσκυ, και οι οίνοι λικέρ ( από σταφύλια ή από οπώρες ) δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ομοειδή ή ανταγωνιστικά προϊόντα. Εν πάση περιπτώσει το σύστημα φορολογίας που διαφοροποιείται αναλόγως των αντικειμενικών χαρακτηριστικών των ποτών δεν αντιβαίνει στο άρθρο 95 αν εφαρμόζεται και στα εισαγόμενα προϊόντα που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις της εθνικής νομοθεσίας.
3.2.4.
Η Επιτροπή εκθέτει εν συντομία τη δανική νομοθεσία και τις απόψεις των διαδίκων, στη συνέχεια δε εξετάζει τα ερωτήματα στο πλαίσιο των προσπαθειών εναρμονίσεως.
α )
Οι πρώτες προτάσεις του εν λόγω οργάνου περί εναρμονίσεως των φόρων καταναλώσεως ζύθου, οίνου και αλκοόλης ανατρέχουν στο 1972. Μετά την αναστολή των εργασιών του Συμβουλίου το 1974 υπέβαλε, χωρίς επιτυχία, νέες προτάσεις το 1977 και το 1979. Ο φόρος καταναλώσεως αλκοολούχων ποτών δικαιολογείται από κοινωνικούς λόγους και αντιπροσωπεύει σημαντικά δημοσιονομικά έσοδα. Μόνο η εναρμόνιση μπορεί να εξασφαλίσει την ουδετερότητα, από πλευράς ανταγωνισμού, έναντι όλων των αλκοολούχων ποτών.
β )
Το άρθρο 95 απαγορεύει τα εμπόδια στο εμπόριο που προκαλούν οι φορολογικές διακρίσεις εις βάρος των όμοιων, ομοειδών ή ανταγωνιστικών εισαγόμενων προϊόντων. Αυτή η θεμελιώδης αρχή της τελωνειακής ένωσης, επιστέγασμα της κατάργησης των δασμών ή φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος, δεν επιδέχεται καμιά εξαίρεση, υπό αίρεση εφαρμογή ή ερμηνεία ασυμβίβαστη προς τους κανόνες της Συνθήκης.
Με την προαναφερθείσα απόφαση Hansen και Balle το Δικαστήριο δέχτηκε ότι στο άρθρο 95, πρώτη παράγραφος, αρμόζει η ευρεία ερμηνεία που περιλαμβάνει όλες τις φορολογικές ρυθμίσεις οι οποίες θίγουν την ισότητα μεταχείρισης μεταξύ εθνικών και εισαγόμενων προϊόντων. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση Rewę, ομοειδή είναι τα προϊόντα που ικανοποιούν τις ίδιες ή παρεμφερείς ανάγκες.
Το άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος, απαγορεύει τον έμμεσο δημοσιονομικό προστατευτισμό υπέρ των εθνικών και εις βάρος των εισαγόμενων προϊόντων, που είναι ανταγωνιστικά έστω και μόνο εν μέρει, έμμεσα ή δυνητικά. Με την απόφαση Fink-Frucht το Δικαστήριο έκρινε ότι υπάρχει ανταγωνιστική σχέση λόγω της υπάρξεως μιας ή περισσότερων οικονομικών χρήσεων. Ενώ η πρώτη παράγραφος του άρθρου 95 στηρίζεται στη σύγκριση των φορολογικών επιβαρύνσεων, η δεύτερη παράγραφος αναφέρεται σε γενικότερο κριτήριο, δηλαδή στον προστατευτικό χαρακτήρα του φορολογικού συστήματος.
γ)
Με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980 το Δικαστήριο καταδίκασε τον προστατευτικό χαρακτήρα του φορολογικού συστήματος που επιβάλλει σε σημαντικό τμήμα της εθνικής παραγωγής χαμηλότερη φορολογία από το σύνολο σχεδόν των εισαγόμενων προϊόντων. Το 99 % από τους επίδικους οίνους λικέρ που καταναλώνονται στη Δανία είναι εθνικής καταγωγής- αν υποτεθεί ότι τα προϊόντα αυτά είναι ανταγωνιστικά του εισαγόμενου ουίσκυ τότε το δανικό σύστημα μπορεί να έχει προστατευτικό χαρακτήρα. Η Επιτροπή έχει ασκήσει κατά της Δανίας προσφυγή λόγω παραβάσεως για τη φορολογική διάκριση που γίνεται στον τομέα των οίνων λικέρ, μεταξύ των οίνων από οπώρες και των οίνων από σταφύλια, που είναι προϊόντα προφανώς ομοειδή ή τουλάχιστον ανταγωνιστικά. Εντούτοις η εκτίμηση του δανικού φορολογικού συστήματος δεν πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση της επίδρασης που έχει στην κατανάλωση ουίσκυ και των επίδικων οίνων λικέρ. Τα αποστάγματα με την υψηλότερη φορολογία είναι εθνικής καταγωγής κατά το 75 ο/ο. Στην υπόθεση 171/78 το Δικαστήριο έκρινε ότι το δανικό aquavit και το σκοτσέζικο ουίσκυ είναι ομοειδή προϊόντα. Η Δανία έχει σημαντική παραγωγή οινοπνευματωδών που φορολογούνται το ίδιο βαριά όπως και τα αλλοδαπά αποστάγματα και δεν μπορεί να γίνει λόγος για φορολογική διάκριση εις βάρος των εισαγόμενων προϊόντων.
Με τις αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1981 (Chemial Farmaceutici, 140/79, Jurispr. σ. Γ Vinal, 46/80, Jurispr. σ. 77), το Δικαστήριο έκρινε ότι αφού δεν υπάρχει εναρμόνιση, τα κράτη μπορούν να θεσπίζουν συστήματα διαφοροποιημένης φορολογίας βάσει αντικειμενικών κριτηρίων όπως η πρώτη ύλη ή η μέθοδος παρασκευής, εφόσον οι οικονομικής πολιτικής σκοποί που επιδιώκονται συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο και εφόσον αποφεύγεται κάθε μορφή διακρίσεως.
Η απάντηση που αρμόζει στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ότι το ουίσκυ και οι οίνοι από οπώρες του τύπου οίνος λικέρ δεν είναι ομοειδή προϊόντα- το σύστημα φορολογίας που διαφοροποιείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και δεν εισάγει διακρίσεις δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, στο τωρινό του στάδιο- το σύστημα που στηρίζεται, για μεν το ουίσκυ και τα εγχώρια αποστάγματα στον αλκοολικό τίτλο και στην τιμή, για δε τους εθνικούς και εισαγόμενους οίνους λικέρ στον όγκο και μόνο, συμβιβάζεται προς το άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος, εφόσον σημαντικό μέρος της εθνικής παργωγής απαντάται σε καθεμιά από τις φορολογικές κατηγορίες- το άρθρο 95 που αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν επιδέχεται εφαρμογή υπό αίρεση.
3.3. Απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
Η Επιτροπή κλήθηκε να εκθέσει τις περί εναρμονίσεως προτάσεις της και να αναφέρει ποια ποτά θεωρεί ομοειδή. Παρατήρησε δε ότι οι πρωτοβουλίες της δεν απέδωσαν. Με την υποβληθείσα στο Συμβούλιο στις 24 Απριλίου 1985 πρόταση οδηγίας για τον καθορισμό ορισμένων κανόνων όσον αφορά τους έμμεσους φόρους που πλήττουν την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών (85/C 114/08· ΕΕ 1985, C 114, σ. 6) θεσπίζονται ορισμένοι ελάχιστοι κανόνες για τους οίνους και συγκεκριμένα ειδικός συντελεστής καθοριζόμενος κατ' όγκο για τους μη αφρώδεις οίνους. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Ιουλίου 1983, η σχέση μεταξύ φόρου καταναλώσεως οίνου και ζύθου δεν μπορεί να υπερβαίνει, για συγκεκριμένη ποσότητα, τη σχέση μεταξύ της περιεκτικότητας σε οινόπνευμα ενός επιτραπέζιου οίνου και ενός ζύθου συγκεκριμένου τύπου. Για να μην παρακάμπτεται με διαφορετικούς συντελεστές ΦΠΑ η φορολογική ουδετερότητα και η ισότητα των όρων του ανταγωνισμού στις οποίες αποβλέπει η εναρμόνιση των φόρων καταναλώσεως, κάθε κράτος μέλος οφείλει επιπλέον να εφαρμόζει τον ίδιο συντελεστή ΦΠΑ για τις ακόλουθες κατηγορίες: τους οίνους και ζύθους, ενισχυμένους οίνους και οίνους από οπώρες και ομοειδή προϊόντα, αλκοόλες. Την εναρμόνιση θα προωθήσει μακροπρόθεσμα ένα σύστημα status quo.
Η πρόταση οδηγίας για την εναρμόνιση των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στον ενισχυμένο οίνο και τα ομοειδή προϊόντα, που υποβλήθηκε την ίδια ημέρα (85/C 114/09 ΕΕ 1985, C 114, σ. 7) αποβλέπει, σε πρώτο στάδιο, στη δημιουργία συνθηκών ουδέτερου ανταγωνισμού και, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην εναρμόνιση των συντελεστών του φόρου καταναλώσεως. Αφορά δε, αφενός, τα ενδιάμεσα προϊόντα με αλκοολικό τίτλο από 15o έως 20o vol. που συγκαταλέγονται στα προϊόντα ζυμώσεως, όπως ο οίνος, και, αφετέρου, τα ποτά αποστάξεως, όπως τα οινοπνευματώδη· πρόκειται για ποτά φυσικής ζυμώσεως στα οποία έχει προστεθεί αλκοόλη ή άλλα συστατικά, που δεν χάνουν όμως τη χαρακτηριστική τους γεύση. Η αρχική πρόταση αφορούσε αποκλειστικά τα προϊόντα με βάση τους οίνους από σταφύλια, ενώ τα προϊόντα με βάση τους οίνους από οπώρες και με αλκοολικό τίτλο πλέον του 15 ο/ο vol. θεωρούνταν ως οινοπνευματώδη. Η νέα πρόταση καλύπτει και τα προϊόντα της κλάσεως 22.07 του ΚΔ τα οποία είναι ομοειδή. Για την προσθήκη αλκοόλης που τείνει να εξομοιώσει τα ποτά ζυμώσεως προς τα οινοπνευματώδη θεσπίστηκε ανώτατο όριο 22o vol. Για τα προϊόντα με χαμηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα, η διάκριση μεταξύ μη αφρωδών οίνων και οίνων λικέρ της κλάσης 22.05 βρίσκει έρεισμα στους ορισμούς που δίνουν οι κοινοτικοί κανονισμοί. Τα προϊόντα της κλάσης 22.06 (βερμούτ και άλλα) καλύπτονται από την οδηγία εφόσον ανταποκρίνονται στον ορισμό των βερμούτ που περιέχεται στην υποβληθείσα το 1982 πρόταση κανονισμού (ΕΕ 1982, C 189, σ. 7). Τα προϊόντα της κλάσης 22.07 (άλλα ποτά προερχόμενα εκ ζυμώσεως) με ολικό κατ' όγκο αλκοολικό τίτλο κατώτερο του 15 % ή αποκτημένο αλκοολικό τίτλο ίσο ή κατώτερο του 12o δεν καλύπτονται. Στα συγκεκριμένα προϊόντα επιβάλλεται ειδικός φόρος που καθορίζεται αναλόγως του όγκου με συντελεστή χαμηλότερο εκείνου που επιβάλλεται στο οινόπνευμα' ο συντελεστής αυτός μπορεί να καθορίζεται αναλόγως του όγκου, του κτηθέντος κατ' όγκο αλκοολικού τίτλου του ενδιάμεσου προϊόντος ή βάσει συνδυασμού και των δύο αυτών κριτηρίων. Εν πάση περιπτώσει η συνολική φορολογική επιβάρυνση πρέπει να είναι η ίδια για όλα τα ενδιάμεσα προϊόντα που έχουν τον ίδιο κτηθέντα αλκοολικό τίτλο. Η διαφορά των φόρων κατανάλωσης των εν λόγω ενδιάμεσων προϊόντων κυμαίνεται ήδη μεταξύ 7 ο/ο και πλέον του 100 ο/ο, θα μειωθεί δε σε 20 έως 65 ο/ο.
Κατά την Επιτροπή ο ζύθος, οι μη αφρώδεις οίνοι και οι μη αφρώδεις οίνοι από οπώρες, οι αφρώδεις οίνοι και οι αφρώδεις οίνοι από οπώρες, ο ενισχυμένος οίνος και οι ενισχυμένοι οίνοι από οπώρες και η αλκοόλη αποτελούν κατηγορίες ποτών αρκετά ομογενείς ώστε να μπορούν να θεωρηθούν ομοειδή τα προϊόντα που περιλαμβάνουν. Η αυτή δασμολογική κατάταξη αποτελεί απλώς τεκμήριο ομοιότητας.
Κληθείσα να δώσει εξηγήσεις σχετικά με τη μεγάλη αναλογία αλκοόλης αποστάξεως που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή οίνων λικέρ, η δανική κυβέρνηση παρατηρεί ότι τα οινοπνευματώδη δεν φορολογούνται αυτομάτως ως οίνοι από οπώρες αν το τελικό προϊόν έχει αλκοολικό τίτλο 20o κατά ανώτατο όριο από τους οποίους Γ vol. αλκοόλης ζυμώσεως. Τα εν λόγω ποτά είναι ενδιάμεσα προϊόντα της κλάσης 22.07 του ΚΔ που παρασκευάζονται διά ζυμώσεως και έχουν αλκοολικό τίτλο 20o vol. κατά ανώτατο όριο. Τα προϊόντα που δεν παρασκευάζονται διά ζυμώσεως του χυμού ή του μέλιτος φορολογούνται ως αποστάγματα. Η αύξηση του αλκοολικού τίτλου με την προσθήκη αλκοόλης δεν μεταβάλλει την κατάταξη. Οι περισσότεροι οίνοι λικέρ με βάση τον οίνο από σταφύλια εμπλουτίζονται επίσης. Για να αποφεύγεται η χαμηλότερη φορολογία των αποσταγμάτων, αποκλείονται τα ποτά στα οποία έχουν προστεθεί προϊόντα που υπόκεινται στο φόρο κατανάλωσης αποσταγμάτων πλην της αιθυλικής αλκοόλης, καθώς και εκείνα που εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά του αποστάγματος λόγω του ότι περιέχουν πικρές ή αρωματικές ουσίες, ζάχαρη κλπ. Η προϋπόθεση ελάχιστου ποσοστού αλκοόλης ζυμώσεως Γ vol. που τίθεται στην υπουργική εγκύκλιο αποτελεί ελάχιστη προϋπόθεση και δεν αντικαθιστά τις προϋποθέσεις εκ του νόμου. Η πρόταση οδηγίας 85/C 114/09 δέχεται ευνοϊκότερη μεταχείριση για τα ενδιάμεσα προϊόντα που υπάγονται στην κλάση 22.07 και έχουν αλκοολικό τίτλο άνω των 15o vol. εφόσον η προστεθείσα αλκοόλη αποστάξεως αντιπροσωπεύει κατ' ανώτατο όριο το 50 ο/ο του κτηθέντος κατ' όγκο αλκοολικού τίτλου του τελικού προϊόντος ή εφόσον τουλάχιστον το 7 % vol. του κτηθέντος αλκοολικού τίτλου του τελικού προϊόντος ελήφθη κατόπιν φυσικής ζυμώσεως. Οσον αφορά τον κατ' όγκο αλκοολικό τίτλο του τελικού προϊόντος προβλέπεται ως ανώτατο όριο το 22 ο/ο αντί του 20 /ο που ισχύει ήδη στη Δανία. Για λόγους ποιότητας προτιμάται η προσθήκη αποσταγμένης αλκοόλης από τη φυσική ζύμωση του χυμού των φρούτων. Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη επιδιώκει να αποτρέψει τη συζήτηση από την ευρεία ποικιλία των παραδοσιακών δανικών οίνων από οπώρες στους οποίους αναφέρονται τα προδικαστικά ερωτήματα και να τη στρέψει σε ορισμένα προϊόντα λιγότερο συνηθισμένα.
Η δανική κυβερνηοη που κλήθηκε να δώσει μια συνολική εικόνα της κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών στη Δανία επισημαίνοντας τα εθνικά και τα εισαγόμενα προϊόντα προσκόμισε στο Δικαστήριο συνοπτικό πίνακα όπου εμφαίνεται η κατανάλωση στη Δανία κατά τα έτη 1971 έως 1984, οίνων από σταφύλια του επιτραπέζιου τύπου, οίνων από οπώρες του επιτραπέζιου τύπου, οίνων από σταφύλια του τύπου λικέρ, οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ και αποσταγμάτων. Από το 1975 έως το 1984η συνολική κατανάλωση ουίσκυ δεν μειώθηκε. Μειώθηκε το τμήμα της αγοράς που κατέχει η προσφεύγουσα για λόγους άλλους από τους αναφερθέντες. Τα σχετικά στατιστικά στοιχεία παρατίθενται στην εισαγωγή των προτάσεων μου.
4. Η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου
4.1. Το κριτήριο της ομοιότιμας
Από τις 12 αποφάσεις του Δικαστηρίου ( στις υποθέσεις 27/67, 31/67, 148/77, 45/75, 168/78, 169/78, 170/78 — δύο αποφάσεις —, 171/78, 45/79, 46/80, 206/81 και 319/81 ), που μνημονεύονται ειδικότερα στις υπό κρίση υποθέσεις συνάγονται τα ακόλουθα στοιχεία όσον αφορά το κριτήριο της ομοιότητας των προϊόντων που είναι αποφασιστικό για την εφαρμογή του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος.
α )
Αρχικά το Δικαστήριο απέδωσε αποφασιστική σημασία στη δασμολογική κατάταξη (υπόθεση 27/67, Fink-Frucht, Jurispr. 1968, σ. 327, ιδίως σκέψη 2, σ. 342 ), τελικά όμως εγκατέλειψε σχεδόν τελείως αυτή τη θεωρία αφού πρώτα αποδυνάμωσε σχετικώς το εν λόγω κριτήριο με τις αποφάσεις του 1980 τις σχετικές με τα οινοπνεύματα. Συγκεκριμένα, με την όγδοη σκέψη της απόφασης 216/81 (Συλλογή 1982, σ. 2701 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι τα θεμελιώδη κριτήρια διακρίσεως εφαρμόζονται « χωρίς να χρειάζεται να γίνει αναφορά στις δασμολογικές κατατάξεις». Η κρίση αυτή είναι σημαντική διότι στην υπόθεση 106/84η Δανία μνημόνευσε μεταξύ άλλων τη διαφορά ως προς τη δασμολογική κατάταξη των οίνων από οπώρες και των οίνων από σταφύλια.
β)
Στην υπόθεση 45/75 ( Rewę, Jurispr. 1976, σ. 181 ) το Δικαστήριο θεώρησε για πρώτη φορά (σκέψη 12) ως θεμελιώδες κριτήριο ομοιότητας το γεγονός ότι τα προς σύγκριση προϊόντα — που βρίσκονται στο ίδιο στάδιοπαραγωγής ή εμπορίας — εμφανίζουν από τη σκοπιά των καταναλωτών παρεμφερείς ιδιότητες και ικανοποιούν.τις ίδιες ανάγκες ( το κριτήριο αυτό επαναλαμβάνεται και στην απόφαση 216/81, Cogis, Συλλογή 1982, σ. 2701). Με την απόφαση στην υπόθεση 168/78 (Επιτροπή κατά Γαλλίας, Jurispr. 1980, σ. 347, σκέψη 11 ) το Δικαστήριο θεωρεί σημαντικά εκτός:
1 )
των κοινών γενικών χαρακτηριστικών όπως η απόσταξη και η υψηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα, και:
2)
των ενδεχομένων χαρακτηριστικών στοιχείων στο πλαίσιο αυτών των γενικότερων χαρακτηριστικών ( διαφορετική πρώτη ύλη, μέθοδος παρασκευής και προσθήκη διαφορετικών αρωματικών ουσιών )·
3 )
το γεγονός ότι υπάρχουν εντός της ομάδας των προϊόντων που εμφανίζουν κοινά γενικά χαρακτηριστικά προϊόντα με λιγότερο έντονα χαρακτηριστικά και ευρύτερη χρήση (παράγωγα του οινοπνεύματος προϊόντα καλούμενα « ουδέτερα » και διάφορες μορφές κατανάλωσης, αμιγές ποτό ή αραιωμένο ή τέλος αναμεμιγμένο με άλλο). Η συζήτηση στις υποθέσεις 106 και 243/84 πρέπει βεβαίως να εξεταστεί υπό το φως αυτών των όχι πολύ σαφών κριτηρίων ομοιότητας. Στο σημείο αυτό οι απόψεις των διαδίκων διίστανται. Όπως παρατήρησα πιο πάνω το Δικαστήριο ίσως αναγκαστεί γι' αυτό το λόγο να διευκρινίσει ή να συμπληρώσει τα εν λόγω κριτήρια.
4.2. Η έννοια της έμμεσης προστασίας κατά το άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος
Με την τρίτη σκέψη της προαναφερθείσας απόφασης στην υπόθεση 27/67 ( Fink-Frucht, σ. 342) το Δικαστήριο έκρινε ότι υπάρχει έμμεση προστασία όταν το εισαγόμενο προϊόν φορολογείται βαρύτερα απο το εγχώριο ή όταν μια ή περισσότερες ενδεχόμενες οικονομικές εφαρμογές έχουν ως αποτέλεσμα ότι τα δύο προϊόντα καθίστανται ανταγωνιστικά, ενώ δεν είναι ομοειδή κατά την έννοια του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος.
Με την απόφαση στην υπόθεση 31/67 (Stier, Jurispr. 1968, σ. 347), το Δικαστήριο έκρινε επιπλέον ότι αν δεν υπάρχει δεκτική συγκρίσεως εγχώρια παραγωγή, τα εισαγόμενα προϊόντα δεν μπορούν να υποβάλλονται σε φόρο τέτοιου ύψους ώστε «να παρακωλύεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς όσον αφορά τα εν λόγω προϊόντα », ενώ ο φόρος επί των εισαγόμενων προϊόντων δεν έχει προστατευτικό χαρακτήρα « όταν ο συντελεστής φορολογίας παραμένει στα όρια του γενικού εθνικού φορολογικού συστήματος στο οποίο εντάσσεται ο επίδικος φόρος » ( σ. 357, σκέψη 2 ). Οι σκέψεις αυτές δεν στερούνται ενδεχομένως σημασίας για την υπόθεση 243/84, δεδομένου ότι το ουίσκυ δεν εξέρχεται των ορίων του γενικού δανικού φορολογικού συστήματος των αποσταγμάτων.
4.3. Σχέση μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 95
Με τις προαναφερθείσες αποφάσεις που είναι και οι σημαντικότερες για τις υπό κρίση υποθέσεις, το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε εν τέλει να αποφανθεί ως προς το ζήτημα αν και κατά πόσο είχε εφαρμογή η πρώτη ή δεύτερη παράγραφος του άρθρου 95. Ως προς την εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου ήταν μάλιστα σαφές στις υποθέσεις εκείνες ότι η επίδικη φορολογική νομοθεσία είχε προστατευτικό χαρακτήρα. Ετσι, με την απόφαση στην υπόθεση 319/81 (Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1983, σ. 601, σκέψη 17 ), το Δικαστήριο περιορίστηκε να κρίνει:
«Δεδομένου ότι πρόκειται για προϊόντα, τα οποία είναι είτε ομοειδή είτε βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού με αποτέλεσμα να εμπίπτουν στη σφαίρα εφαρμογής του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων, που περιέχει η εν λόγω διάταξη, κριτήριο που συνεπάγεται αυξημένη φορολογία, όπως η ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως, που εξ ορισμού και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εφαρμόζεται επί ομοειδών εθνικών προϊόντων ή προϊόντων, τα οποία βρίσκονται στη σχέση ανταγωνισμού, που περιγράφηκε ανωτέρω, με τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα. Παρόμοιο σύστημα έχει ως συνέπεια τον εκ των προτέρων αποκλεισμό των εθνικών προϊόντων από το σύστημα βαρύτερης φορολογίας, εφόσον δεν θα συγκεντρώνουν ποτέ τους όρους της εν λόγω αυξημένης επιβαρύνσεως, ενώ εξαρτάται από τη μόνη βούληση του εθνικού νομοθέτη, με το να μην προβαίνει στην καθιέρωση ενός γενικού συστήματος που να εφαρμόζεται στο σύνολο των αποσταγμάτων, να παρατείνει επ' αόριστο την εν λόγω κατάσταση, ανεξάρτητα μάλιστα από τις ομοιότητες ή αποκλίσεις των προϋποθέσεων παραγωγής, ποιότητας, τιμής και ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών και των εισαγόμενων από τα άλλα κράτη μέλη προϊόντων. »
Η αποκλειστική εφαρμογή του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος, έγινε δεκτή μόνο στην υπόθεση 170/78 ( Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980, Jurispr. 1980, σ. 417, και της 12ης Ιουλίου 1983, Συλλογή 1983, σ. 2265). Όπως γνωρίζουμε η απόφαση εκείνη αφορούσε τις διαφορές ως προς τη φορολογία μεταξύ του οίνου και του ζύθου που δεν είναι προφανώς ομοειδή προϊόντα. Βασιζόμενο στον σημαντικά υψηλότερο φόρο που επιβάλλεται στον οίνο και αναλόγως του όγκου ( 400 ο/ο ) και αναλόγως της περιεκτικότητας σε οινόπνευμα (τουλάχιστον 100ο/ο) και της τιμής (286ο/ο κατά το ανώτατο όριο της λιανικής τιμής εκτός φόρου ) το Δικαστήριο έκρινε ότι η φορολογία του οίνου είχε προστατευτικό χαρακτήρα. Με την απόφαση αυτή υπογραμμίζεται ότι, αντίθετα με την περίπτωση όπου έχει εφαρμογή η πρώτη παράγραφος του άρθρου 95, όταν χωρεί εφαρμογή της δεύτερης, δεν απαιτείται να είναι απολύτως όμοιοι οι συντελεστές φορολογίας των εθνικών και των εισαγόμενων προϊόντων.
4.4. Η επιτρεπτή διαφοροποίί]ση
Στις υπό κρίση υποθέσεις η Δανία επικαλέστηκε επίσης τη νομολογία του Δικαστηρίου τη σχετική με την επιτρεπτή διαφοροποίηση των φορολογικών συντελεστών. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες από τη σκοπιά αυτή είναι οι αποφάσεις στις υποθέσεις 148/77 ( Hansen, Jurispr. 1978, σ. 1787 ), 140/79 και 46/80 ( Chemiai Farmaceutici και Vinal, Συλλογή 1981, σσ. 1 και 77) και 319/81 ( Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1983, σ. 601 ). Όπως γνωρίζουμε στην υπόθεση Hansen το Δικαστήριο έκρινε ότι η φορολογία που διαφοροποιείται βάσει θεμιτών οικονομικών και κοινωνικών στόχων όπως η χρησιμοποίηση συγκεκριμένων πρώτων υλών, η διατήρηση της παραγωγής τυπικών οινοπνευμάτων υψηλής ποιότητας ή η διατήρηση ορισμένων κατηγοριών εκμεταλλεύσεων, όπως τα γεωργικά αποστακτήρια συμβιβάζεται καταρχήν προς το κοινοτικό δίκαιο (σκέψη 16). Με τη δέκατη έβδομη σκέψη το Δικαστήριο πρόσθεσε απλώς ότι, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 95, τα εν λόγω συστήματα εύνοιας πρέπει να επεκτείνονται χωρίς διάκριση και στα οινοπνεύματα καταγωγής άλλων κρατών μελών.
Στις υποθέσεις Chemial Farmaceutici και Vinal, το Δικαστήριο πρόσθεσε περαιτέρω, κατά τρόπο παρόμοιο με τα εν λόγω κριτήρια, τους όρους σύμφωνα με τους οποίους οι στόχοι οικονομικής πολιτικής για τους οποίους πρόκειται σ' αυτή την υπόθεση πρέπει να « συμβιβάζονται και αυτοί με τις απαιτήσεις της Συνθήκης και του παράγωγου δικαίου, οι δε “ λεπτομέρειες εφαρμογής τους ” (δηλαδή των διαφοροποιήσεων) πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να αποφεύγεται κάθε μορφή διάκρισης άμεσης ή έμμεσης έναντι των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη ή προστασίας της εγχώριας ανταγωνιστικής παραγωγής». Το Δικαστήριο έκρινε πάντως ότι η εν λόγω διαφορετική φορολογία για τη μετουσιωμένη συνθετική αλκοόλη, αφενός, και για τη μετουσιωμένη αλκοόλη ζυμώσεως, αφετέρου, όπως εφαρμόζεται στην Ιταλία, ανταποκρίνεται σ' αυτές τις απαιτήσεις. « Πράγματι το εν λόγω σύστημα φορολογίας επιδιώκει θεμιτό στόχο βιομηχανικής πολιτικής, είναι δηλαδή ικανό να προωθήσει την απόσταξη γεωργικών προϊόντων έναντι της παρασκευής αλκοόλης από παράγωγα του πετρελαίου» (σκέψη 15 της πρώτης απόφασης). Το Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν προστατευόταν έμμεσα η εθνική παραγωγή δεδομένου ότι η φορολογία της συνθετικής αλκοόλης καθιστούσε αδύνατη την αποδοτική παραγωγή αυτού του τύπου αλκοόλης (καίτοι είναι καθαυτή δυνατή από τεχνικής και οικονομικής πλευράς) στο εθνικό έδαφος (σκέψη 18 της πρώτης απόφασης).
Για την ανάλογη εφαρμογή των δύο αυτών αποφάσεων στην υπόθεση 106/84 νομίζω ότι ανακύπτει, πρώτον, το ερώτημα αν το σύστημα εύνοιας υπέρ ορισμένων εγχώριων γεωργικών προϊόντων ( οπώρες ) εις βάρος των εισαγόμενων γεωργικών προϊόντων (σταφύλια) μπορεί να αντιμετωπιστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως και το σύστημα εύνοιας υπέρ γεωργικού προϊόντος εις βάρος προϊόντος μη γεωργικού. Νομίζω ότι η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική λαμβανομένης υπόψη της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ισόρροπη επιδότηση των ανταγωνιστικών προϊόντων και αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 40, παράγραφος 3). Δεύτερον, μια προφανής διαφορά μεταξύ των υποθέσεων 140/79 και 46/80, αφενός, και της υποθέσεως 106/84, αφετέρου, έγκειται στο γεγονός ότι στην Ιταλία είναι δυνατή η παραγωγή συνθετικής αλκοόλης, ενώ δεν είναι δυνατή στη Δανία η παραγωγή οίνου από σταφύλια. Όσον αφορά την υπόθεση 243/84, αποδεικνύεται ότι η σχεδόν πλήρης ανυπαρξία παραγωγής ουίσκυ στη Δανία οφείλεται σε λόγους μη φορολογικούς.
Σημαντικό είναι περαιτέρω, ιδίως για την υπόθεση 243/84, το ερώτημα αν δικαιολογείται φορολογικός συντελεστής υψηλότερος για τα αποστάγματα παρά για τους οίνους λικέρ, από λόγους κοινωνικούς όπως η περιστολή της καταναλώσεως ποτού που έχει διπλάσια περιεκτικότητα σε οινόπνευμα. Κατά την άποψη μου και βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα πρέπει να είναι καταφατική καθόσον η υψηλότερη φορολογία δεν δημιουργεί διακρίσεις ούτε έχει προστατευτικό αποτέλεσμα.
4.5. Οι στόχοι τον άρθρον 95
Οι γενικοί στόχοι του άρθρου 95 περιγράφονται κατά διάφορους τρόπους στη νομό-, λογία του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση 27/67, Fink-Frucht ( Jurispr. 1968, σ. 343 ), το άρθρο 95 αποβλέπει να εξασφαλίσει την καλή λειτουργία του ανταγωνισμού και να άρει κάθε εμπόδιο φορολογικής φύσεως που μπορεί να παρεμποδίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς.
Στην υπόθεση 168/78 (σκέψη 4), οι διατάξεις των δύο πρώτων παραγράφων θεωρήθηκαν ως συμπλήρωμα των διατάξεων περί καταργήσεως των δασμών και των φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος. Αποβλέπουν να εξασφαλίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών υπό ομαλές συνθήκες ανταγωνισμού με την κατάργηση κάθε μορφής προστασίας που μπορεί να προκύψει από την εφαρμογή εσωτερικών επιβαρύνσεων οι οποίες εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των προϊόντων καταγωγής άλλων κρατών μελών. Το άρθρο 95 εξασφαλίζει την τέλεια ουδετερότητα των εσωτερικών επιβαρύνσεων όσον αφορά τον ανταγωνισμό μεταξύ εθνικών και εισαγόμενων προϊόντων. Ανάλογα διατυπωμένες κρίσεις περιέχει και η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 216/81.
Στην υπόθεση 171/78 (σκέψη 20), το Δικαστήριο διευκρίνισε τη διαφορά μεταξύ των στόχων του άρθρου 95 και των στόχων της εναρμονίσεως των φορολογικών νομοθεσιών βάσει του άρθρου 99. Το μεν άρθρο 95 αποβλέπει να προλάβει κάθε διάκριση και προστασία που θα μπορούσαν να προκύψουν από συγκεκριμένο εθνικό φορολογικό σύστημα, ενώ το άρθρο 99 αποβλέπει στην εξουδετέρωση των εμποδίων που μπορούν να προκύψουν για το εμπόριο από τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών. Η διευκρίνιση αυτή είναι νομίζω χρήσιμη και σημαντική για τις υπό κρίση υποθέσεις. Αντίθετα με ό, τι θα μπορούσε να εννοηθεί από τη διατύπωση στην υπόθεση 27/67, τα φορολογικής φύσεως εμπόδια στο εμπόριο δεν μπορούν να καταργηθούν όλα βάσει του άρθρου 95.
Κατά τα λοιπά με την εικοστή σκέψη στην υπόθεση 171/78 το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι η εφαρμογή του προγράμματος εναρμονίσεως που προβλέπει το άρθρο 99 δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 95. Και οι δύο αυτές κρίσεις είναι σημαντικές ιδίως για την εκτίμηση της υπόθεσης 106/84.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται δηλαδή το συμπέρασμα ότι οι δύο πρώτες παράγραφοι του άρθρου 95 έχουν ως στόχο να προλάβουν ορισμένες μορφές εμποδίων φορολογικής φύσεως στο εμπόριο που νοθεύουν τον ανταγωνισμό, δηλαδή τα εμπόδια στο εμπόριο που προκύπτουν από τις διακρίσεις εις βάρος των εισαγόμενων προϊόντων και από την προστασία των εθνικών. Ο στόχος αυτός του άρθρου 95 είναι νομίζω σημαντικός για την κρίση περί του αν πρόκειται για προϊόντα ομοειδή κατά την έννοια του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος, ή απλώς για προϊόντα ανταγωνιστικά κατά την έννοια του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος, καθώς επίσης και για το ζήτημα αν υπάρχει διάκριση ή προστασία κατά την έννοια των εν λόγω παραγράφων του άρθρου 95. Τα σχετικά με τις πωλήσεις στατιστικά ή άλλα στοιχεία είναι δυνατόν να δείξουν σε ορισμένες περιπτώσεις ότι κάποια φορολογική νομοθεσία που εκ πρώτης όψεως εισάγει διακρίσεις και παρέχει προστασία δεν έχει στην πραγματικότητα αυτό το αποτέλεσμα.
5. Συμπέρασμα
5.1. Ηνπόΰεαη 106/84
α )
Από τα πραγματικά περιστατικά που εξέΟεσα πιο πάνω προκύπτει ότι ο φόρος επί των επιτραπέζιου τύπου οίνων από σταφύλια και οίνων από σταφύλια του τύπου λικέρ είναι ανά λίτρο αντιστοίχως περίπου 10/7 και 20/11 φορές υψηλότερος του επιβαλλομένου επί των ανταγωνιστικών προϊόντων από οπώρες. Αν λοιπόν οι οίνοι από σταφύλια και οι οίνοι από οπώρες θεωρηθούν επιπλέον ως ομοειδή προϊόντα υπάρχει διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος.
β)
Η Επιτροπή συνάγει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( ιδίως από τις υποθέσεις 168, 169 και 171/78 τις οποίες ανέλυσα) ότι και οι οίνοι από οπώρες του επιτραπέζιου τύπου και οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ είναι πράγματι ομοειδείς με τους παρεμφερείς οίνους που παρασκευάζονται από σταφύλια. Κατά την άποψη της οι οίνοι αυτοί έχουν τις ίδιες ιδιότητες, ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες, παρασκευάζονται πάντα διά ζυμώσεως, έχουν παρόμοια περιεκτικότητα σε οινόπνευμα και καταναλίσκονται πάντα στις ίδιες ποσότητες. Η διαφορά ως προς την πρώτη ύλη δεν αποκλείει κάθε ομοιότητα, όπως επίσης συνάγεται, κατά την άποψη μου από τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 1980 τις σχετικές με τα αποστάγματα. Περαιτέρω η Επιτροπή ορθώς συνάγει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι το Δικαστήριο δεν κρίνει πλέον τη διαφορετική δασμολογική κατάταξη ως αποκλείουσα κάθε ομοιότητα: ως προς το σημείο αυτό παραπέμπω και πάλι στην ανάλυση μου της σχετικής νομολογίας. Από την ανάλυση αυτή προκύπτει τέλος ότι ορθώς η Επιτροπή αντέκρουσε την άποψη της Δανίας, ότι δηλαδή, λόγω της μακράς αδράνειας της, έχασε το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της επίδικης ρύθμισης. Σύμφωνα μ' αυτή την ανάλυση, ο σκοπός του άρθρου 95 είναι διαφορετικός αλλά και πιο περιορισμένος από το σκοπό του άρθρου 99. Όταν η πλέον προχωρημένη διαδικασία εναρμονίσεως δυνάμει του άρθρου 99 αδρανεί στο επίπεδο του Συμβουλίου, η Επιτροπή έχει κάλλιστα το δικαίωμα να φροντίζει για την τήρηση των ελάχιστων θεμελιωδών απαιτήσεων του άρθρου 95.
γ)
Η Επιτροπή υποστηρίζει επικουρικώς ότι αν έχει εφαρμογή το άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος, το δανικό σύστημα έχει εν πάση περιπτώσει προστατευτικό χαρακτήρα για τα δανικά προϊόντα. Αυτό προκύπτει ιδίως από τη δεύτερη απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 170/78. Το ότι το δανικό σύστημα δεν είναι ουδέτερο προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας παραγωγής εμπίπτει στην ευνοούμενη φορολογική κατηγορία. Η Επιτροπή αντικρούει την επίκληση από τη Δανία των προαναφερθεισών αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Chemial Farmaceutici και Vinal διότι οι υποθέσεις αυτές αφορούν την προώθηση της αποστάξεως των γεωργικών προϊόντων. Αντιθέτως θεωρεί παράνομη την ευνοϊκή μεταχείριση των δανών οπωροπαραγωγών σε σχέση με τους οινοπαραγωγούς άλλων κρατών μελών. Με την ανάλυση μου των προαναφερθεισών αποφάσεων κατέληξα στο ίδιο συμπέρασμα.
δ )
Το Βασίλειο της Δανίας, πέραν των επιχειρημάτων που θεωρώ αβάσιμα, υποστηρίζει κυρίως ότι η νομοθεσία που θεσπίστηκε κατά την προσχώρηση της Δανίας κατάργησε τη μέχρι τότε υφιστάμενη διάκριση εις βάρος των εισαγόμενων οίνων. Ο ισχυρισμός αυτός μου φαίνεται ορθός, τουλάχιστον όσον αφορά τους οίνους από οπώρες του επιτραπέζιου τύπου και τη σύγκριση μεταξύ των δανικών και των εισαγόμενων οίνων από οπώρες. Αντιθέτως, σχετικά με τους οίνους από οπώρες του τύπου λικέρ ανακύπτουν ορισμένα προβλήματα επί των οποίων θα επανέλθω αναλύοντας την υπόθεση 243/84.
Η δανική κυβέρνηση αρνείται ότι υπάρχει ομοιότητα μεταξύ των οίνων από σταφύλια και των οίνων από οπώρες για τους λόγους που αναφέρω στο δεύτερο μέρος των προτάσεων μου. Νομίζω ότι στηρίζεται κυρίως στο επιχείρημα ότι, για τους οίνους από οπώρες δεν υπάρχει κοινή οργάνωση αγοράς, ενώ για τους οίνους από σταφύλια υπάρχει. Αν τα προϊόντα αυτά ήταν ομοειδή, η διαφορετική αυτή μεταχείριση θα συνιστούσε παράβαση του άρθρου 40, παράγραφος 3. Κατά τη δανική κυβέρνηση ούτε προστασία υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος. Ο πρόσθετος φόρος επιτραπέζιων οίνων ανέρχεται σε 55 % ανά λίτρο για τους επιτραπέζιους οίνους και σε 80 ο/ο για τους οίνους λικέρ. Υπολογιζόμενος κατά το ίδιο κριτήριο, ο πρόσθετος φόρος επί των οίνων από σταφύλια του τύπου λικέρ, με περιεκτικότητα σε οινόπνευμα μεταξύ 20 και 23 βαθμούς ανέρχεται σε 170 % περίπου. Υπολογιζόμενος αναλόγως της περιεκτικότητας σε οινόπνευμα, ο πρόσθετος φόρος κυμαίνεται μεταξύ 60 και 135 ο/ο. Όμως το μέρος της λιανικής τιμής που αντιπροσωπεύει ο φόρος καταναλώσεως είναι περίπου το ίδιο και για τις δύο κατηγορίες προϊόντων ( κάτω του 30 % για τους επιτραπέζιους οίνους, 26 έως 29 % για τους οίνους από οπώρες και 25 έως 38 ο/ο για τους οίνους από σταφύλια του τύπου λικέρ χαμηλότερης ποιότητας έναντι 27 έως 38 % για τους οίνους από οπώρες του τύπου λικέρ ). Η δανική κυβέρνηση φρονεί δηλαδή προφανώς ότι η σύγκριση της φορολογικής επιβάρυνσης σε ποσοστό επί της λιανικής τιμής είναι αποφασιστική για τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει προστατευτικό αποτέλεσμα. Πράγματι τα άλλα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η δανική κυβέρνηση δείχνουν ότι υπάρχει προστασία, υπό το φως των αποφάσεων του Δικαστηρίου στην υπόθεση 170/78. Όπως όμως παρατήρησα στις προτάσεις μου στην τελευταία μνημονευθείσα υπόθεση νομίζω και εγώ ότι για την εκτίμηση της' επιπτώσεως των διαφορών ως προς τη φορολογία επί της σχέσεως ανταγωνισμού μεταξύ των συγκεκριμένων προϊόντων το σημαντικότερο κριτήριο είναι η σύγκριση της φορολογικής επιβάρυνσης επί των λιανικών τιμών.
ε )
Κατά τη γνώμη μου οι οίνοι από οπώρες και οι οίνοι από σταφύλια έχουν πράγματι τόσες κοινές αντικειμενικές ιδιότητες, ενώ εξάλλου ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες, ώστε μπορούν να θεωρηθούν, εκ πρώτης όψεως και βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων που έχει θέσει η νομολογία του Δικαστηρίου, ως ομοειδή προϊόντα. Δεδομένου όμως ότι οι φορολογικοί συντελεστές των οίνων από σταφύλια ανά λίτρο είναι αισθητά υψηλότεροι των επιβαλλομένων στους οίνους από οπώρες, καθίσταται προφανές ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος. Με τη σκέψη 15 της απόφασης στην υπόθεση 45/75 (Rewę, Jurispr. 1976, σ. 181), το Δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 95, παράγραφος 1, όταν η επιβάρυνση επί των εισαγόμενων προϊόντων και η επιβάρυνση επί του ομοειδούς εγχώριου προϊόντος υπολογίζονται κατά διαφορετικό τρόπο και με διαφορετικές λεπτομέρειες και καταλήγουν έστω και μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις σε βαρύτερη επιβάρυνση του εισαγόμενου προϊόντος. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την ανάλυση μου, το Δικαστήριο ποτέ δεν κρίνει ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα είναι ομοειδή, εγώ δε πιστεύω ότι, όπως ισχυρίστηκε και η δανική κυβέρνηση κατά τη συζήτηση, ο μέσος καταναλωτής μάλλον δεν θεωρεί τον οίνο από σταφύλια του επιτραπέζιου τύπου και τον οίνο από οπώρες του επιτραπέζιου τύπου ως ομοειδή προϊόντα. Το πράγμα διαφέρει ίσως όσον αφορά τη σύγκριση μεταξύ των οίνων από σταφύλια του τύπου λικέρ και των οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ. Θεωρώ δε χαρακτηριστικό ότι στην υπόθεση αυτή η Επιτροπή έκανε λόγο κατά τη συζήτηση μόνο για οίνους λικέρ, ενώ η δανική κυβέρνηση σχεδόν αποκλειστικά για επιτραπέζιους οίνους.
στ )
Νομίζω ότι οι αντικειμενικές αμφιβολίες ως προς την ομοιότητα μεταξύ των επιτραπέζιων οίνων που παρασκευάζονται από φρούτα και των παρασκευαζομένων από σταφύλια επιτείνονται σε σημαντικό βαθμό από τα στατιστικά στοιχεία που παραθέτω στην αρχή των προτάσεων μου. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν πρώτον ότι οι δανικοί οίνοι από οπώρες επιτραπέζιου τύπου ανταγωνίζονται κυρίως τους εισαγόμενους ομοειδείς οίνους από οπώρες. Η κατάργηση της παραδοσιακής διάκρισης φαίνεται ότι είχε ως αποτέλεσμα μετά την προσχώρηση της Δανίας, και ιδίως μετά το 1976, την αύξηση των πωλήσεων των εισαγόμενων οίνων απο οπωρες. Τα εν λόγω στοιχεία δείχνουν αντιθέτως ότι μετά το 1978 και 1979 δεν αυξήθηκαν πλέον οι πωλήσεις εγχώριων οίνων από οπώρες. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει περαιτέρω ότι η χαμηλότερη επιβάρυνση των οίνων από οπωρες δεν εμπόδισε την πολύ μεγάλη αύξηση των εισαγωγών οίνων από σταφύλια (η κατανάλωση των οποίων είναι εξάλλου τριάντα φορές μεγαλύτερη από την κατανάλωση οίνων από οπωρες ). Νομίζω ότι, εκτός αποδείξεως του εναντίου — και η Επιτροπή δεν το απέδειξε —, τα στατιστικά αυτά στοιχεία δείχνουν ότι οι οίνοι από σταφύλια του επιτραπέζιου τύπου και οι οίνοι από οπώρες του επιτραπέζιου τύπου δεν είναι ομοειδή προϊόντα (οπότε το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος, δεν έχει εφαρμογή ), ενώ εξάλλου δεν υπάρχει στην πραγματικότητα προστατευτικό αποτέλεσμα υπέρ των οίνων από οπώρες. Κατά την εκτίμηση της σχέσης ανταγωνισμού στο πλαίσιο του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος — όπως εξάλλου και στο πλαίσιο της εν γένει πολιτικής ανταγωνισμού — τα μηδαμινά τμήματα της αγοράς όπως εν προκειμένω δεν πρέπει κατά τη γνώμη μου να ληφθούν υπόψη ακριβώς επειδή είναι μηδαμινά. Όπως όμως αναφέρθηκε ήδη, τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν επίσης ότι δεν υπάρχει αισθητή αμφίδρομη ελαστικότητα μεταξύ της ζήτησης οίνων από οπώρες του επιτραπέζιου τύπου και οίνων από σταφύλια του επιτραπέζιου τύπου
ζ )
Όσον αφορά αντιθέτως τους οίνους λικέρ, τα συμπεράσματα μου είναι διαφορετικά. Στις προκαταρκτικές μου παρατηρήσεις ανέφερα ήδη ότι τα στατιστικά στοιχεία που παραθέτω δείχνουν ότι στην περίπτωση των οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ και των οίνων από σταφύλια του τύπου λικέρ υπάρχει κάποια αμφίδρομη ελαστικότητα. Πράγματι, η σημαντική αύξηση της κατανάλωσης των οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ μετά το 1978 συνοδεύτηκε κατά την ίδια περίοδο από προφανή μείωση των εισαγωγών οίνων από σταφύλια του τύπου λικέρ. Το γεγονός ότι η κατανάλωση οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ και η κατανάλωση οίνων από σταφύλια του τύπου λικέρ (που διαφέρουν αισθητά από τα στοιχεία τα σχετικά με τους επιτραπέζιους οίνους ) τοποθετείται όλο και περισσότερο στα ίδια ποσοτικά όρια δείχνει ότι υπάρχει ομοιότητα σ' αυτή την περίπτωση.
Εκτός από αυτά τα στατιστικά επιχειρήματα, η άποψη ότι υπάρχει ομοιότητα στηρίζεται και σε επιχειρήματα ποιοτικά. Οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ και οι οίνοι από σταφύλια του τύπου λικέρ πληρούν, σε μεγαλύτερο βαθμό από τους επιτραπέζιους οίνους, το διπλό κριτήριο που έχει θέσει η νομολογία του Δικαστηρίου, δηλαδή έχουν τις ίδιες ιδιότητες και ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες. Εκτός του ότι η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα είναι παρόμοια, αποδείχθηκε επίσης κατά τη διαδικασία ότι υπάρχουν οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ της κατηγορίας βερμούτ και της κατηγορίας cinzano bitter. Σύμφωνα με το κριτήριο που τίθεται στη σκέψη 15 της υπόθεσης 45/75 και το οποίο μνημόνευσα ήδη, η διαπίστωση αυτή αρκεί για να κριθεί ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος. Δεδομένου εξάλλου ότι, όπως αποδεικνύεται από τα πραγματικά περιστατικά που εξέθεσα, οι φόροι επί των οίνων από σταφύλια του τύπου λικέρ και οι φόροι επί των οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ υπολογίζονται κατά διαφορετικό τρόπο, με διαφορετικό συντελεστή, βάσει διαφορετικών κανόνων εφαρμογής και επομένως οι εισαγόμενοι οίνοι από σταφύλια του τύπου λικέρ υφίστανται αισθητά βαρύτερη επιβάρυνση, η προσφυγή της Επιτροπής μου φαίνεται βάσιμη όσον αφορά τους οίνους λικέρ. Το γεγονός ότι, κατά τη δανική κυβέρνηση, ο φόρος, εκφραζόμενος σε ποσοστό επί της λιανικής τιμής, ευρίσκεται στο ίδιο επίπεδο δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος. Η προφανής διαφορά σε απόλυτους αριθμούς των φορολογικών συντελεστών πρέπει να θεωρηθεί ότι αρκεί για να θεωρηθεί ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος.
η)
ΤεΑικώςπροτείνω στο Δικαστήριο:
1 )
να κρίνει βάσιμη την προσφυγή της Επιτροπής όσον αφορά τους οίνους λικέρ·
2 )
να την απορρίψει κατά τα λοιπά·
3 )
να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, καταδικάζοντας κάθε διάδικο στα δικά του δικαστικά έξοδα ως ηττηθέντα εν μέρει σε σημαντικό βαθμό.
5.2. Ηυπόθεαη 243/84
α )
Όπως ανέφερα ήδη, στην υπόθεση 243/84, το Østre Landsret υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
1 )
Το άρθρο 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι το σκωτσέζικο ουίσκυ και οι οίνοι από οπώρες του τύπου « οίνοι λικέρ » πρέπει να θεωρηθούν ως « ομοειδή προϊόντα », « εισαγόμενα » και « εγχώρια », αντιστοίχως, οπότε θα ήταν αντίθετη προς την προαναφερθείσα διάταξη η διατήρηση φορολογικού συστήματος που πλήττει το ουίσκυ ως « έτερο απόσταγμα » με φόρους κατανάλωσης που υπολογίζονται εν μέρει βάσει της περιεκτικότητας του εμπορεύματος σε οινόπνευμα και εν μέρει βάσει της τιμής του, ενώ στους οίνους από οπώρες και τους οίνους από σταφύλια εφαρμόζεται φορολογικό σύστημα που προβλέπει την επιβολή ενός μόνο ειδικού φόρου, δοθέντος ότι τα φορολογικά συστήματα πλήττουν με χαμηλότερο φόρο κατανάλωσης τους οίνους από οπώρες (και τους οίνους από νωπά σταφύλια ) απ' ό, τι το ουίσκυ, ότι οι κανόνες φορολογίας δεν κάνουν καμία διάκριση αναλόγως της καταγωγής των προϊόντων και ότι στο κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται δεν παράγεται ουίσκυ, ενώ τα τρία τέταρτα περίπου των προϊόντων που καταναλώνονται και υπόκεινται στο μεγαλύτερο συντελεστή (που εφαρμόζεται στα αποστάγματα ) είναι εγχώριας παραγωγής, πλέον δε του 99 % των οίνων από οπώρες του τύπου « οίνοι λικέρ » είναι επίσης εγχώριας παραγωγής;
2 )
Το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στο ερώτημα 1 πρέπει να γίνει σύγκριση μεταξύ των φόρων κατανάλωσης που πλήττουν το σκοτσέζικο ουίσκυ και τους οίνους απο οπώρες του τύπου « οίνοι λικέρ », σε καταφατική δε περίπτωση, αντίκειται η διάταξη αυτή σε φόρους κατανάλωσης, θεωρούμενους σε σχέση με την τιμή των εμπορευμάτων, την ποσότητα και την περιεκτικότητα σε αλκοόλη, όπως είναι ο αναφερόμενος στο παράρτημα;
3 )
Το γεγονός ότι οι φορολογικοί κανόνες που εφαρμόζονται στους οίνους από οπώρες στηρίζονται ως προς το ιστορικό της γενέσεως τους στην επιθυμία να δοθούν στους οπωροκαλλιεργητές, οι οποίοι εργάζονται υπό δυσμενείς κλιματολογικές συνθήκες, μεγαλύτερες δυνατότητες εκμετάλλευσης της παραγωγής τους, ασκεί καμία επίδραση ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα 1 και 2;
β)
Όσον αφορά τις απόψεις που υποστηρίχτηκαν με τις γραπτές παρατηρήσεις παραπέμπω στο τρίτο μέρος των προτάσεων μου.
Η John Walker υποστήριξε κατά τη συζήτηση και μάλιστα με μεγαλύτερη έμφαση παρά με τις γραπτές παρατηρήσεις ότι οι αιτιάσεις της δεν αφορούν τόσο τη σχέση μεταξύ του φορολογικού συστήματος των αποσταγμάτων και του ισχύοντος για τους οίνους από οπώρες του τύπου λικέρ όσο το φορολογικό σύστημα των οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ καθαυτό. Εκείνο που επικρίνει στη σχετική ρύθμιση είναι ότι βάσει αυτής τα ποτά, με περιεκτικότητα σε οινόπνευμα που προέρχεται κατά 5 ο/ο από ζύμωση χυμών φρούτων και κατά τα λοιπά 95 % από προσθήκη αλκοόλης, θεωρούνται και αυτά ως οίνοι λικέρ. Οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ με την παραπάνω σύνθεση πρέπει να θεωρηθούν ως ομοειδή των αποσταγμάτων ποτά. Έτσι η Jolin Walker υποστήριξε κυρίως κατά τη συζήτηση ότι πρέπει να τροποποιηθεί ο ορισμός των οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ κατά την έννοια ότι τα προϊόντα που δεν είναι ομοειδή των συνήθων οίνων λικέρ (αλλά ορισμένων αποσταγμάτων) δεν θα υπάγονται πλέον στον πολύ χαμηλότερο συντελεστή που ισχύει για τους οίνους από οπώρες του τύπου λικέρ. Ανέ-. φέρε δε το συγκεκριμένο παράδειγμα δύο οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ ( το longo και το gringo ) τα οποία, ως προς το χρώμα, τη γεύση, την περιεκτικότητα σε οινόπνευμα και τον τρόπο καταναλώσεως ομοιάζουν προφανώς με το campan το οποίο όμως φορολογείται ως απόσταγμα λόγω της ελαφρώς υψηλότερης περιεκτικότητας του σε οινόπνευμα. Η δανική κυβέρνηση δέχθηκε πράγματι κατά τη συζήτηση ότι υπάρχει πρόβλημα όσον αφορά το campari. Πάντως το παράδειγμα αυτό δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για το επίδικο ουίσκυ στο οποίο αναφέρονται τα προδικαστικά ερωτήματα, όπως θα δείξω λεπτομερέστερα στη συνέχεια.
Ο ορισμός των οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ φαίνεται πράγματι ότι αποτελεί αδύνατο σημείο της δανικής ρύθμισης. Έτσι η σχέση ανταγωνισμού με τα λικέρ που παρασκευάζονται από τα ίδια φρούτα και υπόκεινται στο φορολογικό συντελεστή που ισχύει για τα αποστάγματα φαίνεται ίσως το ίδιο σημαντική, αν όχι σημαντικότερη της σχέσης ανταγωνισμού με τους οίνους από οπώρες του τύπου λικέρ που λαμβάνονται από άλλα φρούτα όχι μόνο για τους οίνους από οπώρες του τύπου λικέρ του είδους campari αλλά και για τους οίνους από κεράσια του τύπου λικέρ, ίσως μάλιστα και για άλλους οίνους από οπώρες του τύπου λικέρ που έχουν υψηλό ποσοστό προστεθείσας αλκοόλης. Αυτό ισχύει αναμφισβήτητα κατά το μέτρο που τα συγκεκριμένα ποτά καταναλίσκονται γενικώς αραιωμένα με νερό ή αεριούχο νερό, πράγμα που συνιστάται επίσης για ορισμένους οίνους απο οπώρες του τύπου λικέρ, όπως προκύπτει από τη δικογραφία.
Το επιχείρημα της John Walker, ότι η σχεδόν πλήρης έλλειψη εισαγωγών οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ εξηγείται από το γεγονός ότι οι εν λόγω οίνοι με τόσο υψηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα κατατάσσονται στα άλλα κράτη μέλη στην κατηγορία των αποσταγμάτων, μου φαίνεται περισσότερο αληθοφανές από το επιχείρημα της δανικής κυβέρνησης, ότι δηλαδή οι δανικοί οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ είναι ανώτερης ποιότητας. Το επιχείρημα της John Walker στηρίζεται επίσης στις περί εναρμονίσεως προτάσεις της Επιτροπής που ανακοινώθηκαν κατά τη διαδικασία και προβλέπουν πολύ υψηλότερο ποσοστό αλκοόλης ζυμώσεως για να μπορεί το συγκεκριμένο ποτό να χαρακτηριστεί ως οίνος λικέρ.
Μόνο η συγκριτική εξέταση του φορολογικού συστήματος των οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ στα διάφορα κράτη μέλη καθιστά δυνατή την οριστική απάντηση σ' αυτό το ερώτημα. Δεδομένου όμως ότι τα προδικαστικά ερωτήματα δεν αναφέρονται στο φορολογικό σύστημα που ισχύει για τους οίνους από οπώρες του τύπου λικέρ καθαυτό νομίζω τελικώς ότι δεν ενδιαφέρει την υπό κρίση υπόθεση το ζήτημα αν το εν λόγω σύστημα εισάγει πράγματι διακρίσεις εις βάρος των εισαγόμενων προϊόντων. Παρέλκει επομένως να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της ενδεχόμενης αυτής πλευράς της υπόθεσης, στην παρούσα διαδικασία. Κατά τα λοιπά αν το Δικαστήριο συμμερίζεται τις απόψεις μου στην υπόθεση 106/84 το σύστημα που ισχύει για τους οίνους λικέρ θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να αναθεωρηθεί.
γ )
Καίτοι το ουίσκυ ικανοποιεί ίσως σε ορισμένες περιπτώσεις τις ίδιες ανάγκες με ορισμένους οίνους από φρούτα του τύπου λικέρ, δεν νομίζω ότι πληροί το άλλο θεμελιώδες κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, δηλαδή της ομοιότητας. Δεν μπορεί νομίζω να υποστηριχτεί ότι το ουίσκυ έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τους οίνους λικέρ. Οι πρώτες ύλες ( φρούτα, αφενός, δημητριακά, αφετέρου), οι μέθοδοι παρασκευής (μερική ζύμωση, αφενός, αποκλειστική απόσταξη, αφετέρου ) και ιδίως η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα κατά τη λιανική πώληση (το στάδιο συγκρίσεως στη διαδικασία παραγωγής και διανομής που επέλεξε η John Walker ) διαφέρουν κατά πολύ. Όπως δείχνουν τα προσκομισθέντα αριθμητικά στοιχεία η περιεκτικότητα του ουίσκυ σε οινόπνευμα είναι σχεδόν διπλάσια της περιεκτικότητας των οίνων λικέρ που μνημόνευσε η John Walker κατά τη διαδικασία.
δ )
Δεδομένου ότι ο συντελεστής φορολογίας των αποσταγμάτων είναι σαφώς ανώτερος του ισχύοντος για τους οίνους από οπώρες τύπου λικέρ, όπως προκύπτει από τά πραγματικά περιστατικά που εξέθεσα, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι έχει πράγματι προστατευτικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος. Στις γραπτές της παρατηρήσεις (ιδίως σελίδες 14, 15, 49 και 50) η John Walker υπολόγισε ότι το προστατευτικό αυτό αποτέλεσμα ανέρχεται στο 160% του φόρου επί της λιανικής τιμής εκτός φόρου για το ουίσκυ έναντι του 50 % του φόρου επί της λιανικής τιμής εκτός φόρου για τους οίνους λικέρ. Οι υπολογισμοί αυτοί πάντως περιλαμβάνουν και τη διαφορά ως προς τον ΦΠΑ επί των αποσταγμάτων, αφενός, και επί των οίνων λικέρ, αφετέρου. Τα προδικαστικά ερωτήματα όμως δεν αναφέρονται σ' αυτή τη διαφορά. Αν δεν ληφθεί υπόψη η επίπτωση του ΦΠΑ, η διαφορά ανέρχεται σε 100 % έναντι 50%. Τα αποστάγματα υπόκεινται δηλαδή σε φορολογία δύο φορές βαρύτερη εκείνης που επιβάλλεται στους οίνους από οπώρες του τύπου λικέρ, η διαφορά δε αυτή αντιστοιχεί στη διαφορά ως προς την περιεκτικότητα σε οινόπνευμα.
Για το λόγο αυτό — λαμβανομένης υπόψη και της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 170/78 — νομίζω ότι δεν αποδείχθηκε ο προστατευτικός χαρακτήρας του συντελεστή φορολογίας του ουίσκυ. Θα πρέπει όμως να προστεθούν και άλλοι παράγοντες οι οποίοι δεν αποδεικνύουν, ούτε αυτοί, τον προστατευτικό χαρακτήρα.
Πρώτον, ο εν λόγω φορολογικός συντελεστής επιβάλλεται ο ίδιος και στα εγχώρια και στα εισαγόμενα αποστάγματα. Όπως όμως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία που παρέθεσα η εθνική παραγωγή υπερβαίνει κατά πολύ τις εισαγωγές. Δεύτερον, όπως προκύπτει από τα ίδια αυτά στοιχεία, η εν λόγω παραγωγή είναι επίσης πολύ μεγαλύτερη από την εθνική παραγωγή οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ οπότε τελικά δεν υπάρχει προστασία της εθνικής παραγωγής αλλά το πολύ πολύ προστασία της εθνικής παραγωγής οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ. Αν υποτεθεί ότι επιβάλλεται εσωτερική επιβάρυνση κυρίως και αμέσως όχι μόνο επί των εισαγωγών αλλά και επί σημαντικού μέρους της εθνικής παραγωγής και μάλιστα με τα ίδια κριτήρια, αυτό είναι νομίζω σημαντικό για την εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 95. Τρίτον, από τα στατιστικά στοιχεία δεν προκύπτει ότι υπάρχει σοβαρό προστατευτικό αποτέλεσμα υπέρ της εθνικής παραγωγής οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ. Από τα εν λόγω στοιχεία προκύπτει συγκεκριμένα ότι οι εισαγωγές αποσταγμάτων αυξήθηκαν αισθητά μετά την απόφαση του Δικαστηρίου του 1981. Αυτό ισχύει και για το ουίσκυ, όπως προκύπτει από το παράρτημα IV της απάντησης της δανικής κυβέρνησης στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ίδιες στατιστικές, οι εισαγωγές αποσταγμάτων βρίσκονται στα ίδια επίπεδα με την κατανάλωση οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ και μόνο τα στοιχεία τα σχετικά με το 1983 και 1984 δείχνουν, για τα αποστάγματα εν γένει ( όχι όμως και για το ουίσκυ), μια πιθανή σχέση μεταξύ της πτώσεως των εισαγωγών αποσταγμάτων και της αυξήσεως των πωλήσεων οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ. Η λεπτομερέστερη όμως εξέταση της σχέσης αυτής δεν ενδιαφέρει την υπό κρίση υπόθεση η οποία αφορά αποκλειστικά το ουίσκυ.
ε)
Όσον αφορά ειδικότερα το ουίσκυ Johnnie Walker, από το προαναφερθέν παράρτημα IV προκύπτει ότι οι εισαγωγές μειώνονταν ήδη σταθερά μετά το 1975 καθώς επίσης και μετά την απόφαση του Δικαστηρίου του 1980. Το επιχείρημα που προέβαλε η John Walker κατά τη συζήτηση, ότι δηλαδή η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στο πολύ υψηλό « ad valorem » στοιχείο της δανικής φορολογικής ρύθμισης που επισήμανα ήδη στις προτάσεις μου, μου φαίνεται βάσιμο. Τότε όμως πρόκειται το πολύ πολύ για διάκριση μεταξύ διαφόρων τύπων εισαγόμενου ουίσκυ, πράγμα που δεν νομίζω ότι αφορά την εφαρμογή του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος, ούτε ενδιαφέρει την απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα. Ο παραπέμπων δικαστής δεν διατυπώνει ερώτημα ούτε ως προς αυτό το σημείο ούτε ως προς τη διάκριση του ουίσκυ γενικώς σε σχέση με το φθηνότερο aquavit — λόγω του υψηλού ad valorem στοιχείου στο φόρο αποσταγμάτων — για την οποία κάνει λόγο η John Walker.
στ)
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η βαρύτερη φορολογία των αποσταγμάτων έχει προστατευτικό αποτέλεσμα, ο εν λόγω υψηλότερος συντελεστής δικαιολογείται κατά τη γνώμη μου από θεμιτούς στόχους κοινωνικής πολιτικής στους οποίους αναφέρεται η σκέψη 16 της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 148/77 ( Hansen ). Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο επιχείρημα της δανικής κυβέρνησης το σχετικό με τον περιορισμό της κατανάλωσης ποτών με τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε οινόπνευμα. Εξάλλου όπως προανέφερα το περιοριστικό αυτό της κατανάλωσης αποτέλεσμα, συνολικώς θεωρούμενο ( και σύμφωνα με τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η John Walker), είναι σαφώς ανάλογο της υψηλής περιεκτικότητας σε οινόπνευμα και δεν πρέπει να θεωρηθεί ως υπερβολικό σε σχέση με το ουίσκυ. Εν προκειμένω μπορούμε λοιπόν να αντιπαρέλθουμε το ερώτημα κατά πόσο η αναλογικώς βαρύτερη φορολογία των αποσταγμάτων ( εκφραζόμενη σε ποσοστό επί της λιανικής τιμής εκτός φόρου) μπορεί να δικαιολογηθεί από τους εν λόγω στόχους κοινωνικής πολιτικής.
ζ )
Όσον αφορά το τρίτο από τα υποβληθέντα ερωτήματα νομίζω ότι δεν ευσταθεί η αναφορά της δανικής κυβέρνησης στις αποφάσεις του Δικαστηρίου του 1981 στις υποθέσεις Chemiai Farmaceutici και Vinal για τους λόγους που ανέφερα ήδη αναλύοντας τις. Βάσει αυτών των αποφάσεων και των αρχών της κοινής γεωργικής πολιτικής δεν δικαιολογείται η έμμεση προστασία των εγχώριων γεωργικών προϊόντων εις βάρος των γεωργικών προϊόντων άλλων κρατών μελών μέσω της διαφοροποιημένης φορολογίας των αλκοολούχων ποτών που παρασκευάζονται από τα εν λόγω γεωργικά προϊόντα. Το σημείο αυτό όμως, σύμφωνα με τους λόγους που ανέφερα, μου φαίνεται σημαντικό για τη διαφορά ως προς τη φορολογία μεταξύ των οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ και των οίνων από σταφύλια του τύπου λικέρ όχι όμως και για τη διαφορά ως προς τη φορολογία μεταξύ του ουίσκυ και των οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ.
η )
Τελικώς προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα κατά την εξής έννοια:
1 )
Το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι το σκοτσέζικο ουίσκυ και οι οίνοι από οπώρες του τόπου λικέρ όπως ορίζονται στο νόμο και στο παράρτημα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης.
2 )
Το άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι, υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στο πρώτο ερώτημα, χωρεί μεν σύγκριση μεταξύ του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στο σκοτσέζικο ουίσκυ και του επιβαλλομένου στους οίνους από οπώρες του τύπου λικέρ, δεν συντρέχει όμως παράβαση της εν λόγω διάταξης όταν οι εν λόγω ειδικοί φόροι κατανάλωσης εμφανίζουν, στο επίπεδο της λιανικής τιμής εκτός φόρου των συγκεκριμένων προϊόντων, σχέση αναλογίας προς την περιεκτικότητα σε οινόπνευμα των εν λόγω ποτών.
3 )
Η επιθυμία παροχής στους οπωροπαραγωγούς, που εργάζονται υπό δυσχερείς ως προς την πώληση συνθήκες, μεγαλύτερων δυνατοτήτων πωλήσεως των προϊόντων τους δεν μπορεί καθαυτή να δικαιολογήσει μέτρα που εισάγουν διακρίσεις ή παρέχουν προστασία εις βάρος των ανταγωνιστικών γεωργικών προϊόντων τα οποία παρασκευάζονται κυρίως ή αποκλειστικώς σε άλλα κράτη μέλη ή εις βάρος ποτών τα οποία παρασκευάζονται με βάση τα εν λόγω προϊόντα. Για την απάντηση στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να καταλήξει σε άλλα συμπεράσματα.
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy