ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της2ας Μαΐου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων προβλέπει:
« Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται βάσει ρυθμίσεως που θεσπίζεται με κοινή συμφωνία των οργάνων των Κοινοτήτων, κατόπιν γνώμης της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο υπάλληλος καλύπτεται από την ημέρα αναλήψεως της υπηρεσίας κατά των κινδύνων επαγγελματικών ασθενειών και των κινδύνων ατυχημάτων ».
Η ρύθμιση περί ασφαλίσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά των κινδύνων ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών ( « κανόνες περί ασφαλίσεως » ) ορίζουν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 73, υπό ποίους όρους οι υπάλληλοι καλύπτονται σε ολόκληρο τον κόσμο κατά των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας. Το άρθρο 3 της ρυθμίσεως αυτής προβλέπει:
« 1 )
Οι ασθένειες που αναφέρονται στον “ ευρωπαϊκό πίνακα επαγγελματικών ασθενειών” ο οποίος προσαρτάται στην από 23 Ιουλίου 1962 σύσταση της Επιτροπής ( JO 1962 80, σ. 2188/62 ) και σε οποιαδήποτε άλλη προσθήκη της εν λόγω συστάσεως θεωρούνται επαγγελματικές ασθένειες εφόσον ο υπάλληλος εκτέθηκε στον κίνδυνο προσβολής από αυτές κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
2)
Οποιαδήποτε ασθένεια ή επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας που δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο 1 θεωρείται επίσης επαγγελματική ασθένεια εφόσον αποδεικνύεται επαρκώς ότι η ασθένεια ή η επιδείνωση προέκυψε κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως από τον υπάλληλο των καθηκόντων του στις Κοινότητες. »
Την απόφαση για το αν μια ασθένεια είναι επαγγελματική λαμβάνει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή βάσει των πορισμάτων του ιατρού που έχει ορίσει το όργανο, μόνο όμως αφού κοινοποιηθεί στον υπάλληλο το εν λόγω πόρισμα και το σχέδιο αποφάσεως. Ο υπάλληλος έχει το δικαίωμα να ζητήσει το διορισμό ιατρικής επιτροπής αποτελούμενης από τρεις ιατρούς, τον ένα των οποίων επιλέγει ο ίδιος ( άρθρα 19,21 και 23 της ρυθμίσεως ).
Με σύμβαση της 28ης Ιανουαρίου 1977 μεταξύ των κοινοτικών οργάνων, αφενός, και της SA Royale belge καθώς και των άλλων ασφαλιστικών εταιριών τις οποίες εκπροσωπεί στην υπό κρίση υπόθεση, αφετέρου, συμφωνήθηκε ότι οι ασφαλιστικές εταιρίες θα καλύπτουν τις χρηματικές οφειλές οι οποίες απορρέουν από τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν οι Κοινότητες σχετικά με επαγγελματικές ασθένειες και ατυχήματα που πλήττουν πρόσωπα επί των οποίων εφαρμόζονται το άρθρο 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και οι κανόνες που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή του. Κατά το άρθρο 3.3 της συμβάσεως, το σχέδιο αποφάσεως που είναι δυνατό να οδηγήσει σε καταβολή χρημάτων επιδεικνύεται στους ασφαλιστές πριν αποσταλεί στους αιτούντες κατά τις συμφωνηθείσες διαδικασίες. Το άρθρο 5 της συμβάσεως προβλέπει ότι κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων μπορεί να υποβληθεί στο Δικαστήριο (δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΟΚ). Οι ασφαλιστές συμφωνούν πάντως να μην ακολουθήσουν αυτή την οδό ως προς ζητήματα ιατρικής φύσεως εφόσον η απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ως προς τα χρηματικά δικαιώματα του αιτούντος συμφωνεί με τα πορίσματα του ιατρού τον οποίο έχουν εγκρίνει οι ασφαλιστές ή της ιατρικής επιτροπής που έχει οριστεί δυνάμει του άρθρου 23 των κανόνων. Ούτε στους κανόνες αυτούς ούτε στη σύμβαση προβλέπεται ρητά ότι οι ασφαλιστές μπορούν να ζητήσουν να εξεταστεί ιατρικώς ο αιτών από τον δικό τους ιατρό ή να παραπεμφθεί η υπόθεση σε ιατρική επιτροπή πριν ληφθεί η απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.
Την αφετηρία της διαφοράς αποτελεί η ασθένεια ενός υπαλλήλου της Επιτροπής τον οποίο θα αναφέρω ως Χ. Ο τελευταίος εισήλθε στην υπηρεσία της Euratom το 1962 και της ΕΟΚ το 1964, ως επικουρικός υπάλληλος. Το 1968 από επικουρικός υπάλληλος της κατηγορίας Α Ι έγινε έκτακτος υπάλληλος της κατηγορίας Β1. Από τον Ιανουάριο μέχρι το Δεκέμβριο του 1972 διετέλεσε και πάλι επικουρικός υπάλληλος της κατηγορίας Α Ι. Τον Ιανουάριο 1973 προσελήφθη με σύμβαση ως έκτακτος υπάλληλος με το βαθμό Α 6, κλιμάκιο 3. Αργότερα το 1973 ονομάστηκε δόκιμος υπάλληλος με τον ίδιο βαθμό και το ίδιο κλιμάκιο και τελικά, μόνιμος υπάλληλος στον ίδιο βαθμό και κλιμάκιο από 1ης Απριλίου 1974. Από τον Ιούλιο 1981 και εξής προκύπτει ότι το οικείο όργανο έπαυσε να του αναθέτει εργασία και δεν συντάχθηκαν πλέον περιοδικές εκθέσεις κρίσης γι' αυτόν.
Με έγγραφο της 19ης Μαίου 1982 ο Χ υπέβαλε αίτηση δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και των κανόνων περί ασφαλίσεως επικαλούμενος επαγγελματική ασθένεια. Αρχικά εξετάστηκε από ιατρό που όρισε η Επιτροπή που διέγνωσε ότι υπέφερε, μεταξύ άλλων, από κατάθλιψη και αστάθεια. Η αβεβαιότητα στην επαγγελματική του σταδιοδρομία είχε σαφώς επηρεάσει τη ζωή του. Ο εν λόγω ιατρός πρότεινε να εξεταστεί ο ασθενής από ψυχίατρο. Με έγγραφο της 15ης Ιουλίου 1982 η Επιτροπή ζήτησε από την καθηγήτρια Duret-Cosyns, ειδική στις ψυχοσωματικές ασθένειες, να εξετάσει τον αιτούντα. Η διάγνωση της ήταν η εξής: ο Χ πάσχει από κατάθλιψη από το 1968. Η κατάσταση αυτή αποδόθηκε ρητά από τους διάφορους ιατρούς του στην επαγγελματική ανασφάλεια που αντικειμενικά υπήρξε έντονη και αποθαρρυντική. Ο διορισμός του ως μονίμου υπαλλήλου το 1974 θα μπορούσε να έχει τερματίσει τις ενοχλήσεις του, καίτοι υπήρχε η απογοήτευση ότι δεν κατέλαβε θέση του επιπέδου που επιδίωκε, αν είχε γίνει σε « ευθετότερο χρόνο », δυστυχώς όμως η αγχώδης αντιδραστική κατάθλιψη είχε προφανώς σταθεροποιηθεί εν τω μεταξύ. Η ιατρός έκρινε, κατά το χρόνο της συντάξεως της εκθέσεως της ότι η κατάσταση του Χ ήταν πάρα πολύ σοβαρή: εκτός από τη βασική κατάθλιψη που ελεγχόταν εν μέρει με τα φάρμακα που έπαιρνε ο Χ, δηλαδή αντικαταθλιπτικά και αγχολυτικά, ο τελευταίος υπέφερε από χρόνια διάρροια. Επιπλέον παρουσίαζε διαταραχές ιδεοληπτικής φύσεως (επαναληπτικές πράξεις, έμμονες ιδέες, περίπλοκο τελετουργικό για κάθε κίνηση ) που τον καθιστούσαν απολύτως ανίκανο προς εργασία. Κατά την άποψη της ιατρού, τη νευρωτικού τύπου επιδείνωση αυτή είχε προκαλέσει η αναγκαστική απραξία του Χ που χρονολογείται από τον Ιούλιο 1981. Το πόρισμα της ιατρού ήταν ότι η ασθένεια του Χ, που συνίσταται σε χρόνια αντιδραστική κατάθλιψη, που περιπλέκεται λόγω πολλαπλών λειτουργικών διαταραχών και επιδεινώνεται λόγω ιδεοληπτικής νευρώσεως, πρέπει να θεωρηθεί ως ασθένεια επαγγελματικής αιτιότητας. Κατά τη γνωμάτευση της ιατρού η αναπηρία του Χ ήταν ολική, δηλαδή ποσοστού 100 ο/ο.
Στις 18 Δεκεμβρίου 1982 η ιατρός Duret-Cosyns απήντησε στο από 9 Δεκεμβρίου 1982 έγγραφο του Reynier, με το οποίο η Επιτροπή ζητούσε περισσότερες πληροφορίες σε ειδικότερα θέματα. Η ιατρός αναφέρει:
« 1 )
Η ολική αναπηρία ποσοστού 100 % προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, από την ανίατη φρενοβλάβεια του Χ που προκλήθηκε λόγω της παρατεταμένης, επιβαρυντικής και αποθαρρυντικής επαγγελματικής ανασφάλειας στην οποία βρέθηκε και λόγω της πλήρους αναγκαστικής απραξίας που προκάλεσε μια διαδικασία νευρωτικής επιδείνωσης η οποία είναι άκρως σοβαρή σε άνδρα της ηλικίας του.
2)
Δεν νομίζω ότι, στην ολική αναπηρία ποσοστού 100 %, υπεισέρχονται εξωτερικοί ή προσωπικοί παράγοντες. Κανένας τέτοιος παράγων δεν προκύπτει ούτε από τον ιατρικό του φάκελο, όπως αναφέρεται σαφώς στη σελίδα 2 της εκθέσεως μου ούτε από την άκρως λεπτομερή εξέταση στην οποία υπέβαλα τον πάσχοντα.
3)
Η αναπηρία είναι ολική. Οι προοπτικές είναι τελείως αρνητικές δεδομένου ότι πρόκειται για ανίανη φρενοβλάβεια όπως αναφέρω στην παράγραφο 1. Σχετικώς επαναλαμβάνω ότι πρόκειται για ασθένεια που άρχισε να εξελίσσεται πριν από 14 χρόνια και ότι υπήρξε σημαντική επιδείνωση μετά το 1981. Εξάλλου, λόγω του τύπου της παθολογίας και δεδομένου ότι πρόκειται για ανίατη ασθένεια, δεν νομίζω ότι μπορεί να προκύψει καμιά βελτίωση όταν ο Χ δεν θα βρίσκεται πλέον στο παρόν εργασιακό του περιβάλλον. »
Καίτοι ο εκπρόσωπος των ασφαλιστών, όταν έλαβε γνώση της εκθέσεως της ιατρού Duret-Cosyns, πληροφόρησε την Επιτροπή στις 22 Δεκεμβρίου 1982 ότι οι ασφαλιστές δεν δέχονται ότι η ασθένεια του Χ είναι επαγγελματική, φαίνεται ότι οι ασφαλιστές δεν ζήτησαν να ορίσουν ιατρό προκειμένου να εξετάσει τον Χ.
Την 1η Ιουλίου 1983 η Επιτροπή διαβίβασε στον Χ σχέδιο αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 21 των κανόνων περί ασφαλίσεως, με την οποία κρίνεται ότι μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 73 και των κανόνων περί ασφαλίσεως και ότι η ασθένεια του αναγνωρίστηκε, σ' αυτό το πλαίσιο, ως επαγγελματική ασθένεια. Το σχέδιο αποφάσεως καθόρισε το βαθμό μόνιμης αναπηρίας του σε 100 % από την ημερομηνία κατά την οποία προέκυψε για πρώτη φορά η ανικανότητα του προς εργασία, δηλαδή από 21 Ιουνίου 1973. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 73, παράγραφος 2 β), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως το σχέδιο αποφάσεως πρόβλεπε ότι θα του καταβαλλόταν εφάπαξ ποσό 4352040 βελγικών φράγκων. Το ποσό αυτό του κατεβλήθη στις 23 Αυγούστου 1983. Με έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1983 η Επιτροπή ζήτησε από την ασφαλιστική εταιρία Royale Belge να την καλύψει για το εν λόγω ποσό εις εκτέλεση της από 28 Ιανουαρίου 1977 μεταξύ τους σύμβασης ασφαλίσεως. Με έγγραφο της 13ης Δεκεμβρίου 1983 η Royale Belge αρνήθηκε.
Η εναγομένη δεν αμφισβητεί τον υπολογισμό του ποσού που καταβλήθηκε στον Χ αλλά ισχυρίζεται ότι δυνάμει του άρθρου 1 ( 1 ) της σύμβασης ασφαλίσεως δεν υποχρεούται να καλύψει την Επιτροπή για το εν λόγω ποσό δεδομένου ότι η τελευταία δεν όφειλε να το καταβάλει στον Χ δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως διότι η ασθένεια του Χ δεν ήταν « επαγγελματική ασθένεια » κατά την έννοια του κανονισμού.
Η εναγομένη προσέβαλε δύο ισχυρισμούς ως προς τον ορισμό της « επαγγελματικής ασθένειας ». Ισχυρίζεται πρώτον ότι για να συντρέχει « επαγγελματική ασθένεια » κατά την έννοια του άρθρου 3(2) των κανόνων πρέπει να αποδεικνύεται επαρκώς 1 ) ότι η ασθένεια ή η επιδείνωση ασθένειας προκλήθηκε από την επαγγελματική δραστηριότητα του υπαλλήλου ή με άλλα λόγια ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της ασθένειας και της απασχόλησης, και 2) ότι υπάρχει επαρκώς άμεση σχέση μεταξύ της ασθένειας, αφενός, και, αφετέρου, του ειδικού και συνήθους κινδύνου που είναι συμφυής στα καθήκοντα που εκτελούσε ο υπάλληλος. Η εναγόμενη επικαλείται σχετικώς τη νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση 257/81, Κ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 1, συγκεκριμένα σκέψη 20 της απόφασης, σ. 12 και προτάσεις σσ. 17-18, υπόθεση 189/82, Seingry κατά Συμβουλίου, απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1984, συγκεκριμένα σκέψεις 16 και 17 και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Roemer στην υπόθεση 29/71, Vellozzi κατά Επιτροπής, ECR 1972, σ. 513, συγκεκριμένα σ. 523. Η εναγόμενη συνοψίζει την εν λόγω νομολογία παρατηρώντας ότι « επαγγελματική ασθένεια » υπάρχει μόνο όταν υπάρχει απασχόληση ή εκτελούνται καθήκοντα, που δημιουργούν τον κίνδυνο της ασθένειας από την οποία πάσχει το μέλος του προσωπικού, κίνδυνο ο οποίος υπερβαίνει εκείνο στον οποίο είναι εκτεθειμένος ο εν γένει πληθυσμός.
Η εναγόμενη ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι το άρθρο 3(2) των ασφαλιστικών κανόνων δεν θα πρέπει να επεκταθεί υπερβολικά. Παρατηρεί ότι το άρθρο 3 ( 1 ), το οποίο αναφέρεται στον « ευρωπαϊκό πίνακα επαγγελματικών ασθενειών » που προσαρτάται στην από 23 Ιουλίου 1962 σύσταση της Επιτροπής, αποτελεί τη βασική διάταξη, το δε άρθρο 3(2) απλώς σκοπεί να προλάβει τις δυσχέρειες που ανακύπτουν από τα αναπόφευκτα κενά του πίνακα, επιτρέποντας στο θύμα να αποδείξει την επαγγελματική προέλευση οποιασδήποτε ασθένειας που δεν αναφέρεται στον πίνακα. Ωστόσο το άρθρο 3(2) πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 3(1) το οποίο θέτει το βασικό κανόνα, πρέπει δε να εφαρμόζεται μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις. 'Ετσι, παρά τη ρητή διατύπωση του άρθρου 3 ( 2 ), η εναγόμενη υποστηρίζει ότι δεν αρκεί να αποδεικνύεται ότι η ασθένεια προέκυψε ή επιδεινώθηκε κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του υπαλλήλου. Πρέπει να ερευνάται περαιτέρω 1 ) αν τα καθήκοντα αυτά δημιουργούν αναπόφευκτα καθαυτά ή λόγω του ανθυγιεινού περιβάλλοντος στο οποίο πρέπει να ασκούνται τον κίνδυνο προσβολής από ορισμένη ασθένεια και 2 ) αν ο κίνδυνος αυτός πράγματι επήλθε. Ο δεύτερος αυτός ισχυρισμός στηρίζεται στη διατύπωση των από 23 Ιουλίου 1962 και 20 Ιουλίου 1966 συστάσεων της Επιτροπής (66/462· JO 1966, σ. 2996/66).
Τέλος, η εναγόμενη εξετάζει τη συγκεκριμένη περίπτωση του Χ και ισχυρίζεται ότι η ασθένεια από την οποία πάσχει δεν μπορεί να θεωρηθεί ως « επαγγελματική ασθένεια » κατά την έννοια του άρθρου 3(2) των ασφαλιστικών κανόνων διότι δεν προκλήθηκε από την επαγγελματική του ζωή. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο κίνδυνος της ασθένειας από την οποία πάσχει ο Χ δεν είναι συμφυής στην εργασία του· στην πραγματικότητα πρόκειται για ασθένεια που προέκυψε από την κακή προσαρμογή του Χ προς τη θέση του.
Σχετικά με τον πρώτο από τους ισχυρισμούς αυτούς η Επιτροπή προβάλλει ότι οι υποθέσεις Κ. κατά Συμβουλίου και Vellozzi κατά Επιτροπής είναι άσχετες και ότι η απόφαση στην υπόθεση Seingry κατά Συμβουλίου, συγκεκριμένα σκέψεις 18 και 22 απορρίπτουν σιωπηρώς το επιχείρημα της εναγόμενης ότι ο κίνδυνος της ασθένειας πρέπει να συνδέεται με την ίδια την απασχόληση ή με το περιβάλλον στο οποίο ασκείται. Η Επιτροπή επικαλείται τη διατύπωση του άρθρου 3(2) ( « οποιαδήποτε ασθένεια ή επιδείνωση... » ) ισχυριζόμενη ότι οποιαδήποτε ασθένεια μπορεί να χαρακτηριστεί ως επαγγελματική εφόσον αποδεικνύεται η αιτιώδης συνάφεια με τα εκτελούμενα καθήκοντα. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αυτό επιρρωνύεται από το γεγονός ότι το παράρτημα των ασφαλιστικών κανόνων αναφέρει ρητά την ανίατη φρενοβλάβεια, ενώ δεν υπάρχουν συγκεκριμένα καθήκοντα στις Κοινότητες που ενέχουν τον κίνδυνο ψυχικών διαταραχών λόγω του ασυνήθιστα παθογόνου περιβάλλοντος. Περαιτέρω η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο πρώτος ισχυρισμός της εναγόμενης θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα ότι οι υπάλληλοι που εκτελούν διοικητικά καθήκοντα οι οποίοι αποτελούν και τη μεγάλη πλειοψηφία των καλυπτομένων από την ασφάλεια προσώπων δεν θα μπορούσαν ποτέ να θεωρηθούν ότι πάσχουν από επαγγελματική ασθένεια.
Η Επιτροπή απαντά στο δεύτερο ισχυρισμό της εναγομένης παρατηρώντας ότι το άρθρο 3 (2) είναι απολύτως σαφές και επομένως δεν πρέπει να ερμηνεύεται βάσει των συστάσεων της Επιτροπής του 1962 και του 1966. Ούτε, εξάλλου, πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 3 ( 1 ). Οι δύο παράγραφοι θέτουν χωριστούς κανόνες. Δυνάμει της παραγράφου 1, το δικαίωμα προς αποζημίωση γεννάται σχεδόν αυτομάτως, μόλις ο υπάλληλος αποδείξει ότι πάσχει από ασθένεια που αναφέρεται στον πίνακα. Η εναγόμενη επιχειρεί να προσθέσει μια επιπλέον προϋπόθεση στην παράγραφο 2, ότι δηλαδή ο κίνδυνος πρέπει να είναι συμφυής στα καθήκοντα, η προϋπόθεση όμως αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στη διατύπωση της παραγράφου 2. Στο πλαίσιο της παραγράφου αυτής αρκεί να αποδεικνύεται α ) ότι ο αιτών πάσχει από ασθένεια και β ) ότι η ασθένεια προκλήθηκε από την απασχόληση του. Εν προκειμένω οι επιστολές της δρ. Duret-Cosyns αποδεικνύουν ότι η ιατρός διαπίστωσε ότι η ασθένεια του Χ προκλήθηκε από την επαγγελματική ζωή του και ότι αποτελεί επομένως « επαγγελματική ασθένεια » κατά την έννοια του άρθρου 3(2) των ασφαλιστικών κανόνων. Αυτό αρκεί.
Κατά την άποψη μου, είναι σαφές ότι μια αίτηση δεν μπορεί να ευδοκιμήσει βάσει του άρθρου 3(1) εκτός αν η ασθένεια από την οποία πάσχει ο αιτών περιλαμβάνεται στο σχετικό πίνακα και εκτός αν αποδειχθεί ότι εκτέθηκε στον κίνδυνο προσβολής από την ασθένεια αυτή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η παράγραφος 2 του άρθρου διαμορφώνεται επί διαφορετικής βάσεως. Καλύπτει « οποιαδήποτε » ασθένεια ή επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας η οποία, αποδεικνύεται σαφώς ότι, « προέκυψε κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του υπαλλήλου στις Κοινότητες ». Ενδέχεται — και αυτό αφορά την ιατρική επιστήμη — να μη μπορεί ποτέ να αποδειχτεί ότι ορισμένες ασθένειες προκλήθηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο. Σ' αυτή την περίπτωση οι ασθένειες αυτές αποκλείονται πάντα. Άλλες ασθένειες είναι ίσως πιθανόν να προκλήθηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο, βάσει όμως των πραγματικών περιστατικών δεν μπορεί ενδεχομένως να αποδειχτεί επαρκώς ότι πράγματι έτσι προκλήθηκαν. Στην περίπτωση αυτή ο αιτών αποτυγχάνει. Ωστόσο αντίθετα με όσα ισχυρίζεται η εναγόμενη, ο αιτών δεν έχει καμιά a priori υποχρέωση να αποδείξει ότι υπάρχει συγκεκριμένος κίνδυνος συμφυής στα καθήκοντα που ασκεί ο υπάλληλος. Το μόνο ζήτημα είναι ότι η ασθένεια προκαλείται « κατά την » ή « επ' ευκαιρία της » εκτελέσεως των εν λόγω καθηκόντων. Αν αυτό αποδειχτεί ο αιτών επιτυγχάνει. Δεν νομίζω ότι πρέπει να περιορίζεται η έκταση του σαφώς διατυπούμενου άρθρου 3 ( 2 ) ( που δεν αναφέρεται στη συμφυή πιθανότητα ή δυνατότητα προκλήσεως ασθένειας) με την αναφορά στις συστάσεις της Επιτροπής τις οποίες επικαλείται η εναγόμενη.
Σχετικά με το πρώτο αυτό επιχείρημα δεν νομίζω ότι η εναγόμενη βρίσκει έρεισμα στις υποθέσεις που επικαλείται. Οι παρατηρήσεις του γενικού εισαγγελέα Roemer στην υπόθεση Vellozzi ( σ. 523 ) διατυπώθηκαν πριν από τη θέσπιση των εν προκειμένω επίδικων ασφαλιστικών κανόνων. Όσον αφορά την υπόθεση 257/81, Κ. κατά Συμβουλίου, πρώτον, στη σκέψη 10 της απόφασης αναφέρεται ρητά ότι « οι προαναφερθέντες κανόνες δεν αφορούν την παρούσα περίπτωση » : η υπόθεση αφορούσε αίτηση για σύνταξη αναπηρίας δυνάμει του άρθρου 78 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Δεύτερον, η υπόθεση αφορούσε κυρίως τη σχετική με την εν λόγω αίτηση διαδικασία, καίτοι δε το Δικαστήριο αναφέρεται στην επαγγελματική ασθένεια, στη σκέψη 20 της αποφάσεώς του, ο ορισμός της « επαγγελματικής ασθένειας » δεν ήταν επίδικος. Τέλος, όσον αφορά την υπόθεση 189/82, Seingry, οι σκέψεις 16 και 17 τις οποίες επικαλείται η εναγόμενη ενδιαφέρουν ολιγότερο το επίδικο ζήτημα από τη σκέψη 22, στην οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι η ιατρική επιτροπή οφείλει « να εξετάσει κατά πόσο η καρδιακή κρίση που υπήρξε μοιραία για τον Seingry συνιστούσε επιδείνωση προϋπάρχουσας πάθησης και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης αν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι η επιδείνωση αυτή προήλθε κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του αποβιώσαντος υπαλλήλου ».
Ο δεύτερος ισχυρισμός της εναγόμενης είναι και αυτός αλυσιτελής. Ενόψει της διατύπωσης « οποιαδήποτε ασθένεια... που δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα, στον οποίο αναφέρεται» το άρθρο 3(1), δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 3(2) πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 3 ( 1 ) ή με τον πίνακα. Αντιθέτως, ορίζεται ρητά ότι « οποιαδήποτε » ασθένεια μπορεί να χαρακτηριστεί επαγγελματική αν πληροί την προϋπόθεση που τίθεται. Όπως ορθά ισχυρίστηκε η Επιτροπή, το άρθρο 3(2) αποτελεί χωριστή διάταξη που ανοίγει διαφορετικό από το άρθρο 3(1) δρόμο για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος.
Το ουσιώδες ερώτημα εν προκειμένω είναι αν πράγματι « αποδεικνύεται επαρκώς » ότι η ασθένεια από την οποία πάσχει ο Χ προκλήθηκε κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του.
Είναι σαφές ότι η Επιτροπή ενήργησε βάσει της γνωμάτευσης που διατύπωσε η εμπειρογνώμων δρ. Duret-Cosyns με τις δύο εκθέσεις της, δεδομένου ότι ο αιτών δεν ζήτησε τη συγκρότηση ιατρικής επιτροπής δυνάμει του άρθρου 23 των ασφαλιστικών κανόνων, οι δε ασφαλιστές δεν ζήτησαν τη χωριστή εξέταση του. Οι εν λόγω εκθέσεις είναι σαφέστατες. Η ασθένεια ήταν επαγγελματικής προέλευσης και προέκυψε από την παρατεταμένη, αγχώδη και αποθαρρυντική επαγγελματική αστάθεια, υπό το κράτος της οποίας αναγκάστηκε να διατελεί ο παθών, χωρίς τη συνδρομή εξωτερικών ή προσωπικών παραγόντων.
Δεν νομίζω ότι μπορεί να λεχθεί εν προκειμένω ότι δεν δόθηκαν στην εμπειρογνώμονα επαρκείς ενδείξεις ως προς τα καθήκοντά της. Της τέθηκε το κατάλληλο ερώτημα, οι πτυχές του οποίου επιζητήθηκε να διευκρινιστούν.
Ούτε εξάλλου μπορεί να υποστηριχθεί βάσει των εκθέσεων της ότι επελήφθη των καθηκόντων της κατά τρόπο νομικώς πεπλανημένο. Δύο δυνατότητες υπάρχουν. Η μία είναι ότι η ασθένεια ή η επιδείνωση προέκυψε « κατά την άσκηση» των καθηκόντων η άλλη είναι ότι προέκυψε « επ' ευκαιρία » της ασκήσεως των καθηκόντων. Και οι δύο διάδικοι δέχονται ότι η φράση στο γαλλικό κείμενο των κανόνων « εφόσον αποδεικνύεται επαρκώς ότι προήλθε... επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων » έχει αιτιολογική ή μάλλον χρονική σημασία. 'Εχει την ίδια έννοια όπως και η έκφραση « in connection with » του αγγλικού κειμένου, καίτοι νομίζω ότι το γερμανικό κείμενο « anläßlich der Ausübung des Dienstes » επιδέχεται διαφορετική ερμηνεία. Η έκφραση « in connection with » είναι σαφώς ευρύτερη από την έκφραση « in the course of » καίτοι πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ασθένειας και των δραστηριοτήτων. Η παρατεταμένη αστάθεια και απογοήτευση που προκάλεσαν την ασθένεια συνδέονταν με την εργασία, η δε επιδείνωση που επήλθε μετά το 1981 προέκυψε από το ότι δεν ανατέθηκε στον Χ καμιά ή σχεδόν καμιά εργασία. Είναι, νομίζω, αδύνατο να υποστηριχθεί ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η ασθένεια ή επιδείνωση ασθένειας που προκλήθηκε από το ότι δεν του ανατέθηκε εργασία, διότι αυτό δεν αποτελεί « άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου ». Η υποχρέωση του δυνάμει της σχέσης εργασίας του ήταν να είναι διαθέσιμος προς εκτέλεση της αντίστοιχης με τη θέση του εργασίας που θα του ανέθεταν. Το να υποχρεούται κάποιος να είναι διαθέσιμος, έστω και αν δεν εργάζεται, μπορεί να αποτελεί άσκηση των καθηκόντων για τους σκοπούς του άρθρου 3 των κανόνων.
Κατά την άποψη μου το κύρος της γνωμάτευσης της ιατρού δεν θίγεται από τυχόν κακή ενημέρωση ως προς τα σχετικά ζητήματα. Η ιατρική της γνωμάτευση είναι κρίσιμη ως προς την ύπαρξη της ασθένειας, την αιτιώδη σχέση της με την άσκηση των καθηκόντων του Χ και την έκταση της αναπηρίας. Επομένως η εναγόμενη δεν είχε το δικαίωμα να αρνηθεί να αποζημιώσει την Επιτροπή για το ποσό που κατέβαλε στον Χ δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Η Επιτροπή ζητεί επίσης τόκους από 23 Αυγούστου 1983 δηλαδή από την ημερομηνία της καταβολής στον Χ του ποσού που προβλέπει το άρθρο 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Στη σύμβαση ασφαλίσεως δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά διάταξη περί τόκων. Ωστόσο η Επιτροπή ζήτησε από την εναγόμενη να την αποζημιώσει μόλις στις 30 Νοεμβρίου 1983. Έχω τη γνώμη ότι ως αφετηρία για τον υπολογισμό των τόκων πρέπει να ληφθεί η 30ής Νοεμβρίου 1983. Προς το παρόν η πρακτική του Δικαστηρίου είναι να επιδικάζει τόκους προς 6 %, καίτοι κατά τη γνώμη μου, το επιτόκιο θα πρέπει να αυξηθεί, υπό τις παρούσες συνθήκες, σε 8 %.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η άποψη μου είναι ότι η Société anonyme Royale belge, ενεργούσα ιδίω ονόματι και για λογαριασμό άλλων εταιριών οι οποίες υπέγραψαν την από 28 Ιανουαρίου 1977 σύμβαση ασφαλίσεως, οφείλει να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 4352040 βελγικών φράγκων εντόκως προς 6% από 30ής Νοεμβρίου 1983.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy