ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 2ας Ιουλίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεάρε,
Κύριοι δικαστές,
Η παρούσα δίκη αφορά τρία προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το ιταλικό Corte suprema di cassazione ως προς την ερμηνεία του άρθρου 39 της Σύμβασης για τη διεθνή δικαιοδοσία και εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
Συνοψίζω το ιστορικό της υπόθεσης.
Το 1979, το δικαστήριο της Breda των Κάτω Χωρών καταδίκασε τους Capelloni και Aquilini, να καταβάλουν στον Pelkmans το ποσό των 127400 HFL, πλέον τόκων και άλλων κατά νόμο εξόδων. Το Εφετείο της Brescia εξέδωσε στη συνέχεια υπέρ του Pelkmans απόφαση για την περιαφή του εκτελεστήριου τύπου στην Ιταλία. Κατά της αποφάσεως αυτής οι καθών η εκτέλεση διάδικοι άσκησαν προσφυγή βάσει του άρθρου 36 της Σύμβασης.
Το επόμενο βήμα του Pelkmans ήταν να ζητήσει τη δυνάμει του άρθρου 39 έκδοση αποφάσεως που να επιτρέπει τη συντηρητική κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας των Capelloni και Aquilini. Ακολούθησε η κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχείων. Στη συνέχεια, ο Pelkmans ζήτησε επικύρωση των ασφαλιστικών μέτρων βάσει της προβλεπόμενης από το ιταλικό δίκαω διαδικασίας και την απόρριψη της προσφυγής των καθών η εκτέλεση.
Οι καθών η προσφυγή άσκησαν ανακοπή κατά της αιτήσεως για επικύρωση της απόφασης περί κατασχέσεως, της οποίας ζήτησαν την ανάκληση. Το Εφετείο έκρινε απαράδεκτη την αίτηση του Pelkmans, απορρίπτοντας συγχρόνως και τα αιτήματα των Capelloni και Aquilini, χωρίς πάντως να αποφανθεί επί της προσφυγής κατά της αποφάσεως που επιτρέπει την εκτέλεση. Κατά της αποφάσεως αυτής οι Capelloni και Aquilini άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Corte di cassazione, ακολούθως δε ο Pelkmans άσκησε το ένδικο μέσο του contro ricorso.
Τα ερωτήματα που υπέβαλε το Corte suprema di cassazione είναι τα ακόλουθα:
« 1)
Τα ασφαλιστικά μέτρα επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, τα οποία μπορούν να ληφθούν μετά την άσκηση εκ μέρους του προσφυγής κατά της αποφάσεως περιαφής του εκτελεστήριου τύπου στις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, διέπονται από τους δικονομικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου, όσον αφορά τις λεπτομέρειες εφαρμογής τους, τις προϋποθέσεις που αφορούν το κύρος τους και τις έννομες συνέπειες τους, ή τα κράτη που έχουν προσχωρήσει στη Σύμβαση των Βρυξελλών είχαν την πρόθεση να θεσπίσουν ενιαίο νομοθετικό κείμενο, ομοιόμορφο σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη, προορισμένο να διασφαλίσει medio tempore την απαγόρευση διαθέσεως εκ μέρους του οφειλέτη των περιουσιακών του στοιχείων, σκοπό που ικανοποιείται με την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης μετά την απόρριψη της κατά το άρθρο 37 της Σύμβασης των Βρυξελλών ασκηθείσας προσφυγής, χωρίς να απαιτείται ειδική απόφαση επικυρώσεως της αποφάσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων;
2)
Μολονότι η εκδοθείσα σε αλλοδαπό κράτος απόφαση έχει ήδη κηρυχθεί εκτελεστή σε συμβαλλόμενο κράτος, είναι αναγκαία, προκειμένου να καταστεί δυνατή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων επί της περιουσίας του διαδίκου, κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, η έκδοση αποφάσεως που παρέχει άδεια από την ίδια δικαστική αρχή ή, αντιθέτως, ο αιτών τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να προβεί απευθείας στη λήψη τους, χωρίς να απαιτείται ειδική άδεια;
3)
Στις περιπτώσεις που διέπονται από το άρθρο 39 της Σύμβασης των Βρυξελλών, εφαρμόζονται επίσης οι δικονομικοί κανόνες του κράτους, στο οποίο λαμβάνονται τα ασφαλιστικά μέτρα, κανόνες οι οποίοι προβλέπουν ανατρεπτική προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να ληφθούν ή να αρθούν τα ασφαλιστικά μέτρα, η οποία αρχίζει από την ημέρα που ο αιτών έχει τη δυνατότητα λήψεως των εν λόγω μέτρων ή ο ίδιος μπορεί να τα λάβει, χωρίς να τηρήσει προθεσμίες έως ότου η αρμόδια δικαστική αρχή αποφανθεί επί της κατά το άρθρο 37 της Συμβάσεως προσφυγής; »
Το άρθρο 39 της Σύμβασης έχει έως εξής:
« Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 36, και έως ότου εκδοθεί απόφαση για την προσφυγή αυτή, μπορούν να ληφθούν μόνο ασφαλιστικά μέτρα επί της περιουσίας του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση.
Η απόφαση που εγκρίνει την εκτέλεση εμπεριέχει και τη δυνατότητα λήψεως των ασφαλιστικών αυτών μέτρων. »
Το άρθρο 36 προβλέπει την άσκηση προσφυγής κατ' αποφάσεως που επιτρέπει την εκτέλεση και ορίζει την προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να ασκηθεί η εν λόγω προσφυγή.
Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται γενικότερα αν το άρθρο 39 θεσπίζει ενιαία κοινοτική διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ή αν τα προβλεπόμενα με την εν λόγω διάταξη ασφαλιστικά μέτρα πρέπει να λαμβάνονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις δικονομικού δικαίου.
Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η εν λόγω διαδικασία διέπεται εξ ολοκλήρου από το εσωτερικό δίκαιο. Κατά την άποψη του, η εν λόγω αρχή έχει απόλυτο χαρακτήρα. Αλλά και η Επιτροπή θεωρεί ότι καταρχήν ισχύει το εθνικό δίκαιο. Προς στήριξη της άποψης αυτής αναφέρει τις ακόλουθες περιπτώσεις στις οποίες η Σύμβαση δεν δίδει κατευθυντήριες γραμμές και οι οποίες κατά συνέπεια διέπονται αναγκαστικά από το εσωτερικό δίκαιο: η φύση των προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων, τα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να κατασχεθούν και η αξία τους, το ζήτημα αν ο προβαίνων στη συντηρητική κατάσχεση δανειστής μπορεί να λάβει ο ίδιος τα ασφαλιστικά μέτρα ή αν προς τούτο απαιτείται η σύμπραξη δικαστικού επιμελητή ή άλλου υπαλλήλου, και ούτω καθεξής. Δέχεται, πάντως, ότι υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό: στις εξαιρετικές περιπτώσεις που απαρίθμησε με τις παρατηρήσεις της στο δεύτερο και τρίτο ερώτημα, η Επιτροπή προσθέτει ότι είναι δυνατόν να ανακύψουν και άλλες περιπτώσεις σε σχέση με τις οποίες η Σύμβαση απαιτεί να τηρείται ενιαία διαδικασία σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη.
Η άποψη ότι η επίδικη διαδικασία είναι καταρχήν θέμα εθνικού δικαίου διατυπώθηκε και στην έκθεση Jenard ( OJ 1979, C 59, σ. 52 ).
Σε γενικές γραμμές η άποψη αυτή νομίζω ότι είναι η ορθή, δεδομένου ότι υπάρχουν προφανώς πολλά ζητήματα σχετικά με τα ασφαλιστικά μέτρα που δεν ρυθμίζονται από τη Σύμβαση και που, κατ' εμέ, μπορούν να ρυθμιστούν μόνο από τις διατάξεις εθνικού δικαίου.
Εξάλλου, καθ' όμοιο τρόπο υπάρχουν προφανώς εξαιρέσεις στο γενικό αυτό κανόνα. Έτσι για παράδειγμα, ο δανειστής που ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων δεν υποχρεώνεται να αποδείξει ή και να επικαλεστεί prima facie την ουσία της υποθέσεως, έστω και αν σε άλλη περίπτωση και ανεξάρτητα από τη Σύμβαση θα όφειλε ενδεχομένως να το πράξει βάσει του εθνικού δικαίου. Παρόμοια υποχρέωση αντίκειται προς το γενικότερο σκοπό της Σύμβασης, ο οποίος, εκτός ορισμένων συγκεκριμένων εξαιρέσεων, συνίσταται στη διασφάλιση του ότι οι δικαστικές αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αναγνωρίζονται και εκτελούνται στο έδαφος των λοιπών συμβαλλόμενων κρατών με ελάχιστες διατυπώσεις και στο συντομότερο δυνατό χρόνο. Αλλ' ούτε είναι δυνατό το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων να προβεί στην εξέταση στοιχείων αποφασιστικής σημασίας για την απόφαση περί εκτελέσεως. Τα στοιχεία αυτά εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της κατά το άρθρο 36 προσφυγής. Ενδέχεται να υπάρχουν και άλλες εξαιρέσεις για τις οποίες δεν έγινε λόγος στην παρούσα υπόθεση.
Υπό την επιφύλαξη των θεμάτων αυτών, η διαδικασία επί αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτων και τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη (π.χ. το αν συντρέχει περίπτωση επείγοντος και ο κίνδυνος για τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη να διαφύγουν από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου) εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο αποφασίζει βάσει του εθνικού δικαίου και της πρακτικής.
Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται ειδικότερα αν οι εθνικές διατάξεις που επιβάλλουν την ex post facto επικύρωση των ασφαλιστικών μέτρων με μεταγενέστερη δικαστική απόφαση μπορούν να εφαρμοστούν επί των μέτρων που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 39. Το ερώτημα αυτό υποβάλλεται επειδή, βάσει του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, τα ασφαλιστικά μέτρα λαμβάνονται σε διάφορα στάδια της διαδικασίας.. Αρχικά, εκδίδεται προσωρινή απόφαση μετά από μία συνοπτική εξέταση των πραγματικών περιστατικών και των επιχειρημάτων. Η απόφαση αυτή, η οποία μπορεί να εκδοθεί ακόμη και ερήμην του αντιδίκου, επιτρέπει στο δανειστή να λάβει τα οικεία μέτρα εντός τριάντα ημερών. Ακολουθεί, λοιπόν, δεύτερη δίκη κατ' αντιμωλία. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο οφειλέτης καλείται από το δανειστή, ενώ σε άλλες το δικαστήριο προβαίνει αυτεπάγγελτα στην κλήση. Και στις δύο περιπτώσεις, το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει, στο πλαίσιο της δεύτερης αυτής δίκης, σχετικά με την επικύρωση ή την ανάκληση της αρχικής του απόφασης. Υπέρ της ανάκλησης αποφαίνεται όταν κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση επείγοντος.
Η εν λόγω διαδικασία επικυρώσεως δεν είναι γνωστή μόνο στην Ιταλία. Φαίνεται ότι ανάλογη διαδικασία πρέπει να ακολουθείται σε κάθε περίπτωση και στη Δανία. Το δίκαιο των Κάτω Χωρών, της Γαλλίας και του Λουξεμβούργου προβλέπουν επίσης την εν λόγω διαδικασία σε πολλές περιπτώσεις.
Τόσο η Επιτροπή όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο συμφωνούν ότι η Σύμβαση δεν απαγορεύει τη διαδικασία αυτή. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την άποψη τους, εφαρμόζονται επί του θέματος οι διατάξεις του κοινού εθνικού δικαίου.
Συμφωνώ ότι από το κείμενο της Σύμβασης δεν συνάγεται, ούτε ρητά ούτε κατ' ανάγκη έμμεσα, ότι αποκλείεται η εφαρμογή διατάξεων εσωτερικού δικαίου επί του θέματος. Κατά συνέπεια, αποδέχομαι την άποψη που προέβαλαν η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο. Πάντως, για τους λόγους που ήδη εξέθεσα, το Δικαστήριο δεν μπορεί, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επικυρώσεως, να απαιτεί από το δανειστή να αποδείξει prima facie την ουσία της υποθέσεως, ενώ δεν μπορεί να εξετάσει ούτε τα ζητήματα εκείνα που θα ήταν ικανά να παρεμποδίσουν την κατά τη Σύμβαση εκτέλεση αποφάσεως που εξεδόθη σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος.
Η Επιτροπή Kat το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμφωνούν επί του δεύτερου ερωτήματος.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 39 σημαίνει ότι η απόφαση που επιτρέπει την εκτέλεση επέχει και θέση αποφάσεως που επιτρέπει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Υπό την έποψη αυτή, η σχετική απόφαση παρέχει αυτομάτως στο δανειστή την ευχέρεια να χωρήσει στη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Δεν απαιτείται πλέον καμιά περαιτέρω δικαστική διάταξη ή απόφαση. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ερμηνεία αυτή βρίσκει έρεισμα στην έκθεση Jenard (σ. 52), καθώς και στην έκθεση Schlosser ( OJ 1979, C 59, σσ. 71, 134, 135).
Εξάλλου, ευθυγραμμιζόμενο προς τις παρατηρήσεις του επί του πρώτου ερωτήματος, το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι το θέμα διέπεται εξ ολοκλήρου από το εσωτερικό δικονομικό δίκαιο. Στην επίδικη διάταξη αποδίδει την ερμηνεία ότι, μετά την έκδοση της απόφασης που επιτρέπει την εκτέλεση, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες. Άρα, η έκδοση χωριστής δικαστικής απόφασης ειδικά επί των ασφαλιστικών μέτρων είναι απαραίτητη στα κράτη εκείνα στα οποία αυτό προβλέπεται από τους δικονομικούς τους κανόνες. Εντούτοις, το Ηνωμένο Βασίλειο δέχεται ότι, αν υπάρχουν συμβαλλόμενα κράτη στα οποία η απόφαση που επιτρέπει την εκτέλεση αλλοδαπής αποφάσεως επιτρέπει αυτομάτως στο δανειστή να λάβει ασφαλιστικά μέτρα, τότε στα εν λόγω κράτη δεν απαιτείται χωριστή δικαστική απόφαση που να παρέχει σχετικά την άδεια.
Από τα μέτρα εφαρμογής που θέσπισαν τα συμβαλλόμενα κράτη συνάγεται ότι είναι δυνατό να υποστηριχθούν και οι δύο απόψεις. Η πλειοψηφία φαίνεται ότι υιοθέτησε την ερμηνεία που πρεσβεύει το Ηνωμένο Βασίλειο. Την ερμηνεία αυτή ακολούθησαν και ορισμένα ιταλικά δικαστήρια. Από την άλλη όμως πλευρά, σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία περί εφαρμογής της Σύμβασης, η απόφαση περί εκτελέσεως εμπεριέχει αυτομάτως άδεια υπέρ του δανειστή να λάβει ασφαλιστικά μέτρα. Ορισμένα ιταλικά δικαστήρια υιοθέτησαν επίσης την άποψη της· Επιτροπής.
Πάντως, κατ' εμέ, το άρθρο αυτό πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που προβλέπεται για την άσκηση προσφυγής κατ' αποφάσεως που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 31, δεν είναι δυνατή η λήψη άλλων μέτρων εκτελέσεως εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα ( επί των περιουσιακών στοιχείων του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση), όπως προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο. Ο διάδικος υπέρ του οποίου εκδόθηκε απόφαση εκτελέσεως μπορεί, δυνάμει της Σύμβασης, να χωρήσει στη λήψη των μέτρων αυτών με οιοδήποτε μέσο του παρέχει το εθνικό δίκαιο. Αν επί παραδείγματι οι εθνικές διατάξεις τού επιτρέπουν να χωρήσει σε συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων χωρίς περαιτέρω απόφαση, μπορεί να το πράξει. Αν οι εθνικές διατάξεις απαιτούν χωριστή δικαστική απόφαση, η απόφαση αυτή πρέπει να εκδοθεί είτε από το δικαστήριο που επιτρέπει την εκτέλεση είτε από οιοδήποτε άλλο αρμόδιο δικαστήριο. Σε ορισμένα κράτη μέλη, τα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να ληφθούν εντός ορισμένης προθεσμίας όσον αφορά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υπό ρητά καθορισμένες προϋποθέσεις· ποικίλλουν ανάλογα με τις περιστάσεις. Ενδέχεται κατά το εθνικό δίκαιο ορισμένα περιουσιακά στοιχεία να μην είναι δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο κατασχέσεως. Δεν αντιλαμβάνομαι πώς είναι δυνατό η Σύμβαση να έχει καταργήσει την εξουσία των εθνικών δικαστηρίων να εξετάζουν τα ζητήματα αυτά, προβλέποντας αυτομάτως τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, απλώς και μόνο επειδή έχει εκδοθεί απόφαση περί εκτελέσεως. Νομίζω, λοιπόν, ότι στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες εφαρμόζεται η Σύμβαση, μια τόσο γενική και ασαφής διάταξη όσο αυτή που περιέχει η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 39 δεν μπορεί να καταστήσει ανεφάρμοστη την ιταλική διαδικασία επικυρώσεως. Θεωρώ, λοιπόν, ότι το αν απαιτείται νέα αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων αποτελεί θέμα του εσωτερικού δικαίου.
Η δικαιολογητική βάση του τρίτου ερωτήματος συνίσταται στο γεγονός ότι, δυνάμει του άρθρου 675 του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, η απόφαση που επιτρέπει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων καθίσταται ανενεργός μετά από τριάντα μέρες, εφόσον δεν έχει εκτελεστεί εντός του χρονικού αυτού διαστήματος. Οι Capelloni και Aquilini υποστήριξαν ότι τα ασφαλιστικά μέτρα που έλαβε ο Pelkmans ήταν παράνομα, επειδή αντέκειντο προς την εν λόγω διάταξη.
Για μια ακόμη φορά το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η απάντηση πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την Επιτροπή, υποστηρίζει ότι ο δανειστής διατηρεί το δικαίωμα του να λάβει ασφαλιστικά μέτρα καθ' όλη τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 39.
Δεν συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής. Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 39 αποβλέπει καταρχάς στον προσδιορισμό του χρονικού διαστήματος κατά τη διάρκεια του οποίου δεν είναι δυνατό να ληφθούν μέτρα εκτελέσεως. Στη συνέχεια, το άρθρο 39 ορίζει ότι κατά το εν λόγω διάστημα μπορούν να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα. Από αυτό όμως δεν συνάγεται κατ' ανάγκη ότι ο δανειστής διατηρεί το δικαίωμα του να προβεί στη λήψη παρόμοιων μέτρων καθ' όλη τη διάρκεια του εν λόγω χρονικού διαστήματος.
Η Επιτροπή υποστηρίζει περαιτέρω ότι η εφαρμογή της διάταξης περί προθεσμίας τριάντα ημερών στα ασφαλιστικά μέτρα που λαμβάνονται κατά το άρθρο 39 μπορεί να έχει συνέπειες αντίθετες προς την επιείκεια. Ο λόγος είναι ότι ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως που επιτρέπει την εκτέλεση και πέραν των τριάντα ημερών που ακολουθούν την άδεια για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι με τον τρόπο αυτό ο δανειστής ενδέχεται να συνειδητοποιήσει πολύ αργά την αναγκαιότητα λήψεως των ασφαλιστικών μέτρων. Αυτό είναι πιθανό. Η δυνατότητα που έχει ο διάδικος, υπέρ του οποίου εξεδόθη απόφαση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, είναι να χωρήσει στη λήψη τους εντός της προθεσμίας που τάσσει το εθνικό δίκαιο, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση εντός των τριάντα ημερών.
Είμαι, λοιπόν, της γνώμης ότι το ζήτημα που αφορά το τρίτο ερώτημα διέπεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο.
Ενόψει των παρατηρήσεων αυτών, θεωρώ ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το Corte suprema di cassazione πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
1)
Τα προβλεπόμενα από το άρθρο 39 της Σύμβασης για τη διεθνή δικαιοδοσία και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ασφαλιστικά μέτρα διέπονται από τους δικονομικούς κανόνες του εθνικού δικαίου, εφόσον η Σύμβαση δεν ορίζει άλλως ρητά ή κατ' ανάγκη έμμεσα. Άρα, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι δυνατό να ζητηθεί από το δανειστή να αποδείξει prima facie την ουσία της υποθέσεως ή να την επικαλεστεί, ενώ ούτε το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει ζητήματα ικανά να παρεμποδίσουν τη δυνάμει της Σύμβασης εκτέλεση αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Υπό την επιφύλαξη της θεμελιώδους αυτής αρχής, οι διατάξεις εθνικού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες τα ασφαλιστικά μέτρα υπόκεινται σε επικύρωση εκ μέρους των δικαστηρίων, είναι δυνατό να εφαρμοστούν και στα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 39.
2)
Το ζήτημα αν, μετά την έκδοση αποφάσεως που επιτρέπει την εκτέλεση, ο δανειστής οφείλει ή όχι να ζητήσει ειδική άδεια για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, διέπεται από το εθνικό δίκαιο.
3)
Το άρθρο 39 δεν απαγορεύει σε διάταξη εθνικού δικαίου που τάσσει προθεσμία, ηοποία δεν παρεκτείνεται και κατά τη διάρκεια της οποίας είναι δυνατή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, να εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου.
Προτείνω η Επιτροπή και η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy