ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 26ης Ιουνίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεάρε,
Κύριοι οικαοτές,
1.
Στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της Continental Irish Meat Ltd και του Υπουργείου Γεωργίας, το Supreme Court της Ιρλανδίας ζήτησε από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 2α του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971 περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα μετά από την προσωρινή διεύρυνση των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192 ), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του κανονισμού 1112/73 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1973 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 160). Η διάταξη αυτή ορίζει ότι: « όταν ένα προϊόν που εξάγεται από ένα κράτος μέλος εισάγεται σ' ένα κράτος μέλος το οποίο πρέπει να χορηγήσει εξισωτικό ποσό κατά την εισαγωγή, το κράτος εξαγωγής, δύναται, κατόπιν συμφωνίας με το κράτος... εισαγωγής, να πληρώσει το εξισωτικό ποσό που θα έπρεπε να χορηγήσει το τελευταίο... Το ποσό μετατρέπεται βάσει της τιμής συναλλάγματος τοις μετρητοίς των νομισμάτων αυτών, η οποία διαπιστώνεται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που θα καθοριστεί. Τα κράτη... εξαγωγής που κάνουν χρήση του δικαιώματος αυτού πληροφορούν σχετικά την Επιτροπή ».
Συγκεκριμένα το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν ο οργανισμός παρεμβάσεως ενεργεί υπό την ίδια ιδιότητα Οταν καταβάλλει νομισματικά εξισωτικά ποσά λόγω εισαγωγής σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 2α και όταν εισπράττει νομισματικά εξισωτικά ποσά λόγω εξαγωγής.
2.
Κατά την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου 1976—Ιουλίου 1977η εταιρία Continental Irish Meat Ltd ( στο εξής « Irish Meat » ) εξήγαγε βόειο κρέας από την Ιρλανδία στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιταλία υπό το σύστημα των ΝΕΠ. Λόγω της συναλλαγής αυτής η Irish Meat όφειλε στο Υπουργείο Γεωργίας (που είναι και ο οργανισμός παρεμβάσεως στην Ιρλανδία) το ποσό των 164337,40 λιρών Ιρλανδίας για νομισματικά εξισωτικά ποσά λόγω εξαγωγής· εν τω μεταξύ απέκτησε δικαίωμα χορηγήσεως νομισματικών ποσών λόγω εισαγωγής ύψους 192662,20 λιρών Αγγλίας για συναλλαγές με το Ηνωμένο Βασίλειο και 6293252 λιρετών για συναλλαγές με την Ιταλία. Βάσει της συναφθείσης κατά το άρθρο 2α συμφωνίας η Ιρλανδία, το κράτος εισαγωγής, θα κατέβαλλε τα νομισματικά ποσά τα χορηγούμενα από τα κράτη εξαγωγής, δηλαδή από το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιταλία. Το νόμισμα του Ηνωμένου Βασιλείου και το ιρλανδικό νόμισμα ήταν τότε ισότιμα οπότε μετατράπηκε μόνο το ιταλικό. Στις 24 Ιανουαρίου 1978 το Υπουργείο Γεωργίας κατέβαλε στην Irish Meat (που από τις 5 Μαΐου 1977 τελούσε υπό αναγκαστική διαχείριση και εκκαθάριση ) το ποσό των 32470,25 λιρών Ιρλανδίας, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ του ποσού που όφειλε, αφενός, να καταβάλει ως νομισματικά εξισωτικά ποσά λόγω εισαγωγής και, αφετέρου, να εισπράξει ως νομισματικά εξισωτικά ποσά λόγω εξαγωγής. Με άλλα λόγια ο οργανισμός παρεμβάσεως προέβαλε ένσταση συμψηφισμού.
Η Irish Meat άσκησε τότε αγωγή υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει δικαίωμα συμψηφισμού. Η εταιρία υποστήριξε συγκεκριμένα ότι όταν το Υπουργείο Γεωργίας εισπράττει νομισματικά εξισωτικά ποσά λόγω εξαγωγών από την Ιρλανδία ενεργεί ως οργανισμός παρεμβάσεως' όταν όμως καταβάλλει νομισματικά εξισωτικά ποσά λόγω εισαγωγής ενεργεί αντιθέτως για λογαριασμό (agent) των κρατών εισαγωγής. Κατά το ιρλανδικό δίκαιο η διαφορά αυτή ως προς τη νομική ιδιότητα αποκλείει τη δυνατότητα συμψηφισμού.
To Supreme Court της Ιρλανδίας στο οποίο ήχθη η διαφορά έκρινε ότι για να εκδώσει απόφαση του ήταν απαραίτητη η ερμηνεία του άρθρου 2α του κανονισμού 974/71 από το Δικαστήριο. Με Διάταξη της 21ης Φεβρουαρίου 1984 ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως και, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής απόφασης επί του ακολούθου ερωτήματος: « Το άρθρο 2α του κανονισμού (ΕΟΚ) 974/71 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1112/73 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι το κράτος μέλος εξαγωγής που έχει συμφωνήσει με το κράτος μέλος εισαγωγής ως προς την καταβολή εξισωτικού ποσού, το οποίο πρέπει να καταβάλλεται από το κράτος μέλος εισαγωγής, θεωρείται ότι ενεργεί για λογαριασμό του εν λόγω κράτους μέλους εισαγωγής κατά την είσπραξη ή την καταβολή του εν λόγω ποσού; »
3.
Για την καλύτερη κατανόηση του ερωτήματος θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω τα του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών στο οποίο αναφέρεται το ερώτημα. Μόνο σε γενικές γραμμές όμως αφού το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί μ' αυτό το σύστημα και μάλιστα ειδικότερα με τη διάταξη στην οποία αναφέρεται το ερώτημα (βλ. αποφάσεις της 18ης Σεπτεμβρίου 1980 στην υπόθεση 795/79, Pesen κατά Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten, Race. 1980, σ. 2705 και της 1ης Οκτωβρίου 1981 στην υπόθεση 196/80, Anglo-Irish Meat Company Limited κατά Υπουργού Γεωργίας, Συλλογή 1981, σ. 2263).
Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 509/73 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 48 ) « όταν, για τις εμπορικές συναλλαγές, ένα κράτος μέλος αποδέχεται για το νόμισμα του τιμή συναλλάγματος που υπερβαίνει, προς τα άνω ή προς τα κάτω, το όριο διακυμάνσεως που επιτρέπεται από την ισχύουσα διεθνή ρύθμιση της 12ης Μαΐου 1971:
α)
το κράτος μέλος, του οποίου το νόμισμα έχει υπερτιμηθεί πέραν του ορίου διακυμάνσεως, εισπράττει κατά την εισαγωγή και χορηγεί κατά την εξαγωγή'
β)
το κράτος μέλος, του οποίου το νόμισμα έχει υποτιμηθεί πέραν του ορίου διακυμάνσεως, εισπράττει κατά την εξαγωγή και χορηγεί κατά την εισαγωγή εξισωτικά ποσά για τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 κατά τις συναλλαγές με τα κράτη μέλη και τις τρίτες χώρες. »
Όσον αφορά την περίπτωση β), τα σχετικά νομισματικά εξισωτικά ποσά εισπράττονται από το κράτος εξαγωγής μόλις συμπληρωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις και το προϊόν εγκαταλείψει το γεωγραφικό έδαφος του εν λόγω κράτους (βλ. άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1380/75, της Επιτροπής της 29ης Μαΐου 1975 που ίσχυε κατά την κρίσιμη περίοδο, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 14). Τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που χορηγούνται κατά την εισαγωγή καταβάλλονται μόλις εκπληρωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις και εισπραχθούν οι δασμοί και οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος που οφείλονται στο κράτος εισαγωγής (άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1380/75). Κατά κανόνα τα νομισματικά εξισωτικά ποσά καταβάλλονται. από το κράτος εισαγωγής. Εξάλλου, όπως ανέφερα, δυνάμει του άρθρου 2α του κανονισμού 974/71 τα κράτη εξαγωγής και εισαγωγής μπορούν να συμφωνήσουν ότι το πρώτο θα καταβάλει τα οφειλόμενα από το δεύτερο ΝΕΠ.
Η ρύθμιση αυτή κατέστησε δυνατή τη μερική επίλυση του δυσχερούς προβλήματος το οποίο προκύπτει από τη χρήση διαφορετικών συντελεστών μετατροπής ( γεωργικών ή του προϋπολογισμού) διά τον υπολογισμό των ΝΕΠ. Πράγματι τα κράτη μέλη χρησιμοποιούσαν προς το σκοπό αυτό τη γεωργική τιμή μετατροπής. Όμως, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που εγγράφονταν στον προϋπολογισμό της Κοινότητας, υπολογίζονταν στη συνέχεια με το σύστημα της ισοτιμίας χρυσού των νομισμάτων των κρατών μελών. Προέκυπτε έτσι μεγαλύτερη επιβάρυνση για την Κοινότητα όταν τα ΝΕΠ χορηγούνταν από κράτος, το νόμισμα του οποίου ολίσθαινε, η δε γεωργική τιμή μετατροπής ήταν χαμηλότερη της τιμής μετατροπής προϋπολογισμού. Ακριβώς για να περιορίσει αυτή την απώλεια, η Κοινότητα ζήτησε από ορισμένα κράτη εξαγωγής να καταβάλλουν τα οφειλόμενα από το κράτος εισαγωγής ΝΕΠ στην περίπτωση που το νόμισμα του τελευταίου ήταν ασθενέστερο από το δικό τους.
4.
Όπως παρατήρησε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ηνωμένο Βασίλειο, η διατύπωση του ερωτήματος που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο δίνει την εντύπωση ότι ζητείται η διευκρίνηση της έννοιας του όρου « agency » κατά το ιρλανδικό δίκαιο. Εννοείται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να απαντήσει σε τέτοιο ερώτημα δυνάμει του άρθρου 177. Το Δικαστήριο μπορεί όμως να αναδιατυπώσει το ερώτημα έτσι ώστε να αναδείξει τα ζητήματα που απαιτούν ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ( βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973 στην υπόθεση 11/73 Getreide Import GmbH κατά Einfuhr- und Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel, Race. 1973, σ. 919).
Μου φαίνεται σαφές, μεταξύ άλλων εξ όσων προέκυψαν κατά την προφορική διαδικασία, ότι το εθνικό δικαστήριο στην πραγματικότητα ερωτά αν ο οργανισμός παρεμβάσεως ενός κράτους, όταν καταβάλλει τα οφειλόμενα από άλλο κράτος ΝΕΠ λόγω εισαγωγής σύμ-γωνα με το άρθρο 2α ενεργεί υπό την ίδια νομική ιδιότητα όπως και όταν εισπράττει ΝΕΠ λόγω εξαγωγής και, επομένως, αν τα σχετικά ποσά επιδέχονται συμψηφισμό. Κατ' αυτό τον τρόπο το ερώτημα διατυπώνεται ορθά και χρήζει απαντήσεως.
5.
Εν προκειμένω η Irish Meat επανέλαβε το επιχείρημα που πρόβαλε κατά την κύρια δίκη: όταν εισπράττει ΝΕΠ λόγω εξαγωγής, ο οργανισμός παρεμβάσεως ενεργεί ιδίω δικαιώματι όταν καταβάλλει ΝΕΠ λόγω εισαγωγής ενεργεί για λογαριασμό του κράτους εισαγωγής. Με άλλα λόγια το αντικείμενο της οφειλής και της πιστώσεως είναι το ίδιο, διαφέρουν όμως τα αντίστοιχα δικαιώματα: άρα δεν είναι δυνατός ο συμψηφισμός.
Στο πλαίσιο αυτό του επιχειρήματος η ενάγουσα επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Pesch και Anglo-Irish Meat. Και στις δύο αυτές υποθέσεις επρόκειτο για ζητήματα δασμολογικής κατάταξης συγκεκριμένων εμπορευμάτων και για ορισμένες λεπτομέρειες της εφαρμογής ΝΕΠ. Στην πρώτη υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 2α « δεν σκοπεί να μεταβιβάσει στο κράτος... εξαγωγής την ευθύνη για τη “χορήγηση ” νομισματικών εξισωτικών ποσών λόγω εισαγωγής σε άλλο κράτος μέλος αλλά ( του ) δίνει απλώς τη δυνατότητα να “καταβάλλει”, κατόπιν συμφωνίας... και για λογαριασμό (του) τα νομισματικά εξισωτικά ποσά λόγω εισαγωγής που οφείλει να χορηγήσει το ίδιο το κράτος μέλος εισαγωγής » ( σκέψη 8 ). Με τη δεύτερη απόφαση κρίθηκε ότι, κατά την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών που οφείλει το κράτος εισαγωγής δυνάμει του άρθρου 2α, το κράτος εξαγωγής « δεσμεύεται από τη δασμολογική κατάταξη που δέχτηκε το ( πρώτο ) κράτος και μπορεί να καταβάλλει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που οφείλει (αυτό) μόνο με τον αντίστοιχο στην (εν λόγω ) κατάταξη συντελεστή » ( σκέψη 32 ).
Το ζήτημα δεν λήγει εδώ. Και πάλι στην υπόθεση Anglo-Irish Meat η ίδια η Επιτροπή παρατήρησε ότι στο πλαίσιο του άρθρου 2α « το κράτος εξαγωγής δεν είναι παρά ο ενεργών την καταβολή εντολοδόχος » του κράτους εισαγωγής' την ίδια άποψη διατύπωσε και ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn.
Την αντίθετη άποψη — το κράτος εξαγωγής δεν είναι « εντολοδόχος » του κράτους εισαγωγής, επομένως χωρεί συμψηφισμός — υποστηρίζουν ο εναγόμενος, η βρετανική κυβέρνηση και η Επιτροπή. Διαφέρουν όμως τα σχετικά επιχειρήματα που προβάλλουν. Ο ιρλανδός υπουργός υποστηρίζει ότι δυνάμει των ισχυόντων κανόνων είναι άμεσος και κύριος οφειλέτης έναντι της Irish Meat για τα ΝΕΠ λόγω εισαγωγής και υπεύθυνος έναντι του ΕΓΤΠΕ. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως « agency » η σχέση μεταξύ του κράτους εξαγωγής και του κράτους εισαγωγής. Κατά τα λοιπά, με την απόφαση DEKA ( 1η Μαρτίου 1983, στην υπόθεση 250/78, Συλλογή 1983, σ. 421 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι από την κοινοτική ρύθμιση « μπορούν... να γεννηθούν μεταξύ των αρχών και των επιχειρηματιών αμοιβαίες ή και συναφείς απαιτήσεις που προσφέρονται για συμψηφισμό » πρόσθεσε δε ότι « στην περίπτωση ενός αφερέγγυου επιχειρηματία ο ο συμψηφισμός μπορεί... να αποτελεί το μόνο πρόσφορο τρόπο που διαθέτουν οι αρχές για να επιτύχουν απόδοση των αχρε-ωστήτως καταβληθέντων ποσών » ( σκέψεις 13 και 14).
Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, από τους κοινοτικούς κανόνες δεν προκύπτει καθόλου ότι το κράτος εξαγωγής ενεργεί για λογαριασμό του κράτους εισαγωγής όταν καταβάλλει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που οφείλει το τελευταίο. Πράγματι, η ρύθμιση του άρθρου 2α έχει απλώς διοικητικό χαρακτήρα και δεν σημαίνει τίποτε για το ενδοκοινοτικό εμπόριο ούτε έχει επιπτώσεις στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Παρέλκει επομένως να ερευνηθεί η νομική φύση της σχέσης μεταξύ του οργανισμού παρεμβάσεως του κράτους εξαγωγής και του κράτους εισαγωγής. Εξάλλου η σχέση αυτή είναι ασυμβίβαστη με την έννοια της « agency » δεδομένου ότι ελλείπουν τα απαραίτητα στοιχεία (καταβολή, έλεγχος, δικαίωμα θεσπίσεως των εκτελεστικών διατάξεων). Για τον οργανισμό, το δικαίωμα εισπράξεως των ΝΕΠ λόγω εξαγωγής και η υποχρέωση καταβολής των ΝΕΠ λόγω εισαγωγής προκύπτουν από την ίδια κοινοτική διάταξη, όπως μαρτυρεί το γεγονός ότι τα ποσά αυτά δικαιολογούνται λογιστικώς βάσει κοινοτικών κονδυλίων και εγγράφονται στο λογαριασμό του κράτους εξαγωγής ακόμη και αν πρόκειται για ΝΕΠ λόγω εισαγωγής δυνάμει του άρθρου 2α (βλ. άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70). Εξάλλου είναι απολύτως νόμιμος ο συμψηφισμός ακριβώς διότι αποβλέπει στην ορθή διαχείριση των κοινοτικών πόρων σύμφωνα με την αρχή που θέτει η απόφαση DEKA.
Τέλος κατά την άποψη της Επιτροπής, η απάντηση στο ερώτημα του ιρλανδικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνο αν η καταβολή και η είσπραξη νομισματικών εξισωτικών ποσών εξετασθεί στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής. Όπως είναι γνωστό, η πολιτική αυτή υλοποιείται από τα κράτη μέλη μέσω οργανισμών παρεμβάσεως. Οι οργανισμοί αυτοί καταβάλλουν ή εισπράττουν νομισματικά εξισωτικά ποσά λόγω εισαγωγής ή λόγω εξαγωγής βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, χρησιμοποιώντας κοινοτικά κονδύλια όπως αυτά του ΕΓΤΠΕ. Προκειμένου να στηρίξει την άποψη της, η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2746/72 της 19ης Δεκεμβρίου 1972 ( GU L 291, σ. 148), κατά το οποίο: «από 1ης Ιανουαρίου 1973 τα ποσά... που εισπράττονται ή χορηγούνται στο πλαίσιο του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών θεωρούνται, για τους σκοπούς της χρηματοδότησης της κοινής γεωργικής πολιτικής, ότι αποτελούν τμήμα των δαπανών παρεμβάσεως που αποβλέπουν στη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών ». Την άποψη αυτή επιρρωνύει και η λογιστική αντιμετώπιση των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Τα ποσά που καταβάλλει το κράτος εξαγωγής βάσει του άρθρου 2α ( όπως και τα εισπραττόμενα λόγω εισαγωγής ) εγγράφονται στους λογαριασμούς που παρουσιάζει ετησίως στην Κοινότητα το κράτος εξαγωγής ενώ δεν εμφανίζονται στους λογαριασμούς του κράτους εισαγωγής. Ο οργανισμός παρεμβάσεως ενεργεί δηλαδή για λογαριασμό της Κοινότητας και στις δύο περιπτώσεις: άρα νομιμοποιείται να προβεί σε συμψηφισμό.
6.
Κατά το δίκαιο πολλών από τα κράτη μέλη, ο συμψηφισμός είναι δυνατός εφόσον α ) τα μέρη αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικά κέντρα οικονομικών συμφερόντων στα οποία το καθένα μπορεί να χαρακτηριστεί, αναλόγως της οπτικής γωνίας, ως δανειστής ή οφειλέτης' β) και στα δύο κέντρα, η πίστωση και η οφειλή αφορούν πρόσωπο που ενεργεί υπό την ίδια νομική ιδιότητα. Ωστόσο, στους συμψηφισμούς μεταξύ του κράτους και των ιδιωτών εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες. Έτσι, σε μερικά συστήματα ( Γαλλία, Ιταλία, Κάτω Χώρες και Βέλγιο) μόνο οι δημόσιες αρχές έχουν δικαίωμα συμψηφισμού' αντιθέτως, κατά το γερμανικό και το αγγλικό δίκαιο δικαίωμα συμψηφισμού έχουν και οι ιδιώτες εφόσον και η οφειλή και η πίστωση αφορούν το ίδιο ταμείο [παράγραφος 395 του BGB (γερμανικός αστικός κώδικας) και άρθρο 35, παράγραφος 2, του Crown Proceedings Act 1947 ].
Υπό το φως αυτών των σκέψεων θα εξετάσω τη διάταξη στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο. Κατά τη γνώμη μου, η διάταξη αυτή είναι « ουδέτερη » έναντι του προβλήματος εν προκειμένω· επιτρέπει δηλαδή στα κράτη να συμφωνήσουν ότι το κράτος εξαγωγής θα καταβάλει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που οφείλει το κράτος εισαγωγής αλλά δεν διευκρινίζει τη νομική κατάσταση του κράτους εξαγωγής ή του οικείου οργανισμού παρεμβάσεως. Ωστόσο το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τη διάταξη αυτή με την απόφαση Pesch, έκρινε ότι το σύστημα που προβλέπει παρέχει στο κράτος εξαγωγής τη δυνατότητα να καταβάλει τα ΝΕΠ λόγω εισαγωγής « για λογαριασμό του κράτους εισαγωγής». Από αυτό συνάγεται άραγε, όπως υποστηρίζει η Irish Meat, ότι με τη διατύπωση αυτή το Δικαστήριο θέλησε να περιγράψει τις σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών με υπόδειγμα την « Agency » ;
Δεν νομίζω' πιστεύω δηλαδή ότι η διατύπωση αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε με τεχνική έννοια. Όπως είδαμε, στη μεταγενέστερη υπόθεση Anglo-Irish Meat η Επιτροπή την εξήγησε περιγράφοντας το κράτος εξαγωγής ως « εντεταλμένο την καταβολή όργανο » του κράτους εισαγωγής ενώ η προσφεύγουσα και ο καθού θεώρησαν τους εθνικούς οργανισμούς παρεμβάσεως ως εντολοδόχους του ΕΓΤΠΕ. Μπροστά σ' αυτή τη διάσταση απόψεων το Δικαστήριο θα μπορούσε να επαναλάβει, ίσως μάλιστα διευκρινίσει τον εν λόγω κανόνα της απόφασης Pesch. Δεν το έπραξε όμως, ακριβώς — όπως νομίζω — διότι από τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι διάδικοι συνειδητοποίησε τα ερμηνευτικά προβλήματα που θα μπορούσαν να ανακύψουν. Εξάλλου η ερμηνεία που έδωσε τότε στον κανόνα αυτό η Επιτροπή και που του δίνει σήμερα η Irish Meat είναι αστήρικτη. Αποκλείεται όχι μόνο από το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου αλλά και από το στοιχείο ότι, μόλις συναφθεί η συμφωνία στην οποία αναφέρεται το άρθρο 2α και καθοριστεί η δασμολογική κατάταξη καθώς και το ύψος των νομισματικών εξισωτικών ποσών από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής, δεν υπάρχει πλέον καμιά σχέση μεταξύ του οργανισμού παρεμβάσεως του κράτους εξαγωγής και του κράτους εισαγωγής.
Η λύση του προβλήματος πρέπει λοιπόν να αναζητηθεί αλλού και συγκεκριμένα στη ρύθμιση που διέπει την κοινή γεωργική πολιτική και τη χρηματοδότηση της. Νομίζω δηλαδή ότι η εν προκειμένω άποψη της Επιτροπής κατά την οποία οι οργανισμοί παρεμβάσεως ενεργούν ως « εκπρόσωποι της Κοινότητας » κατά την καταβολή και την είσπραξη ΝΕΠ λόγω εισαγωγής και εξαγωγής είναι κατά βάση ορθή. Νομίζω όμως ότι πρέπει να εξεταστεί με κάποια λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα πρέπει να ερευνηθεί αν έρχεται σε αντίθεση με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η εθνική διοικητική αρχή χαίρει άκρας ανεξαρτησίας έναντι των κοινοτικών αρχών.
Θα παρατηρήσω εξαρχής ότι δεν υπάρχει σύγκρουση κατά τη γνώμη μου. Με την πρόσφατη απόφαση Eurico ( 18 Οκτωβρίου 1984, υπόθεση 109/83, Συλλογή 1984, σ. 3581 ) καθώς Kat με προηγούμενες αποφάσεις (22 Ιανουαρίου 1976, υπόθεση 60/75, Russo, Race. 1976, σ. 4513 Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση 101/78, Granaria, Race. 1979, σ. 623· 27 Μαρτίου 1980, υπόθεση 133/79, Sucrimex, Race. 1980, σ. 129910 Ιουνίου 1982, υπόθεση 217/81, Interagra, Συλλογή 1982, σ. 2333), το Δικαστήριο έκρινε σχετικά με τις ζημιές που υπέστησαν ορισμένοι ιδιώτες από την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής, ότι οποιοσδήποτε και αν υπήρξε ο ρόλος της Επιτροπής, την ευθύνη φέρουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Αντιλαμβάνομαι τους λόγους που υπαγόρευσαν την κρίση αυτή του Δικαστηρίου' δεν νομίζω όμως ότι η κρίση αυτή αλλοιώνει την κοινοτική βάση της γεωργικής πολιτικής.
Η πολιτική αυτή χαράσσεται από την Κοινότητα η οποία και θέτει τους κανόνες που τη διέπουν. Τα κράτη μέλη έχουν απλώς το ρόλο εκτελεστικού οργάνου.
Εξάλλου όσον αφορά τη χρηματοδότηση αυτής της πολιτικής, τα ΝΕΠ θεωρούνται ως μέσα ρυθμίσεως των γεωργικών αγορών (άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2746/72 ), φέρονται δε στον προϋπολογισμό της Κοινότητας ( κεφάλαιο σχετικό με το ΕΓΤΠΕ). Η μόνη αρμοδιότητα των κρατών μελών είναι να ορίζουν τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς που προβαίνουν στις πληρωμές ενώ η Επιτροπή διαθέτει τα σχετικά κονδύλια (άρθρα 4 και 5 του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970). Αυτό αρκεί, νομίζω, να στηρίξει το συμπέρασμα ότι όταν τα κράτη μέλη διαχειρίζονται τα ΝΕΠ ( άρα και όταν καταβάλλουν ΝΕΠ λόγω εισαγωγής σε επιχείρηση που οφείλει ΝΕΠ λόγω εξαγωγής) επιτελούν το ρόλο οργάνων καταβολής στα οποία η Κοινότητα μεταβιβάζει τα σχετικά κονδύλια.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο συμψηφισμός είναι δυνατός τουλάχιστο στα κράτη εκείνα στα οποία οι σχετικοί κανόνες ακολουθούν το πρότυπο που περιέγραψα ανωτέρω. Το δικαίωμα συμψηφισμού είναι μάλιστα ιδιαίτερα χρήσιμο — εξυπηρετεί την ανάγκη της καλύτερης χρήσης των κοινοτικών κονδυλίων — όταν πρόκειται για αφερέγγυο επιχείρηση, όπως εν προκειμένω. Μόνο κατ' αυτό τον τρόπο — επαναλαμβάνω το συλλογισμό από την απόφαση DEKA — είναι δυνατό να αποδεσμευθεί ο φερέγγυος δανειστής-οφειλέτης από την οικεία υποχρέωση παροχής στην περίπτωση που η αφερεγγυότητα του άλλου μέρους τον εμποδίζει να ικανοποιήσει τη δική του απαίτηση.
7.
Βάσει των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που τους υπέβαλε το Supreme Court της Ιρλανδίας, με Διάταξη της 21ης Φεβρουαρίου 1984, στην υπόθεση Continental Irish Meat Limited κατά Υπουργού Γεωργίας:
« Όταν ο οργανισμός παρεμβάσεως του κράτους μέλους εξαγωγής καταβάλει τα οφειλόμενα ΝΕΠ λόγω εισαγωγής σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 2α του κανονισμού 974/71, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του κανονισμού 1112/73, καθώς και όταν εισπράττει ΝΕΠ λόγω εξαγωγής από την ίδια επιχείρηση, ενεργεί για λογαριασμό της Κοινότητας και μπορεί, ενδεχομένως, να προβάλλει έναντι της εν λόγω επιχείρησης το συμψηφισμό των αμοιβαίων οφειλών. »
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy